Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Η παρούσα αναίρεση εντάσσεται στο πλαίσιο της διαμάχης που δημιουργήθηκε εντός της κοινοτικής δημοσιοϋπαλληλίας από την απόφαση του ρωτοδικείου της 5ης Οκτωβρίου 1995, Αλεξοπούλου κατά Επιτροπής .
Ο H. Gevart (στο εξής, και αναιρεσείων), υπάλληλος της Επιτροπής, ζήτησε από το Δικαστήριο να ακυρώσει τη διάταξη του ρωτοδικείου της 19ης Αυγούστου 1998 , καθόσον με αυτή κηρύχθηκε απαράδεκτη η προσφυγή περί απορρίψεως της αιτήσεώς του επανεξετάσεως της κατατάξεως σε βαθμό.
Ι - Νομικό πλαίσιο και περιστατικά
2. Το άρθρο 31 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ) διέπει την κατάταξη των υπαλλήλων κατά την πρόσληψή τους.
Η παράγραφος 1 αυτής της διατάξεως προβλέπει ότι οι υπάλληλοι που επιλέγονται από τα όργανα διορίζονται στον εισαγωγικό βαθμό της κατηγορίας ή του κλάδου τους. Η παράγραφος 2 παρέχει τη δυνατότητα στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) να παρεκκλίνει από τη διάταξη αυτή εντός ορισμένων ορίων κατ' αναλογία προς τις προς πλήρωση θέσεις.
3. Τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ αφορούν τα μέσα προστασίας που παρέχονται στους υπαλλήλους.
Το άρθρο 90, παράγραφος 1, ορίζει ότι «Kάθε πρόσωπο που αναφέρεται στον [...] κανονισμό δύναται να προσφύγει στην [ΑΔΑ] ζητώντας της να λάβει απόφαση περί αυτού».
Το άρθρο 90, παράγραφος 2, ορίζει ότι «Κάθε πρόσωπο που υπόκειται στον [...] κανονισμό δύναται να υποβάλει στην [ΑΔΑ] αίτημα κατά οιασδήποτε πράξεως η οποία θίγει τα συμφέροντά του, τόσο στην περίπτωση που η εν λόγω αρχή έχει ήδη λάβει απόφαση όσο και όταν παρέλειψε να λάβει μέτρο που επιβάλλεται από τον κανονισμό. Το αίτημα πρέπει να διατυπωθεί εντός προθεσμίας τριών μηνών».
Τέλος, το άρθρο 91, παράγραφος 2, προβλέπει ότι «προσφυγή στο [ρωτοδικείο] γίνεται αποδεκτή μόνο αν προηγουμένως έχει διατυπωθεί στην [ΑΔΑ] αίτημα κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην εν λόγω παράγραφο [...]».
4. Την 1η Σεπτεμβρίου 1983, η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση σχετικά με τα κριτήρια που ισχύουν για τον διορισμό σε βαθμό και για την κατάταξη σε κλιμάκιο όταν γίνεται η πρόσληψη (στο εξής: απόφαση της 1ης Σεπτεμβρίου 1983). Κατά το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως αυτής,
«Η [ΑΔΑ] διορίζει τον δόκιμο υπάλληλο στον εισαγωγικό βαθμό της σταδιοδρομίας για την οποία προσελήφθη».
5. Το 1995, μία υπάλληλος της Επιτροπής, που είχε καταταγεί στον εισαγωγικό βαθμό της κατηγορίας της κατ' εφαρμογήν της ανωτέρω αποφάσεως, άσκησε προσφυγή ενώπιον του ρωτοδικείου. Η Αλεξοπούλου, θεωρώντας ότι διέθετε εξαιρετικά προσόντα, ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή αρνήθηκε να τη διορίσει σε βαθμό ανώτερο του εισαγωγικού.
Με την απόφαση Αλεξοπούλου, το ρωτοδικείο υπενθύμισε ότι για την έκδοση της αποφάσεως περί κατατάξεως σε βαθμό, που στηριζόταν στο άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, η διοίκηση διέθετε «ευρεία διακριτική ευχέρεια» . άντως, έκρινε ότι η ΑΔΑ υποχρεούται, όταν συντρέχουν ειδικές περιπτώσεις, όπως τα εξαιρετικά προσόντα ενός υποψηφίου υπαλλήλου, να προβαίνει σε συγκεκριμένη ενδεχόμενη εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως .
Το ρωτοδικείο διευκρίνισε ότι: «Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται ιδίως οσάκις οι συγκεκριμένες ανάγκες της υπηρεσίας απαιτούν την πρόσληψη ενός επιτυχόντος με ιδιαίτερα προσόνται και, ως εκ τούτου, δικαιολογούν τη χρήση του άρθρου 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ ή οσάκις ο διοριζόμενος διαθέτει εξαιρετικά προσόντα και ζητεί να τύχει του ευεργετήματος αυτού» .
Το ρωτοδικείο απέρριψε επίσης το επιχείρημα της Επιτροπής ότι, εκδίδοντας την απόφαση της 1ης Σεπτεμβρίου 1983, αυτή παραιτήθηκε από τη διακριτική ευχέρεια που της απονέμει το άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. _Εκρινε ότι η απόφαση αυτή ήταν ασυμβίβαστη προς τον ΚΥΚ, καθόσον δεν επέτρεπε στην ΑΔΑ να διορίσει έναν υπάλληλο σε βαθμό ανώτερο του εισαγωγικού .
Κατά συνέπεια, το ρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η απόφαση περί διορισμού της Αλεξοπούλου ήταν πλημμελής λόγω πλάνης περί το δίκαιο. ράγματι, η Επιτροπή αρνήθηκε να κατατάξει την προσφεύγουσα σε ανώτερο βαθμό για τον λόγο και μόνον ότι η απόφαση της 1ης Σεπτεμβρίου 1983 απέκλειε μια τέτοια δυνατότητα, χωρίς να προβεί σε συγκεκριμένη εκτίμηση των προσόντων της Αλεξοπούλου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ.
6. Η Επιτροπή, προκειμένου να συμμορφωθεί με την απόφαση Αλεξοπούλου, τροποποίησε την από 1 Σεπτεμβρίου 1983 απόφασή της με μία δεύτερη απόφαση, που εκδόθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1996 (στο εξής: απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996), και δημοσιεύθηκε στις Διοικητικές ληροφορίες της 27ης Μαρτίου 1996. Το άρθρο 2 της πρώτης της αποφάσεως έχει έκτοτε ως εξής:
«H [ΑΔΑ] διορίζει τον δόκιμο υπάλληλο στον εισαγωγικό βαθμό της σταδιοδρομίας για την οποία προσελήφθη.
Κατ' εξαίρεση από την αρχή αυτή η ΑΔΑ μπορεί να αποφασίσει να διορίσει τον δόκιμο υπάλληλο στον ανώτερο βαθμό της σταδιοδρομίας όταν οι ειδικές ανάγκες της υπηρεσίας απαιτούν την πρόσληψη ενός επιτυχόντος με ιδιαίτερα προσόντα και όταν ο διοριζόμενος διαθέτει εξαιρετικά προσόντα.
Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει από τις 5 Οκτωβρίου 1995 (ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως του ρωτοδικείου)».
7. Η απόφαση Αλεξοπούλου θεωρήθηκε από πολλούς υπαλλήλους ως ουσιώδης μεταβολή της νομολογίας. Στους μήνες που ακολούθησαν τη δημοσίευσή της, περίπου 950 υπάλληλοι υπέβαλαν αίτηση επανεξετάσεως της κατατάξεώς τους σε βαθμό βάσει του άρθρου 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Στη συνέχεια ασκήθηκαν περισσότερες από 80 προσφυγές ενώπιον του ρωτοδικείου .
Επιληφθέν των υποθέσεων αυτών, το ρωτοδικείο διέκρινε, ουσιαστικά, μεταξύ δύο κατηγοριών προσφυγών :
α) των προσφυγών που άσκησαν οι υπάλληλοι που είχαν υποβάλει αίτηση ανακατατάξεως μετά τρεις μήνες και πλέον από της οριστικής αποφάσεως περί κατατάξεως σε βαθμό (πρώτη κατηγορία) και
β) των προσφυγών που άσκησαν οι υπάλληλοι που είχαν στραφεί κατά της αποφάσεως περί κατατάξεως σε βαθμό εντός της προθεσμίας των τριών μηνών που προβλέπεται από το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ (δεύτερη κατηγορία).
_Οσον αφορά την πρώτη κατηγορία, το ρωτοδικείο έκρινε, με νέα σειρά διατάξεών του , ότι οι προσφεύγοντες είχαν απολέσει, λόγω παρελεύσεως της προθεσμίας, τη δυνατότητα προσβολής της αποφάσεως περί κατατάξεώς τους σε βαθμό. Διασπίστωσε ότι οι εν λόγω προσφεύγοντες δεν απέδειξαν ότι υφίσταντο νέα και ουσιώδη γεγονότα που θα μπορούσαν να προκαλέσουν την εκ νέου έναρξη των προθεσμιών υποβολής ενστάσεως και ασκήσεως προσφυγής που ορίζουν τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ.
_Οσον αφορά τη δεύτερη κατηγορία υποθέσεων, το ρωτοδικείο, με μια άλλη σειρά αποφάσεων , απέρριψε ορισμένες προσφυγές ως αβάσιμες. _Εκρινε, κατ' ουσίαν, ότι οι προσφεύγοντες δεν προσκόμισαν κανένα στοιχείο από το οποίο να είναι δυνατόν να συναχθεί ότι η ΑΔΑ, απορρίπτοντας την αίτησή τους επανεξετάσεως της κατατάξεως σε βαθμό, υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που της παρέχει το άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ.
8. Η προσφυγή που άσκησε ο H. Gevaert ενώπιον του ρωτοδικείου υπάγεται στην πρώτη κατηγορία υποθέσεων.
ΙΙ - Τα περιστατικά και η διαδικασία
9. Από την αναιρεσιβαλλομένη διάταξη προκύπτει ότι ο αναιρεσείων διορίσθηκε στις 18 Ιανουαρίου 1995, ως δόκιμος υπάλληλος της Επιτροπής με κατάταξη στον βαθμό B 5. Μονιμοποιήθηκε την 1η Ιουνίου 1995.
10. Στις 24 Ιουνίου 1996, ήτοι λίγο μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως της 7ης Φεβρουαρίου 1996, ο αναιρεσείων υπέβαλε, βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, αίτηση περί επανεξετάσεως της κατατάξεώς του σε βαθμό.
11. Στις 26 Αυγούστου 1996, η Επιτροπή απέρριψε την αίτηση αυτή για τον λόγο ότι υποβλήθηκε μετά τρεις μήνες και πλέον από της αρχικής αποφάσεως περί κατατάξεώς του.
12. Στις 25 Νοεμβρίου 1996, ο H. Gevaert υπέβαλε ένσταση βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση της Επιτροπής της 3ης Φεβρουαρίου 1997.
13. Ο αναιρεσείων άσκησε προσφυγή ενώπιον του ρωτοδικείου στις 23 Μα_ου 1997. Ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 26ης Αυγούστου 1996 περί απορρίψεως της αιτήσεώς του ανακατατάξεως σε βαθμό.
14. Στις 14 Νοεμβρίου 1997, το ρωτοδικείο κάλεσε τους διαδίκους της υποθέσεως αυτής, καθώς και τους διαδίκους σε διάφορες άλλες υποθέσεις «ανακατατάξεως», να συμμετάσχουν σε μία ανεπίσημη συνάντηση ενώπιον του εισηγητή δικαστή. Κατόπιν της συναντήσεως αυτής, οι περισσότεροι από τους προσφεύγοντες δήλωσαν ότι η υπόθεση Gevaert κατά Επιτροπής θα αποτελέσει την υπόθεση «πιλότο».
15. Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 26 Φεβρουαρίου 1998, η Επιτροπή προέτεινε αίτηση απαραδέκτου δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου.
Η Επιτροπή προέβαλε το απαράδεκτο της προσφυγής για τον λόγο ότι ο αναιρεσείων παρέλειψε να υποβάλει, εντός της προθεσμίας των τριών μηνών που ορίζει το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, ένσταση κατά της βλαπτικής πράξεως, ήτοι της αποφάσεως της ΑΔΑ της 18ης Ιανουαρίου 1995 περί της οριστικής του κατατάξεως. ροσέθεσε ότι ούτε η απόφαση Αλεξοπούλου ούτε η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 συνιστούσε νέο και ουσιώδες γεγονός ικανό να προκαλέσει την εκ νέου έναρξη αυτής της προθεσμίας υποβολής ενστάσεως .
ΙΙΙ - Η αναιρεσιβαλλομένη διάταξη
16. Ενώπιον του ρωτοδικείου, ο αναιρεσείων υπογράμμισε ότι η αίτησή του ανακατατάξεως δεν σκοπούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση την απόφαση της ΑΔΑ που αφορούσε την αρχική του κατάταξη. Αντιθέτως, σκοπούσε στην εξέταση των προσόντων του προκειμένου να αναθεωρηθεί η παρούσα κατάταξή του. Η αίτησή του, επομένως, αφορούσε μόνον την ενδεχόμενη εφαρμογή του άρθρου 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ και, κατά συνέπεια, επανεκτίμηση της κατατάξεώς του σε βαθμό κατόπιν της αποφάσεως της 7ης Φεβρουαρίου 1996.
Ο αναιρεσείων υποστήριξε ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, δεν ήταν αναγκαίο να εξετασθεί αν υφίσταται νέο γεγονός ικανό να επιφέρει την εκ νέου έναρξη της προθεσμίας υποβολής ενστάσεως κατά της αρχικής του κατατάξεως . Εν πάση περιπτώσει, η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 αποτέλεσε πράγματι νέο και ουσιώδες γεγονός μιας τέτοιας φύσεως .
Ο αναιρεσείων προέβαλε επίσης ότι η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 δημιούργησε νέα κατάσταση για όλους τους υπαλλήλους που ανέλαβαν υπηρεσία μεταξύ της 1ης Σεπτεμβρίου 1983 και της 5ης Οκτωβρίου 1995 και οι οποίοι κατατάχθηκαν βάσει των κριτηρίων που κηρύχθηκαν παράνομα με την απόφαση Αλεξοπούλου. Ως εκ τούτου, μπορούσε να υποβάλει αίτηση βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, προκειμένου να επιτύχει αναθεώρηση της κατατάξεώς του από 5ης Οκτωβρίου 1995 .
Επιπλέον, ο αναιρεσείων θεώρησε ότι η Επιτροπή, αρνούμενη να προβεί σε επανεξέταση της κατατάξεώς του σε βαθμό, δεν τήρησε το καθήκον της αρωγής και παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που καθιερώνει το άρθρο 5, παράγραφος 3, του ΚΥΚ .
17. Με την αναιρεσιβαλλομένη διάταξη, το ρωτοδικείο προέβη στην ακόλουθη εκτίμηση:
«32 Κατά πάγια νομολογία, οι προθεσμίες ενστάσεως και προσφυγής που ορίζονται με τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ είναι δημοσίας τάξεως και δεν εξαρτώνται από τη βούληση των διαδίκων και του δικαστή [...].
33 Είναι βέβαιο ότι ο προσφεύγων δεν υπέβαλε, εντός της προθεσμίας των τριών μηνών που προβλέπει το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, ένσταση κατά της αποφάσεως της ΑΔΑ, της 18ης Ιανουαρίου 1995, που αφορούσε την κατάταξή του κατά την πρόσληψη. Κατά συνέπεια, η κατάταξη σε βαθμό του προσφεύγοντος κατέστη οριστική με τη λήξη της προθεσμίας ενστάσεως, ήτοι στις 31 Αυγούστου 1995, δεδομένου ότι ο προσφεύγων παρέλαβε την απόφαση της ΑΔΑ στις 31 Μα_ου 1995 [...].
34 Το ρωτοδικείο υπενθυμίζει ότι, όπως έχει ήδη κρίνει ο κοινοτικός δικαστής, ο υπάλληλος δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση τις προϋποθέσεις της αρχικής του προσλήψεως από τη στιγμή που η πρόσληψη αυτή κατέστη οριστική (...).
35 Το ρωτοδικείο κρίνει ότι η αίτηση [ανακατατάξεως] του προσφεύγοντος της 24ης Ιουνίου 1996 σκοπεί ακριβώς στο να τεθούν υπό αμφισβητήση οι προϋποθέσεις της αρχικής του προσλήψεως, ιδίως δε η κατάταξή του σε βαθμό. Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι από το κείμενο της εν λόγω αιτήσεως προκύπτει ότι ο προσφεύγων φρονούσε ότι είχε "την απαιτούμενη πείρα και τα απαιτούμενα προσόντα για να ζητήσει ουσιαστική επανεξέταση της κατατάξεώς του [...]". άντως, το άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ αφορά την κατάταξη σε βαθμό κατά την αρχική πρόσληψη. Κατά συνέπεια, μολονότι ενδείκνυται, όπως υποστηρίζει ο προσφεύγων, να θεωρηθεί ότι η αίτησή του σκοπούσε απλώς στην αναθεώρηση της τωρινής του κατατάξεως και όχι της κατατάξεώς του κατά την ημερομηνία της προσλήψεώς του, παρά ταύτα η αίτησή του, η οποία στηρίζεται στο άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, σκοπούσε κατ' ανάγκη στην αμφισβήτηση των όρων της αρχικής του προσλήψεως.
36 Ακόμη και αν υποτεθεί ότι η αίτηση [ανακατατάξεως] της 24ης Ιουνίου 1996 πρέπει να ερμηνευθεί στενώς, όπως προτείνει ο προσφεύγων [...], δηλαδή υπό την έννοια ότι σκοπεί αποκλειστικά στο να εκτιμηθούν τα προσόντα του ενόψει ενδεχόμενης εφαρμογής του άρθρου 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, εντούτοις, η αίτηση αυτή μπορεί να θέσει εμμέσως υπό αμφισβήτηση την απόφαση της ΑΔΑ της 18ης Ιανουαρίου 1995, η οποία έχει καταστεί απρόσβλητη.
37 Όμως, από παγία νομολογία προκύπτει ότι, μολονότι, κατά το άρθρο 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, κάθε υπάλληλος μπορεί να ζητήσει από την ΑΔΑ να λάβει ως προς αυτόν απόφαση, η ευχέρεια αυτή δεν επιτρέπει εντούτοις στον υπάλληλο να μη τηρήσει τις προθεσμίες που προβλέπουν τα άρθρα 90 και 91 για να υποβάλει ένσταση και να ασκήσει προσφυγή, θέτοντας εμμέσως υπό αμφισβήτηση, μέσω αιτήσεως, προηγούμενη απόφαση που δεν είχε προσβληθεί εμπροθέσμως. Μόνον η ύπαρξη νέου και ουσιώδους γεγονότος μπορεί να δικαιολογήσει την υποβολή αιτήσεως με την οποία ζητείται η επανεξέταση μιας τέτοιας αποφάσεως [...].
38 Επομένως, στο παρόν στάδιο της συλλογιστικής, πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα αν ο προσφεύγων απέδειξε την ύπαρξη νέου και ουσιώδους γεγονότος που καθιστά δυνατή την υποβολή, μετά τη λήξη της προθεσμίας ενστάσεως, αιτήσεως ανακατατάξεως.
39 Όσον αφορά την απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 για την τροποποίηση της γενικής αποφάσεως της 1ης Σεπτεμβρίου 1983, το ρωτοδικείο κρίνει ότι, από την ίδια της τη φύση και το νομικό της περιεχόμενο, δεν μπορεί να αποτελεί νέο γεγονός. Η εν λόγω απόφαση δεν είχε ως αντικείμενο, ούτε ως αποτέλεσμα, την αμφισβήτηση των διοικητικών αποφάσεων που είχαν καταστεί απρόσβλητες πριν αρχίσει να ισχύει [...].
40 Εν προκειμένω, πρέπει να τονιστεί ότι ο καθορισμός της 5ης Οκτωβρίου 1995 (ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως Αλεξοπούλου) ως ημερομηνίας ενάρξεως των αποτελεσμάτων της αποφάσεως της 7ης Φεβρουαρίου 1996 σημαίνει ότι αυτή ισχύει μόνο για τους υπαλλήλους που έχουν προσληφθεί από τις 5 Οκτωβρίου 1995. ράγματι, όπως ήδη υπομνήστηκε (βλ. σκέψη 34, ανωτέρω), το άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ αφορά την κατάταξη σε βαθμό κατά την αρχική πρόσληψη.»
18. Το ρωτοδικείο απέρριψε επίσης τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος που αντλούνται από τη μη τήρηση της αρχής περί του καθήκοντος αρωγής και από την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως .
19. Κατά συνέπεια, κήρυξε την προσφυγή του αναιρεσείοντος απαράδεκτη.
IV - Η αίτηση αναιρέσεως
20. Με την παρούσα αίτηση αναιρέσεως, ο H. Gevaert ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλομένη διάταξη και να κρίνει τη διαφορά επί της ουσίας. Επομένως, ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής της 26ης Αυγούστου 1996 με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του περί επανεξετάσεως της κατατάξεως σε βαθμό και να καταδικάσει το καθού όργανο στα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
21. Η Επιτροπή ζητεί να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας.
22. ρος στήριξη της αιτήσεώς του αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει τρεις λόγους:
- εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό της αιτήσεώς του ανακατατάξεως·
- εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό της αποφάσεως της 7ης Φεβρουαρίου 1996, παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 3, του ΚΥΚ·
- έλλειψη αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.
23. Θα εξετάσω διαδοχικά τους τρεις αυτούς λόγους με τη σειρά που υποβάλλονται.
Επί του πρώτου λόγου, που αντλείται από εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό της αιτήσεως ανακατατάξεως του αναιρεσείοντος
24. Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το ρωτοδικείο προέβη σε εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, κρίνοντας ότι η αίτησή του ανακατατάξεως της 24ης Ιουνίου 1996 σκοπούσε στην αμφισβήτηση των προϋποθέσεων της αρχικής του προσλήψεως.
Υπενθυμίζει ότι η επίδικη αίτηση δεν σκοπούσε στην αμφισβήτηση της αρχικής του κατατάξεως. Αντιθέτως, σκοπούσε στην εξέταση των προσόντων του προκειμένου να αναθεωρηθεί η παρούσα κατάταξή του από 5ης Οκτωβρίου 1995.
Αυτός ο εσφαλμένος νομικός χαρακτηρισμός είχε άμεσες συνέπειες, καθόσον ώθησε το ρωτοδικείο να διερωτηθεί αν υφίστατο νέο και ουσιώδες γεγονός που μπορούσε να επιφέρει την εκ νέου έναρξη της προθεσμίας υποβολής ενστάσεως κατά της αποφάσεως της ΑΔΑ περί της αρχικής κατατάξεως του αναιρεσείοντος. _Ομως, αντί της εξετάσεως αυτής, το ρωτοδικείο όφειλε να διερωτηθεί αν υφίστατο ουσιώδης μεταβολή των περιστάσεων που επήλθε από της εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως περί κατατάξεως. ράγματι, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι μια τέτοια μεταβολή των περιστάσεων επέτρεπε στον αναιρεσείοντα να υποβάλει αίτηση βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ προκειμένου να επιτύχει επανεξέταση της υπηρεσιακής του καταστάσεως.
25. ρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 51 του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΚ, η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται στα νομικά ζητήματα. Εξάλλου, το άρθρο 112, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου ορίζει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να εξειδικεύει τους νομικούς λόγους και επιχειρήματα που προβάλλονται προς στήριξη των αιτημάτων τα οποία ο αναιρεσείων ζητεί να γίνουν δεκτά από το Δικαστήριο. Κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο δέχεται ότι:
«Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στην αίτηση αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται επακριβώς τα αμφισβητούμενα στοιχεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως καθώς και τα νομικά επιχειρήματα επί των οποίων στηρίζεται συγκεκριμένα η αίτηση αυτή» .
Επομένως, το ότι το Δικαστήριο απορρίπτει παγίως «[...] αίτηση αναιρέσεως [ή τους λόγους] που περιορίζεται [περιορίζονται] στην επανάληψη ή [...] στην κατά λέξη παράθεση των λόγων ακυρώσεως και των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν ήδη ενώπιον του ρωτοδικείου, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που στηρίζονταν σε περιστατικά τα οποία ρητώς απορρίφθηκαν από το ρωτοδικείο» . Το Δικαστήριο θεωρεί ότι «[...] η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως συνιστά στην πραγματικότητα αίτηση απλής επανεξετάσεως της προσφυγής που ασκήθηκε ενώπιον του ρωτοδικείου, πράγμα το οποίο, κατά το άρθρο 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου [...]» .
Ειδικότερα, το Δικαστήριο απορρίπτει ως προδήλως απαράδεκτη την αίτηση αναιρέσεως με την οποία «ο αναιρεσείων [...] περιορίζεται να επαναλάβει τις κρίσεις του σχετικά με τα επιχειρήματα που είχαν προβληθεί από την Επιτροπή ενώπιον του ρωτοδικείου και είχαν θεωρηθεί από το ρωτοδικείο ως αλυσιτελή» .
26. _Ομως, εν προκειμένω, ο αναιρεσείων περιορίζεται ακριβώς να επαναλάβει τα επιχειρήματα που διατύπωσε ενώπιον του ρωτοδικείου, απαντώντας στην ένσταση απαραδέκτου που πρότεινε η Επιτροπή.
ράγματι, στις παρατηρήσεις που κατέθεσε επί της εν λόγω ενστάσεως απαραδέκτου, ο αναιρεσείων συνόψισε την άποψη της Επιτροπής ως ακολούθως:
«Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι με την αίτησή του ανακατατάξεως, καθώς και με την προσφυγή ως εκ της αιτήσεως αυτής, ο προσφεύγων σκοπεί να θέσει υπό αμφισβήτηση την αρχική του κατάταξη που αποφασίσθηκε πριν από τρείς μήνες και πλέον. Η Επιτροπή συνάγει συναφώς ότι η αμφισβήτηση αυτή είναι όψιμη, ελλείψει νέου γεγονότος που μπορεί να προκαλέσει την εκ νέου έναρξη της κατά τον ΚΥΚ προθεσμίας υποβολής ενστάσεως, η οποία εν τω μεταξύ έχει λήξει» .
Και, στηριζόμενος σε νομολογία πανομοιότυπη προς αυτήν που επικαλείται προς στήριξη του υπό κρίση λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων είχε αντιτείνει στην άποψη αυτή τα ακόλουθα:
«Η αίτηση ανακατατάξεως δεν σκοπεί στην αμφισβήτηση της αρχικής αποφάσεως περί κατατάξεως του προσφεύγοντος. Είχε αποκλειστικά ως αντικείμενο την εξέταση των προσόντων του για αναθεώρηση ενδεχομένως της τωρινής του κατατάξεως (βλ., με το πνεύμα αυτό, την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982, Williams κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (...), σκέψη 13, και την απόφαση της 6ης Μαρτίου 1996, T-93/94, Becker κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1996, σ. ΙΙ-301, σκέψεις 6 και 10, όπου δεν τέθηκε καν το ζήτημα του παραδεκτού ούτε από το καθού ούτε αυτεπαγγέλτως από το ρωτοδικείο).
Επομένως, δεν πρέπει να τεθεί το ερώτημα αν υφίσταται ή όχι νέο γεγονός ικανό να επιφέρει την εκ νέου έναρξη της προθεσμίας υποβολής ενστάσεως κατά της αρχικής αποφάσεως περί κατατάξεως. ρέπει απλώς να τεθεί το ερώτημα αν η επέλευση νέων κριτηρίων κατατάξεως μπορεί να έχει βλαπτικές συνέπειες για τον προσφεύγοντα και ποια είναι η φύση της αποφάσεως περί απορρίψεως της αιτήσεώς του (βλ. τη σκέψη 13 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Williams)» .
27. Ο πρώτος λόγος, καθόσον περιορίζεται στην επανάληψη των επιχειρημάτων που διατυπώθηκαν ενώπιον του ρωτοδικείου, πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτος.
Επί του δευτέρου λόγου, που αντλείται από εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό της αποφάσεως της 7ης Φεβρουαρίου 1996, από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και από παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 3, του ΚΥΚ
28. Με τον δεύτερο λόγο του, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το ρωτοδικείο προέβη σε εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, κρίνοντας ότι η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 δεν συνιστούσε νέο και ουσιώδες γεγονός ικανό να επιφέρει την εκ νέου έναρξη των προθεσμιών υποβολής ενστάσεως και ασκήσεως προσφυγής που ορίζονται στα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ. Επιπλέον, ο αναιρεσείων προσάπτει στο ρωτοδικείο ότι παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και ότι παρέβη το άρθρο 5, παράγραφος 3, του ΚΥΚ.
29. ρέπει να παρατηρηθεί ότι, στις πέντε σελίδες της αιτήσεως αναιρέσεως που αφιερώνονται στον δεύτερο λόγο, ο αναιρεσείων περιορίστηκε να αντιγράψει επί λέξει τα επιχειρήματα που είχε διατυπώσει ενώπιον του ρωτοδικείου .
Επομένως, για τους λόγους που εκθέτω στο σημείο 25 των προτάσεών μου, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον δεύτερο λόγο ως προδήλως απαράδεκτο.
Επί του τρίτου λόγου, που αντλείται από έλλειψη αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως
30. Με τον τρίτο του λόγο, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι αντιφατική.
Συγκεκριμένα, στην σκέψη 39 της διατάξεως αυτής, το ρωτοδικείο έκρινε ότι «[...] η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 [...] δεν μπορεί να συνιστά νέο γεγονός [για τον λόγο ότι] δεν έχει ως αντικείμενο ούτε ως αποτέλεσμα να θέσει υπό αμφισβήτηση τις διοικητικές αποφάσεις που είχαν καταστεί απρόσβλητες πριν από την έναρξη ισχύος της». Ο αναιρεσείων διευκρινίζει ότι ως «απρόσβλητες αποφάσεις» πρέπει να νοηθούν οι αποφάσεις κατατάξεως σε βαθμό κατά των οποίων δεν διατυπώθηκαν αιτιάσεις εντός της προθεσμίας των τριών μηνών που προβλέπει το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ.
Αντιθέτως, στη σκέψη 40 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το ρωτοδικείο «[...] τόνισε [...] ότι ο καθορισμός της 5ης Οκτωβρίου 1995 ως ημερομηνίας κατά την οποία αρχίζει να παράγει αποτελέσματα η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 (ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως Αλεξοπούλου) σημαίνει ότι ισχύει μόνο για τους υπαλλήλους που προσελήφθησαν από τις 5 Οκτωβρίου 1995». Ο αναιρεσείων επισημαίνει ότι κατά την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως της 7ης Φεβρουαρίου 1996 οι αποφάσεις περί κατατάξεως σε βαθμό των υπαλλήλων που προσελήφθησαν στις 5 Οκτωβρίου 1995 είχαν και αυτές καταστεί απρόσβλητες, διότι οι δύο αυτές ημερομηνίες απέχουν μεταξύ τους πλέον των τριών μηνών.
Ο αναιρεσείων προσάπτει επομένως στο ρωτοδικείο:
α) ότι του αρνήθηκε - κηρύσσοντας την προσφυγή του απαράδεκτη - τη δυνατότητα να προσβάλει την απόφαση περί κατατάξεώς του σε βαθμό για τον λόγο ότι είχε καταστεί απρόσβλητη, αλλά
β) ότι δέχθηκε - διαπιστώνοντας ότι η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 έχει εφαρμογή στους υπαλλήλους που προσελήφθησαν από τις 5 Οκτωβρίου 1995 - ότι οι υπάλληλοι αυτοί μπορούν να προσβάλουν την απόφαση περί κατατάξεώς τους σε βαθμό, ενώ οι εν λόγω αποφάσεις είχαν ομοίως καταστεί απρόσβλητες.
31. ρέπει να υπομνησθεί ότι, στο πλαίσιο του πρώτου λόγου, ο αναιρεσείων δεν προέβαλε κανένα στοιχείο βάσει του οποίου θα μπορούσε να συναχθεί ότι το ρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, κρίνοντας ότι η αίτησή του ανακατατάξεως σκοπούσε στην αμφισβήτηση των όρων της αρχικής του κατατάξεως. Εξάλλου, προς στήριξη του δεύτερου λόγου, ο αναιρεσείων δεν προέβαλε κανένα επιχείρημα ικανό να κλονίσει τη συλλογιστική του ρωτοδικείου κατά την οποία η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 δεν συνιστούσε νέο και ουσιώδες γεγονός που μπορούσε να επιφέρει την εκ νέου έναρξη των κατά τον ΚΥΚ προθεσμιών υποβολής ενστάσεως και ασκήσεως προσφυγής κατά της εν λόγω κατατάξεως. Επομένως, στο παρόν στάδιο αναπτύξεως του συλλογισμού μου, πρέπει να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται νέο γεγονός που παρέχει στον αναιρεσείοντα τη δυνατότητα να προσβάλει την απόφαση της ΑΔΑ της 18ης Ιανουαρίου 1995 που αφορά την αρχική του κατάταξη.
_Ομως, όπως υπενθύμισε πρόσφατα το Δικαστήριο:
«Κατά πάγια νομολογία, μόνον η ύπαρξη νέων ουσιωδών πραγματικών περιστατικών μπορεί να δικαιολογήσει την υποβολή αιτήσεως περί επανεξετάσεως μιας αποφάσεως μετά την πάροδο των προθεσμιών που προβλέπονται στα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ.»
Κατά συνέπεια, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το ρωτοδικείο υπέπεσε σε αντίφαση, κρίνοντας ότι η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 έχει εφαρμογή στους υπαλλήλους που προσελήφθησαν από τις 5 Οκτωβρίου 1995, αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως ως προς το σημείο αυτό δεν θα μπορούσε να παράσχει στον αναιρεσείοντα τη δυνατότητα να δικαιολογήσει την υποβολή της αιτήσεώς του ανακατατάξεως σε βαθμό. ράγματι, καθόσον δεν αποδεικνύει πλάνη περί το δίκαιο αφορώσα το μοναδικό στοιχείο που μπορεί να του επιτρέψει να υποβάλει, μετά τη λήξη της προθεσμίας των τριών μηνών που προβλέπει το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, αίτηση επανεξετάσεως της απρόσβλητης αποφάσεως περί κατατάξεώς του σε βαθμό, ο αναιρεσείων ουδέν όφελος θα αποκόμιζε από την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως ως προς το σημείο που βάλλεται στο πλαίσιο αυτού του λόγου.
32. Υπό τις συνθήκες αυτές, θεωρώ ότι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ευδοκιμήσει. ροτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο να τον απορρίψει .
Επί των δικαστικών εξόδων
33. Δυνάμει των άρθρων 69, παράγραφος 2, και 118 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Κατά το άρθρο 70 του ίδιου κανονισμού, στις διαφορές μεταξύ των Κοινοτήτων και των υπαλλήλων τους, τα όργανα φέρουν τα έξοδά τους. Εν τούτοις, δυνάμει του άρθρου 122, δεύτερο εδάφιο, το άρθρο 70 δεν έχει εφαρμογή επί των αναιρέσεων που ασκούν μόνιμοι υπάλληλοι ή κάθε άλλος υπάλληλος ενός οργάνου κατ' αυτού. Δεδομένου ότι ο αναιρεσείων ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το αίτημα της Επιτροπής.
ρόταση
34. Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω επομένως στο Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
2) να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της παρούσας διαδικασίας.
Full & Egal Universal Law Academy