Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I Eισαγωγή
1. Με την παρούσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, που ασκήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 117 της Συνθήκης ΕΚ (κατέστη άρθρο 234 ΕΚ), το Tribunal d'arrondissement de Luxembourg (όγδοο τμήμα) υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία, αφενός, των άρθρων 7 και 48 της Συνθήκης ΕOΚ , του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας , όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 312/76 του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976 , και του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος, όπως κωδικοποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 , και, αφετέρου, του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο καλείται να κρίνει αν συμβαδίζουν με την απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων μεταξύ υπηκόων των κρατών μελών της Κοινότητας και την προστασία του ανταγωνισμού, αφενός, μία εθνική κανονιστική ρύθμιση και, αφετέρου, μία εγκύκλιος της Ενώσεως ταμείων υγείας (Union des caisses de maladie, στο εξής: UCM) και μία απόφαση της Συμπράξεως νοσοκομείων Λουξεμβούργου (Entente des hôpitaux luxembourgeois, στο εξής: EHL), οι οποίες έχουν σαν αποτέλεσμα να ισχύουν διαφορετικές τιμές για ιατρική και νοσοκομειακή περίθαλψη, ανάλογα με το αν πρόκειται για πρόσωπα που υπάγονται στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του Λουξεμβούργου ή για πρόσωπα που δεν υπάγονται στο σύστημα αυτό, όπως εν προκειμένω οι κοινοτικοί υπάλληλοι που υπάγονται στο κοινό σύστημα ασφαλίσεως λόγω ασθενείας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Régime commun d'assurance maladie des Communautés européenes, στο εξής: RCAM).
ΙΙ Το νομικό πλαίσιο
Α Το κοινοτικό νομικό πλαίσιο
α) Οι διατάξεις της Συνθήκης και των προσηκόντων κανονισμών
2. Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ (μετέπειτα άρθρο 6, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ, το οποίο κατέστη, μετά την τροποποίηση, άρθρο 12, παράγραφος 1 ΕΚ) ορίζει ότι:
«Εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας συνθήκης και με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεών της, απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω ιθαγένειας».
3. Το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ (μετέπειτα άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ, το οποίο κατέστη, μετά την τροποποίηση, άρθρο 39, παράγραφος 2 ΕΚ) ορίζει ότι:
«Η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων συνεπάγεται την κατάργηση κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγένειας μεταξύ των εργαζομένων των κρατών μελών, όσον αφορά την απασχόληση, την αμοιβή και τους άλλους όρους εργασίας».
4. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 7 του προμνησθέντος κανονισμού 1612/68:
«1. Ο εργαζόμενος υπήκοος ενός Κράτους μέλους δεν δύναται στην επικράτεια των άλλων κρατών μελών, να έχει, λόγω της ιθαγενείας του, διαφορετική μεταχείριση από τους ημεδαπούς εργαζομένους, ως προς τους όρους απασχολήσεως και εργασίας, ιδίως όσον αφορά την αμοιβή, την απόλυση, την επαγγελματική επανένταξη ή την επαναπασχόληση αν έχει καταστεί άνεργος.
2. Απολαύει των ιδίων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους.
(...)»
5. Το άρθρο 2 του προμνησθέντος κανονισμού 1408/71, όπως κωδικοποιήθηκε και ενημερώθηκε από τον κανονισμό 2001/83, ορίζει ότι:
«1. Ο παρών κανονισμός ισχύει για μισθωτούς ή μη μισθωτούς που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη και είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη μέλη ή απάτριδες ή πρόσφυγες που κατοικούν στο έδαφος ενός κράτους μέλους, καθώς και για τα μέλη της οικογένειάς τους και για τους επιζώντες τους.
(...)»
6. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του ανωτέρω κανονισμού:
«Τα πρόσωπα που κατοικούν στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη, και για τα οποία ισχύουν οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού, υπόκεινται στις υποχρεώσεις και απολαύουν των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του, υπό την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού».
7. Τέλος, το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ (μετέπειτα άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ και νυν άρθρο 81, παράγραφος 1 ΕΚ) ορίζει ότι:
«Είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς και ιδίως εκείνες οι οποίες συνίστανται:
α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής·
(...)».
β) Οι διατάξεις του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ) και της κοινής ρυθμίσεως στο πλαίσιο του RCAM
8. Δυνάμει των άρθρων 64 και 72 του ΚΥΚ, οι κοινοτικοί υπάλληλοι καταβάλλουν εισφορές στο RCAM, το οποίο και αναλαμβάνει τα ιατρικά έξοδα. Σύμφωνα με το άρθρο 72, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, η σύζυγος του κοινοτικού υπαλλήλου τυγχάνει καλύψεως έναντι των κινδύνων ασθενείας που προβλέπει το άρθρο αυτό.
9. Για την εφαρμογή, μεταξύ άλλων, των ανωτέρω υιοθετήθηκε σχετική κοινή ρύθμιση για την κάλυψη έναντι των κινδύνων ασθενείας των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Réglementation relative à la couverture des risques de maladie des fonctionnaires des Communautés européennes). Σύμφωνα με το άρθρο 2 της κοινής ρυθμίσεως, υπάγονται στη ρύθμιση αυτή οι υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Εξάλλου, το άρθρο 3 της ίδιας ρυθμίσεως προβλέπει την υπαγωγή στην ίδια ρύθμιση των συζύγων των υπαλλήλων αυτών υπό προϋποθέσεις που, εν προκειμένω, δεν φαίνεται να χωρεί αμφιβολία ότι συντρέχουν στο πρόσωπο της συζύγου του Ferlini.
10. Δυνάμει του άρθρου 72 του ΚΥΚ, των άρθρων 1, 2 και 3 της κοινής ρυθμίσεως, καθώς και του τίτλου VIII του παραρτήματος Ι της ρυθμίσεως αυτής, σε περίπτωση νοσοκομειακής περιθάλψεως λόγω τοκετού, κατά τη χρονική περίοδο που έλαβαν χώρα τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, τα επιστρεπτέα από το RCAM έξοδα ήσαν η ιατρική αμοιβή για τις υπηρεσίες μαίας και αναισθησιολόγου καθώς και οι δαπάνες σχετικά με τον θάλαμο τοκετού, την αρωγή κινησιοθεραπευτού και, επιπλέον, όλες οι άλλες παροχές που συνδέονταν ευθέως με τον τοκετό, σε ποσοστό 100 % και μέχρις ενός ανωτάτου ορίου. Τα έξοδα παραμονής σε νοσοκομείο επιστρέφονταν, σε ποσοστό 85 %, το δε χορηγούμενο ποσό δεν μπορούσε να υπερβαίνει ένα συγκεκριμένο όριο.
11. Το άρθρο 9, παράγραφος 2, της κοινής ρυθμίσεως ορίζει ότι «τα όργανα προσπαθούν, στο μέτρο του δυνατού, να διαπραγματευθούν με τους εκπροσώπους του ιατρικού επαγγέλματος και/ή τις αρμόδιες αρχές, ενώσεις και ιδρύματα, συμφωνίες για τον καθορισμό των ποσών που καταβάλλουν οι δικαιούχοι, λαμβάνοντας υπόψη τις τοπικές συνθήκες και, ενδεχομένως, τους ήδη ισχύοντες τιμοκαταλόγους τόσο από ιατρική όσο και από νοσοκομειακή άποψη».
12. Aπό τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι, κατά την χρονική περίοδο που έλαβαν χώρα τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, δεν είχε συναφθεί συμφωνία μεταξύ του RCAM και της EHL, μολονότι οι Κοινότητες είχαν λάβει σχετική πρωτοβουλία .
Β Το εθνικό νομικό πλαίσιο
α) Η ασφάλιση ασθένειας-μητρότητας για τους υπαγόμενους στο εθνικό σύστημα
13. Όπως αναφέρει η διάταξη παραπομπής, η εθνική νομοθεσία που ίσχυε κατά το χρόνο των επίμαχων περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης για τους ασφαλισμένους στα λουξεμβουργιανά ταμεία υγείας περιλαμβανόταν, κατ' ουσίαν, στα άρθρα 308 bis έως quater του κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων .
14. Ενόψει της φύσεως του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που επιδιώχθηκε από τον Λουξεμβουργιανό νομοθέτη, οι τιμές που ισχύουν για τις ιατρικές πράξεις είναι απολύτως ενιαίες. Καθορίζονται αποκλειστικώς βάσει της φύσεως της παροχής και δεν ποικίλλουν ούτε ανάλογα με το εισόδημα του ασθενούς ούτε ανάλογα με τα προσόντα του παρέχοντος τις ιατρικές υπηρεσίες.
15. Όσον αφορά στην ασφάλιση ασθένειας-μητρότητας, τα καλυπτόμενα πρόσωπα είναι υποχρεωτικώς ασφαλισμένα σε ταμεία υγείας που είναι αυτόνομοι δημόσιοι φορείς έχοντες νομική προσωπικότητα και τελούντες υπό την εποπτεία του κράτους. Η χρηματοδότηση των ταμείων υγείας γίνεται, κυρίως, μέσω εισφορών, είτε αμέσων είτε εμμέσων.
16. Όπως αναφέρουν τόσο ο Ferlini όσο και η Επιτροπή, στις παροχές λόγω μητρότητας το σύστημα διέφερε από εκείνο που ίσχυε για τις παροχές λόγω ασθένειας. Κατά τη χρονική περίοδο που έλαβαν χώρα τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, το σύστημα λόγω ασθένειας πρόβλεπε τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων μεταξύ των ταμείων ασφαλίσεως και των διαφόρων κατηγοριών προσώπων που παρείχαν υπηρεσίες, χωρίς διάκριση μεταξύ του νοσοκομειακού και του εξωνοσοκομειακού τομέα. Αυτές οι συμβάσεις καθίσταντο υποχρεωτικές με υπουργικές αποφάσεις για όλους, ακόμη και για τους παρέχοντες υπηρεσίες που δεν ήσαν μέλη της ενώσεως που είχε διαπραγματευθεί τη σύμβαση . Αντίθετα, το σύστημα που αφορούσε στην ασφάλιση λόγω μητρότητας βασιζόταν στην καταβολή από το κράτος ενός κατ' αποκοπήν ποσού. Σύμφωνα με τον Ferlini, το σύστημα αυτό έμοιαζε στην πραγματικότητα να ανήκει περισσότερο στον τομέα οικογενειακών παροχών παρά στον τομέα ασφαλίσεως λόγω ασθένειας.
17. Όπως αναφέρεται στη διάταξη παραπομπής, δυνάμει της ισχύουσας κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών νομοθεσίας (νόμοι της 27ης Ιουνίου 1983 και της 3ης Ιουλίου 1975) οι ασφαλισμένες ετύγχαναν, κατά τον τοκετό, των φροντίδων μαίας, ιατρικής περιθάλψεως, νοσηλείας σε σχετικό νοσοκομείο ή κλινική, φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων και προϊόντων διαίτης για βρέφη. Οι παροχές αυτές καλύπτονταν από το κράτος με ένα κατ' αποκοπήν ποσό καθοριζόμενο από règlement grand-ducal (ρύθμιση Μεγάλου Δουκάτου) λαμβανομένης χωριστά υπόψη κάθε παροχής.
18. Το règlement grand-ducal που ίσχυε κατά τον χρόνο που έλαβαν χώρα τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης ήταν το règlement grand-ducal της 31 Δεκεμβρίου 1974 , όπως τροποποιήθηκε, που είχε ως αντικείμενο τον προσδιορισμό, κατ' εφαρμογήν των άρθρων 6 και 13 του κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων, των παροχών σε είδος σε περίπτωση ασθένειας ή μητρότητας. Το άρθρο 12 του ανωτέρω règlement grand-ducal, καθόριζε το ύψος του κατ' αποκοπήν ποσού, ενώ παράλληλα προέβλεπε λεπτομερώς τα επί μέρους στοιχεία που συγκροτούσαν το ποσό αυτό και την τιμή που αντιστοιχούσε σε καθένα από τα στοιχεία αυτά.
19. Σύμφωνα με τη μνημονευθείσα στη διάταξη παραπομπής εγκύκλιο της UCM, της 1ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με την κατανομή των στοιχείων που συνθέτουν τις κατ' αποκοπήν οριζόμενες τιμές για τα συναφή με τον τοκετό έξοδα ύστερα από την 1η Ιανουαρίου 1989 , στην πράξη το σύστημα, που επέβαλαν η ισχύουσα κατά το χρόνο των επίδικων περιστατικών νομοθεσία και το σχετικό règlement grand-ducal της 31ης Δεκεμβρίου 1974, υπολογιζόταν με βάση τρία στοιχεία, ήτοι την ιατρική αρωγή, τα συναφή προς τον τοκετό έξοδα και τα προϊόντα διαίτης .
β) Η ασφάλιση ασθένειας-μητρότητας για τους μη υπαγόμενους στο εθνικό σύστημα
20. Όπως αναφέρουν η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου και η Επιτροπή, οι τιμές που προβλέπονται στο Λουξεμβούργο για παροχές περιθάλψεως προς πρόσωπα που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 είναι ίδιες με αυτές που εφαρμόζονται για τους υπαγόμενους στο εθνικό σύστημα. Εξάλλου, τα πρόσωπα που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 περιλαμβάνονται ρητώς στο πεδίο εφαρμογής των συλλογικών συμβάσεων σχετικά με την ασθένεια. Θα πρέπει λοιπόν να γίνει δεκτό ότι και στην περίπτωση της ασφαλίσεως λόγω μητρότητας, το κατ' αποκοπήν ποσό, που προβλεπόταν από το règlement grand-ducal της 31ης Δεκεμβρίου 1974, εφαρμοζόταν και στα πρόσωπα αυτά.
21. Αντίθετα, για τους υπολοίπους μη υπαγόμενους στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, φαίνεται ότι οι ρυθμίσεις και οι συλλογικές συμβάσεις, που αναφέρονται ανωτέρω, δεν εφαρμόζονταν και ότι, με την επιφύλαξη νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων ή διεθνών δεσμεύσεων του Λουξεμβούργου, τα πρόσωπα που παρέχουν υπηρεσίες περιθάλψεως είχαν κάθε ελευθερία ως προς τον καθορισμό των τιμών.
22. Έτσι, ελλείψει συμβάσεως μεταξύ του RCAM και της EHL, η τελευταία καθόρισε μονομερώς τις τιμές νοσοκομειακής περιθάλψεως, οι οποίες εφαρμόζονταν από την 1η Ιανουαρίου 1989 στους μη υπαγόμενους στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, συμπεριλαμβανομένων των κοινοτικών υπαλλήλων που υπάγονταν στο RCAM.
ΙΙΙ Τα πραγματικά περιστατικά
23. Ο Ferlini είναι υπάλληλος της Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και εργάζεται στο Λουξεμβούργο. Στη διάταξη παραπομπής δεν διευκρινίζεται πάντως αν ο Ferlini και η σύζυγός του έχουν την υπηκοότητα κράτους μέλους της Κοινότητας .
24. Δεδομένης της ιδιότητας του Ferlini ως υπαλλήλου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγός του, υπάγονται στο RCAM.
25. Μεταξύ 17ης Ιανουαρίου 1989 και 24ης Ιανουαρίου 1989, η σύζυγος του εφεσείοντος νοσηλεύθηκε στο Centre hospitalier de Luxembourg (στο εξής: CHL), λόγω τοκετού. Στη διάταξη παραπομπής αναφέρεται ότι το CHL είναι δημόσιο ίδρυμα.
26. Στις 24 Φεβρουαρίου 1989, το CHL απέστειλε στον εφεσείοντα το σχετικό με τις δαπάνες νοσηλείας τιμολόγιο, για ποσό 73 460 φράγκων Λουξεμβούργου (LUF).
27. Ο Ferlini προέβαλε αντιρρήσεις κατά μιας διατάξεως περί πληρωμής υπό όρους η οποία είχε εκδοθεί κατ' αυτού στις 22 Απριλίου 1993 και με την οποία είχε υποχρεωθεί να καταβάλει στο CHL το ανωτέρω ποσό.
28. Με απόφαση της 24ης Ιουνίου 1994, το Τribunal de paix de Luxembourg, εκδικάζοντας επί αστικής υποθέσεως και σε κατ' αντιδικία δίκη, κήρυξε αβάσιμες τις αντιρρήσεις και υποχρέωσε τον Ferlini να καταβάλει στο CHL το ποσό αυτό προσηυξημένο με τους νόμιμους τόκους.
29. Στις 5 Οκτωβρίου 1994, ο Ferlini άσκησε έφεση κατά της ανωτέρω αποφάσεως.
30. Όπως αναφέρεται στη διάταξη παραπομπής, κατά τον εφεσείοντα, το ποσό που χρέωσε το CHL προέκυπτε, αφενός, από την εφαρμογή των τιμών νοσοκομειακής περιθάλψεως οι οποίες είχαν ορισθεί από την EHL, εφαρμόζονταν ύστερα από την 1η Ιανουαρίου 1989 και ίσχυαν επί των προσώπων και οργανισμών που δεν υπάγονται στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως και, αφετέρου, από την εφαρμογή των τιμών οι οποίες ίσχυαν για αυτούς που υπάγονταν στα ταμεία υγείας και οι οποίες προέκυπταν από την εγκύκλιο της UCM της 1ης Δεκεμβρίου 1988. Όμως, οι τιμές αυτές υπερέβαιναν κατά πολύ αυτές που ίσχυαν για τους υπαγόμενους στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως και συνιστούσαν δυσμενή διάκριση.
31. ρος στήριξη της εφέσεώς του, ο Ferlini προβάλλει ότι ο καθορισμός των δαπανών νοσοκομειακής περιθάλψεως, στον οποίο προέβη το CHL, αντίκειται προς την αρχή της ισότητας. Στη συνέχεια, ο εφεσείων υποστηρίζει ότι το σύστημα καθορισμού τιμών νοσοκομειακής περιθάλψεως που εφαρμόζεται επί των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπως αυτό προκύπτει από συμφωνία μεταξύ των νοσοκομείων του Λουξεμβούργου, συνασπισμένων στο πλαίσιο της EHL, αντίκειται προς το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
32. Επικουρικώς, ο εφεσείων εκτιμά ότι το ζητούμενο ποσό είναι υπερβολικό και δυσανάλογο προς τις παρασχεθείσες υπηρεσίες.
33. Το εφεσίβλητο CHL ζητεί την απόρριψη της εφέσεως και την επιβεβαίωση της πρωτόδικης αποφάσεως καθώς και αποζημίωση λόγω δικαστικών εξόδων. To CHL ισχυρίζεται κατ' ουσία ότι η κατάσταση των κοινοτικών υπαλλήλων δεν είναι συγκρίσιμη με αυτή των υπαγομένων στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως. Οι πρώτοι δεν πληρώνουν φόρους ούτε εισφορές στα εθνικά ασφαλιστικά συστήματα, το εισόδημά τους είναι πιο υψηλό, ενώ το RCAM δεν είχε συνάψει καμία σύμβαση με την EHL κατά το χρόνο που έλαβαν χώρα τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης. Tέλος, το CHL υποστηρίζει ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 85 της Συνθήκης δεν συντρέχουν εν προκειμένω.
IV Το προδικαστικό ερώτημα
34. Κατά το δικαστήριο της παραπομπής, το άρθρο 48 της Συνθήκης και οι κανονισμοί 1408/71 και 1612/68 αφορούν μόνο στους κοινοτικούς υπηκόους οι οποίοι, εντός ενός άλλου κράτους μέλους, έχουν πρόσβαση σε απασχόληση ή ασφαλιστική κάλυψη διεπόμενη από τη νομοθεσία του ενλόγω κράτους μέλους. Ωστόσο, στο μέτρο που οι κοινοτικοί υπάλληλοι κατοικούν εντός άλλου, εκτός του δικού τους, κράτους μέλους, λόγω ακριβώς των καθηκόντων τους, δεν θα επιτρέπετο να περιαχθούν σε κατάσταση λιγότερο ευνοϊκή απ' όσο αυτή που ισχύει για κάθε άλλο μισθωτό, υπήκοο κράτους μέλους. Αντιθέτως, πρέπει να απολαύουν του συνόλου των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο για τους υπηκόους των κρατών μελών όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, την ελευθερία εγκαταστάσεως και την κοινωνική προστασία.
35. Ο εθνικός δικαστής εκτίμησε επίσης ότι τα τεθέντα από τον εφεσείοντα ζητήματα καθώς και οι προβληθείσες από το εφεσίβλητο αντιρρήσεις δεν μπορούν να κριθούν χωρίς την ερμηνεία των αρχών που διέπουν το δίκαιο του ανταγωνισμού, ιδίως από πλευράς του ζητήματος της αρμοδιότητας των κρατών μελών όσον αφορά στη ρύθμιση του δικού τους συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, του ιδιαιτέρου καθεστώτος των επιχειρήσεων και των οικείων παροχών, καθώς και του επηρεασμού της κοινής αγοράς.
36. Με βάση τα ανωτέρω το Tribunal d'arrondissement de Luxembourg (όγδοο τμήμα) αποφάσισε να θέσει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχοντας υπόψη την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων μεταξύ υπηκόων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, αρχή που έχει καθιερωθεί με τα άρθρα 6 και 48 της Συνθήκης ΕΚ και, όσον αφορά τον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας, με τον κανονισμό 1612/68 του Συμβουλίου, της 5ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 312/76 του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, και, όσον αφορά τον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, με τον κανονισμό 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983,
και
έχοντας υπόψη το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ που απαγορεύει όλες τις συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες τις αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάζουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς,
είναι ο règlement grand-ducal (ρύθμιση Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου), της 31ης Δεκεμβρίου 1974 (Memorial A αριθ. 95 της 31.12.1974, σ. 2298), όπως έχει τροποποιηθεί, που έχει ως αντικείμενο τον καθορισμό, κατ' εφαρμογή των άρθρων 6 και 13 του κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων, των παροχών σε είδος σε περίπτωση ασθενείας και μητρότητας, οι τιμές νοσοκομειακής περιθάλψεως που ισχύουν ύστερα από την 1η Ιανουαρίου 1989 για πρόσωπα και οργανισμούς μη υπαγομένους στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, η εγκύκλιος της UCM της 1ης Δεκεμβρίου 1988 σχετικά με την κατανομή των στοιχείων που συνθέτουν τα κατ' αποκοπήν χορηγούμενα ποσά για έξοδα τοκετού ύστερα από την 1η Ιανουαρίου 1989 και οι πρακτικές της EHL, που συνίστανται στο να ισχύουν για τα πρόσωπα και οργανισμούς που δεν υπάγονται στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως και για τους υπαλλήλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που υπάγονται στο RCAM ενιαίες τιμές για ιατρική και νοσοκομειακή περίθαλψη υψηλότερες αυτών που ισχύουν για τους υπαγόμενους στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως κατοίκους, ασύμβατοι με το κοινοτικό δίκαιο;»
V Η απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα
37. Με το προδικαστικό ερώτημα, που έθεσε το Τribunal d'arrondissement de Luxembourg (όγδοο τμήμα), το Δικαστήριο καλείται να λάβει θέση σχετικά με την απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων λόγω ιθαγένειας (Β) και την προστασία του ανταγωνισμού (Γ) ενόψει του καθορισμού σ' ένα κράτος μέλος των τιμών ιατρικής και νοσοκομειακής περιθάλψεως λόγω μητρότητας για τους μη υπαγόμενους στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, συμπεριλαμβανομένων των κοινοτικών υπαλλήλων που, λόγω της υπηρεσίας τους, εργάζονται και κατοικούν στο κράτος αυτό, αλλά υπάγονται στο RCAM. Θα εξετάσω τα δύο αυτά ζητήματα, αφού προηγουμένως προβώ σε μία σύντομη επισήμανση σχετικά με τη διατύπωση του προδικαστικού ερωτήματος (Α).
Α Eπί της διατυπώσεως του προδικαστικού ερωτήματος
38. Ενόψει της διατυπώσεως του προδικαστικού ερωτήματος, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι το Δικαστήριο, στο πλαίσιο του άρθρου 117 της Συνθήκης ΕΚ (κατέστη άρθρο 234 ΕΚ), δεν αποφαίνεται ως προς την ερμηνεία ή την ισχύ εθνικών διατάξεων, ούτε ως προς το κατά πόσον συμβιβάζονται οι διατάξεις αυτές με τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, αλλά παρέχει στο αιτούν δικαστήριο όλα τα αναγκαία στοιχεία ερμηνείας που θα του επιτρέψουν να κρίνει το ίδιο αν κάποια διάταξη του εσωτερικού δικαίου συμβιβάζεται ή όχι με τους κοινοτικούς κανόνες .
39. Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι το προδικαστικό ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου αφορά στο ζήτημα αν τα άρθρα 7 και 48 της Συνθήκης ΕΟΚ και οι διατάξεις των κανονισμών 1612/71 και 1408/71 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιτίθενται προς εθνικές ρυθμίσεις και πρακτικές ενώσεων μεταξύ προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες ιατρικής και νοσοκομειακής περιθάλψεως λόγω μητρότητας, οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα να ισχύουν για τα πρόσωπα και οργανισμούς που δεν υπάγονται στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, συμπεριλαμβανομένων των κοινοτικών υπαλλήλων που υπάγονται στο RCAM, ενιαίες τιμές για την ανωτέρω περίθαλψη υψηλότερες αυτών που ισχύουν για τους υπαγόμενους στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως κατοίκους.
Β Επί της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων λόγω ιθαγένειας
40. H απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων λόγω ιθαγένειας αποτελεί το αρνητικό περιεχόμενο της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των υπηκόων των κρατών μελών της Κοινότητας ήδη των πολιτών της Ενώσεως και μία έκφανση της γενικής αρχής της ισότητας, η οποία συνιστά μία δομική έννοια του κοινοτικού δικαίου.
41. Η απαγόρευση αυτή, που εξειδικεύεται σε πολλές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, δεν αρνείται γενικά την ύπαρξη διακρίσεων, οι οποίες μπορεί να συνίστανται στην εφαρμογή διαφορετικών κανόνων σε παρόμοιες περιπτώσεις ή στην εφαρμογή του ίδιου κανόνα σε διαφορετικές περιπτώσεις . Εκείνο που αρνείται η ενλόγω απαγόρευση είναι οι αυθαίρετες διακρίσεις, οι οποίες μπορούν να εντοπισθούν μέσω της αναζητήσεως του αντικειμενικού χαρακτήρα της δικαιολογήσεώς τους .
42. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων λόγω ιθαγένειας περιλαμβάνει όχι μόνο τις άμεσες, αλλά και τις έμμεσες ή συγκεκαλυμμένες διακρίσεις, οι οποίες, αν και δεν βασίζονται άμεσα στο απαγορευμένο κριτήριο της ιθαγένειας, βασίζονται σε άλλα κριτήρια που παράγουν αποτελέσματα πανομοιότυπα ή τουλάχιστον ανάλογα αυτών στα οποία καταλήγει η εφαρμογή του κριτηρίου της ιθαγένειας . Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι, στην παρούσα υπόθεση, η επίμαχη δυσμενής διάκριση αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα έμμεσης δυσμενούς διακρίσεως λόγω ιθαγένειας. Η εφαρμογή του κριτηρίου της υπαγωγής στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, κριτηρίου στο οποίο θεμελιώνεται η διαφοροποίηση των τιμών ιατρικής και νοσοκομειακής περιθάλψεως, αποτελεί συγκεκαλυμμένη εφαρμογή του κριτηρίου της ιθαγένειας, στο μέτρο που, όπως τονίζει η Επιτροπή, το μεγαλύτερο μέρος των υπαγομένων στο εθνικό σύστημα είναι υπήκοοι του Λουξεμβούργου, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία αυτών που δεν υπάγονται στο σύστημα αυτό, ιδίως δε των κοινοτικών υπαλλήλων, είναι υπήκοοι άλλων κρατών μελών .
43. Μετά από τις ανωτέρω προκαταρκτικές παρατηρήσεις, φρονώ ότι, ενόψει των διαφορετικών διατάξεων του κοινοτικού δικαίου που καλείται να ερμηνεύσει το Δικαστήριο, θα πρέπει να εξετασθούν διαδοχικά τα ακόλουθα ζητήματα. Καταρχάς, προκειμένου να κριθεί αν στην παρούσα υπόθεση συντρέχει περίπτωση αντίθετης προς το κοινοτικό δίκαιο δυσμενούς διακρίσεως λόγω ιθαγένειας (δ), θα πρέπει, ενόψει των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης, να εντοπισθεί η νομική βάση της απαγορεύσεως αυτής της δυσμενούς διακρίσεως και να διερευνηθούν οι ειδικότερες προϋποθέσεις εφαρμογής της απαγορεύσεως αυτής (α). Στη συνέχεια, θα πρέπει να γίνουν ορισμένες επισημάνσεις σχετικά με τη συνδρομή, εν προκειμένω, των προϋποθέσεων αυτών και, πιο συγκεκριμένα, σχετικά με την ύπαρξη διαφορετικής μεταχειρίσεως παρεμφερών περιπτώσεων στο πλαίσιο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης και των δεδομένων του εθνικού δικαίου του Λουξεμβούργου (β). Τέλος, θα πρέπει να εξετασθεί αν η ανωτέρω διαφορετική μεταχείριση είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη ή όχι (γ).
α) Επί της νομικής βάσεως της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων λόγω ιθαγένειας
αα) Επί της εφαρμογής του κανονισμού 1408/71
44. Σύμφωνα με την νομολογία του Δικαστηρίου, «έχει την ιδιότητα του εργαζομένου, υπό την έννοια του κανονισμού 1408/71, όποιος είναι ασφαλισμένος, έστω και κατά ενός μόνο κινδύνου, δυνάμει υποχρεωτικής ή προαιρετικής ασφαλίσεως στο πλαίσιο ενός γενικού ή ειδικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως αναφερόμενου στο άρθρο 1, στοιχείο α_, του κανονισμού 1408/71, και μάλιστα ανεξάρτητα από την ύπαρξη εργασιακής σχέσεως» .
45. Oι κοινοτικοί υπάλληλοι, όπως ο Ferlini, αν και ασφαλισμένοι σε ένα ειδικό σύστημα όπως είναι το RCAM, δεν φαίνεται να μπορούν να θεωρηθούν ως μισθωτοί κατά την έννοια του ανωτέρω ορισμού.
46. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Γενικός Εισαγγελέας κ. Lenz στις προτάσεις του στην υπόθεση Schmid , «η έννοια του μισθωτού πρέπει να καθορίζεται με γνώμονα τους σκοπούς και το ουσιαστικό αντικείμενο του κανονισμού» . Με άλλα λόγια, η συνδρομή της έννοιας του μισθωτού εργαζομένου εξαρτάται ουσιαστικά από την ενγένει δυνατότητα εφαρμογής του κανονισμού.
47. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, μολονότι ο κανονισμός 1408/71, που εκδόθηκε επί τη βάσει του άρθρου 51 της Συνθήκης ΕΟΚ, συνδέεται με την εγκαθίδρυση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, εντούτοις βασικός σκοπός του είναι ο συντονισμός των διαφόρων εθνικών νομοθεσιών κοινωνικών παροχών, ώστε η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων να μην έχει ως αποτέλεσμα να περιέρχονται οι εργαζόμενοι, που κάνουν χρήση της ελευθερίας αυτής, σε μειονεκτική θέση έναντι των εργαζομένων που αναπτύσσουν τη δραστηριότητά τους εντός ενός μόνο κράτους μέλους.
48. Εν προκειμένω, όπως τονίζει και η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της, δεν συντρέχουν οι γενικές προϋποθέσεις εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, διότι δεν πρόκειται για συντονισμό εθνικών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως, αλλά για παροχές περιθάλψεως στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους και για διαφοροποίηση των τιμών αυτών των παροχών έναντι μιας κατηγορίας προσώπων που περιλαμβάνει ουσιαστικά εργαζομένους που είναι υπήκοοι άλλων κρατών μελών. Κατά συνέπεια, δεν υφίσταται ούτε περίπτωση χαρακτηρισμού του Ferlini ως μισθωτού κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71.
49. Συναφής προς τον λόγο για τον οποίο ο Ferlini δεν μπορεί να θεωρηθεί «μισθωτός» εργαζόμενος, κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71, είναι και ο λόγος μη εφαρμογής εν προκειμένω του κανονισμού 1408/71 που αρύεται ευθέως από τη διάταξη του άρθρου 2, παράγραφος 1, του τελευταίου. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ο κανονισμός 1408/71 «ισχύει για μισθωτούς ή μη μισθωτούς που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη και είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη μέλη ή απάτριδες ή πρόσφυγες που κατοικούν στο έδαφος ενός κράτους μέλους, καθώς και για τα μέλη της οικογένειάς τους και για τους επιζώντες τους». Εν προκειμένω, ο Ferlini ως υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υπάγεται στο σύστημα RCAM. Κατά συνέπεια, όπως φαίνεται να προκύπτει και από τα στοιχεία του φακέλου, ούτε αυτός ούτε η σύζυγός του υπάγονται σε εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως απαιτεί το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71.
50. Με βάση τα ανωτέρω, ούτε ο Ferlini ούτε η σύζυγός του μπορούν να υπαχθούν στο ratione personae πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 . Όμως, εφόσον στο κοινοτικό δίκαιο η έννοια του εργαζόμενου δεν είναι μονοσήμαντη, αλλά διαφέρει ανάλογα με τον τομέα στον οποίο έχει εφαρμογή , δεν αποκλείεται ο Ferlini και η σύζυγός του να υπάγονται στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής άλλων κανόνων του κοινοτικού δικαίου, όπως είναι το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ ή ο κανονισμός 1612/68.
αβ) Επί της εφαρμογής του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΟΚ και του κανονισμού 1612/68
51. Αν ληφθεί υπόψη η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τους υπηκόους κρατών μελών της Κοινότητας που είναι υπάλληλοι γενικά διεθνών οργανισμών , πρέπει να θεωρηθεί ότι a fortiori οι κοινοτικοί υπάλληλοι, όπως ο Ferlini, διατηρούν την ιδιότητα του εργαζόμενου που επιτρέπει, τόσο σε αυτούς όσο και στα μέλη της οικογένειάς τους, να υπάγονται στο ratione personae πεδίο εφαρμογής του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΟΚ και του κανονισμού 1612/68.
52. Ωστόσο, μπορεί να τεθεί ζήτημα ως προς την υπαγωγή της μεταχειρίσεως του ζεύγους Ferlini στο ratione materiae πεδίο εφαρμογής των ενλόγω κοινοτικών κανόνων . Συγκεκριμένα, πρέπει να εξετασθεί αν η επιβολή τιμών ιατρικής και νοσοκομειακής περιθάλψεως λόγω μητρότητας, υψηλότερων από αυτές που ισχύουν για τους υπαγόμενους στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, αφορά σε «όρο εργασίας» κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1612/68, ή σε «κοινωνικό πλεονέκτημα» κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 7, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού.
53. Η έννοια «όρος εργασίας» που χρησιμοποιείται στις ανωτέρω διατάξεις, φαίνεται να περιλαμβάνει στοιχεία που συνδέονται άμεσα με τη σύμβαση εργασίας, όπως η αμοιβή, η απόλυση, ο υπολογισμός της αρχαιότητας, η επαγγελματική επανένταξη ή η επαναπασχόληση. Συναφώς, είναι χαρακτηριστικό ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει αν αφορά σε «όρο εργασίας» ένα σύστημα που εξασφαλίζει την καταβολή των εισφορών ασφαλίσεως γήρατος και επιζώντων όταν ο εργαζόμενος υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία, εξέτασε αν αυτή η καταβολή αποτελεί συμβατική ή εκ του νόμου υποχρέωση βαρύνουσα τον εργοδότη .
54. Στην παρούσα υπόθεση, φρονώ ότι η επιβολή υψηλοτέρων τιμών ιατρικής και νοσοκομειακής περιθάλψεως λόγω μητρότητας δεν μπορεί να ενταχθεί στο σημασιολογικό πεδίο του «όρου εργασίας». Όπως παρατηρεί η Επιτροπή, παρά το γεγονός ότι η επιβολή αυτή δύναται να επιβαρύνει το καθαρό εισόδημα των μη υπαγομένων στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του Λουξεμβούργου, καθώς ενδέχεται οι τελευταίοι να υποχρεωθούν σε επιπλέον καταβολή χρημάτων λόγω της αδυναμίας του ασφαλιστικού τους φορέα να καλύψει το ύψος των επιβαλλομένων τιμών, εντούτοις πρέπει να γίνει δεκτό ότι αυτή η επιβάρυνση συνδέεται κατά τρόπο έμμεσο και υποθετικό με τους «όρους εργασίας» και, ειδικότερα, την αμοιβή των εργαζομένων αυτών. Η αντίθετη θέση θα οδηγούσε ουσιαστικά στην υιοθέτηση της απλουστευτικής αντιλήψεως ότι κάθε μορφή διατιμήσεως προϊόντων ή υπηρεσιών που αυξάνει έκτακτα έξοδα, όπως είναι τα έξοδα ιατρικής και νοσοκομειακής περιθάλψεως λόγω μητρότητας, πρέπει να θεωρείται ότι επηρεάζει τη συμβατικά ή νομοθετικά καθορισμένη αμοιβή των εργαζομένων.
55. Καθώς δεν φαίνεται να μπορεί να γίνει δεκτό ότι το ύψος των τιμών ιατρικής και νοσοκομειακής περιθάλψεως λόγω μητρότητας περιλαμβάνεται στους «όρους εργασίας», θα πρέπει να εξετασθεί αν ο καθορισμός των τιμών αυτών συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά του «κοινωνικού πλεονεκτήματος» κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68. Τα πλεονεκτήματα αυτά ορίζονται, κατά πάγια νομολογία, ως όλα «εκείνα τα οποία ανεξαρτήτως του αν συνδέονται προς ορισμένη σύμβαση εργασίας ή όχι χορηγούνται εν γένει στους ημεδαπούς εργαζομένους κυρίως λόγω της αντικειμενικής ιδιότητάς τους ως εργαζομένων ή απλώς και μόνο λόγω της διαμονής τους εντός της εθνικής επικρατείας και των οποίων η επέκτασή στους εργαζομένους που είναι υπήκοοι άλλων κρατών μελών φαίνεται για τον λόγο αυτό ικανή να διευκολύνει την ευχέρεια διακινήσεώς τους εντός της Κοινότητας» .
56. Κατά την Επιτροπή, ενόψει του ανωτέρω ορισμού, δεν αποκλείεται να θεωρηθεί ότι η εγγύηση ενός ύψους τιμών για τις ιατρικές παροχές, το οποίο είναι λογικό και, σύμφωνα με τις αρχές του λουξεμβουργιανού συστήματος, ανταποκρίνεται στο πραγματικό κόστος των ενλόγω παροχών, αποτελεί κοινωνικό πλεονέκτημα που πρέπει να παρέχεται σε όλους τους εργαζόμενους στο Λουξεμβούργο.
57. Κατά τον Ferlini, το κατ' αποκοπήν ποσό που καταβάλλεται από το κράτος του Λουξεμβούργου λόγω τοκετού αποτελεί αναμφισβήτητα «κοινωνικό πλεονέκτημα», καθώς δεν διακρίνεται ουσιαστικά από το επίδομα μητρότητας που το Δικαστήριο έχει θεωρήσει ως τέτοιο . Ο καθορισμός των τιμών των παροχών που καλύπτονται από αυτό το κατ' αποκοπήν ποσό αποτελεί ουσιώδες στοιχείο αυτού του ποσού, το οποίο θα έπρεπε να καταβάλλεται σε όλους όσοι απολαύουν του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων στο Λουξεμβούργο. Στην πράξη φαίνεται ότι οι κοινοτικοί υπάλληλοι δεν έχουν αυτό το πλεονέκτημα του κατ' αποκοπήν ποσού, ζήτημα το οποίο δεν ανακινήθηκε στην υπόθεση της κύριας δίκης. Ωστόσο, ο Ferlini προβάλλει ότι είναι δυνατή η επίκληση της φύσεως του κοινωνικού πλεονεκτήματος προκειμένου να ζητηθεί τουλάχιστον η ισότητα στον καθορισμό των τιμών ιατρικής και νοσοκομειακής περιθάλψεως λόγω μητρότητας.
58. Τόσο η Επιτροπή, που επικαλείται ένα δικαίωμα σε λογικές και ίσες προς το κόστος τιμές, όσο και ο Ferlini, που επικαλείται το κατ' αποκοπήν ποσό που καταβάλλεται λόγω τοκετού, προσπαθούν να δώσουν ένα θετικό περιεχόμενο στην αξίωση ίσης μεταχειρίσεως ως προς τις τιμές των σχετικών παροχών, έτσι ώστε ο χαρακτηρισμός αυτής της αξιώσεως ως «κοινωνικού πλεονεκτήματος» να συνάδει με την νομολογία του Δικαστηρίου που συμβαίνει να έχει χαρακτηρίσει ως «κοινωνικά πλεονεκτήματα» κυρίως παροχές θετικού περιεχομένου . Από τις πληροφορίες που παρέχει η διάταξη παραπομπής δεν φαίνεται, όμως, να καθίσταται απολύτως προφανές ούτε ότι, κατά τον χρόνο που έλαβαν χώρα τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, ο καθορισμός των τιμών που εφαρμόζονταν στους υπαγόμενους στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ανταποκρινόταν στο κόστος των παροχών, ενώ οι τιμές που εφαρμόζονταν στους μη υπαγόμενους και, ειδικότερα, στους κοινοτικούς υπαλλήλους δεν ανταποκρίνονταν στο κόστος αυτό, ούτε ότι το κατ' αποκοπήν ποσό για την κάλυψη των υπηρεσιών περιθάλψεως λόγω τοκετού και, πολύ περισσότερο, ο καθορισμός των τιμών αυτών των υπηρεσιών έχουν την ίδια φύση με το επίδομα μητρότητας. Στον εθνικό δικαστή, που γνωρίζει σε βάθος το εθνικό δίκαιο και τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, ανήκει λοιπόν να διερευνήσει την ορθότητα των ανωτέρω επιχειρημάτων.
59. Ωστόσο, φρονώ ότι μπορεί κανείς να θεωρήσει πως ο επίμαχος καθορισμός των τιμών ιατρικής και νοσοκομειακής περιθάλψεως λόγω μητρότητας ανήκει στο ratione materiae πεδίο εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως που κατοχυρώνει το άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68, χωρίς να προσφύγει στην αναζήτηση μιας παροχής-πλεονεκτήματος θετικού περιεχομένου. Αρκεί να ακολουθήσει κανείς έναν συλλογισμό a majori ad minus. Από τη στιγμή που η ίση μεταχείριση ισχύει για τα «κοινωνικά πλεονεκτήματα», πρέπει να γίνει δεκτό ότι ισχύει για κάθε ρύθμιση η οποία, ακόμη και αν δεν αποτελεί stricto sensu πλεονέκτημα θετικού περιεχομένου, αφορά στην κοινωνική κατάσταση των εργαζομένων ανεξαρτήτως του αν συνδέεται προς ορισμένη σύμβαση εργασίας ή όχι , εφαρμόζεται εν γένει στους ημεδαπούς εργαζομένους, κυρίως λόγω της αντικειμενικής ιδιότητάς τους ως εργαζομένων ή απλώς και μόνο λόγω της διαμονής τους εντός της εθνικής επικρατείας, και της οποίας η επέκταση στους εργαζομένους που είναι υπήκοοι άλλων κρατών μελών φαίνεται για τον λόγο αυτό ικανή να διευκολύνει την ευχέρεια διακινήσεώς τους εντός της Κοινότητας. Είναι δε προφανές ότι ο καθορισμός των τιμών ιατρικής και νοσοκομειακής περιθάλψεως λόγω μητρότητας καλύπτει όλα τα στοιχεία του ανωτέρω ορισμού.
60. Εφόσον γίνει δεκτή η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, πρέπει να επισημανθεί ένα τελευταίο ζήτημα. Σύμφωνα με την πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου, αν μία εθνική ρύθμιση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 48 της Συνθήκης και του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, στην περίπτωση που η ρύθμιση αυτή εμποδίζει ή αποθαρρύνει υπήκοο κράτους μέλους να εγκαταλείψει τη χώρα του προκειμένου να ασκήσει το δικαίωμά του για ελεύθερη κυκλοφορία, θεωρείται αντίθετη προς το άρθρο 48 της Συνθήκης χωρίς να χρειάζεται να εξετασθεί η ύπαρξη έμμεσης δυσμενούς διακρίσεως λόγω ιθαγένειας . Από την νομολογία αυτή φαίνεται να προκύπτει ότι η περίπτωση παρεμποδίσεως ή αποθαρρύνσεως της ελεύθερης κυκλοφορίας εργαζομένων διαφοροποιείται από την ύπαρξη έμμεσης δυσμενούς διακρίσεως λόγω ιθαγένειας στο πλαίσιο της ίδιας ελευθερίας. Συγκεκριμένα, φαίνεται ότι το πεδίο εφαρμογής της παρεμποδίσεως ή αποθαρρύνσεως είναι ευρύτερο της δυσμενούς διακρίσεως λόγω ιθαγένειας και βασίζεται σε μία απλή πιθανολόγηση αυτής της παρεμποδίσεως ή αποθαρρύνσεως .
61. Ωστόσο, στην παρούσα υπόθεση δεν είναι εύκολο να ισχυρισθεί κανείς ότι, πέρα από την εγκαθίδρυση έμμεσης δυσμενούς διακρίσεως λόγω ιθαγένειας, η επιβολή σ' ένα κράτος μέλος υψηλότερων τιμών περιθάλψεως λόγω μητρότητας από αυτές που ισχύουν για τους ασφαλισμένους στο σύστημα ασφαλίσεως αυτού του κράτους μέλους, θα εμπόδιζε ή θα αποθάρρυνε γενικά έναν υπήκοο άλλου κράτους μέλους να εργασθεί, ιδίως ως κοινοτικός υπάλληλος, στο πρώτο κράτος. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγω αφού λάβω υπόψη τον έκτακτο, σχετικά προβλέψιμο και περιορισμένο χαρακτήρα των εξόδων περιθάλψεως λόγω μητρότητας ενόψει και της ευρείας δυνατότητας ασφαλίσεως και καλύψεως των εξόδων περιθάλψεως λόγω μητρότητας σε διάφορα κράτη μέλη που παρέχει το RCAM. Αντίθετα, αν αποδεικνυόταν ότι σε ένα κράτος μέλος, όπως εν προκειμένω στο Λουξεμβούργο, υφίσταται καθορισμός τιμών που ενέχει παρόμοια δυσμενή διάκριση για το σύνολο ή για ένα σημαντικό μέρος των παροχών ιατρικής και νοσοκομειακής περιθάλψεως εν γένει, θα μπορούσε πράγματι να υποστηριχθεί ότι αυτό ενδεχομένως θα αποθάρρυνε τον υπήκοο κράτους μέλους να εγκαταλείψει το κράτος μέλος όπου κατοικεί για να εργασθεί ως κοινοτικός υπάλληλος στο κράτος αυτό.
αγ) Επί της εφαρμογής του άρθρου 7 της Συνθήκης ΕΟΚ
62. To άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ, σύμφωνα με το οποίο «εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας συνθήκης και με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεών της, απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω ιθαγένειας», μπορεί να εφαρμοσθεί αυτοτελώς μόνο σε περιπτώσεις διεπόμενες από το κοινοτικό δίκαιο, για τις οποίες η Συνθήκη δεν προβλέπει ειδική απαγόρευση των διακρίσεων .
63. Στο μέτρο που η αρχή της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων λόγω ιθαγένειας εξειδικεύεται από το άρθρο 48 της Συνθήκης, θα πρέπει, κατά συνέπεια, να γίνει δεκτό ότι, εν προκειμένω, δεν υπάρχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 7 της Συνθήκης παρά μόνο αν δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 48 και του κανονισμού 1612/68. Με βάση τις αναλύσεις που προηγήθηκαν, μπορεί να τεθεί λοιπόν ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 7 της Συνθήκης στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει είτε ότι ο Ferlini δεν έχει την ιδιότητα του εργαζομένου κατά την έννοια του άρθρου 48 και του κανονισμού 1612/68, είτε ότι η επίμαχη διάκριση δεν εμπίπτει στο ratione materiae πεδίο εφαρμογής αυτών των κανόνων, δηλαδή ότι δεν αφορά ούτε σε «όρους εργασίας» ούτε σε «κοινωνικά πλεονεκτήματα».
64. Σε μία τέτοια περίπτωση θα πρέπει να εξετασθεί αν τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης, προϋπόθεση από την οποία εξαρτάται η εφαρμογή της αρχής της μη δυσμενούς διακρίσεως όπως αυτή προβλέπεται από το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ.
65. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι το Δικαστήριο φαίνεται να δέχεται μία ευρεία ανάλυση του περιεχομένου αυτής της προϋποθέσεως, αναγνωρίζοντας ότι εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης και καταστάσεις που, ενώ δεν συνδέονται άμεσα με τις θεμελιώδεις ελευθερίες που κατοχυρώνει το κοινοτικό δίκαιο, επηρεάζουν έμμεσα την άσκηση των ελευθεριών αυτών . Με άλλα λόγια, ο καθορισμός του πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης, κατά την έννοια του άρθρου 7, παρουσιάζει μία δυναμική που επιτρέπει να εντάσσονται σταδιακά στο πεδίο αυτό μία σειρά ζητημάτων που δεν είναι ξένα προς το κοινοτικό δίκαιο ή ρυθμίζονται έστω και μερικώς από αυτό .
66. Ειδικότερα, όσον αφορά στους κοινοτικούς υπαλλήλους, με την απόφαση Forcheri, της 13ης Ιουλίου 1983, η οποία, όπως και η παρούσα υπόθεση, αφορούσε στην κατάσταση της συζύγου υπαλλήλου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , το Δικαστήριο δέχθηκε, καταρχάς, ότι «η νομική κατάσταση των υπαλλήλων της Κοινότητας στο κράτος μέλος υπηρεσίας τους εμπίπτει στον τομέα εφαρμογής της Συνθήκης για δύο λόγους: αφενός μεν, λόγω της σχέσεως εργασίας που έχουν με την Κοινότητα, αφετέρου δε, διότι πρέπει να απολαύουν του συνόλου των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο για τους υπηκόους των κρατών μελών στους τομείς της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, της εγκαταστάσεως και της κοινωνικής προστασίας» . Κατά τον τρόπο αυτό, στην ίδια απόφαση, το Δικαστήριο, εξετάζοντας το ειδικότερο ζήτημα αν, στην περίπτωση συζύγου υπαλλήλου των Κοινοτήτων που δεν έχει την υπηκοότητα του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένη με το σύζυγό της, η καταβολή τέλους εγγραφής εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης και είναι συμβατή με το κοινοτικό δίκαιο, έκρινε ότι «όταν ένα κράτος οργανώνει κύκλους μαθημάτων που αφορούν ιδίως στην επαγγελματική εκπαίδευση, το να αξιώνει από υπήκοο άλλου κράτους μέλους, που είναι νόμιμα εγκατεστημένος στο πρώτο κράτος μέλος, τέλος εγγραφής, το οποίο δεν ζητείται από τους υπηκόους του ενλόγω κράτους, ως προϋπόθεση συμμετοχής στα μαθήματα αυτά, συνιστά δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγένειας, την οποία απαγορεύει το άρθρο 7 της Συνθήκης» .
67. Στην ανωτέρω απόφαση, που προηγήθηκε χρονικά των προμνησθεισών αποφάσεων Echternach και Moritz (υποσημείωση 22) και Schmid (υποσημείωση 18), το Δικαστήριο, θεωρώντας σιωπηρώς ότι ένας κοινοτικός υπάλληλος, υπήκοος κράτους μέλους της Κοινότητας, δεν είναι εργαζόμενος κατά την έννοια του άρθρου 48 της Συνθήκης και του κανονισμού 1612/68, αλλά αποδεχόμενο ότι δεν είναι δυνατό να αρνηθεί σε αυτόν τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται από αυτούς τους κοινοτικούς κανόνες, αποφάσισε να θεμελιώσει την απόφασή του στο άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ. Τότε, το ζήτημα που τέθηκε ήταν ο καθορισμός των προσώπων που, χωρίς να είναι εργαζόμενοι κατά την ανωτέρω έννοια, θα μπορούσαν να ενταχθούν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης. Ενόψει του ζητήματος αυτού, το Δικαστήριο προσέφυγε στο κριτήριο του «υπηκόου άλλου κράτους μέλους, που είναι νόμιμα εγκατεστημένος στο πρώτο κράτος μέλος». Μάλιστα, ενώ στο σκεπτικό της αποφάσεως φαίνεται η σύζυγος του Forcheri να αντλεί το δικαίωμα της ίσης μεταχειρίσεως από την ιδιότητά της ως συζύγου κοινοτικού υπαλλήλου, γεγονός που της εξασφάλιζε τη νόμιμη εγκατάσταση στο κράτος μέλος, στο διατακτικό της αποφάσεως το Δικαστήριο φαίνεται να αναφέρεται γενικά στην προϋπόθεση νόμιμης εγκαταστάσεως, ανεξάρτητα από την ειδική περίπτωση των συζύγων κοινοτικών υπαλλήλων. Τούτο οδήγησε σχολιαστές της αποφάσεως να κάνουν λόγο για μία καινούργια προοπτική που δινόταν από το Δικαστήριο στο κοινοτικό δίκαιο· με άλλα λόγια, από τη στιγμή που ένας υπήκοος της Κοινότητας, ακόμη και μη εργαζόμενος κατά την έννοια του άρθρου 48 και του κανονισμού 1612/68, θα εγκαθίστατο νόμιμα στο έδαφος ενός κράτους μέλους, τότε θα απολάμβανε ίσης μεταχειρίσεως για όλα τα ζητήματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης .
68. Αξίζει στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι αυτή η προοπτική, που ανοιγόταν το 1983 στην νομολογία του Δικαστηρίου, έχει πλέον κατοχυρωθεί από τα άρθρα 8 (κατέστη, μετά την τροποποίηση, άρθρο 17 ΕΚ) και 8 Α (κατέστη, μετά την τροποποίηση, άρθρο 18 ΕΚ) της Συνθήκης ΕΚ . Όπως έχει δεχθεί στην πρόσφατη νομολογία του το Δικαστήριο, «κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, της Συνθήκης, οι πολίτες της Ενώσεως έχουν τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που προβλέπονται από τη Συνθήκη, άρα και το προβλεπόμενο στο άρθρο 6 της Συνθήκης δικαίωμα να μην υφίστανται διακρίσεις λόγω ιθαγένειας εντός του καθ'ύλην πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο πολίτης της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ο οποίος, όπως η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, διαμένει νομίμως εντός του εδάφους του κράτους μέλους υποδοχής μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 6 της Συνθήκης σε όλες τις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο καθ' ύλη πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου (...)» . Η ομοιότητα της ανωτέρω ερμηνείας των άρθρων 8 και 8 Α της Συνθήκης ΕΚ με τη νομολογία Forcheri είναι περισσότερο από προφανής. Κατά συνέπεια, μολονότι τα ανωτέρω άρθρα δεν θα μπορούσαν να εφαρμοσθούν κατά το χρόνο που έλαβαν χώρα τα κρίσιμα περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, η ερμηνεία τους αυτή μπορεί να φωτίσει το νόημα και τη σημασία της νομολογίας Forcheri.
69. Εφαρμόζοντας την νομολογία αυτή στη παρούσα υπόθεση, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, εφόσον η σύζυγος του Ferlini ήταν υπήκοος κράτους μέλους της Κοινότητας στοιχείο που ανήκει στον εθνικό δικαστή να εξακριβώσει και νόμιμα εγκατεστημένη στο Λουξεμβούργο ως σύζυγος κοινοτικού υπαλλήλου ο οποίος εργαζόταν εκεί, δεν μπορούσε να υποστεί δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγένειας την οποία απαγόρευε το άρθρο 7 της Συνθήκης για όλες τις περιπτώσεις που ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής της τελευταίας. Είναι δε προφανές ότι οι κλίμακες των τιμών ιατρικής και νοσοκομειακής περιθάλψεως αφορούν υπηρεσίες που, όπως αναφέρει και η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της, ενέπιπταν και εμπίπτουν χωρίς αμφιβολία στο πεδίο αυτό , χωρίς μάλιστα να χρειάζεται να εξακριβωθεί αν αφορούν σε «όρους εργασίας» ή σε «κοινωνικά πλεονεκτήματα», όπως συμβαίνει στην περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 48 της Συνθήκης και του κανονισμού 1612/68 .
70. H σύζυγος του Ferlini έχει το ανωτέρω δικαίωμα αυτοτελώς. Σε κάθε περίπτωση, όμως, το αντλεί από την ιδιότητά της ως συζύγου κοινοτικού υπαλλήλου υπήκοου κράτους μέλους της Κοινότητας ιδιότητα που επίσης ανήκει στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει , του οποίου η νομική κατάσταση εμπίπτει, σύμφωνα με τα ανωτέρω, στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης και ο οποίος, μαζί με την οικογένειά του, πρέπει να απολαύει του συνόλου των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο για τους υπηκόους των κρατών μελών στους τομείς της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, της εγκαταστάσεως και της κοινωνικής προστασίας.
71. Το τελευταίο, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, ζήτημα που πρέπει να εξετασθεί στο πλαίσιο της ερμηνείας του άρθρου 7 της Συνθήκης ΕΟΚ είναι η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου αυτού, όχι μόνο έναντι των διακρίσεων που προέρχονται από τη δράση των οργάνων της Κοινότητας ή των κρατών μελών της, αλλά και έναντι των διακρίσεων που επέρχονται στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών. Ενόψει των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης, το ανωτέρω ζήτημα τίθεται στην περίπτωση που θεωρηθεί ότι η δυσμενής διάκριση καταλογίζεται σε δραστηριότητες νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου· με άλλα λόγια, στην περίπτωση που θεωρηθεί ότι η δυσμενής διάκριση καταλογίζεται στο CHL, στην EHL ή στην UCM, και κριθεί ότι τα ενλόγω νομικά πρόσωπα είναι πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Στο σημείο αυτό πρέπει επισημανθεί ότι, πέραν της απλής μνείας ότι το CHL είναι δημόσιο ίδρυμα η διάταξη παραπομπής δεν περιέχει επαρκείς πληροφορίες για να κριθεί ο δημόσιος ή ιδιωτικός χαρακτήρας αυτών των προσώπων. Στον εθνικό δικαστή, ο οποίος γνωρίζει το εθνικό δίκαιο, ανήκει λοιπόν η διευκρίνιση του ενλόγω ζητήματος.
72. Φρονώ ότι, παρά τους σοβαρούς δισταγμούς που έχουν κατά καιρούς εκφρασθεί από τη θεωρία , η εξέλιξη της νομολογίας του Δικαστηρίου επιτρέπει στην παρούσα υπόθεση να δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα αν το άρθρο 7 μπορεί να έχει αυτό που συνήθως ονομάζεται «οριζόντιο άμεσο αποτέλεσμα».
73. Aυτή η απάντηση μπορεί να στηριχθεί στο γεγονός ότι η δράση των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, που είναι ασυμβίβαστη με το κοινοτικό δίκαιο διότι επιφέρει δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγένειας, καταλογίζεται στο ίδιο το κράτος μέλος.
74. Στο πλαίσιο της ρυθμίσεως των εργασιακών σχέσεων το Δικαστήριο έχει αποδεχθεί αυτού του είδους τον καταλογισμό θεωρώντας ότι η δράση των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου έχει έναν οιονεί κανονιστικό χαρακτήρα που εντάσσεται στο πλαίσιο της δράσεως του ίδιου του κράτους. Έτσι, σε ό,τι αφορά στα άρθρα 7 και 48 της Συνθήκης ΕΟΚ, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι: «Κοινό σημείο των άρθρων 7, 48 και 59 είναι ότι απαγορεύουν, στα αντίστοιχα πεδία εφαρμογής τους, κάθε διάκριση λόγω ιθαγένειας. Η απαγόρευση των διακρίσεων αυτών επιβάλλεται όχι μόνο στη δράση των δημοσίων αρχών, αλλά εκτείνεται εξίσου και σε άλλης φύσεως κανονιστικές διατάξεις, οι οποίες σκοπεύουν στη ρύθμιση, κατά τρόπο συλλογικό, της μισθωτής εργασίας και της παροχής υπηρεσιών» . Σε ό,τι αφορά ειδικότερα στο άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ (μετέπειτα άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΚ και νυν άρθρο 39 ΕΚ), το Δικαστήριο έχει, επίσης, κρίνει ότι «η κατάργηση, μεταξύ των κρατών μελών, των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων θα μπορούσε να διακυβευθεί αν εξουδετερωνόταν η κατάργηση των φραγμών κρατικής προελεύσεως από εμπόδια προερχόμενα από την άσκηση της νομικής αυτονομίας ενώσεων ή οργανισμών μη διεπόμενων από το δημόσιο δίκαιο (...). Εξάλλου, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι οι όροι εργασίας, στα διάφορα κράτη μέλη ρυθμίζονται άλλοτε νομοθετικά ή κανονιστικά και άλλοτε με συμβάσεις και άλλες πράξεις συναπτόμενες ή εκδιδόμενες από ιδιώτες. Συνεπώς, αν το αντικείμενο του άρθρου 48 της Συνθήκης περιοριζόταν στις πράξεις της δημόσιας αρχής, θα προέκυπταν ανισότητες κατά την εφαρμογή του» .
75. Ωστόσο, αν στην παρούσα υπόθεση ήθελε θεωρηθεί ότι η δυσμενής διάκριση οφείλεται στις αποφάσεις και πρακτικές της UCM ή της EHL, δεν θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής η ανωτέρω νομολογία του Δικαστηρίου και να γίνει έτσι δεκτό ότι το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ εφαρμόζεται εν προκειμένω με το σκεπτικό ότι, ανεξάρτητα από το δημόσιο ή ιδιωτικό χαρακτήρα των ανωτέρω νομικών προσώπων, η εν γένει δράση τους στοχεύει στη ρύθμιση, κατά τρόπο συλλογικό, της κοινωνικής ασφαλίσεως στο Μεγάλο Δουκάτο. Είναι αλήθεια, όπως προκύπτει από τη διάταξη παραπομπής και από τις παρατηρήσεις των μερών, ότι αυτά τα νομικά πρόσωπα μετέχουν ενεργά στις συλλογικές διαπραγματεύσεις σχετικά με τον καθορισμό των τιμών ιατρικής και νοσοκομειακής περιθάλψεως και, κατά τούτο, στο πλαίσιο της κοινωνικής ασφαλίσεως διαδραματίζουν ρόλο ανάλογο με αυτόν των αντιπροσωπευτικών συνδικαλιστικών οργανώσεων των εργαζομένων και εργοδοτών στο πλαίσιο της ρυθμίσεως των εργασιακών σχέσεων μέσω συλλογικών συμβάσεων. Θεωρούμενα λοιπόν υπό το πρίσμα των γενικών τους αρμοδιοτήτων, τα πρόσωπα αυτά συνιστούν φορείς ρυθμιστικής λειτουργίας στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, γεγονός που προσδίδει στην ενγένει δράση τους οιονεί κανονιστικό χαρακτήρα. Εντούτοις, στην υπόθεση της κύριας δίκης, ο καθορισμός από την EHL των τιμών ιατρικής και νοσοκομειακής περιθάλψεως λόγω μητρότητας για τους μη υπαγόμενους στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως δεν εμπίπτει στη ρύθμιση, κατά τρόπο συλλογικό, της κοινωνικής ασφαλίσεως, διότι, αφενός, ο καθορισμός αυτός είναι μονομερής και όχι συλλογικός και, αφετέρου, διότι αφορά στους μη υπαγόμενους στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως . Τα δύο αυτά στοιχεία δεν επιτρέπουν να γίνει δεκτό ότι η επίδικη στην κύρια δίκη δράση της EHL πρέπει να εκληφθεί ουσιαστικά ως δράση του ίδιου του κράτους.
76. Φρονώ όμως ότι το ανωτέρω συμπέρασμα δεν εμποδίζει τη δυνατότητα καταλογισμού της ευθύνης της δυσμενούς διακρίσεως λόγω ιθαγένειας, που προκύπτει από τη δράση των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, στο κράτος μέλος.
77. ράγματι, στην παρούσα υπόθεση, η αφετηρία της υπάρξεως δυσμενών διακρίσεων λόγω ιθαγένειας φαίνεται να εντοπίζεται στο εθνικό νομοθετικό πλαίσιο (άρθρα 6, 13 και 308 bis επ. του κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων) που προέβλεψε τη δυνατότητα ρυθμίσεως με συλλογικές συμβάσεις των τιμών ιατρικής και νοσοκομειακής περιθάλψεως και την έκδοση του règlement grand-ducal, της 31ης Δεκεμβρίου 1974, που καθόρισε τις παροχές σε είδος σε περίπτωση τοκετού. Στο επίπεδο ερμηνείας αυτού ακριβώς του νομοθετικού-κανονιστικού πλαισίου, το οποίο καταλογίζεται προφανώς στο κράτος μέλος, εμφιλοχωρεί η παράλειψη επεκτάσεως εφαρμογής των τιμών που ισχύουν για υπαγόμενους στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως και στους μη υπαγόμενους στο σύστημα αυτό υπηκόους άλλων κρατών μελών της Κοινότητας. Αυτό το νομοθετικό-κανονιστικό πλαίσιο, χωρίς να καθορίζει άμεσα υψηλότερες τιμές σε βάρος της δεύτερης αυτής κατηγορίας προσώπων, φαίνεται να επιτρέπει έναν τέτοιο καθορισμό από τους αρμόδιους οργανισμούς. Με άλλα λόγια, στο επίπεδο αυτού του νομοθετικού-κανονιστικού πλαισίου συντελείται καταρχάς η δυσμενής διάκριση ως αποτέλεσμα όχι θετικής ενέργειας, αλλά παραλείψεως προστασίας μιας κατηγορίας προσώπων ή τουλάχιστον αποδοχής της δυνατότητας διαφορετικής μεταχειρίσεώς της. Έτσι, αν η συμπεριφορά των νομικών προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες νοσοκομειακής περιθάλψεως και καθορίζουν τις τιμές αυτής της περιθάλψεως ενέχει μία δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγένειας, τούτο οφείλεται πρωτίστως στο γεγονός ότι το ανωτέρω νομοθετικό-κανονιστικό πλαίσιο τους παρέχει τη σχετική δυνατότητα.
78. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κάνει δεκτό ότι το γεγονός πως ένα κράτος μέλος παραλείπει να ενεργήσει, ή ενδεχομένως, παραλείπει να λάβει επαρκή μέτρα για την αποτροπή παραβιάσεως των κοινοτικών ελευθεριών που εξασφαλίζονται στο χώρο της εσωτερικής αγοράς που δεν γνωρίζει εσωτερικά σύνορα, παραβιάσεως η οποία προκαλείται ιδίως από ενέργειες ιδιωτών στο έδαφός του, μπορεί να έχει εξίσου σοβαρές συνέπειες με μία θετική ενέργεια παραβιάσεως αυτών των ελευθεριών. Συναφώς, στα κράτη μέλη επιβάλλεται η υποχρέωση όχι μόνο να μη θεσπίζουν τα ίδια πράξεις ή να μην υιοθετούν συμπεριφορές που μπορεί να αποτελέσουν εμπόδιο στις θεμελιώδεις ελευθερίες, αλλά, σε συνδυασμό και με το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ (μετέπειτα άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΚ και νυν άρθρο 10 ΕΚ), τους επιβάλλεται επίσης η υποχρέωση να λαμβάνουν κάθε αναγκαίο και πρόσφορο μέτρο για να διασφαλίζουν στο έδαφός τους τον σεβασμό αυτών των ελευθεριών .
79. Ενόψει του ως άνω καταλογισμού σε ένα κράτος μέλος της δυσμενούς διακρίσεως που οφείλεται στη δράση ιδιωτών στο έδαφός του, δεν χωρεί αμφιβολία για την δυνατότητα εφαρμογής στις σχέσεις μεταξύ των ιδιωτών αυτών όχι μόνον του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 7 του κανονισμού 1612/68, αλλά και του άρθρου 7 της Συνθήκης ΕΟΚ, ιδίως στο μέτρο που οι υποχρεώσεις που πηγάζουν από το άρθρο αυτό είναι ορισμένες και εμφανείς . Συναφώς, δεν είναι καθόλου παράδοξο ότι, όσον αφορά στο άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ (μετέπειτα άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ· πλέον τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ), γίνεται πλέον δεκτό ότι, αφού το άρθρο αυτό έχει δεσμευτικό χαρακτήρα, η απαγόρευση των διακρίσεων μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών επιβάλλεται όχι μόνο έναντι της δημόσιας εξουσίας, αλλά εκτείνεται και σε όλες τις συμβάσεις που ρυθμίζουν συλλογικώς την έμμισθη εργασία, καθώς και στις μεταξύ ιδιωτών συμβάσεις . Ενόψει τούτου, είναι πραγματικά δύσκολο να φαντασθεί κανείς πως, ενώ σε μία σύμβαση εργασίας μεταξύ ιδιωτών πρέπει, βάσει του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ, να τηρείται η αρχή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών, θα μπορούσε να μην τηρείται η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών της Κοινότητας, επί τη βάσει του άρθρου 7 της Συνθήκης ΕΟΚ, στην περίπτωση συμβάσεως παροχής υπηρεσιών ιατρικής ή νοσοκομειακής περιθάλψεως. Επομένως, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η δυσμενής διάκριση λόγω ιθαγένειας οφείλεται στη διακριτική ευχέρεια ενός μεμονωμένου νοσοκομείου, όπως είναι το CHL, ή στην εφαρμογή από αυτό μιας αποφάσεως της συμπράξεως νοσοκομείων, όπως είναι η EHL, και ότι αυτά τα νομικά πρόσωπα είναι πρόσωπα ιδωτικού δικαίου, πάλι θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι εφαρμόζεται το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ.
αδ) Συμπέρασμα επί της επιλογής νομικής βάσεως
80. Με βάση τα ανωτέρω, προτείνω λοιπόν στο Δικαστήριο, σε ό,τι αφορά στη νομική βάση της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, να κάνει δεκτό πως το εθνικό δικαστήριο οφείλει να εφαρμόσει στα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68. Αν παρ' όλα αυτά το Δικαστήριο κρίνει ότι τα περιστατικά αυτά δεν υπάγονται στο ratione materiae πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού, τότε μπορεί κάλλιστα να κρίνει ως εφαρμοστέο το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ.
β) Επί της διαφορετικής μεταχειρίσεως παρεμφερών περιπτώσεων
81. Ενόψει των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης είναι σκόπιμο να γίνουν ορισμένες επισημάνσεις σχετικά, αφενός, με την ύπαρξη και, ειδικότερα, με το αντικείμενο της δυσμενούς μεταχειρίσεως (βα) και, αφετέρου, με την ομοιότητα των διαφοροποιούμενων περιπτώσεων (ββ).
βα) Το αντικείμενο της διαφορετικής μεταχειρίσεως
82. Στη διάταξη παραπομπής ο εθνικός δικαστής δεν αναφέρει λεπτομερώς ως προς ποια επί μέρους στοιχεία των εξόδων νοσοκομειακής περιθάλψεως λόγω τοκετού υφίσταται διαφορετική μεταχείριση ως προς τις εφαρμοζόμενες τιμές μεταξύ των υπαγόμενων στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως και των μη υπαγόμενων σ' αυτό. Tα μόνα επί μέρους δεδομένα τιμών που αναφέρονται στη διάταξη παραπομπής εντάσσονται μάλλον στο πλαίσιο της περιγραφής των ισχυρισμών του εφεσείοντος , ενώ σε κάθε περίπτωση δεν αναφέρεται επί τη βάσει ποιων ακριβώς κανόνων, συμβάσεων ή αποφάσεων καθορίσθηκε καθεμία από τις αναφερόμενες τιμές. Από τη διάταξη παραπομπής και, ειδικότερα, από τη διατύπωση του προδικαστικού ερωτήματος το μόνο που μπορεί να ληφθεί ως δεδομένο και να οριοθετήσει την απάντηση του Δικαστηρίου είναι ότι από το σύνολο των ισχυουσών στο Λουξεμβούργο ρυθμίσεων κατά το χρόνο που έλαβαν χώρα τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης προκύπτει πως, για τα πρόσωπα και οργανισμούς που δεν υπάγονται στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως και για τους υπαλλήλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που υπάγονται στο RCAM, ίσχυαν ενιαίες τιμές για ιατρική και νοσοκομειακή περίθαλψη λόγω μητρότητας υψηλότερες αυτών που ίσχυαν για τους υπαγόμενους στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως κατοίκους.
83. Ωστόσο, αξίξει να σημειωθεί ότι, όπως υποστηρίζεται από τον Ferlini και φαίνεται να προκύπτει από έγγραφα που αυτός επισυνάπτει σε παράρτημα, με βάση τις εφαρμοζόμενες στην πράξη τιμές η διαφορετική μεταχείριση αφορά μόνο σε ορισμένες νοσοκομειακές παροχές και, ιδίως, στα γενικά έξοδα τοκετού, που ρυθμίστηκαν με μονομερή απόφαση του EHL για τους μη υπαγόμενους στο εθνικό σύστημα. Κατά τον Ferlini, για ορισμένες άλλες παροχές περιθάλψεως εκτός των εξόδων τοκετού και διαμονής στο νοσοκομείο, η ΕΗL είχε αποφασίσει, επίσης μονομερώς, να εφαρμόζει στους μη υπαγόμενους στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως τις ενιαίες τιμές που συμφωνήθηκαν με τη σύμβαση μεταξύ της UCM και της EHL, της 31ης Δεκεμβρίου 1974, σχετικά με τα καλυπτόμενα έξοδα από τα κατ' αποκοπήν ποσά λόγω τοκετού που προβλέπονταν για τους υπαγόμενους στα ταμεία ασφαλίσεως του Λουξεμβούργου. Κατά τον Ferlini, επίσης, η ανωτέρω σύμβαση πιθανώς υιοθετήθηκε ενόψει της συμβάσεως που καταρτίσθηκε μεταξύ της UCM και της AMMD.
84. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, δεν ανήκει στο Δικαστήριο, αλλά στον εθνικό δικαστή, που γνωρίζει το εθνικό δίκαιο και τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, να προσδιορίσει το αντικείμενο της διαφορετικής μεταχειρίσεως, καθώς επίσης την έκταση και τις λεπτομέρειες του μηχανισμού που οδηγεί στη μεταχείριση αυτή.
85. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι, στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεχθεί πως η διαφορετική μεταχείριση και, κατ' αποτέλεσμα, η δυσμενής διάκριση καταλογίζονται στο γενικότερο νομοθετικό-κανονιστικό πλαίσιο του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου , τότε δεν έχει ιδιαίτερη σημασία να διευκρινισθεί ως προς ποιες ακριβώς τιμές και με βάση ποιες ακριβώς αποφάσεις, συμφωνίες ή πρακτικές, που εξειδικεύουν αυτό το νομοθετικό-κανονιστικό πλαίσιο, επέρχεται δυσμενής διάκριση. Η τελευταία υφίσταται ως αποτέλεσμα της αποδοχής της δυνατότητας αντίθετης προς το κοινοτικό δίκαιο διαφορετικής μεταχειρίσεως, η οποία συντελείται στο επίπεδο του ανωτέρω νομοθετικού-κανονιστικού πλαισίου, ανεξάρτητα αν οι εφαρμοστές του πλαισίου αυτού, για οποιονδήποτε λόγο, εκμεταλλεύονται ή δεν εκμεταλλεύονται συγκυριακά τη δυνατότητα αυτή.
ββ) Η ομοιότητα των διαφοροποιημένων περιπτώσεων
86. Ενόψει των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης, τίθεται το ερώτημα αν οι δύο κατηγορίες προσώπων, δηλαδή, αφενός, οι υπαγόμενοι στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του Λουξεμβούργου και, αφετέρου, οι μη υπαγόμενοι σ' αυτό, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι κοινοτικοί υπαλλήλοι που υπάγονται στο RCAM, βρίσκονται σε παρεμφερείς καταστάσεις, έτσι ώστε η εφαρμογή διαφορετικών τιμών νοσοκομειακής περιθάλψεως λόγω τοκετού σε κάθε μια από τις κατηγορίες αυτές να συνιστά δυσμενή διάκριση. Φρονώ ότι η απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα πρέπει να είναι θετική, παρά τα επιχειρήματα που επικαλούνται η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου και το εφεσίβλητο στην κύρια δίκη CHL.
87. ρώτον, το γεγονός ότι οι δύο κατηγορίες προσώπων υπάγονται σε διαφορετικά νομικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη θέση ότι πρόκειται για δύο περιπτώσεις που πρέπει να διαφοροποιηθούν έναντι του κοινοτικού δικαίου σε ό,τι αφορά στις τιμές ιατρικής και νοσοκομειακής περιθάλψεως λόγω μητρότητας. αρά τη σχετική αυτονομία τους, τόσο το εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του Λουξεμβούργου όσο και το RCAM δεν μπορούν να παραβιάζουν τις αρχές και τους κανόνες που διέπουν το κοινοτικό δίκαιο. Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, μολονότι, «ελλείψει εναρμονίσεως σε κοινοτικό επίπεδο, εναπόκειται στην νομοθεσία κάθε κράτους μέλους να καθορίσει, αφενός, τις προϋποθέσεις του δικαιώματος ή της υποχρεώσεως υπαγωγής σ' ένα σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως (...) και, αφετέρου, τις προϋποθέσεις χορηγήσεως δικαιωμάτων και παροχών (...), τα κράτη μέλη οφείλουν ωστόσο, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, να τηρούν το κοινοτικό δίκαιο» . Εξάλλου, μία δυσμενής διάκριση ως προς το θέμα των τιμών ιατρικής και νοσοκομειακής περιθάλψεως λόγω μητρότητας δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αφορά στη διαρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως υπό την ανωτέρω έννοια. αράλληλα, το γεγονός ότι δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 2, της κοινής ρυθμίσεως στο πλαίσιο του RCAM, «τα όργανα προσπαθούν, στο μέτρο του δυνατού, να διαπραγματευθούν με τους εκπροσώπους του ιατρικού επαγγέλματος και/ή τις αρμόδιες αρχές, ενώσεις και ιδρύματα, συμφωνίες για τον καθορισμό των ποσών που καταβάλλουν οι δικαιούχοι, λαμβάνοντας υπόψη τις τοπικές συνθήκες και, ενδεχομένως, τους ήδη ισχύοντες τιμοκαταλόγους τόσο από ιατρική όσο και από νοσοκομειακή άποψη», δεν σημαίνει ότι, στο πλαίσιο των ανωτέρω συμφωνιών, τα όργανα αυτά δύνανται να παραβιάζουν το πρωτογενές κοινοτικό δίκαιο και, ειδικότερα, την αρχή της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων λόγω ιθαγένειας μεταξύ των εργαζομένων υπηκόων της Κοινότητας.
88. Εξάλλου, το επιχείρημα ότι οι κοινοτικοί υπάλληλοι δεν έχουν ανάγκη από τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου για να κυκλοφορούν ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών της Κοινότητας, διότι απολαύουν των δικαιωμάτων που προβλέπει το πρωτόκολλο περί προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, δεν μπορεί να θεωρηθεί πειστικό. Τα δικαιώματα αυτά κατοχυρώνονται προς το συμφέρον των Κοινοτήτων, ενόψει της εκπληρώσεως της αποστολής των τελευταίων , παραπέμπουν κατά κανόνα στην μεταχείριση που απολαύουν οι διπλωματικές αποστολές και δεν παρουσιάζουν το εύρος και τη δυναμική των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει το κοινοτικό δίκαιο για τους υπηκόους της Κοινότητας ήδη πολίτες της Ενώσεως. Έτσι, ενώ το ανωτέρω επιχείρημα θα μπορούσε ενδεχομένως να προβληθεί για τους κοινοτικούς υπαλλήλους που δεν έχουν την ιθαγένεια κάποιου κράτους μέλους , δεν θα μπορούσε να συμβεί το ίδιο για τους υπαλλήλους που έχουν τέτοια ιθαγένεια. Όπως προκύπτει από τις προμνησθείσες αποφάσεις Echternach και Moritz (υποσημείωση 22), Schmid (υποσημείωση 18) και Forcheri (υποσημείωση 33), οι τελευταίοι εξακολουθούν να έχουν την ιδιότητα του εργαζόμενου κατά το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ και να απολαύουν του συνόλου των πλεονεκτημάτων που κατοχυρώνει το κοινοτικό δίκαιο, ανεξάρτητα από την ειδική εργασιακή τους θέση. Η συρρίκνωση της νομικής τους καταστάσεως εντός των ορίων του πρωτοκόλλου περί προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων θα αποτελούσε λοιπόν παράβαση του κοινοτικού δικαίου και των δικαιωμάτων τους που πηγάζουν από αυτό.
89. Δεύτερον, το γεγονός ότι, κατά το χρόνο που έλαβαν χώρα τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, δεν είχε καταρτισθεί συμφωνία μεταξύ του RCAM και της EHL, ενώ υπήρχαν ανάλογες συμφωνίες με την UCM, δεν φαίνεται να είναι κρίσιμο ως προς την ύπαρξη διακρίσεως μεταξύ παρεμφερών περιπτώσεων. Όπως αναφέρουν η Επιτροπή και ο Ferlini, στην παρούσα υπόθεση πρόκειται για τιμές παροχών που δεν είναι το αποτέλεσμα συμβάσεων, αλλά αφορούν στο σύνολο των παροχών λόγω τοκετού που καθορίζονται από νομοθετικές-κανονιστικές ρυθμίσεις. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, πρέπει να τονισθεί ότι, λόγω του υποχρεωτικού τους χαρακτήρα στο πλαίσιο του λουξεμβουργιανού συστήματος, οι ανωτέρω συμβάσεις συνιστούν ουσιαστικά μία μορφή ενιαίας κανονιστικής ρυθμίσεως από την πλευρά του κράτους και απομακρύνονται πολύ από το να πρέπει να θεωρηθούν ως συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου που εκφράζουν τη συμβατική ελευθερία των προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες.
90. Τρίτον, τα επιχειρήματα ότι οι μη υπαγόμενοι στο εθνικό σύστημα υγείας του Λουξεμβούργου, αφενός, έχουν υψηλά εισοδήματα και υψηλά όρια καλύψεως και επιστροφής των εξόδων από το ασφαλιστικό τους σύστημα και, αφετέρου, δεν καταβάλλουν φόρους στο κράτος αυτό, ούτε εισφορές στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, δεν μπορούν να θεωρηθούν πειστικά.
91. Καταρχάς, σύμφωνα με τη διάταξη παραπομπής, στο λουξεμβουργιανό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, οι τιμές που ισχύουν για τις ιατρικές πράξεις είναι ενιαίες. Καθορίζονται αποκλειστικώς βάσει της φύσεως της παροχής και δεν ποικίλλουν ούτε ανάλογα με το εισόδημα του ασθενούς ούτε ανάλογα με τα προσόντα του παρέχοντος τις ιατρικές υπηρεσίες.
92. Εξάλλου, σε ό,τι αφορά στη μη καταβολή φόρων από τους μη υπαγόμενους στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, το Δικαστήριο έχει κρίνει, σχετικά με την ειδική κατάσταση ενός υπαλλήλου των Κοινοτήτων και της οικογένειάς του, ότι ο υπάλληλος αυτός «αν και, δυνάμει του άρθρου 13, εδάφιο 2, του πρωτοκόλλου περί προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, απαλλάσσεται από εσωτερικούς φόρους επί των αποδοχών, μισθών και λοιπών αμοιβών που καταβάλλονται από τις Κοινότητες, υποχρεούται, πάντως, δυνάμει του εδαφίου 1 του ιδίου άρθρου, να καταβάλλει φόρο επί των αποδοχών, μισθών και λοιπών αμοιβών υπέρ των Κοινοτήτων, από τους οποίους ωφελείται έμμεσα ως μέλος των Κοινοτήτων, το κράτος υποδοχής. Το γεγονός, λοιπόν, ότι δεν καταβάλλει φόρους επί των αποδοχών του στο εθνικό ταμείο δεν αποτελεί επαρκή αιτιολογία διαφοροποιήσεως της περιπτώσεως του υπαλλήλου και της οικογένειάς του από την περίπτωση του διακινούμενου εργαζομένου, τα εισοδήματά του οποίου υπόκεινται σε φορολογία στο κράτος διαμονής» .
93. Eπιπλέον, δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει διαφορετική μεταχείριση των δύο κατηγοριών ούτε το επιχείρημα ότι οι κοινοτικοί υπάλληλοι και γενικότερα οι μη υπαγόμενοι στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως δεν καταβάλλουν εισφορές στο τελευταίο. Καταρχάς, όπως έχει ήδη αναφερθεί, στο λουξεμβουργιανό σύστημα οι τιμές υπολογίζονται με βάση τη φύση και το κόστος της παροχής και όχι ανάλογα με την καταβαλλόμενη εισφορά. Επιπλέον, τα έξοδα παροχών λόγω μητρότητας καλύπτοναι απευθείας από το κράτος και όχι από ασφαλιστικά ταμεία, οπότε και θα είχε, ενδεχομένως, σημασία η μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών.
94. Όπως εύστοχα παρατηρεί η Επιτροπή, αν γινόταν δεκτό το ως άνω προβαλλόμενο επιχείρημα, σε συνδυασμό μάλιστα και με τον ισχυρισμό του εφεσίβλητου στην κύρια δίκη CHL ότι οι τιμές που επιβάλλονται στους κοινοτικούς υπαλλήλους αντιστοιχούν στην πραγματική αξία των προσφερόμενων παροχών, τούτο θα σήμαινε πως οι τιμές που εφαρμόζονται στους υπαγόμενους στο εθνικό σύστημα είναι κάτω του κόστους γεγονός που, σε κάθε περίπτωση, ανήκει στον εθνικό δικαστή να διευκρινίσει και πως θα μπορούσε να ζητηθεί από τους υπηκόους άλλων κρατών μελών μία πρόσθετη καταβολή από τη στιγμή που δεν καταβάλλουν φόρους και εισφορές στο κράτος αυτό. Όμως, κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο προς την κοινοτική αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, η οποία επιβάλλει την απόλαυση από υπηκόους άλλων κρατών μελών δικαιωμάτων που προβλέπονται για τους ημεδαπούς, ακόμη και αν αυτό θα σήμαινε επιπλέον κόστος για το κράτος μέλος στο οποίο δεν καταβάλλουν φόρους και εισφορές οι υπήκοοι αυτοί .
95. Τέλος, όπως ορθώς τονίζει η Επιτροπή, όλα τα ανωτέρω επιχειρήματα, που αφορούν στην οικονομική κατάσταση των κοινοτικών υπαλλήλων και στη μη καταβολή από αυτούς φόρων και εισφορών, ενώ θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να χρησιμοποιηθούν προκειμένου να γίνει προσπάθεια δικαιολογήσεως της μη καλύψεως και μη επιστροφής των εξόδων περιθάλψεως από τα ασφαλιστικά ταμεία του Λουξεμβούργου, σε καμία περίπτωση δεν φαίνεται να συνιστούν πρόσφορα επιχειρήματα για τη δικαιολόγηση απλώς της επαυξήσεως των τιμών περιθάλψεως.
γ) Επί της αντικειμενικής δικαιολογήσεως της διαφορετικής μεταχειρίσεως
96. H διαφορετική μεταχείριση ως προς τις τιμές ιατρικής και νοσοκομειακής περιθάλψεως, που υφίστανται οι μη υπαγόμενοι στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του Λουξεμβούργου, δεν φαίνεται να δικαιολογείται αντικειμενικά, στοιχείο που, μεταξύ άλλων, δηλώνει την αντίθεσή της στο κοινοτικό δίκαιο .
97. Εκτός από το γεγονός ότι δεν τις επικαλούνται ούτε το CHL ούτε η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου, καμία από τις εξαιρέσεις του άρθρου 48, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, ούτε καν αυτή που αφορά στη δημόσια υγεία, δεν φαίνεται να μπορεί να εφαρμοσθεί εν προκειμένω. Όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, δεν θα μπορούσε λογικά να φαντασθεί κανείς ότι η δημόσια υγεία εξαρτάται από τη διαφοροποίηση των τιμών ιατρικών παροχών μεταξύ υπαγόμενων στο εθνικό σύστημα και κοινοτικών υπαλλήλων, ούτε φυσικά ότι η εφαρμογή των ίδιων τιμών συνιστά απειλή για τη δημόσια υγεία.
98. Καθώς η επίμαχη διαφοροποίηση αφορά σε καθαρά οικονομικό ζήτημα, θα μπορούσε κανείς ενδεχομένως να ισχυρισθεί ότι υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής της νομολογογίας Decker , σύμφωνα με την οποία, «οι σκοποί αμιγώς οικονομικής φύσεως δεν μπορούν να δικαιολογήσουν εμπόδια στη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Εντούτοις, δεν αποκλείεται ο κίνδυνος σοβαρού πλήγματος στη χρηματοοικονομική ισορροπία του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως να συνιστά επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος ικανό να δικαιολογήσει παρόμοιο εμπόδιο».
99. Εκτός από το γεγονός ότι από κανέναν δεν προβάλλεται ούτε αποδεικνύεται «κίνδυνος σοβαρού πλήγματος στη χρηματοοικονομική ισορροπία του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως» του Λουξεμβούργου, δεν φαίνεται να συντρέχει στην πραγματικότητα τέτοιος κίνδυνος.
100. ρέπει να υπομνησθεί ότι ούτε το κράτος του Λουξεμβούργου, ούτε τα ασφαλιστικά ταμεία του κράτους αυτού καλύπτουν τα έξοδα ιατρικής και νοσοκομειακής περιθάλψεως λόγω μητρότητας στους μη υπαγόμενους στο εθνικό σύστημα και, ειδικότερα, στους κοινοτικούς υπαλλήλους, ενώ για τους υπαγόμενους τα έξοδα αυτά καλύπτονται από το κράτος και όχι από τα ασφαλιστικά ταμεία. Επομένως, παρά τον σημαντικό ίσως αριθμό κοινοτικών υπαλλήλων που κατοικούν στο Λουξεμβούργο, οι παροχές ιατρικής και νοσοκομειακής περιθάλψεως λόγω μητρότητας στους κοινοτικούς υπαλλήλους δεν φαίνεται να επιβαρύνουν ειδικώς το σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων του κράτους αυτού.
101. Αν αποδεικνυόταν ότι οι τιμές που εφαρμόζονται στους υπαγόμενους στο εθνικό σύστημα είναι χαμηλότερες του κόστους των παροχών, θα μπορούσε ενδεχομένως να υποστηριχθεί ότι η εφαρμογή των τιμών αυτών στους μη υπαγόμενους στο εθνικό σύστημα κοινοτικούς υπαλλήλους θα επιβάρυνε τον κρατικό προϋπολογισμό χρηματοδοτήσεως της ιατρικής και νοσοκομειακής περιθάλψεως λόγω μητρότητας. Όμως, όπως έχει ήδη αναφερθεί, αφενός κάτι τέτοιο δεν αντιβαίνει στο πνεύμα της προστασίας της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων στο εσωτερικό της Κοινότητας και, αφετέρου, δεν μπορεί να αντιταχθεί στους κοινοτικούς υπαλλήλους ότι πρέπει να πληρώνουν ακριβότερα τις ίδιες υπηρεσίες διότι δεν καταβάλλουν φόρους εισοδήματος στο κράτος του Λουξεμβούργου .
102. Σε τελική ανάλυση, τίποτα δεν επιτρέπει να υποστηριχθεί ότι, λόγω των συγκριτικά υψηλών, ενδεχομένως, εισοδημάτων τους ή λόγω των συγκριτικά υψηλών, ενδεχομένως, ορίων καλύψεως και επιστροφής εξόδων από το ασφαλιστικό τους ταμείο, οι κοινοτικοί υπάλληλοι και ο ασφαλιστικός τους οργανισμός οφείλουν να χρηματοδοτούν το εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του Λουξεμβούργου.
δ) Συμπέρασμα επί της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων λόγω ιθαγένειας
103. Με βάση τις ανωτέρω επισημάνσεις φρονώ λοιπόν ότι το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 έχει την έννοια ότι αποκλείει την εφαρμογή σε υπηκόους κρατών μελών, οι οποίοι εργάζονται στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους, όπως εν προκειμένω του Λουξεμβούργου, αλλά δεν υπάγονται στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους αυτού και στους οποίους περιλαμβάνονται οι υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που υπάγονται στο RCAM, τιμές ιατρικής και νοσοκομειακής περιθάλψεως λόγω μητρότητας υψηλότερες αυτών που ισχύουν για τους κατοίκους του κράτους αυτού που υπάγονται στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.
104. Όπως επισημαίνει και η Επιτροπή, ως συνέπεια του ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι «τα μέλη της ομάδας που υφίσταται δυσμενή μεταχείριση πρέπει να αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο και να υπόκεινται στο ίδιο καθεστώς με τους άλλους ενδιαφερόμενους, καθεστώς το οποίο, ελλείψει ορθής εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, είναι το μόνο έγκυρο σύστημα αναφοράς» .
Γ Επί της προστασίας του ανταγωνισμού
105. Στην παρούσα υπόθεση, η πιθανή παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ αφορά κυρίως στο γεγονός ότι μία σύμπραξη νοσοκομείων, όπως είναι εν προκειμένω η EHL, εφαρμόζει για τα πρόσωπα και οργανισμούς τα οποία δεν υπάγονται στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως και στα οποία περιλαμβάνονται και οι υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που υπάγονται στο RCAM, τιμές νοσοκομειακής περιθάλψεως λόγω μητρότητας ανώτερες από αυτές που ισχύουν για τους υπαγόμενους στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.
106. Αξίζει πάντως να σημειωθεί προκαταρκτικά ότι η ανωτέρω παράβαση, εφόσον συντρέχει, δύναται να καταλογισθεί και στο ίδιο το κράτος μέλος, το νομοθετικό-κανονιστικό πλαίσιο του οποίου επιτρέπει τέτοιου είδους παραβάσεις . Όπως έχει κάνει δεκτό το Δικαστήριο, καίτοι είναι αλήθεια ότι, αυτό καθαυτό, το άρθρο 85 της Συνθήκης αφορά αποκλειστικώς τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων και όχι τα νομοθετικά ή κανονιστικά μέτρα των κρατών μελών, είναι εξίσου αλήθεια ότι το άρθρο αυτό, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 της Συνθήκης, επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να μη λαμβάνουν ή διατηρούν σε ισχύ μέτρα, ακόμη και νομοθετικής ή κανονιστικής φύσεως, ικανά να εξαλείψουν την πρακτική αποτελεσματικότητα των εφαρμοστέων επί των επιχειρήσεων κανόνων ανταγωνισμού. Τούτο συμβαίνει συγκεκριμένα όταν ένα κράτος μέλος επιβάλλει ή ευνοεί τη σύναψη συμπράξεων που αντίκειται στο άρθρο 85 ή ενισχύει τα αποτελέσματά τους ή όταν αφαιρεί από τη δική του ρύθμιση τον κρατικό της χαρακτήρα, μεταθέτοντας σε ιδιώτες επιχειρηματίες την ευθύνη της λήψεως αποφάσεων παρεμβάσεως σε οικονομικά θέματα .
107. ροκειμένου λοιπόν να κριθεί αν στην παρούσα υπόθεση υφίσταται απαγορευμένη συμφωνία ή απόφαση ενώσεως επιχειρήσεων ή εναρμονισμένη πρακτική κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ (στ), θα εξετασθεί στην συνέχεια αν συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις και, συγκεκριμένα, αν υφίσταται επιχείρηση και ένωση επιχειρήσεων (α), συμφωνία ή απόφαση ενώσεως επιχειρήσεων ή εναρμονισμένη πρακτική (β), που έχει αντικείμενο ή αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή την νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς (γ) και δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών (δ) σε αισθητό βαθμό (ε).
α) Επί της υπάρξεως επιχειρήσεως και ενώσεως επιχειρήσεων
108. Στο άρθρο 85, παράγραφος 1, εμπίπτουν συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και εναρμονισμένες πρακτικές. Συνεπώς απαιτείται, καταρχάς, να εξετασθεί αν τα νοσοκομεία αποτελούν επιχειρήσεις και η σύμπραξη νοσοκομείων, όπως η EHL, αποτελεί ένωση επιχειρήσεων κατά την έννοια της ενλόγω διατάξεως.
109. Kατά τη νομολογία, η έννοια της επιχειρήσεως «καλύπτει κάθε φορέα ο οποίος ασκεί οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς που τον διέπει και τον τρόπο χρηματοδοτήσεώς του» .
110. Kατά τη γνώμη μου, δεν χωρεί αμφιβολία ότι, στις σχέσεις που αναπτύσσουν με τους μη υπαγόμενους στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως και, ειδικότερα, τους κοινοτικούς υπαλλήλους, σχέσεις που μας ενδιαφέρουν άμεσα εν προκειμένω, τα νοσοκομεία του Λουξεμβούργου, ανεξάρτητα από το δημόσιο ή ιδιωτικό τους χαρακτήρα, αποτελούν επιχειρήσεις κατά την ανωτέρω έννοια.
111. To CHL και άλλα νοσοκομεία του Λουξεμβούργου ασκούν οικονομική δραστηριότητα στο μέτρο που παρέχουν υπηρεσίες εν προκειμένω, υπηρεσίες περιθάλψεως λόγω μητρότητας επί αμοιβή . Φρονώ δε ότι, ενόψει της ευρείας ερμηνείας που δίδει η νομολογία του Δικαστηρίου στην έννοια της οικονομικής δραστηριότητας και κατ' ακολουθίαν στον όρο «επιχείρηση», δεν μπορεί να αντιταχθεί ότι επαγγελματικές δραστηριότητες, όπως αυτές που συνδέονται με το ιατρικό επάγγελμα, τελούν υπό ιδιαίτερους κανόνες δεοντολογίας και καθορισμού τιμών, και δεν έχουν καταρχήν εμπορικό χαρακτήρα, δεν μπορούν, και μόνο για τους λόγους αυτούς, να συνιστούν οικονομική δραστηριότητα υποκείμενη στους κανόνες του ανταγωνισμού . Τούτο ισχύει δε ακόμη περισσότερο όταν, όπως θα αναλύσω και στη συνέχεια, η συγκεκριμένη διαπλοκή του αντικειμένου της κρινόμενης δραστηριότητας με την επίμαχη συμφωνία, απόφαση ενώσεως ή εναρμονισμένη πρακτική δεν δικαιολογεί την επίκληση των ανωτέρω λόγων που, με μια πρώτη ματιά, προσδίδουν πράγματι μία ιδιαιτερότητα στις δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών ιατρικής ή νοσοκομειακής περιθάλψεως.
112. Eξάλλου, είναι καταρχήν αδιάφορο αν ένα νοσοκομείο είναι δημόσιο ή ιδιωτικό, μολονότι ο δημόσιος χαρακτήρας του νοσοκομείου θα μπορούσε υπό ορισμένες προϋποθέσεις, που θα επισημανθούν στη συνέχεια, να δημιουργήσει αμφιβολίες για τον χαρακτηρισμό του ως επιχειρήσεως.
113. Όπως εύστοχα επισημαίνει η Επιτροπή, δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, στις σχέσεις τους με τους μη υπαγόμενους στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, τα νοσοκομεία, ακόμη και αν μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως δημόσια, ασκούν δραστηριότητα που εντάσσεται στο πλαίσιο των υπηρεσιών κοινωνικής ασφαλίσεως. Από τη στιγμή που τα ίδια τα νοσοκομεία επικαλούνται την μη υπαγωγή των κοινοτικών υπαλλήλων στο ανωτέρω πλαίσιο υπηρεσιών, οι σχέσεις τους με τους τελευταίους, μολονότι αφορούν σε ιατρική-νοσοκομειακή περίθαλψη, δεν μπορούν παρά να χαρακτηρισθούν ως καταρχήν οικονομικές, ξένες προς κάθε έννοια εθνικής αλληλεγγύης στο πλαίσιο της κοινωνικής ασφαλίσεως. Επομένως, δεν υφίσταται περίπτωση εφαρμογής της προμνησθείσας αποφάσεως Poucet και Pistre, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι: «τα ταμεία υγείας ή οι οργανισμοί που τα συντρέχουν στη διαχείριση της παρεχόμενης από το κράτος κοινωνικής ασφαλίσεως ασκούν λειτούργημα κοινωνικού αμιγώς χαρακτήρα. Όντως, η δραστηριότητα αυτή στηρίζεται στην αρχή της εθνικής αλληλεγγύης και στερείται οποιουδήποτε κερδοσκοπικού στόχου. Οι καταβαλλόμενες παροχές είναι παροχές προβλεπόμενες από τον νόμο και ανεξάρτητες του ύψους των εισφορών. Εξ αυτού έπεται ότι η σχετική δραστηριότητα δεν είναι οικονομική και ότι, ως εκ τούτου, οι επιφορτισμένοι με αυτήν οργανισμοί δεν αποτελούν επιχειρήσεις κατά την έννοια των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης» . Εξάλλου, εν προκειμένω η φερόμενη συμφωνία αφορά απλώς σε νοσοκομεία και όχι σε ταμεία υγείας ή ασφαλιστικούς οργανισμούς. Επιπλέον, όπως προκύπτει από τα ίδια τα δεδομένα του προδικαστικού ερωτήματος, η EHL, ως σύμπραξη των νοσοκομείων αυτών, έχει τη δυνατότητα να καθορίζει το ύψος των αιτούμενων αντιπαροχών για τις παροχές υπηρεσιών προς τους μη υπαγόμενους στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως και μάλιστα μονομερώς, χωρίς να προηγηθεί συμφωνία με τους οικείους ασφαλιστικούς οργανισμούς.
114. Σε σχέση με το τελευταίο αυτό στοιχείο, που συνιστά και το επίμαχο ζήτημα σχετικά με την ενδεχόμενη παράβαση των κανόνων περί ανταγωνισμού, πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως έχει δεχθεί και το Δικαστήριο, «ο όρος επιχείρηση, εντασσόμενος στο πλαίσιο του ανταγωνισμού, πρέπει να νοηθεί ως οικονομική ενότητα από την άποψη του αντικειμένου της οικείας συμφωνίας» . Με άλλα λόγια, σε κάθε υπόθεση ο όρος «επιχείρηση» πρέπει να εκληφθεί υπό λειτουργική έννοια, ενόψει της δραστηριότητας που συνδέεται με το αντικείμενο της συγκεκριμένης συμφωνίας, αποφάσεως ενώσεως ή πρακτικής.
115. Στην παρούσα υπόθεση, αυτή η λειτουργική προσέγγιση του ζητήματος συνηγορεί υπέρ του ιδιωτικοοικονομικού χαρακτήρα της σχέσεως μεταξύ νοσοκομείων και μη υπαγομένων στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως και εξανεμίζει, ακόμη και για τα δημόσια νοσοκομεία, κάθε υποψία δραστηριότητας που συνδέεται με την άσκηση προνομίων δημόσιας εξουσίας, εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον ή προστατεύει τη δημόσια υγεία. ραγματικά, όπως έχω επισημάνει και σε προηγούμενο σημείο των προτάσεών μου, θα ήταν πολύ δύσκολο να υποστηριχθεί ότι ο μονομερής καθορισμός ανώτερων τιμών για τους μη υπαγόμενους στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως επιβάλλεται από λόγους δημοσίου συμφέροντος ή από λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας.
116. Από τη στιγμή που, στις σχέσεις τους με τους μη υπαγόμενους στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, τα νοσοκομεία μπορούν να χαρακτηρισθούν ως επιχειρήσεις, φαίνεται ότι η σύμπραξή τους, εν προκειμένω η EHL, μπορεί να συνιστά ένωση επιχειρήσεων στο πλαίσιο των ανωτέρω σχέσεων. Ωστόσο, καθώς η διάταξη παραπομπής δεν αναφέρεται αναλυτικά στους κανόνες που διέπουν την οργάνωση και λειτουργία της EHL, δεν φαίνεται να μπορούν να εκτιμηθούν από το Δικαστήριο τα στοιχεία τα οποία επικαλείται κυρίως ο Ferlini και σύμφωνα με τα οποία η EHL αποτελεί μη κερδοσκοπική ένωση που έχει νομική προσωπικότητα και πρέπει να θεωρηθεί ένωση επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1. Στον εθνικό δικαστή, ο οποίος γνωρίζει το εθνικό δίκαιο, ανήκει να κρίνει τα ανωτέρω στοιχεία και να εφαρμόσει τα κριτήρια της νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με την ύπαρξη «ενώσεως επιχειρήσεων» , δυνάμενος σε κάθε περίπτωση, εφόσον το κρίνει απαραίτητο, να θέσει σχετικό προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο. ρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι η διαλεύκανση του ζητήματος της υπάρξεως ή μη υπάρξεως «ενώσεως επιχειρήσεων» ενδέχεται να είναι αλυτιτελής ενόψει των παρατηρήσεων που ακολουθούν σχετικά με την ύπαρξη συμφωνίας, αποφάσεως ενώσεως ή εναρμονισμένης πρακτικής.
β) Επί της υπάρξεως συμφωνίας ή αποφάσεως ενώσεως επιχειρήσεων ή εναρμονισμένης πρακτικής
117. Όπως παρατηρεί η Επιτροπή, το τεθέν προδικαστικό ερώτημα φαίνεται να εκκινεί από την υπόθεση, αν όχι τη βεβαιότητα, ότι υπάρχει συμφωνία μεταξύ των νοσοκομείων του Λουξεμβούργου να εφαρμόζουν ενιαίες τιμές περιθάλψεως λόγω μητρότητας για τα πρόσωπα και οργανισμούς που δεν υπάγονται στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως και για τους υπαλλήλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που υπάγονται στο RCAM. Στο πλαίσιο αυτής της συμφωνίας φαίνεται να εντάσσεται και ο καθορισμός από την ΕΗL των τιμών νοσοκομειακής περιθάλψεως που ίσχυσαν ύστερα από την 1η Ιανουαρίου 1989 για πρόσωπα και οργανισμούς μη υπαγομένους στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως. Αυτός δε ο καθορισμός τιμών φαίνεται να έγινε σεβαστός από τα νοσοκομεία που υπάγονται στην EHL, όπως το CHL.
118. Καθώς το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης περιλαμβάνει και τις τρεις πιθανές μορφές συνεργασίας (συμφωνία, απόφαση ενώσεως ή εναρμονισμένη πρακτική), η ακριβής διάκριση δεν φαίνεται να έχει μεγάλη σημασία για την απάντηση στο παρόν προδικαστικό ερώτημα. Ωστόσο, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, εν προκειμένω, πρόκειται, κατά πάσα πιθανότητα, για απόφαση ενώσεως επιχειρήσεων, χωρίς βέβαια να αποκλείεται η περίπτωση συμφωνίας μεταξύ επιχειρήσεων ή η ύπαρξη απλά εναρμονισμένης πρακτικής. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ανήκει και πάλι στον εθνικό δικαστή, ο οποίος γνωρίζει καλύτερα τις νομικές πτυχές και τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, να προβεί στον προσήκοντα χαρακτηρισμό, εφαρμόζοντας τα πορίσματα της νομολογίας του Δικαστηρίου και θέτοντας ενδεχομένως, εφόσον το κρίνει απαραίτητο, νέο προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο σχετικά με τον χαρακτηρισμό αυτόν.
γ) Επί της παρεμποδίσεως, του περιορισμού ή της νοθεύσεως του ανταγωνισμού
119. Το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης απαγορεύει όλες τις συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες τις αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού.
120. Επιπλέον, «σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου δεν χρειάζεται να λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικές συνέπειες μιας συμφωνίας όταν προκύπτει ότι σκοπός της είναι να περιορίσει, να παρεμποδίσει ή να νοθεύσει τον ανταγωνισμό. Το ίδιο ισχύει και για μία απόφαση ενώσεως επιχειρήσεων» .
121. Eξάλλου, η οριζόντια συμφωνία, η εναρμονισμένη πρακτική ή η απόφαση ενώσεως επιχειρήσεων του ίδιου τομέα να καθορίσουν ενιαία κλίμακα των τιμών κοστολογήσεως των παρεχόμενων υπηρεσιών αποτελεί, όπως αναφέρουν τόσο η Επιτροπή όσο και ο Ferlini, κλασικό παράδειγμα συμφωνίας που έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού στην οικεία αγορά υπηρεσιών. Για το λόγο δε αυτό, στο στοιχείο α) του άρθρου 85, παράγραφος 1, προβλέπεται ρητώς ως απαγορευμένη περίπτωση παραβάσεως των κανόνων του ελεύθερου ανταγωνισμού ο άμεσος ή έμμεσος «καθορισμός των τιμών αγοράς ή πωλήσεως» αγαθών ή υπηρεσιών .
122. Εν προκειμένω, δεν φαίνεται να χωρεί αμφιβολία ότι ο καθορισμός ενιαίων τιμών παροχών νοσοκομειακής περιθάλψεως λόγω μητρότητας για πρόσωπα και οργανισμούς μη υπαγόμενους στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του Λουξεμβούργου εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της απαγορεύσεως όλων των συμφωνιών μεταξύ επιχειρήσεων, όλων των αποφάσεων ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένης πρακτικής, που έχουν ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού στο πλαίσιο της παροχής των ανωτέρω υπηρεσιών.
δ) Επί του επηρεασμού του ενδοκοινοτικού εμπορίου
123. Aξίζει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με την νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης δεν επιβάλλει οι συμφωνίες που διαλαμβάνονται στη διάταξη αυτή να έχουν επηρεάσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο, γεγονός άλλωστε το οποίο, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, δυσχερώς μπορεί να αποδειχθεί επαρκώς κατά νόμο, αλλά ζητεί να αποδεικνύεται ότι οι συμφωνίες αυτές είναι ικανές να έχουν ένα τέτοιο αποτέλεσμα . Επίσης, σύμφωνα με παγία νομολογία, «για να είναι μια απόφαση, μια συμφωνία ή μια σύμπραξη ικανές να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, πρέπει, βάσει νομικών ή πραγματικών στοιχείων, να επιτρέπουν να θεωρηθεί με επαρκή βαθμό πιθανότητας ότι μπορούν να ασκήσουν επιρροή, άμεση ή έμμεση, πραγματική ή δυνητική, στα εμπορικά ρεύματα μεταξύ κρατών μελών, δικαιολογώντας τον φόβο ότι μπορούν να εμποδίσουν την πραγματοποίηση ενιαίας αγοράς μεταξύ κρατών μελών» .
124. Επιπλέον, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, «το γεγονός ότι μία σύμπραξη για τον καθορισμό τιμών, όπως η επίδικη, δεν έχει ως αντικείμενο παρά μόνο την εμπορία των προϊόντων σε ένα κράτος μέλος δεν αρκεί για να αποκλειστεί η πιθανότητα να μπορεί να επηρεαστεί το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. ράγματι, μία σύμπραξη που καλύπτει το σύνολο του εδάφους κράτους μέλους μπορεί, από την ίδια τη φύση της, να έχει ως αποτέλεσμα την παγίωση της στεγανοποιήσεως των εθνικών αγορών, εμποδίζοντας κατ' αυτό τον τρόπο την οικονομική αλληλοδιείσδυση που επιδιώκει η Συνθήκη και εξασφαλίζοντας την προστασία της εγχώριας παραγωγής. Συναφώς πρέπει να εξακριβωθούν τα μέσα που διαθέτουν οι μετέχοντες στη σύμπραξη για να εξασφαλίσουν ότι η πελατεία θα παραμείνει πιστή, και παράλληλα η σχετική σημασία της συμπράξεως εντός της οικείας αγοράς και το οικονομικό πλαίσιο στο οποίο τοποθετείται η σύμπραξη» .
125. Στην παρούσα υπόθεση, ο επηρεασμός του ενδοκοινοτικού εμπορίου δύναται να προκύψει από το γεγονός ότι η επιβολή υψηλότερων τιμών νοσοκομειακής περιθάλψεως λόγω μητρότητας μπορεί, κατά πάσα πιθανότητα, να οδηγήσει τους μη υπαγόμενους στο εθνικό σύστημα του Λουξεμβούργου να αναζητήσουν νοσηλεία εκτός του Λουξεμβούργου. Με άλλα λόγια, είναι πιθανό η επίμαχη απόφαση της EHL, που καθόρισε υψηλότερες τιμές για τους μη υπαγόμενους στο εθνικό σύστημα και για τους κοινοτικούς υπαλλήλους που εργάζονται στο Λουξεμβούργο και υπάγονται στο RCAM, να εκτρέψει από τον αναμενόμενο προσανατολισμό του το εμπόριο παροχής υπηρεσιών νοσοκομειακής περιθάλψεως λόγω μητρότητας στην οικεία αγορά.
126. Μολονότι ανήκει στον εθνικό δικαστή, ο οποίος γνωρίζει καλύτερα το εθνικό δίκαιο και τα πραγματικά ζητήματα της υποθέσεως της κύριας δίκης, να εξετάσει λεπτομερώς τις νομικές και πραγματικές παραμέτρους, βάσει των οποίων μπορεί να πιθανολογηθεί ο ανωτέρω επηρεασμός του ενδοκοινοτικού εμπορίου, αξίζει να επισημανθούν ορισμένα στοιχεία που, ενόψει των κριτηρίων της νομολογίας, θα μπορούσαν να οδηγήσουν κατά τρόπο θετικό στο ενλόγω συμπέρασμα.
127. Αφενός, ο καθορισμός ανώτερων τιμών νοσοκομειακής περιθάλψεως λόγω μητρότητας, που αφορά στο σύνολο του εδάφους και των νοσοκομείων ενός κράτους μέλους δύναται γενικά, από την ίδια τη φύση του, να έχει ως αποτέλεσμα την παγίωση της στεγανοποιήσεως της εθνικής αγοράς, εμποδίζοντας κατ' αυτό τον τρόπο την οικονομική αλληλοδιείσδυση που επιδιώκει η Συνθήκη. Το γεγονός δε ότι, στην παρούσα υπόθεση, πρόκειται για το κράτος του Λουξεμβούργου και, κυρίως, για τους κοινοτικούς υπαλλήλους που εργάζονται σ' αυτό, ευνοεί σημαντικά την ανωτέρω πιθανολόγηση. Λόγω της μικρής εκτάσεως αυτού του κράτους μέλους και της γειτνιάσεώς του με άλλα τρία κράτη μέλη (Βέλγιο, Γαλλία και Γερμανία), μπορεί κανείς να θεωρήσει ότι είναι πολύ πιθανό ένα μεγάλο μέρος των κοινοτικών υπαλλήλων που εργάζονται στο Λουξεμβούργο να αναζητήσει νοσοκομειακή περίθαλψη σε νοσοκομεία αυτών των γειτονικών κρατών, όπως επίσης είναι πολύ πιθανό κοινοτικοί υπάλληλοι που εργάζονται στα κράτη αυτά να αποφεύγουν να νοσηλευθούν στα νοσοκομεία του Λουξεμβούργου λόγω των υψηλών για αυτούς τιμών. Εξάλλου, δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο, που επικαλείται ο Ferlini στις παρατηρήσεις του, τα νοσοκομεία των γειτονικών κρατών να επιχειρήσουν να προσαρμόσουν τις τιμές τους στις υψηλές τιμές που καθόρισε η EHL ή το ενδεχόμενο, που επικαλείται η Επιτροπή, οι οργανισμοί, στους οποίους ασφαλίζονται οι μη υπαγόμενοι στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, να συνάψουν συμφωνίες προτιμήσεως με νοσοκομεία ή κλινικές που βρίσκονται σε άλλο κράτος μέλος.
128. Aφετέρου, η φύση των επίμαχων υπηρεσιών νοσοκομειακής περιθάλψεως λόγω μητρότητας συμβάλλει ακόμη περισσότερο στην πιθανολόγηση των ανωτέρω . Η δυνατότητα προβλέψεως της εξελίξεως της κύησης επιτρέπει συνήθως να προγραμματίζεται ο τόπος του τοκετού. Εξάλλου, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι οι παρεμφερείς αποστάσεις μεταξύ βελγικών, γαλλικών, γερμανικών και λουξεμβουργιανών νοσοκομείων επιτρέπουν να γίνει επιλογή νοσοκομείου αναλόγως της τιμής των προσφερομένων υπηρεσιών, ακόμη και στην περίπτωση σχετικώς εκτάκτων περιστατικών.
129. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι ενδέχεται να διαπιστωθεί από τον εθνικό δικαστή πως οι ανωτέρω πιθανοί περιορισμοί του ενδοκοινοτικού εμπορίου δεν έχουν μέχρι στιγμής διαπιστωθεί στην πράξη ιδίως στον αισθητό βαθμό που απαιτεί η νομολογία , διότι οι επαυξημένες τιμές νοσοκομειακής περιθάλψεως λόγω μητρότητας, που εφαρμόζονται ιδίως στους κοινοτικούς υπαλλήλους, καλύπτονται σε πολύ μεγάλο βαθμό από το RCAM, γεγονός που αμβλύνει τη σημασία που έχει για αυτούς το ύψος των ενλόγω τιμών σχετικά με την επιλογή του νοσοκομείου. Εντούτοις, η ενδεχόμενη αυτή διαπίστωση δεν θα πρέπει να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται επηρεασμός του ενδοκοινοτικού εμπορίου κατά την έννοια των κοινοτικών διατάξεων. Αφενός, πρέπει να υπομνησθεί ότι ο επηρεασμός αυτός αρκεί να πιθανολογείται και δεν απαιτείται να έχει ήδη συντελεσθεί. Αφετέρου, η κάλυψη των υψηλών τιμών από το RCAM αποτελεί εξωγενή και δεκτικό μεταβολής παράγοντα αναιρέσεως της εμφανίσεως στην πράξη του ανωτέρω πιθανού επηρεασμού, παράγοντα ο οποίος δεν είναι πρόσφορος και διαχρονικά ικανός να αναιρέσει εν γένει το γεγονός ότι ο επίμαχος καθορισμός υψηλότερων τιμών δύναται, από τη φύση του, να επηρεάσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο . Συναφώς, στο μέτρο που αυτός ο καθορισμός κριθεί ότι επιφέρει δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγένειας και είναι αντίθετος προς το κοινοτικό δίκαιο, είναι σφόδρα πιθανό ότι το RCAM θα παύσει να καλύπτει τις ανωτέρω υψηλές τιμές, οπότε, εφόσον τα νοσοκομεία του Λουξεμβούργου εμμείνουν στις τιμές αυτές, θα εμφανισθούν στην πράξη οι συνέπειες τους στο ενδοκοινοτικό εμπόριο.
ε) Επί του αισθητού βαθμού περιορισμού του ανταγωνισμού και επηρεασμού του ενδοκοινοτικού εμπορίου
130. Για να υπάγεται στην απαγόρευση του άρθρου 85, μία συμφωνία, μία απόφαση ενώσεως επιχειρήσεων ή μία εναρμονισμένη πρακτική πρέπει να δύναται να επηρεάζει αισθητά το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και τον ανταγωνισμό . Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι «η επιρροή που μπορεί να ασκεί μια συμφωνία στο μεταξύ των κρατών μελών εμπόριο εκτιμάται ιδίως ενόψει της θέσεως και της σημασίας των συμβαλλομένων στην αγορά των οικείων προϊόντων (...). Έτσι, ακόμη και μία συμφωνία αποκλειστικότητας με απόλυτη εδαφική προστασία εκφεύγει της απαγορεύσεως του άρθρου 85 της Συνθήκης, όταν δεν επηρεάζει την αγορά παρά μόνο σε ασήμαντο βαθμό, λαμβανομένης υπόψη της ασθενούς θέσεως που κατέχουν οι ενδιαφερόμενοι στην αγορά των σχετικών προϊόντων (...)» .
131. Εν προκειμένω, στον εθνικό δικαστή, που γνωρίζει καλύτερα τις νομικές και πραγματικές παραμέτρους της υποθέσεως της κύριας δίκης, ανήκει να εκτιμήσει αν το ενδοκοινοτικό εμπόριο επηρεάζεται αισθητά από την απόφαση της EHL, ενόψει της θέσεως που κατέχουν στην οικεία αγορά τα νοσοκομεία του Λουξεμβούργου. ροηγουμένως όμως πρέπει να οριοθετηθεί η οικεία αγορά.
132. Από απόψεως αντικειμένου, φαίνεται ότι η οικεία αγορά περιλαμβάνει τις υπηρεσίες νοσοκομειακής περιθάλψεως λόγω μητρότητας προς τους εργαζόμενους στο Λουξεμβούργο που δεν υπάγονται στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους αυτού. Η ενλόγω αγορά υπηρεσιών φαίνεται πράγματι να παρουσιάζει μία σχετική αυτονομία διότι, όπως τονίζει η Επιτροπή, διαφοροποιείται από την αντίστοιχη αγορά υπηρεσιών προς τους υπαγόμενους στο εθνικό σύστημα, στην οποία οι τιμές έχουν καθορισθεί κατά τρόπο ενιαίο είτε κανονιστικώς είτε βάσει συλλογικών συμβάσεων που καθίστανται αναγκαστικές για όλους. Επιπλέον, πρέπει να επισημανθεί ότι από την άποψη της ζητήσεως, δηλαδή από την άποψη των προσώπων που δεν υπάγονται στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως και χρειάζονται υπηρεσίες νοσοκομειακής περιθάλψεως λόγω μητρότητας, οι ενλόγω υπηρεσίες δεν μπορούν να υποκατασταθούν από άλλες, γεγονός που ενισχύει ακόμη περισσότερο την αυτονομία της σχετικής αγοράς.
133. Από γεωγραφική άποψη, η οικεία αγορά φαίνεται να είναι δυσχερέστερα προσδιορίσιμη. Ο καθορισμός της εξαρτάται από τον τόπο κατοικίας των εργαζόμενων στο Λουξεμβούργο που δεν υπάγονται στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως και που, στο μεγαλύτερο μέρος τους, φαίνεται να αποτελούνται από κοινοτικούς υπαλλήλους. Συγκεκριμένα, πρέπει να ληφθεί υπόψη η γεωγραφική έκταση του τόπου που περιλαμβάνει νοσοκομειακές εγκαταστάσεις που παρέχουν υπηρεσίες περιθάλψεως λόγω μητρότητας και, ενόψει της φύσεως αυτών των υπηρεσιών, βρίσκονται σε πρόσφορη απόσταση από τον τόπο κατοικίας των ανωτέρω αποδεκτών αυτών των υπηρεσιών. Θα μπορούσε κανείς να ισχυρισθεί ότι, σε γενικές γραμμές, τα ανωτέρω κριτήρια προσδιορίζουν από γεωγραφικής απόψεως μία οικεία αγορά που εκτείνεται, εν προκειμένω, στο σύνολο του εδάφους του Λουξεμβούργου και στο πρόσφορο τμήμα του εδάφους των γειτονικών κρατών.
134. Με βάση τα ανωτέρω, στον εθνικό δικαστή ανήκει να προσδιορίσει αν εντός της ως άνω γεωγραφικώς οριζόμενης αγοράς είναι σημαντικό ή μη σημαντικό το μερίδιο της αγοράς των νοσοκομείων που ανήκουν στην EHL σχετικά με την παροχή των ανωτέρω υπηρεσιών στους εργαζόμενους στο Λουξεμβούργο που δεν υπάγονται στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.
στ) Συμπέρασμα επί της προστασίας του ανταγωνισμού
135. Με βάση τις ανωτέρω επισημάνσεις φρονώ ότι το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει μία απόφαση ενώσεως νοσοκομείων, όπως εν προκειμένω η απόφαση της EHL, η οποία καθορίζει για τους υπηκόους κρατών μελών, οι οποίοι εργάζονται στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους, όπως εν προκειμένω του Λουξεμβούργου, αλλά δεν υπάγονται στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους αυτού και στους οποίους περιλαμβάνονται οι υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που υπάγονται στο RCAM, τιμές νοσοκομειακής περιθάλψεως λόγω μητρότητας υψηλότερες αυτών που ισχύουν για τους κατοίκους του κράτους αυτού που υπάγονται στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, εφόσον κριθεί από τον εθνικό δικαστή ότι η ανωτέρω απόφαση είναι ικανή να επηρεάσει κατά τρόπο αισθητό το ενδοκοινοτικό εμπόριο .
VI ρόταση
136. ροτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που έθεσε το Tribunal d'arrondissement de Luxembourg (όγδοο τμήμα) ως εξής:
«1) Το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 έχει την έννοια ότι αποκλείει την εφαρμογή σε υπηκόους κρατών μελών, οι οποίοι εργάζονται στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους, όπως εν προκειμένω του Λουξεμβούργου, αλλά δεν υπάγονται στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους αυτού και στους οποίους περιλαμβάνονται οι υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που υπάγονται στο RCAM, τιμές ιατρικής και νοσοκομειακής περιθάλψεως λόγω μητρότητας υψηλότερες αυτών που ισχύουν για τους κατοίκους του κράτους αυτού που υπάγονται στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.
2) Το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει μία απόφαση ενώσεως νοσοκομείων, όπως εν προκειμένω η απόφαση της EHL, η οποία καθορίζει για τους υπηκόους κρατών μελών, οι οποίοι εργάζονται στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους, όπως εν προκειμένω του Λουξεμβούργου, αλλά δεν υπάγονται στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους αυτού και στους οποίους περιλαμβάνονται οι υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που υπάγονται στο RCAM, τιμές νοσοκομειακής περιθάλψεως λόγω μητρότητας υψηλότερες αυτών που ισχύουν για τους κατοίκους του κράτους αυτού που υπάγονται στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, εφόσον κριθεί ότι η ανωτέρω απόφαση είναι ικανή να επηρεάσει κατά τρόπο αισθητό το ενδοκοινοτικό εμπόριο.»
Full & Egal Universal Law Academy