Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Στην υπόθεση αυτή, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο, με δικόγραφο που κατέθεσε στις 26 Οκτωβρίου 1998, σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 226 ΕΚ), να διαπιστώσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για να συμμορφωθεί με την οδηγία 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας (1) (στο εξής: οδηγία), ή παραλείποντας να τις κοινοποιήσει στην Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και την οδηγία αυτή.
2 Το άρθρο 18, παράγραφος 1, στοιχείο αα, της οδηγίας ορίζει ότι τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν προς αυτή το αργότερο έως τις 23 Νοεμβρίου 1996 ή βεβαιώνονται το αργότερο έως την ημερομηνία αυτή ότι οι κοινωνικοί εταίροι θέτουν σε εφαρμογή κατόπιν συμφωνίας τις αναγκαίες διατάξεις, ενώ παράλληλα τα κράτη μέλη οφείλουν να λάβουν κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε να μπορούν ανά πάσα στιγμή να εγγυηθούν τα επιβαλλόμενα από την οδηγία αποτελέσματα.
3 Με το υπόμνημά της αντικρούσεως, που κατέθεσε στις 12 Φεβρουαρίου 1999, η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η εθνική της νομοθεσία εκφράζει ήδη τη γενική ιδέα της οδηγίας καθώς και ορισμένες ειδικές διατάξεις της και ότι, προς τον σκοπό της βελτιώσεως και της συμπληρώσεως της νομοθεσίας αυτής, οι κοινωνικοί εταίροι υπέγραψαν τον Νοέμβριο του 1997 κοινή δήλωση σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας· η δήλωση αυτή εφαρμόζεται ευρέως στην πράξη στον παραγωγικό τομέα. Επιπλέον, η Ιταλική Κυβέρνηση ετοίμασε, προκειμένου να μεταφερθεί το περιεχόμενο της οδηγίας στην εσωτερική της έννομη τάξη, ένα χωριστό νομοσχέδιο το οποίο εισήχθη προς συζήτηση στην Βουλή των Αντιπροσώπων τον Φεβρουάριο του 1999. Η Ιταλική Δημοκρατία καταλήγει ότι αναμένει την ψήφιση του νομοσχεδίου και την έκδοση της συνακόλουθης εκτελεστικής υπουργικής απόφασης εντός ευλόγου χρόνου.
4 Είναι σαφές ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα για την πλήρη μεταφορά της οδηγίας έως την ορισθείσα ημερομηνία της 23ης Νοεμβρίου 1996. Το γεγονός ότι η Ιταλική Δημοκρατία προσπάθησε εκ των υστέρων να συμμορφωθεί με την οδηγία δεν μπορεί να προβληθεί ως μέσο άμυνας. Η προσφυγή που στηρίζεται στο άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΚ προϋποθέτει αποκλειστικά την αντικειμενική διαπίστωση της παραβάσεως και όχι την απόδειξη οποιασδήποτε αδράνειας ή εναντιώσεως εκ μέρους του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους (2). Επιπλέον, το ισχύον δίκαιο ορίζει ότι κάθε κράτος μέλος πρέπει να εφαρμόζει τις οδηγίες κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται πλήρως στις απαιτήσεις της ασφάλειας δικαίου και πρέπει κατά συνέπεια να μεταφέρει το περιεχόμενό τους στο εθνικό δίκαιο μέσω αναγκαστικού δικαίου διατάξεων.
5 Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφυγή της Επιτροπής είναι βάσιμη.
Πρόταση
6 Ενόψει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να διαπιστώσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για τη μεταφορά στο εσωτερικό της δίκαιο της οδηγίας 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και την εν λόγω οδηγία·
2) να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(1) - EE 1993, L 307, σ. 18.
(2) - Απόφαση της 1ης Μαρτίου 1983, 301/81, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1983, σ. 467, σκέψη 8).
Full & Egal Universal Law Academy