Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Με την προσφυγή που άσκησε στις 6 Νοεμβρίου 1998 δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ), η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία λόγω παραβάσεως του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 28 ΕΚ).
2. Η Επιτροπή θεωρεί ότι το σύστημα που εφαρμόζει το εν λόγω κράτος μέλος για τη διατήρηση του ελαχίστου επιπέδου αποθεμάτων πετρελαιοειδών συνιστά μέτρο αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικό περιορισμό επί των εσαγωγών.
ΙΙ - Η κοινοτική νομοθεσία
3. Το άρθρο 30 της Συνθήκης ορίζει τα εξής:
«Οι ποσοτικοί περιορισμοί επί των εισαγωγών, καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, απαγορεύονται μεταξύ των κρατών μελών, με την επιφύλαξη των ακολούθων διατάξεων.»
4. Το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 30 ΕΚ) προβλέπει τα ακόλουθα:
«Οι διατάξεις των άρθρων 30 έως και 34 δεν αντιτίθενται στις απαγορεύσεις και στους περιορισμούς εισαγωγών, εξαγωγών ή διαμετακομίσεων που δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας ηθικής, δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας, προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων ή προφυλάξεως των φυτών, προστασίας των εθνικών θησαυρών που έχουν καλλιτεχνική, ιστορική ή αρχαιολογική αξία, ή προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας. Οι απαγορεύσεις ή οι περιορισμοί αυτοί δεν δύνανται πάντως να αποτελούν ούτε μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.»
5. Η οδηγία 68/414/ΕΟΚ (στο εξής: οδηγία 68/414) υποχρέωσε να κράτη μέλη να διατηρούν ένα ελάχιστο επίπεδο αποθεμάτων πετρελαιοειδών το οποίο καθορίστηκε, αρχικά, σε ποσότητα αντιστοιχούσα σε 65 ημέρες μέσης ημερησίας εσωτερικής καταναλώσεως κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος, όσον αφορά τη βενζίνη, το ντήζελ και το μαζούτ, και αυξήθηκε σε ποσότητα αντιστοιχούσα σε 90 ημέρες το 1972 . Σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας 68/414, επειδή ήταν δυνατόν να δημιουργηθεί κρίση εφοδιασμού με τρόπο απρόβλεπτο, κρίθηκε απαραίτητο να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα για την αντιμετώπιση των ενδεχομένων ελλείψεων. ρος τούτο, ήταν απαραίτητο να ενισχυθεί η ασφάλεια του εφοδιασμού των κρατών μελών σε αργό πετρέλαιο και πετρελαιοειδή με τη δημιουργία και τη διατήρηση ενός ελαχίστου επιπέδου αποθεμάτων των κυριοτέρων προϊόντων πετρελαίου . Σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας 68/414, αποθέματα θεωρούνται μόνον οι ποσότητες που βρίσκονται στην πλήρη διάθεση ενός κράτους μέλους σε περίπτωση εμφανίσεως δυσχερειών κατά τον εφοδιασμό με πετρέλαιο, τα δε αποθέματα αυτά πρέπει να βρίσκονται στην επικράτεια του οικείου κράτους. Στο πλαίσιο ιδιαιτέρων διακυβερνητικών συμφωνιών, τα αποθέματα αυτά μπορούν να δημιουργούνται στην επικράτεια ενός κράτους μέλους για λογαριασμό επιχειρήσεων εγκατεστημένων σε άλλο κράτος μέλος. Η οδηγία αφήνει στην κρίση των κρατών μελών τον καθορισμό των επιχειρήσεων ή οργανισμών που επιφορτίζονται με τη διατήρηση αυτών των αποθεμάτων.
ΙΙΙ - Η εθνική νομοθεσία
6. Όπως αναφέρει η Επιτροπή στο δικόγραφο της προσφυγής, στην Ελλάδα η διατήρηση του ελαχίστου επιπέδου αποθεμάτων ρυθμίζεται από το άρθρο 8, παράγραφος 2, του νόμου 1571/85, το άρθρο 482 του αγορανομικού κανονισμού , το άρθρο 10 του προεδρικού διατάγματος 1224/1981 και το άρθρο 15, παράγραφος 3, του νόμου 2289/95, που τροποποίησε το άρθρο 10 του νόμου 1571/85.
7. Σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτή, τα ελάχιστα αποθέματα πετρελαιοειδών πρέπει να βρίσκονται εντός της ελληνικής επικράτειας και να διατηρούνται από τις υπόχρεες επιχειρήσεις σε ιδιόκτητους ή μισθωμένους αποθηκευτικούς χώρους εκτός διυλιστηρίων. Έως τα τέλη του 1995, οι επιχειρήσεις είχαν δικαίωμα να μεταθέτουν την εν λόγω υποχρέωση, ολικώς ή μερικώς, στα διυλιστήρια της χώρας ενόσω ίσχυαν οι συμβάσεις αγοράς πετρελαιοειδών που είχαν συνάψει με τα εν λόγω διυλιστήρια. Με τη λήξη της συμβάσεως που συνέδεε την επιχείρηση με το διυλιστήριο, αναβίωνε η υποχρέωσή της προς διατήρηση των αποθεμάτων ασφαλείας στις δικές της εγκαταστάσεις.
8. Από την 1η Ιανουαρίου 1996, οι υπόχρεες επιχειρήσεις έχουν το δικαίωμα να μεταθέτουν την υποχρέωση αυτή, επίσης ολικώς ή μερικώς, στα διυλιστήρια της χώρας από τα οποία προμηθεύτηκαν προϊόντα στη διάρκεια του προηγουμένου έτους και μέχρι συνολικής ποσότητας ίσης προς τις ανά κατηγορία προϊόντων παραλαβές τους επί περίοδο 90 ημερών κατά το προηγούμενο έτος.
9. Η ελληνική αγορά στον τομέα των πετρελαιοειδών είναι διαρθρωμένη σε τρία επίπεδα: στο πρώτο επίπεδο, τα διυλιστήρια πωλούν τα διυλισμένα προϊόντα στις επιχειρήσεις εμπορίας. ράγματι, δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 2, του νόμου 1571/85, τα διυλιστήρια που λειτουργούν στη χώρα δεν έχουν το δικαίωμα να πωλούν πετρελαιοειδή απευθείας, χωρίς να περνούν από τις εν λόγω επιχειρήσεις, με την επιφύλαξη του άρθρου 6, παράγραφος 3, του εν λόγω νόμου, όσον αφορά τον εφοδιασμό των ενόπλων δυνάμεων.
Στο δεύτερο επίπεδο, οι επιχειρήσεις εμπορίας, οι οποίες είναι επιφορτισμένες με τη διατήρηση των αποθεμάτων, μπορούν να αγοράζουν τα προϊόντα από τα διυλιστήρια ή να τα εισάγουν και εξασφαλίζουν τον εφοδιασμό των πρατηρίων υγρών καυσίμων.
Στο τρίτο επίπεδο βρίσκονται τα πρατήρια υγρών καυσίμων, τα οποία δεν μπορούν ούτε να εισάγουν ούτε να εφοδιάζονται απευθείας από τα διυλιστήρια, αλλά είναι υποχρεωμένα να αγοράζουν τα προϊόντα από τις επιχειρήσεις εμπορίας.
IV - Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
10. Τον Σεπτέμβριο του 1992, η Επιτροπή προειδοποίησε τις ελληνικές αρχές ότι ορισμένες πτυχές του καθεστώτος που ίσχυε για τα πετρελαιοειδή, όπως αυτό είχε τροποποιηθεί με τον νόμο 2008/92, ήταν ενδεχόμενο να θεωρηθούν ασυμβίβαστες με το κοινοτικό δίκαιο. Ειδικότερα, ανέφερε ότι ορισμένοι όροι του καθεστώτος υποχρεωτικής διατηρήσεως αποθεμάτων αντέβαιναν ενδεχομένως στα άρθρα 30 επ. της Συνθήκης ΕΚ.
11. Μετά από εκτενή αλληλογραφία και μια σειρά από διμερείς συναντήσεις, οι ελληνικές αρχές πληροφόρησαν τις υπηρεσίες της Επιτροπής, τον Μάιο του 1994, ότι είχε κινηθεί η διαδικασία για την τροποποίηση της νομοθεσίας περί αποθεματοποιήσεως και διακινήσεως των πετρελαιοειδών. Το Δεκέμβριο του ιδίου έτους, οι εν λόγω αρχές κοινοποίησαν σχέδιο τροποποιήσεως του άρθρου 10 του νόμου 1571/85, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί με τους νόμους 1769/88 και 2008/92, σχέδιο το οποίο κατέστη νόμος 2289/95 στις αρχές του 1995.
12. Τον Σεπτέμβριο του 1995, η Επιτροπή απέστειλε στις ελληνικές αρχές έγγραφο οχλήσεως, στο οποίο ανέφερε ότι η προμνησθείσα νομοθεσία, μολονότι είχε τροποποιηθεί, εξακολουθούσε να φαίνεται αντίθετη προς το άρθρο 30 και τους ζήτησε να της διαβιβάσουν τις παρατηρήσεις τους επί διαφόρων πτυχών του καθεστώτος των πετρελαιοειδών.
Η καθής κυβέρνηση απάντησε τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους, αναφέροντας ότι το ελληνικό καθεστώς των πετρελαιοειδών ήταν σύμφωνο με το άρθρο 30 της Συνθήκης, ότι δεν εισήγε διακρίσεις μεταξύ εγχωρίων και εισαγομένων προϊόντων και ότι δεν ασκούσε καμία επιρροή επί της τιμής του προϊόντος.
13. Η υπόθεση συζητήθηκε σε διμερή συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα τον Ιούνιο του 1996, αμέσως μετά την οποία, τον Ιούλιο του ιδίου έτους, οι ελληνικές αρχές απέστειλαν στην Επιτροπή επιστολή στην οποία επισύναψαν σχέδιο τροποποιήσεως του άρθρου 15, παράγραφος 3, του νόμου 2289/95. Η τροποποίηση φαινόταν να συνίσταται απλώς στην εξάλειψη του δευτέρου εδαφίου, το οποίο είχε παύσει να ισχύει από τις 31 Δεκεμβρίου 1995.
14. Η Επιτροπή δεν πείστηκε από τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι ελληνικές αρχές και, τον Ιούνιο του 1997, τους απηύθυνε αιτιολογημένη γνώμη με την οποία τους έτασσε προθεσμία δύο μηνών προκειμένου να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους. Η καθής κυβέρνηση απάντησε μέσω της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εμμένοντας στην προηγούμενη επιχειρηματολογία της.
V - Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
15. Όπως ανέφερα στην αρχή, η Επιτροπή κατέθεσε το δικόγραφο της προσφυγής λόγω παραβάσεως κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας στις 6 Νοεμβρίου 1998. Το υπόμνημα αντικρούσεως πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Φεβρουαρίου 1999. Τα δικόγραφα αυτά συμπληρώθηκαν δεόντως με υπόμνημα απαντήσεως, στις 19 Μαρτίου, και υπόμνημα ανταπαντήσεως που κατατέθηκε την 1η Ιουνίου.
16. Η επ' ακροατηρίου συζήτηση της 21ης Σεπτεμβρίου 2000 διεκόπη από τον πρόεδρο του τμήματος ενόψει της αδυναμίας του εκπροσώπου της Ελληνικής Κυβερνήσεως να παράσχει συγκεκριμένες απαντήσεις στις ερωτήσεις που του τέθηκαν. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο ζήτησε στοιχεία σχετικά με την αποθεματική ικανότητα των εταιριών εμπορίας πετρελαιοειδών και σχετικά με τον βαθμό διαρθρωτικής εξαρτήσεως των εν λόγω εταιριών έναντι των διυλιστηρίων.
Η Γραμματεία του Δικαστηρίου διαβίβασε τις ερωτήσεις στην Ελληνική Κυβέρνηση στις 5 Οκτωβρίου και της έταξε προθεσμία δέκα ημερών προκειμένου να απαντήσει γραπτώς. Η απάντηση διαβιβάστηκε στην Επιτροπή, στην οποία τάχθηκε η ίδια προθεσμία για να λάβει θέση. Ενόψει των παρασχεθεισών πληροφοριών, το Δικαστήριο θεώρησε ότι δεν ήταν απαραίτητο να επαναλάβει τη συζήτηση, με τη σύμφωνη γνώμη των διαδίκων, και, στις 10 Ιανουαρίου 2001, ο πρόεδρος του δικάζοντος σχηματισμού αποφάσισε τη συνέχιση της προφορικής διαδικασίας.
VI - Εξέταση του λόγου της προσφυγής: παράβαση των διατάξεων του άρθρου 30 της Συνθήκης
17. ρος στήριξη της προσφυγής της, η Επιτροπή προβάλλει έναν και μόνο λόγο. Στρέφεται κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας διότι θεωρεί ότι το σύστημα που επινόησε το εν λόγω κράτος προκειμένου να συμμορφωθεί προς την υποχρέωση που επιβάλλει η οδηγία 68/414, που τροποποιήθηκε με την οδηγία 72/425, και η οποία συνίσταται στη διατήρηση ενός ελαχίστου επιπέδου αποθεμάτων ορισμένων πετρελαιοειδών για 90 ημέρες, αντιβαίνει στο άρθρο 30 της Συνθήκης, δεδομένου ότι παρέχει στις επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με την αποθεματοποίηση αυτή τη δυνατότητα να μεταθέτουν την υποχρέωσή τους στα διυλιστήρια της χώρας, συνδέοντάς τη με τις αγορές που οι επιχειρήσεις πραγματοποίησαν από τα εν λόγω διυλιστήρια κατά τη διάρκεια του προηγουμένου έτους.
Η Επιτροπή εκτιμά ότι πρόκειται για μέτρο αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών, το οποίο επιβαρύνεται, εν προκειμένω, από το γεγονός ότι τα πρατήρια υγρών καυσίμων δεν έχουν το δικαίωμα να εφοδιάζονται απευθείας από τα διυλιστήρια ούτε να πραγματοποιούν εισαγωγές από το εξωτερικό.
18. Θα εξετάσω καταρχάς κατά πόσον το ελληνικό σύστημα διατηρήσεως αποθεμάτων ασφαλείας στα πετρελαιοειδή συνιστά μέτρο αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών και, στη συνέχεια, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, θα εξετάσω τους λόγους που πιθανόν δικαιολογούν το μέτρο αυτό καθώς και την αναλογικότητά του.
Α - Επί της παραβάσεως του άρθρου 30 της Συνθήκης
19. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το ελληνικό καθεστώς είναι ικανό να παρακωλύσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο πετρελαιοειδών. Η ελληνική νομοθεσία επιβάλλει στις επιχειρήσεις εμπορίας που λειτουργούν στη χώρα την υποχρέωση να διατηρούν αποθέματα ασφαλείας εντός της ελληνικής επικράτειας. ρος τούτο, οι εν λόγω επιχειρήσεις μπορούν να επιλέξουν είτε να τα διατηρούν σε δικούς τους αποθηκευτικούς χώρους είτε να τα αποθηκεύουν σε εγκαταστάσεις των εγχωρίων διυλιστηρίων, με τα οποία οφείλουν να συνάψουν σύμβαση εφοδιασμού.
Η Επιτροπή δεν κατακρίνει το ότι τα αποθέματα ασφαλείας διατηρούνται στα διυλιστήρια. Θεωρεί, ωστόσο, ότι η υποχρέωση που οφείλουν να αναλάβουν σε αντιστάθμισμα οι επιχειρήσεις, η οποία συνίσταται στην αγορά των προϊόντων από αυτά τα διυλιστήρια, αποτελεί εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Στην πράξη, δημιουργείται πρόδηλη διάκριση υπέρ των εγχωρίων προϊόντων και σε βάρος των αλλοδαπών προϊόντων, καθόσον αποθαρρύνεται πολύ η εισαγωγή πετρελαιοειδών, καίτοι δεν απαγορεύεται: οι επιχειρήσεις εμπορίας, αν εφοδιάζονται από άλλα κράτη μέλη, χάνουν το πλεονέκτημα της δυνατότητας να μεταθέσουν στα διυλιστήρια την υποχρέωση αποθηκεύσεως των αποθεμάτων.
Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το περιοριστικό των εισαγωγών αποτέλεσμα ενισχύεται καθόσον οι επιχειρήσεις εμπορίας δρουν υπό συνθήκες μονοπωλίου έναντι των πρατηρίων υγρών καυσίμων, στα οποία δεν επιτρέπεται να πραγματοποιούν εισαγωγές από άλλα κράτη μέλη ούτε να αγοράζουν απευθείας από τα διυλιστήρια.
20. Η Ελληνική Δημοκρατία αναγνωρίζει ότι το καθεστώς αποθεματοποιήσεως που έχει θέσει σε εφαρμογή προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 68/414 είναι αυτό που περιγράφει η Επιτροπή στα δικόγραφά της. Ωστόσο, αρνείται ότι το καθεστώς αυτό αντιβαίνει στο άρθρο 30 της Συνθήκης. Κατά την άποψή της, το υποτιθέμενο οικονομικό πλεονέκτημα για τις επιχειρήσεις εμπορίας δεν οφείλεται στο χαμηλότερο κόστος της αποθηκεύσεως, αλλά στα εμπορικά πλεονεκτήματα που τους παρέχουν τα διυλιστήρια. Η καθής βεβαιώνει ότι, αν δεν υπήρχε η δυνατότητα τα διυλιστήρια να αποθηκεύουν τα αποθέματα ασφαλείας, είναι αμφίβολο αν η Ελλάδα θα μπορούσε να εκπληρώσει την υποχρέωση διατηρήσεως των αποθεμάτων στα καθορισμένα ελάχιστα επίπεδα.
Η καθής κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το ισχύον καθεστώς δεν δημιουργεί, ούτε εν τοις πράγμασι ούτε νομικά, καμία πραγματική ή δυνητική διάκριση εις βάρος των εισαγωγών, καθόσον επηρεάζει κατά τον ίδιο τρόπο την εμπορία των εγχωρίων και των εισαγομένων προϊόντων. Η καθής υποστηρίζει ότι η αποθήκευση των αποθεμάτων δεν μετατίθεται στα διυλιστήρια λόγω της κατακρινομένης από την Επιτροπή νομοθεσίας, αλλά απορρέει από τις συνθήκες της αγοράς που οφείλονται σε τρεις διαφορετικούς παράγοντες: πρώτον, τα διυλιστήρια έχουν απευθείας σύνδεση μέσω πετρελαιαγωγού με τις περισσότερες από τις μεγάλες εγκαταστάσεις των επιχειρήσεων εμπορίας, πράγμα που επιτρέπει την άμεση και με χαμηλό κόστος τροφοδοσία· δεύτερον, τα διυλιστήρια βρίσκονται πλησίον των μεγάλων καταναλωτικών κέντρων και η εγχώρια αγορά χαρακτηρίζεται από τη συγκέντρωση των καταναλωτών στα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας, την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, στα οποία διανέμονται τα προϊόντα αυτά από σταθμούς φορτώσεως βυτιοφόρων· τέλος, τα διυλιστήρια έχουν την ευχέρεια να προμηθεύουν εγκαίρως και σε μικρά φορτία τις ποσότητες προϊόντων που χρειάζονται οι μικρής χωρητικότητας περιφερειακές εγκαταστάσεις των επιχειρήσεων εμπορίας, που είναι διάσπαρτες σε όλη τη χώρα.
Η καθής κυβέρνηση αναφέρει ότι η νομοθεσία που ισχύει για τα πρατήρια υγρών καυσίμων ουδόλως τους απαγορεύει να εφοδιάζονται απευθείας από επιχειρήσεις του εξωτερικού, υπό την προϋπόθεση ότι διαθέτουν αποθέματα πετρελαιοειδών εντός της ελληνικής επικράτειας. ροσθέτει ότι είναι φύσει αδύνατον για τα πρατήρια υγρών καυσίμων να εισάγουν από άλλα κράτη μέλη τα προϊόντα που πωλούν, και τούτο για διαφόρους λόγους: πρώτον, η Ελλάδα δεν έχει χερσαία σύνορα με τα άλλα κράτη μέλη· δεύτερον, η μεταφορά των προϊόντων αυτών θα απαιτούσε τη ναύλωση πετρελαιοφόρου, καθόσον η φόρτωση βυτιοφόρων στα οχηματαγωγά δεν επιτρέπεται για λόγους ασφαλείας το δε κόστος μεταφοράς θα ήταν απαγορευτικό· τρίτον, η εκφόρτωση θα έπρεπε να γίνεται σε ειδικά προβλεπόμενες εγκαταστάσεις και τα προϊόντα θα έπρεπε να αποθηκεύονται σε αποθηκευτικούς χώρους των πρατηρίων· και, τέλος, είναι πρόδηλον ότι τα πρατήρια υγρών καυσίμων δεν διαθέτουν ούτε την τεχνική υποδομή ούτε τις οικονομικές δυνατότητες για να το πράξουν, έστω και αν ήθελε υποτεθεί ότι αυτό θα ήταν οικονομικά συμφέρον.
21. Κατά το άρθρο 30 της Συνθήκης, απαγορεύονται μεταξύ των κρατών μελών οι ποσοτικοί περιορισμοί επί των εισαγωγών, καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος. Με την απόφαση Dassonville , το Δικαστήριο έκρινε ότι πρέπει να θεωρείται ως μέτρο αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικό περιορισμό κάθε εμπορική ρύθμιση ικανή να παρακωλύσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
22. Θα ήθελα να τονίσω, εκ προοιμίου, ότι το ελληνικό καθεστώς διατηρήσεως ενός ελαχίστου επιπέδου αποθεμάτων πετρελαιοειδών δεν επηρεάζει κατά τον ίδιο τρόπο τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα, καθόσον οι επιχειρήσεις εμπορίας μπορούν να απαλλαγούν από την υποχρέωση αποθηκεύσεως εφόσον εφοδιάζονται από τα διυλιστήρια της χώρας, ενώ δεν μπορούν να το πράξουν όταν προμηθεύονται πετρελαιοειδή από διυλιστήρια που βρίσκονται σε άλλα κράτη μέλη.
23. Είναι αναμφισβήτητο ότι η δυνατότητα μεταθέσεως της υποχρεώσεως αποθηκεύσεως στα διυλιστήρια συνεπάγεται μια σειρά πλεονεκτημάτων για τις επιχειρήσεις εμπορίας. Η Ελληνική Κυβέρνηση το εξηγεί λεπτομερώς στο υπόμνημα αντικρούσεως, αναλύοντας τις δύο επιλογές που διαθέτουν οι εν λόγω επιχειρήσεις και οι οποίες διαφέρουν τόσο από απόψεως νομικού καθεστώτος όσο και απόψεως οικονομικών συνεπειών.
24. Όσον αφορά το νομικό καθεστώς, αν οι επιχειρήσεις επιλέξουν να διατηρούν τα αποθέματα σε ιδιόκτητους ή μισθωμένους αποθηκευτικούς χώρους, έχουν την κυριότητα των προϊόντων και την ευθύνη για την ποιότητα και την ποσότητά τους. Αν, αντιθέτως, αποφασίσουν να μεταθέσουν την υποχρέωση αποθηκεύσεως, τα διυλιστήρια θα έχουν την κυριότητα και την ευθύνη της ορθής φυλάξεως των αποθεμάτων.
25. Όσον αφορά τις οικονομικές συνέπειες, στην πρώτη περίπτωση οι επιχειρήσεις είναι εκείνες που υφίστανται τον κίνδυνο της πτώσεως των τιμών του πετρελαίου, το κόστος της διατηρήσεως των αποθεμάτων, τις διακυμάνσεις των νομισματικών ισοτιμιών, τα έξοδα ασφαλίσεως, φυλάξεως και διαχειρίσεως των αποθηκευμένων ποσοτήτων, καθώς και τον κίνδυνο απωλειών λόγω εξατμίσεως ή άλλων αιτιών, τον κίνδυνο υποβαθμίσεως της ποιότητας και άλλους συναφείς κινδύνους. Αν, αντιθέτως, μεταθέσουν την υποχρέωση, τα διυλιστήρια αναλαμβάνουν όλους τους κινδύνους και τα κόστη της αποθηκεύσεως . Αυτά τα έξοδα και οι κίνδυνοι εκτιμώνται και συνυπολογίζονται στο γενικό κόστος της αποθηκεύσεως, το οποίο ενσωματώνεται στην τιμή των προϊόντων τα οποία πωλούν τα διυλιστήρια στις επιχειρήσεις εμπορίας, οι οποίες, με τη σειρά τους, το μετακυλίουν στον καταναλωτή .
26. Συνεπώς, το ελληνικό καθεστώς, ως προς τη συμφωνία του οποίου με το άρθρο 30 της Συνθήκης διατυπώνει αμφιβολίες η Επιτροπή, εξαρτά τη μετάθεση της υποχρεώσεως αποθηκεύσεως από τις επιχειρήσεις εμπορίας στα εγχώρια διυλιστήρια από την προϋπόθεση του εφοδιασμού των επιχειρήσεων από τα ίδια αυτά διυλιστήρια, σε ποσότητα ίση προς τον ανά κατηγορία όγκο των προϊόντων που τα διυλιστήρια τους προμήθευσαν επί περίοδο 90 ημερών κατά τη διάρκεια του προηγουμένου ημερολογιακού έτους.
Δεδομένου, αφενός, ότι η οικονομική λογική προτρέπει τις επιχειρήσεις εμπορίας να μεταθέτουν την υποχρέωση αποθηκεύσεως στα διυλιστήρια και, αφετέρου, ότι η μετάθεση εξαρτάται από την υποχρέωση εφοδιασμού από τα ίδια αυτά διυλιστήρια, δημιουργείται μια κατάσταση στην οποία οι εν λόγω επιχειρήσεις είναι αναγκασμένες να εφοδιάζονται από τα διυλιστήρια της χώρας. ρόκειται, τελικώς, για σαφή και αναμφίβολη παρότρυνση αγοράς των εγχωρίων προϊόντων.
27. Τα στοιχεία που παρασχέθηκαν στη διάρκεια της δίκης επιβεβαιώνουν την εκτίμηση αυτή. ράγματι, οι διάδικοι συμφωνούν ως προς το ότι οι επιχειρήσεις εμπορίας δεν διαθέτουν επαρκή χώρο για την αποθήκευση των αποθεμάτων . Επιπλέον, όμως, αποδείχθηκε ότι οι εταιρίες αυτές δεν κάνουν πλήρη χρήση της ικανότητας που διαθέτουν. Απαντώντας στην γραπτή ερώτηση που της έθεσε το Δικαστήριο μετά τη διακοπή της επ' ακροατηρίου συζητήσεως, η Ελληνική Κυβέρνηση ανέφερε ότι, για το έτος 1997, οι τριάντα τέσσερις εταιρίες εμπορίας που ασκούν δραστηριότητα στη χώρα διέθεταν ικανότητα αποθηκεύσεως 1 257 000 κυβικών μέτρων, τα οποία αντιστοιχούν περίπου σε 1 070 000 μετρικούς τόνους (ΜΤ). Η ποσότητα των αποθεμάτων που ήταν υποχρεωμένες συνολικώς να αποθηκεύσουν το 1997 ανερχόταν σε 2 165 000 ΜΤ, ήτοι, στην πράξη, για να εκπληρώσουν την υποχρέωσή τους, αν είχαν χρησιμοποιήσει την ικανότητά τους, θα έπρεπε να ζητήσουν από τα διυλιστήρια να αποθηκεύσουν, για λογαριασμό τους, λίγο περισσότερο από το ήμισυ αυτής της ποσότητας, δηλαδή περίπου 1 095 000 ΜΤ. Ωστόσο, από το ίδιο κείμενο προκύπτει ότι, από τον Απρίλιο του 1997 έως τον Μάρτιο του 1998, οι εταιρίες αυτές αποθήκευσαν στην πραγματικότητα μόνον 227 000 [ΜΤ] , ποσότητα που αντιπροσωπεύει λίγο περισσότερο από το 10 % της υποχρεώσεώς τους, ενώ τα τρία διυλιστήρια που λειτουργούσαν στη χώρα αποθήκευσαν την υπόλοιπη ποσότητα, που ανερχόταν συνολικά σε 2 028 000 ΜΤ.
28. Τελικά, καίτοι είναι θεμιτό να παρέχεται στις επιχειρήσεις εμπορίας η δυνατότητα να μεταθέτουν την υποχρέωση αποθηκεύσεως στα διυλιστήρια που βρίσκονται εντός της ελληνικής επικράτειας, αντιθέτως δεν είναι θεμιτό να τίθεται ως προϋπόθεση της εν λόγω μεταθέσεως η αγορά πετρελαιοειδών από τα ίδια αυτά διυλιστήρια. Αυτή η υποχρέωση αγοράς συνιστά διακριτική μεταχείριση εις βάρος των προϊόντων των διυλιστηρίων των λοιπών κρατών μελών, καθόσον δυσχεραίνει την εμπορία τους. Σκοπίμως, αν οι επιχειρήσεις εμπορίας επιθυμούν να προμηθευτούν πετρελαιοειδή από άλλα κράτη μέλη, η ελληνική ρύθμιση τις αποστερεί από όλα τα πλεονεκτήματα που παρέχει η μετάθεση της υποχρεώσεως αποθηκεύσεως.
29. Ως εκ τούτου, το ελληνικό καθεστώς διατηρήσεως αποθεμάτων ασφαλείας είναι ικανό να παρακωλύσει, τουλάχιστον εμμέσως, το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
30. Η καθής κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το καθεστώς αποθηκεύσεως δεν δημιουργεί εμπόδια στις εισαγωγές, καθόσον, αν συνέβαινε αυτό, οι επιχειρήσεις εμπορίας θα εξαντλούσαν τις δυνατότητες αποθηκεύσεως που τους προσφέρουν οι δικοί τους αποθηκευτικοί χώροι και θα εφοδιάζονταν, μόνο για την υπόλοιπη ποσότητα, από τα ελληνικά διυλιστήρια .
31. Δεν συμφωνώ με τη συλλογιστική αυτή. Οι επιχειρήσεις εμπορίας λαμβάνουν τις αποφάσεις τους όσον αφορά την πολιτική αγορών βάσει πλειόνων παραγόντων, ένας από τους οποίους συνίσταται στο κόστος της αποθηκεύσεως. Οι ελληνικές επιχειρήσεις θα αποφάσιζαν να πραγματοποιήσουν εισαγωγές και να εξαντλήσουν τις δικές τους δυνατότητες αποθηκεύσεως κατά προτεραιότητα έναντι της αγοράς πετρελαιοειδών από τα ελληνικά διυλιστήρια μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η διαφορά των τιμών μεταξύ των εγχωρίων και των εισαγομένων προϊόντων θα αντιστάθμιζε την απώλεια των πλεονεκτημάτων που συνεπάγεται η μετάθεση της υποχρεώσεως αποθηκεύσεως υπό τους προμνησθέντες όρους .
32. Υπενθυμίζεται ότι η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης επί γενικού εθνικού μέτρου ελέγχου του εμπορίου δεν μπορεί να εξαρτάται από ένα καθαρά τυχαίο και μεταβλητό διαχρονικώς πραγματικό γεγονός , καθώς και ότι στην απόφαση Dassonville αναφέρεται ότι μια εμπορική ρύθμιση συνιστά μέτρο αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικό περιορισμό απλώς αν είναι ικανή να παρακωλύσει, έστω και δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
33. Όπως πολύ ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή στο υπόμνημα απαντήσεως, εκείνο που έχει σημασία εν προκειμένω είναι ότι η ελληνική νομοθεσία περί διατηρήσεως ενός ελαχίστου επιπέδου αποθεμάτων πετρελαιοειδών είναι ικανή να παρεμποδίσει τις εισαγωγές.
Όπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο, ένα μέτρο αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικό περιορισμό μπορεί να συνίσταται: σε εθνική ρύθμιση που αντιμετωπίζει κατά τρόπο διαφορετικό τα εγχώρια προϊόντα από τα εισαγόμενα ή που, καθ' οιονδήποτε τρόπο, καθιστά δυσκολότερη τη διάθεση στην αγορά των εισαγόμενων προϊόντων σε σχέση με τα εγχώρια · σε διάταξη που καθιστά τις εισαγωγές δυσχερέστερες ή επαχθέστερες από τις εγχώριες εμπορικές συναλλαγές · ή, ακόμα, σε απλές παροτρύνσεις εκ μέρους του κράτους για την αγορά εγχωρίων προϊόντων, οι οποίες, καίτοι δεν έχουν δεσμευτικό αποτέλεσμα, μπορούν να επηρεάσουν τη συμπεριφορά των εμπόρων και των καταναλωτών εντός του κράτους μέλους, ματαιώνοντας έτσι τους σκοπούς της Συνθήκης .
34. Συνεπώς, ανεξαρτήτως της καταστάσεως των τιμών, το επίδικο καθεστώς, με τα πλεονεκτήματα που προσφέρει υπέρ της αποθηκεύσεως στα διυλιστήρια, είναι ικανό να παρακινήσει τις εταιρίες εμπορίας να αγοράζουν εγχώρια πετρελαιοειδή και να τις αποθαρρύνει να τα εισάγουν από άλλα κράτη μέλη.
35. Έχοντας καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, θεωρώ ότι δεν είναι απαραίτητο να εξετάσω κατά πόσον τα περιοριστικά της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων αποτελέσματα της επίδικης νομοθεσίας επιδεινώνονται λόγω του ότι τα πρατήρια υγρών καυσίμων δεν μπορούν να αγοράζουν απευθείας από τα διυλιστήρια ή να πραγματοποιούν εισαγωγές από άλλο κράτος μέλος.
36. Για τους λόγους που εξέθεσα, συμφωνώ με την Επιτροπή ότι η ελληνική νομοθεσία περί του καθεστώτος διατηρήσεως του ελαχίστου επιπέδου αποθεμάτων πετρελαιοειδών συνιστά μέτρο αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης.
Β - Επί της δικαιολογήσεως του περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων
37. Ως γνωστόν, το άρθρο 36 της Συνθήκης επιτρέπει στα κράτη μέλη να διατηρούν σε ισχύ ή να λαμβάνουν μέτρα που απαγορεύουν ή περιορίζουν τις συναλλαγές όταν, αφενός, τα μέτρα αυτά δικαιολογούνται, μεταξύ άλλων, για λόγους δημοσίας ηθικής, δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή προστασίας της υγείας και της ζωής των προσώπων και, αφετέρου, δεν συνιστούν ούτε μέτρο αυθαίρετης διακρίσεως ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό του ενδοκοινοτικού εμπορίου .
38. Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι μια εθνική νομοθεσία που αντιβαίνει στο άρθρο 30 της Συνθήκης μπορεί να δικαιολογηθεί μόνον εφόσον ανταποκρίνεται σε έναν από τους λόγους γενικού συμφέροντος που απαριθμούνται στο άρθρο 36 ή, ενδεχομένως, όταν, εφαρμοζόμενη αδιακρίτως στα εγχώρια και στα εισαγόμενα προϊόντα, είναι αναγκαία για την ικανοποίηση επιτακτικών απαιτήσεων απτομένων, ειδικότερα, της αποτελεσματικότητας των φορολογικών ελέγχων, της προστασίας της δημοσίας υγείας, της προστασίας των καταναλωτών ή της εντιμότητας των εμπορικών συναλλαγών .
Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει υιοθετήσει την ερμηνεία ότι μια εθνική κανονιστική ρύθμιση ή πρακτική που αποσκοπεί στην προστασία ενός από τους σκοπούς του άρθρου 36 συμβιβάζεται με τη Συνθήκη μόνον εφόσον δεν υπερβαίνει τα όρια του αναγκαίου για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού . Αν ένα κράτος μέλος μπορεί να επιλέξει μεταξύ διαφόρων μέτρων, όλων καταλλήλων για την επίτευξη του ιδίου σκοπού, οφείλει να επιλέξει το μέτρο που εμποδίζει σε μικρότερο βαθμό την ελευθερία των συναλλαγών.
39. Η Επιτροπή λαμβάνει ως δεδομένο ότι η αμφισβητούμενη νομοθεσία επηρεάζει κατά τρόπο διαφορετικό τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα, εκτιμά δε ότι δεν συντρέχει, εν προκειμένω, κανένας από τους λόγους που απαριθμούνται στο άρθρο 36 ώστε να δικαιολογείται εξαίρεση από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Κατά τη γνώμη της, ο σκοπός που επιδιώκουν οι ελληνικές αρχές, και οποίος συνίσταται στην εξασφάλιση του αδιάλειπτου εφοδιασμού σε πετρελαιοειδή, μπορεί να επιτευχθεί με λιγότερο περιοριστικά μέτρα. Η Επιτροπή προτείνει την κατάργηση του άρθρου 10 του νόμου 1571/85, που τροποποιήθηκε από το άρθρο 15 του νόμου 2289/95, κατά τρόπον ώστε να μη συνδέεται η μετάθεση της υποχρεώσεως αποθηκεύσεως των αποθεμάτων με την εκ μέρους της επιχειρήσεως εμπορίας ανάληψη υποχρεώσεως αγοράς από το διυλιστήριο. Η διάταξη αυτή θα μπορούσε να αντικατασταθεί με άλλη που να επιτρέπει στις επιχειρήσεις να μισθώνουν από τα διυλιστήρια τις αναγκαίες για την αποθήκευση εγκαταστάσεις, χωρίς υποχρέωση αγοράς των προϊόντων τους. Εφόσον υπάρχει μέτρο το οποίο θα παρεμπόδιζε σε μικρότερο βαθμό την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και θα επέτρεπε τη διαφύλαξη του επιδιωκομένου σκοπού γενικού συμφέροντος, η Επιτροπή θεωρεί ότι η ελληνική νομοθεσία είναι δυσανάλογη.
40. Η Κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας, αντιθέτως, υποστηρίζει ότι η αμφισβητούμενη νομοθεσία δεν εισάγει διακρίσεις. ρος δικαιολόγησή της, υποστηρίζει, αφενός, ότι το θεμελιώδες δικαίωμα της οικονομικής ελευθερίας των διυλιστηρίων θα περιοριζόταν υπερβολικά αν υποχρεώνονταν να αναλαμβάνουν τη διατήρηση των ελαχίστων επιπέδων αποθεμάτων, υποκαθιστώντας στην υποχρέωση αυτή τις επιχειρήσεις εμπορίας, χωρίς το αντιστάθμισμα της υποχρεώσεως των εν λόγω επιχειρήσεων να αγοράζουν από τα διυλιστήρια τα προϊόντα που μεταπωλούν.
Αφετέρου, θεωρεί ότι το γενικό συμφέρον δικαιολογεί να μην επιτρέπεται στις επιχειρήσεις εμπορίας να μισθώνουν αποθηκευτικούς χώρους στα διυλιστήρια για την αποθήκευση των ελαχίστων ποσοτήτων αποθεμάτων και ότι το γενικό αυτό συμφέρον δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με ηπιότερα μέτρα.
41. Συμφωνώ με την Επιτροπή ως προς το ότι το ελληνικό καθεστώς αποθηκεύσεως των ελαχίστων ποσοτήτων αποθεμάτων πετρελαιοειδών δεν επηρεάζει κατά τον ίδιο τρόπο τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα, καθόσον, όπως αποδείχθηκε στη διάρκεια της δίκης, οι επιχειρήσεις εμπορίας μπορούν να απαλλαγούν από την υποχρέωση αποθηκεύσεως όταν εφοδιάζονται από τα διυλιστήρια της χώρας, ενώ δεν προβλέπεται η δυνατότητα αυτή όταν αγοράζουν τα πετρελαιοειδή από διυλιστήρια που βρίσκονται σε άλλα κράτη μέλη.
Για τον λόγο αυτόν, αρμόζει να εξεταστούν, ως πιθανοί λόγοι δικαιολογούντες παρέκκλιση, μόνον οι λόγοι γενικού συμφέροντος που απαριθμούνται στο άρθρο 36. Σύμφωνα με την ερμηνεία που έχει δώσει το Δικαστήριο με τη νομολογία του, η διάταξη αυτή, στο μέτρο που συνιστά παρέκκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της καταργήσεως όλων των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών, επιδέχεται στενή ερμηνεία, οι δε εξαιρέσεις που απαριθμεί δεν δύνανται να επεκταθούν σε περιπτώσεις άλλες από αυτές οι οποίες προβλέπονται περιοριστικώς . Αναφέρω, υπό τύπον παραδείγματος και χωρίς πρόθεση εξαντλητικής απαριθμήσεως, ότι το Δικαστήριο έχει απορρίψει ως λόγους δικαιολογούντες παρέκκλιση, λόγω του ότι δεν μνημονεύονται ρητώς στη διάταξη αυτή, την προστασία των καταναλωτών, την εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών , καθώς και την προστασία της δημιουργίας και της μορφωτικής πολυφωνίας στον τομέα του βιβλίου .
42. Η καθής κυβέρνηση επικαλείται ως δικαιολογητικούς λόγους, προκειμένου να εξακολουθήσει να εφαρμόζει το ισχύον καθεστώς, την οικονομική ελευθερία των διυλιστηρίων και τον κίνδυνο για την εύρυθμη λειτουργία τους, καθόσον, κατά την άποψή της, η κατάργηση της υποχρεώσεως εφοδιασμού ως προϋποθέσεως για τη μετάθεση της υποχρεώσεως αποθηκεύσεως θα υπονόμευε το σύστημα διακινήσεως μιας βιομηχανικής μονάδας ζωτικής για την ασφάλεια της χώρας και, τελικά, την εξασφάλιση του αδιάλειπτου εφοδιασμού σε πετρελαιοειδή.
43. Η οικονομική ελευθερία των διυλιστηρίων ή των επιχειρήσεων εν γένει δεν προβλέπεται στο άρθρο 36 της Συνθήκης ως λόγος δικαιολογών παρέκκλιση και, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί. Εν πάση περιπτώσει, θεωρώ ότι η πρόταση που διατυπώνει η Επιτροπή ουδόλως θίγει την ελευθερία αυτή, καθόσον δεν υποχρεώνει τα διυλιστήρια να αναλαμβάνουν την υποχρέωση αποθηκεύσεως που υπέχουν οι επιχειρήσεις εμπορίας, αλλ' απλώς σκοπεί στην κατάργηση του δεσμού που υφίσταται σήμερα μεταξύ της μεταθέσεως της υποχρεώσεως αποθηκεύσεως και του εφοδιασμού από το ίδιο διυλιστήριο, ώστε να είναι οι νόμοι της αγοράς και του ελεύθερου ανταγωνισμού εκείνοι που θα διέπουν την αποθήκευση των πετρελαιοειδών.
44. Όσον αφορά τον κίνδυνο για το σύστημα διακινήσεως μιας βιομηχανικής μονάδας ζωτικής για την ασφάλεια της χώρας, φρονώ ότι η καθής κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι, για την προάσπιση της εθνικής ασφάλειας, είναι απαραίτητο να συνδέεται η μετάθεση της υποχρεώσεως αποθηκεύσεως με την υποχρέωση αγοράς των προϊόντων. Δεν βλέπω κανένα λόγο για τον οποίο αν, υπό το ισχύον καθεστώς, τα διυλιστήρια μπορούν να αποθηκεύουν τα δικά τους προϊόντα, δεν μπορούν, στο πλαίσιο ενός καθεστώτος διεπομένου από τους νόμους της αγοράς και του ελεύθερου ανταγωνισμού, να αποθηκεύουν τα προϊόντα που οι επιχειρήσεις εμπορίας αγοράζουν από άλλα κράτη μέλη.
45. Οι ελληνικές αρχές προβάλλουν, επιπλέον, ότι, αν μειωνόταν η αποθηκευτική ικανότητα την οποία διαθέτουν τα διυλιστήρια, θα επηρεαζόταν η λειτουργική ευελιξία τους, πράγμα που θα συνεπαγόταν αύξηση του κόστους παραγωγής, με επακόλουθο, στην καλύτερη περίπτωση, την αύξηση των τιμών για τους καταναλωτές, καθώς και έλλειψη προϊόντων σε περιόδους κρίσεως. Οι ως άνω αρχές αναφέρουν επίσης ότι, αν απαιτείτο μεταφορά από μεγάλες αποστάσεις, θα ήταν ασύμφορος ο εφοδιασμός των νησιών, καθόσον έχουν μικρή κατανάλωση σε πετρελαιοειδή. Ωστόσο, οι λόγοι αυτοί δεν μπορούν να υπαχθούν σε κανέναν από τους λόγους γενικού συμφέροντος που απαριθμούνται στο άρθρο 36 της Συνθήκης, καθόσον, κατά πάγια νομολογία, η διάταξη αυτή αναφέρεται σε μέτρα μη οικονομικού χαρακτήρα .
46. Η καθής κυβέρνηση βεβαιώνει, τελικά, ότι, χωρίς την παραγωγή των ελληνικών διυλιστηρίων, θα ήταν αδύνατος ο εφοδιασμός των ενόπλων δυνάμεων με τα ειδικά καύσιμα που χρησιμοποιούν και τα οποία δεν μπορούν να τους προμηθεύσουν οι επιχειρήσεις εμπορίας. Ωστόσο, δεν βλέπω να επιδιώκει η Επιτροπή την παύση της λειτουργίας των ελληνικών διυλιστηρίων. Εν πάση περιπτώσει, δεν θεωρώ ότι, για τη δημόσια ασφάλεια ενός κράτους μέλους, είναι ουσιώδες να παράγονται και να διατίθενται οπωσδήποτε από τα εγχώρια διυλιστήρια τα καύσιμα που καταναλώνουν οι ένοπλες δυνάμεις.
47. Με την απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση Campus Oil , το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι συνιστά μέτρο ισοδύναμο με ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών μια εθνική ρύθμιση που προβλέπει την υποχρέωση όλων των εισαγωγέων να αγοράζουν ορισμένο ποσοστό των αναγκών τους σε πετρελαιοειδή από διυλιστήριο που είναι εγκατεστημένο στο εθνικό έδαφος. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι ένα κράτος μέλος - στην περίπτωση εκείνη η Ιρλανδία - του οποίου ο εφοδιασμός σε πετρελαιοειδή εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τις εισαγωγές μπορεί να προβάλει λόγους δημοσίας ασφαλείας κατά την έννοια του άρθρου 36 της Συνθήκης για να επιβάλει στους εισαγωγείς την υποχρέωση να καλύπτουν ορισμένο ποσοστό των αναγκών τους με αγορές από διυλιστήριο που βρίσκεται στο έδαφός του και σε τιμές που καθορίζει ο αρμόδιος υπουργός, βάσει των δαπανών στις οποίες υποβάλλεται σε σχέση με την εκμετάλλευση του εν λόγω διυλιστηρίου, εφόσον η παραγωγή του διυλιστηρίου δεν μπορεί να διατεθεί σε ανταγωνιστικές τιμές στην ελεύθερη αγορά του κράτους αυτού .
Εκτός αυτού, οι ποσότητες πετρελαιοειδών που καλύπτει ένα τέτοιο σύστημα δεν μπορούν να υπερβαίνουν ούτε τα κατώτατα όρια εφοδιασμού, κάτω των οποίων θα θιγόταν η δημόσια ασφάλεια του ενδιαφερομένου κράτους, ούτε τα όρια εκείνα παραγωγής που είναι αναγκαία προκειμένου να διατηρηθεί η ικανότητα των εγκαταστάσεων του διυλιστηρίου σε περίπτωση κρίσεως και προκειμένου να είναι δυνατή η συνεχής μετατροπή του πετρελαίου για την παράδοση του οποίου το ενδιαφερόμενο κράτος έχει μακροπρόθεσμες συμβάσεις .
48. Κατά τη γνώμη μου, τα επιχειρήματα που προβάλλει στην παρούσα δίκη η Ελληνική Δημοκρατία, προκειμένου να δικαιολογήσει τη νομοθεσία της επικαλούμενη λόγους εθνικής ασφάλειας, δεν είναι τόσο ισχυρά όσο εκείνα που προέβαλε τότε η Ιρλανδική Κυβέρνηση για να δικαιολογήσει την εθνική νομοθεσία που έθιγε τις εισαγωγές πετρελαιοειδών στην Ιρλανδία και τα οποία οδήγησαν το Δικαστήριο στην πεποίθηση ότι συνέτρεχε ένας από τους λόγους που απαριθμούνται στο άρθρο 36 της Συνθήκης.
49. Συνεπώς, συμφωνώ με την Επιτροπή και ως προς το ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, δεν συντρέχει κανένας από τους λόγους γενικού συμφέροντος που απαριθμούνται στο άρθρο 36 ως λόγοι δικαιολογούντες παρέκκλιση. Ως εκ τούτου, η προσφυγή της Επιτροπής είναι βάσιμη.
VI - Δικαστικά έξοδα
50. Ενόψει του αιτήματος της Επιτροπής, η Ελληνική Δημοκρατία πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας.
VII - ρόταση
51. Με βάση τις ανωτέρω σκέψεις, προτείνω στο Δικαστήριο:
- να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ ένα σύστημα αποθηκεύσεως των ελαχίστων επιπέδων αποθεμάτων πετρελαιοειδών το οποίο επιτρέπει στις επιχειρήσεις εμπορίας των εν λόγω προϊόντων να μεταθέτουν την υποχρέωση αποθηκεύσεώς τους στα διυλιστήρια της χώρας από τα οποία έχουν αγοράσει προϊόντα στη διάρκεια του προηγουμένου έτους και σε ποσότητα ίση προς τον όγκο των προϊόντων που τους παρέδωσε κάθε διυλιστήριο επί μία συγκεκριμένη περίοδο, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 28 ΕΚ)·
- να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy