Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Το Verwaltungsgericht Schwerin (Γερμανία) υπέβαλε στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 234 ΕΚ), τρία προδικαστικά ερωτήματα. Κατ' ουσίαν, ζητεί την ερμηνεία του άρθρου 16 του κανονισμού (ΕΟΚ) 4115/88 (1) (στο εξής: κανονισμός 4115/88), όπως αυτό τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 838/93 (2), ο οποίος εγκαθιδρύει το σύστημα των εφαρμοστέων κυρώσεων σε περίπτωση αθετήσεως των αναληφθεισών δεσμεύσεων περί «εκτατικοποιήσεως» στον γεωργικό τομέα.
2 Ο όρος «εκτατικοποίηση» είναι άγνωστος στην πλειονότητα των γλωσσών των κρατών μελών μέχρι σήμερα (3). Ο όρος εμφαίνεται στην κοινοτική νομοθεσία για πρώτη φορά εντός του τμήματος ΙΙΙ του παραρτήματος της αποφάσεως 83/641/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1983, για τη θέσπιση κοινών προγραμμάτων ερευνών και προγραμμάτων συντονισμού της γεωργικής έρευνας (ΕΕ L 58, σ. 36), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 87/218/ΕΟΚ (4). Το εν λόγω μέρος ΙΙΙ αφορά τη βελτίωση της παραγωγικότητας στους τομείς των ζώων και φυτών. Η παράγραφος 2 (παραγωγικότητα των φυτών), στοιχείο ββ, προβλέπει ότι μια από τις πτυχές του προγράμματος έγκειται στη «βελτίωση των αγρονομικών μεθόδων και τεχνικών σε συνάρτηση με τις φυσιολογικές ανάγκες των φυτών, λαμβανομένου υπόψη του κόστους των τεχνικών παραγωγής και των δυνατοτήτων εκτατικοποιήσεως».
3 Το άρθρο 1α, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 797/85 (5), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1760/87 (6) (στο εξής: κανονισμός 1760/87), δίδει τον ορισμό της εκτατικοποιήσεως, η χρήση της οποίας γενικεύθηκε έκτοτε στην κοινοτική νομοθεσία περί γεωργίας (7).
Κατά την ως άνω διάταξη, ως εκτατικοποίηση νοείται η μείωση της παραγωγής συγκεκριμένου προϋόντος τουλάχιστον κατά 20 %, χωρίς αύξηση του δυναμικού της παραγωγής άλλων πλεονασματικών προϋόντων κατά την έννοια της παραγράφου 1.
Ως πλεονασματικά προϋόντα θεωρούνται εκείνα για τα οποία δεν υπάρχουν, κατά τρόπο συστηματικό σε κοινοτικό επίπεδο, κανονικές δυνατότητες διαθέσεως μη επιδοτούμενες.
4 Προκειμένου να συμβάλει στην προσαρμογή και στον προσανατολισμό της γεωργίας εντός της Κοινότητας, ο κανονισμός 1760/87 επέβαλε στα κράτη μέλη την υποχρέωση να θεσπίσουν καθεστώς ενισχύσεων με σκοπό την ενθάρρυνση της μετατροπής και της εκτατικοποιήσεως της παραγωγής.
5 Ο όρος εκτατικοποίηση δεν είναι άγνωστος στο Δικαστήριο, το οποίο ήδη αποφάνθηκε σε δύο περιπτώσεις επί των ρυθμιζουσών το ζήτημα κοινοτικών διατάξεων. Στην πρώτη περίπτωση, το έτος 1993, το Δικαστήριο ερμήνευσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1094/88 (8) στα πλαίσια υποθέσεως που αφορούσε τη χορήγηση ενισχύσεως λόγω της εκτατικοποιήσεως της παραγωγής βοείου κρέατος (9). Στη δεύτερη περίπτωση, το έτος 1997, το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί του ερωτήματος αν υπόκειται στον φόρο προστιθέμενης αξίας ενίσχυση σκοπούσα στην ενθάρρυνση της εκτατικοποιήσεως της παραγωγής γεωμήλων (10).
Ι - Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης
6 Η Landerzeugergemeinschaft eG Groί Godems, προσφεύγουσα της κύριας δίκης, άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως του Amt fόr Landwirtschaft Parchim (αρμόδιο γραφείο για την εκτέλεση των μέτρων της κοινής γεωργικής πολιτικής), καθού, να διακόψει την καταβολή της ενισχύσεως λόγω της εκτατικοποιήσεως της γεωργικής παραγωγής που είχε χορηγήσει μέχρι τότε στην προσφεύγουσα και να αξιώσει την απόδοση των ήδη καταβληθέντων κατά τα προηγούμενα έτη ποσών.
7 Η προσφεύγουσα είχε ζητήσει στις 15 Νοεμβρίου 1991 ενίσχυση λόγω της εκτατικοποιήσεως της γεωργικής παραγωγής και ανέλαβε την υποχρέωση να εφαρμόσει επί περίοδο πέντε ετών τα μέτρα που συνεπάγεται το ως άνω καθεστώς. Σύμφωνα με τη νομοθεσία του ομόσπονδου κράτους του Μεκλεμβούργου-Δυτικής Πομερανίας, το οποίο είχε επιλέξει τη μέθοδο των «τεχνικών παραγωγής», απαγορευόταν στην προσφεύγουσα, επί όλη αυτή την περίοδο, να κάνει χρήση συνθετικών αζωτούχων λιπασμάτων.
Με διοικητική απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 1992, το καθού χορήγησε ενίσχυση ύψους 298 650 γερμανικών μάρκων (DEM) επί περίοδο πέντε ετών.
8 Το ως άνω ποσόν είχε υπολογιστεί με βάση επιφάνεια 352,95 εκταρίων καλλιεργήσιμης εκτάσεως με πλεονάζουσα παραγωγή και με βάση επιφάνεια 495,49 εκταρίων καλλιεργήσιμης εκτάσεως με ελλειμματική παραγωγή. Με απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 1992, το ποσό της ενισχύσεως μειώθηκε στα 290 330 DEM κατόπιν διορθώσεως της εκτάσεως. Για το γεωργικό έτος 1991/1992 η προσφεύγουσα εισέπραξε την ενίσχυση. Όσον αφορά το γεωργικό έτος 1992/1993, η ενίσχυση μειώθηκε στα 253 350 DEM επειδή, σύμφωνα με τη νέα νομική κατάσταση, ήταν ανέφικτη η ταυτόχρονη επιδότηση για αγρανάπαυση και για τις καλλιεργούμενες σύμφωνα με πρόγραμμα εκτατικοποιήσεως επιφάνειες. Το ως άνω ποσό καταβλήθηκε επίσης στην προσφεύγουσα.
9 Για το γεωργικό έτος 1993/1994, το ύψος της ενισχύσεως λόγω της εκτατικοποιήσεως επανακαθορίστηκε στα 254 550 DEM, ουδέποτε όμως καταβλήθηκε.
10 Κατόπιν ανώνυμης καταγγελίας, το καθού γραφείο διενήργησε στις 17 Ιουνίου 1994 έλεγχο προκειμένου να διαπιστώσει αν η προσφεύγουσα τηρούσε τη δέσμευση που είχε αναλάβει λόγω της εκτατικοποιήσεως. Κατά τη διάρκεια της επιθεωρήσεως αυτής, οι ελεγκτές διαπίστωσαν ότι η προσφεύγουσα είχε κάνει χρήση την ίδια ημέρα χημικού λιπάσματος και σε καλλιεργήσιμη έκταση 56,85 εκταρίων, η οποία αντιστοιχούσε στο 6,89 % της συνολικής καλλιεργήσιμης επιφανείας που είχε ληφθεί υπόψη για τη χορήγηση της ενισχύσεως (11).
11 Το καθού ανακάλεσε, με απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 1994, την απόφασή του να χορηγήσει την ενίσχυση και αξίωσε την επιστροφή των 543 680 DEM που είχαν ήδη καταβληθεί στο πλαίσιο αυτό. Αιτιολογώντας την απόφασή του, διευκρίνισε ότι, κάνοντας χρήση του επιδίκου λιπάσματος, η προσφεύγουσα αθέτησε την υποχρέωση που είχε αναλάβει όταν αποδέχθηκε την προσφυγή σε λιγότερο εντατικές μεθόδους παραγωγής και τη μη χρήση λιπασμάτων περιεχόντων άζωτο στις εντασσόμενες στο πρόγραμμα εκτατικοποιήσως επιφάνειες.
Το καθού έκρινε ότι η παραβίαση της δεσμεύσεως αυτής ήταν εσκεμμένη και συνιστούσε σοβαρή παρατυπία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 3, του κανονισμού 4115/88.
12 Δεδομένου ότι το καθού απέρριψε με απόφαση της 14ης Μαρτίου 1995 τη διοικητική ένσταση που είχε υποβάλει η προσφεύγουσα στις 4 Ιανουαρίου 1995, η τελευταία προσέφυγε στις 12 Απριλίου 1995 ενώπιον του Verwaltungsgericht Schwerin.
ΙΙ - Τα προδικαστικά ερωτήματα
13 Διατηρώντας επιφυλάξεις ως προς την ερμηνεία που έπρεπε να δοθεί στο άρθρο 16, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 4115/88, το αιτούν δικαστήριο ανέστειλε τη δίκη και αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Εφαρμόζεται η κύρωση του άρθρου 16, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού (ΕΟΚ) 4115/88, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 838/93, και στην περίπτωση κατά την οποία η απόκλιση μεταξύ του αριθμού των μονάδων, για τις οποίες ζητήθηκε ενίσχυση, και του αριθμού των μονάδων που καθορίστηκαν δεν υπερβαίνει το 10 % των γεωργικών επιφανειών, ανέρχεται όμως σε πλέον των 2 εκταρίων;
2) Ανατρέχει η μείωση ως προς τις ενισχύσεις που έχουν χορηγηθεί προηγουμένως κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού (ΕΟΚ) 4115/88, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 838/93, μόνο στο χρονικό σημείο κατά το οποίο δεν πραγματοποιούνταν πλέον εκτατικοποίηση παραγωγής στις γεωργικές εκτάσεις ή πρέπει η απόκλιση να υπολογίζεται και να αφαιρείται για τη συνολική διάρκεια της χρονικής περιόδου της αναληφθείσας υποχρεώσεως;
3) Ποια είναι τα καθοριστικά κριτήρια για να συναχθεί η ύπαρξη σοβαρής παρατυπίας κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 4115/88, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 838/93;»
ΙΙΙ - Το εφαρμοστέο κοινοτικό δίκαιο
14 Ο κανονισμός 4115/88 θεσπίζει τους κανόνες εφαρμογής του συστήματος των ενισχύσεων που αποσκοπούν στην εκτατικοποίηση της παραγωγής και εκδόθηκε από την Επιτροπή με αντικείμενο την περαιτέρω εφαρμογή του κανονισμού 797/85. Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, αυτού, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίσουν δύο μεθόδους μειώσεως της παραγωγής, ήτοι την «ποσοτική» μέθοδο, βασιζόμενη στις ποσότητες που μειώθηκαν πραγματικά, υπό τους προβλεπόμενους στο άρθρο 6 όρους, και τη μέθοδο των «τεχνικών παραγωγής», βασιζόμενη στη χρησιμοποίηση τομεακών τεχνικών παραγωγής, λιγότερο εντατικών, υπό τους προβλεπόμενους από το άρθρο 8 όρους.
Δυνάμει το άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού, ο ενδιαφερόμενος αναλαμβάνει τη δέσμευση, σε περίπτωση εφαρμογής της «ποσοτικής» μεθόδου, να μειώσει την παραγωγή του ή των προϋόντων που αφορά η εκτατικοποίηση τουλάχιστον κατά 20 % έναντι του ετήσιου επιπέδου παραγωγής που επελέγη κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς. Σε περίπτωση εφαρμογής της μεθόδου των «τεχνικών παραγωγής», οφείλει να αναλάβει τη δέσμευση προσφυγής σε λιγότερο εντατικές αγρονομικές τεχνικές μεθόδους.
15 Το άρθρο 15 του κανονισμού 4115/88 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίζουν ότι οι δικαιούχοι τηρούν τις δεσμεύσεις τους. Προς τούτο, οφείλουν να χωρούν ετησίως σε δειγματοληπτικό έλεγχο αντιστοιχούντα τουλάχιστον στο 5 % των εκμεταλλεύσεων που τυγχάνουν ενισχύσεως. Το άρθρο 16 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να επιβάλλουν τουλάχιστον χρηματικές κυρώσεις στους δικαιούχους της ενισχύσεως που δεν τηρούν τις αναληφθείσες δεσμεύσεις.
16 Το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει το ανωτέρω άρθρο 16, όπως αυτό διατυπώνεται με τον κανονισμό 838/93. Η διάταξη αυτή έχει ως εξής:
«Άρθρο 16
1. Aν από τον έλεγχο επί του αριθμού των μονάδων εκτάσεως (εκτάρια), ζώων (ΜΜΖ), βάρους (τόνοι) ή όγκου (κυβικά μέτρα) προκύψει απόκλιση τουλάχιστον 2 % και 0,2 μονάδες έως 10 % και δύο μονάδες μεταξύ του αριθμού των μονάδων για τις οποίες ζητήθηκε η ενίσχυση και του αριθμού των μονάδων που καθορίστηκαν, η ενίσχυση υπολογίζεται με βάση τον τελευταίο αυτό αριθμό μονάδων μειωμένο κατά το πλεονάζον μέρος. Η μείωση εφαρμόζεται επίσης στις ενισχύσεις που έχουν πληρωθεί προηγουμένως, εκτός από την περίπτωση που ο δικαιούχος μπορεί να αποδείξει ότι η απόκλιση δεν είναι σκόπιμη ούτε το αποτέλεσμα αμελείας εκ μέρους του.
2. Aν το πλεονασματικό μέρος υπερβαίνει τα όρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1, δεν οφείλεται καμία ενίσχυση για την περίοδο που καλύπτεται από την υποχρέωση εκτατικοποιήσεως, με την επιφύλαξη οποιασδήποτε συμπληρωματικής κυρώσεως η οποία θα κριθεί κατάλληλη. Εντούτοις, οι ενισχύσεις που πληρώθηκαν για τα προηγούμενα χρόνια δεν ανακτώνται αν ο δικαιούχος μπορεί να αποδείξει ότι η απόκλιση δεν είναι σκόπιμη ούτε αποτέλεσμα αμελείας εκ μέρους του.
3. Τα κράτη μέλη επιβάλλουν κυρώσεις τουλάχιστον χρηματικής φύσεως, στην περίπτωση αθετήσεως των υποχρεώσεων που έχουν αναληφθεί πλην εκείνων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, εκτός από περιπτώσεις ανωτέρας βίας ή αθετήσεως των υποχρεώσεων οφειλόμενες σε άλλους παράγοντες που διαφεύγουν του ελέγχου του δικαιούχου. Σε περίπτωση σοβαρής παρατυπίας η οποία έχει σχέση με τις εν λόγω υποχρεώσεις, και ιδίως στην περίπτωση δόλου του δικαιούχου ή των διαδόχων του, δεν οφείλεται καμία ενίσχυση για την περίοδο που καλύπτεται από την υποχρέωση εκτατικοποιήσεως, με την επιφύλαξη οποιασδήποτε συμπληρωματικής κυρώσεως που θα θεωρηθεί κατάλληλη.»
IV - Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
17 Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης και η Επιτροπή υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις εντός της προβλεπόμενης συναφώς από το άρθρο 20 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου προθεσμίας. Δεδομένου ότι κανείς από τους διαδίκους δεν ζήτησε να υποβάλει προφορικές παρατηρήσεις, το Δικαστήριο αποφάσισε να μη χωρήσει, για λόγους οικονομίας της δίκης, στην προφορική διαδικασία, όπως του παρέχει την ευχέρεια το άρθρο 104, παράγραφος 4, του Κανονισμού του Διαδικασίας.
V - Εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων
Α - Επί του πρώτου ερωτήματος
18 Αντιλαμβάνομαι ότι, με την πρώτη αυτή ερώτηση, ο εθνικός δικαστής ερωτά αν, οσάκις η απόκλιση μεταξύ του αριθμού των μονάδων για τις οποίες ζητείται η ενίσχυση και του αριθμού των μονάδων που ελέγχθηκε υπερβαίνει τα δύο εκτάρια, χωρίς, πάντως, να υπερβαίνει το 10 % της καλλιεργημένης εκτάσεως, πρέπει να τυγχάνει εφαρμογής η κύρωση στην οποία αναφέρεται η πρώτη περίοδος της παραγράφου 1 του άρθρου 16 ή εκείνη που προβλέπει η πρώτη περίοδος της παραγράφου 2 αυτού.
Υπενθυμίζω ότι η πρώτη κύρωση συνίσταται στη μείωση της ενισχύσεως στο μέλλον, υπολογίζοντας με βάση τον αριθμό μονάδων που προσδιορίστηκε κατόπιν του ελέγχου, κατόπιν αφαιρέσεως του πλεονάζοντος μέρους, ενώ η δεύτερη κύρωση σημαίνει ότι δεν καταβάλλεται καμία ενίσχυση για την καλυπτόμενη από την αναληφθείσα λόγω της εκτατικοποιήσεως δέσμευση περίοδο, υπό την επιφύλαξη οποιασδήποτε συμπληρωματικής κυρώσεως που θα κρινόταν πρόσφορη.
19 Ο κανονισμός 838/93, ο οποίος τροποποίησε τον κανονισμό 4115/88, περιορίζεται κατ' ουσίαν σε αναδιατύπωση του άρθρου 16 και θέσπιση νέου άρθρου (16α) το οποίο ρυθμίζει τα της αποδόσεως των αχρεωστήτως καταβληθεισών ενισχύσεων. Στην πρώτη αιτιολογική σκέψη του παρατίθεται ότι για τη διασφάλιση του αποτελεσματικού ελέγχου του καθεστώτος των ενισχύσεων που προορίζονται για την εκτατικοποίηση της παραγωγής, όπως καθιέρωσε ο κανονισμός 4115/88, επιβάλλεται η θέσπιση περισσότερο συγκεκριμένων διατάξεων σε σχέση με τις παρατυπίες, τις κυρώσεις και την αναζήτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών.
20 Επιβάλλεται να υπογραμμιστεί ότι το άρθρο 16 του κανονισμού 4115/88, όπως ήταν διατυπωμένο παλαιότερα, διαφέρει σημαντικά από τη διάταξη, την ερμηνεία της οποίας ζητεί ο εθνικός δικαστής στα πλαίσια της παρούσας δίκης. Προηγουμένως, ο καθορισμός των κυρώσεων επαφίετο εξ ολοκλήρου στα κράτη μέλη, χωρίς καμία διαβάθμιση με γνώμονα τη βαρύτητα των παραβάσεων.
Αντίθετα, το νέο άρθρο 16 αποτελείται από δύο όλως διακριτά μέρη που επιτελούν διαφορετικούς σκοπούς. Οι παράγραφοι 1 και 2 θέτουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η ενίσχυση μπορεί να μειωθεί ή καταργηθεί ανάλογα με τη βαρύτητα της παραβάσεως, οσάκις οι διενεργούμενοι σύμφωνα με το άρθρο 15 έλεγχοι αποκαλύπτουν ότι υφίσταται διαφορά μεταξύ του αριθμού μονάδων για τις οποίες ζητήθηκε η ενίσχυση και του αριθμού μονάδων που διαπιστώθηκε. Επομένως, οι δύο αυτές παράγραφοι εφαρμόζονται μόνον σε περίπτωση αθετήσεως δεσμεύσεων για εκτατικοποίηση δυναμένων να μετρηθούν.
Όλες οι άλλες υποτιθέμενες περιπτώσεις αθετήσεως καλύπτονται κατ' ανάγκη από την εφαρμογή της παραγράφου 3 του νέου άρθρου 16, το οποίο αφήνει στα κράτη μέλη τη μέριμνα να προσδιορίσουν τις κυρώσεις. Εκτιμώ ότι η παράγραφος αυτή είναι συμπληρωματική διάταξη σκοπούσα στο να συμπεριλάβει τις υπόλοιπες περιπτώσεις για τις οποίες είναι αδύνατος ο ποσοτικός προσδιορισμός των αναληφθεισών δεσμεύσεων, οπότε ο κοινοτικός νομοθέτης αδυνατεί να διασφαλίσει τη στάθμιση της βαρύτητας της κυρώσεως και τη σημασία της παραβάσεως για την οποία ευθύνεται ο δικαιούχος της ενισχύσεως, ώστε να τηρηθεί η αρχή της αναλογικότητας.
21 Η υποχρέωση μειώσεως της παραγωγής σε περίπτωση εφαρμογής της «ποσοτικής» μεθόδου αποτελεί αναμφιβόλως τμήμα των δυναμένων να υπολογιστούν ποσοτικώς δεσμεύσεων εκτατικοποιήσεως. Πάντως, εκτιμώ ότι οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 16 μπορούν επίσης να τύχουν εφαρμογής και σε περίπτωση μη τηρήσεως των δεσμεύσεων που ανελήφθησαν με βάση τη μέθοδο των «τεχνικών παραγωγής» στον βαθμό που οι δεσμεύσεις αυτές προσδιορίζονται ποσοτικώς.
Συναφώς, θεωρώ ότι ορθώς ο εθνικός δικαστής εντόπισε, με τη διάταξή του περί παραπομπής, την εφαρμοστέα κύρωση σε περίπτωση όπως η επίδικη, στα πλαίσια της οποίας ο δικαιούχος της ενισχύσεως δεν τήρησε μια από τις δυνάμενες να υπολογιστούν ποσοτικώς δεσμεύσεις που ανέλαβε με βάση τη μέθοδο των «τεχνικών παραγωγής», και έκρινε δικαίως ότι η εφαρμοστέα κύρωση είναι μία από τις δύο που προβλέπουν οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 16 του κανονισμού 4115/88. Επιπλέον, θεωρώ ότι θα ήταν εσφαλμένο να θεωρηθεί ότι μόνον η παράγραφος 1 εφαρμόζεται όταν η απόκλιση μεταξύ του αριθμού μονάδων για τις οποίες ζητείται η ενίσχυση και του διαπιστωμένου αριθμού μονάδων οφείλεται σε ανακριβή στοιχεία που παρέσχε άλλη διοικητική αρχή και ο δικαιούχος αναπαρήγαγε στην αίτησή του.
22 Όπως προκύπτει από την ίδια τη διατύπωση της πρώτης περιόδου της παραγράφου 1 του άρθρου 16, η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται παρά μόνον οσάκις συντρέχει υπέρβαση των δύο κατωτάτων ορίων (ήτοι 2 % και 0,2 εκτάρια), ενώ παύει να εφαρμόζεται οσάκις συντρέχει επίσης υπέρβαση των δύο ανωτάτων ορίων (ήτοι 10 % και 2 εκτάρια). Επομένως, αν η απόκλιση μεταξύ του αριθμού μονάδων για τις οποίες ζητήθηκε η ενίσχυση και του διαπιστωμένου αριθμού μονάδων επ' ευκαιρία ενός ελέγχου παραμένει εντός των ορίων της παραγράφου 1, ήτοι μεταξύ 2 % και 0,2 εκτάρια, αφενός, και 10 % και 2 εκτάρια, αφετέρου, η ενίσχυση που πρέπει να εξακολουθεί να καταβάλλεται για την εναπομένουσα χρονική διάρκεια της αναληφθείσας δεσμεύσεως υπολογίζεται με βάση τον αριθμό μονάδων που προσδιορίστηκε με βάση τον έλεγχο, αφαιρουμένου από τη σχετική ποσότητα του ποσού που αντιστοιχεί στο πλεόνασμα. Δεδομένου ότι το ανώτατο όριο είναι 10 %, η αιτηθείσα ενίσχυση ουδέποτε μπορεί να μειωθεί πέραν του 20 %.
Αντίθετα, αν το πλεόνασμα υπερβαίνει τα όρια της παραγράφου 1, η παράγραφος 2 προβλέπει ότι η ενίσχυση παύει για το σύνολο της περιόδου που καλύπτει η δέσμευση εκτατικοποιήσεως, οπότε σε περίπτωση σοβαρότερης αθετήσεως η κύρωση που πρόκειται να επιβληθεί είναι σημαντικά μεγαλύτερη της προαναφερθείσας.
23 Για όλους τους προεκτεθέντες λόγους εκτιμώ ότι πρέπει το άρθρο 16 του κανονισμού 4115/88, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 838/93, να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι η προβλεπόμενη στην πρώτη περίοδο της παραγράφου 1 αυτού κύρωση εφαρμόζεται οσάκις η απόκλιση μεταξύ του αριθμού μονάδων για τις οποίες ζητήθηκε η ενίσχυση και του αριθμού μονάδων που διαπιστώθηκε κατόπιν ελέγχου δεν υπερβαίνει το 10 % της καλλιεργήσιμης εκτάσεως, έστω και αν υπερβαίνει τα δύο εκτάρια.
Β - Επί του δευτέρου ερωτήματος
24 Με το δεύτερο από τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα, ο εθνικός δικαστής ζητεί την ερμηνεία του άρθρου 16, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 4115/88, διατάξεως σύμφωνα με την οποία η μείωση ισχύει και για τις προηγουμένως καταβληθείσες ενισχύσεις, εκτός της περιπτώσεως όπου ο δικαιούχος είναι σε θέση να αποδείξει ότι η απόκλιση δεν είναι ούτε προϋόν προθέσεως ούτε αποτέλεσμα αμελείας του.
Συγκεκριμένα, ερωτάται αν, σε περίπτωση που ο δικαιούχος δεν αποδεικνύει ότι η απόκλιση δεν είναι εκ προθέσεως ούτε αποτέλεσμα επιδειχθείσας εκ μέρους του αμελείας, οι ήδη καταβληθείσες ενισχύσεις πρέπει να μειωθούν από την αρχή της περιόδου αναλήψεως της υποχρεώσεως για εκτατικοποίηση ή αποκλειστικά από την ημερομηνία αθετήσεως της υποχρεώσεως.
25 Οι απόψεις της προσφεύγουσας της κύριας δίκης και της Επιτροπής διαφέρουν ως προς την επιβαλλόμενη επί του ερωτήματος αυτού απάντηση. Η πρώτη εκτιμά ότι η ενίσχυση λόγω της εκτατικοποιήσεως μπορεί να μειωθεί μόνον από τον χρόνο διαπιστώσεως της αθετήσεως της δεσμεύσεως, χωρίς η μείωση να μπορεί να παραγάγει αναδρομικώς τα αποτελέσματά της μέχρι του χρόνου της αρχικής αναλήψεως της δεσμεύσεως. Αντίθετα, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η μείωση πρέπει να αφορά όλη την περίοδο για την οποία αναλήφθηκε η δέσμευση.
26 Συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής. Συγκεκριμένα, το άρθρο 16, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, εφαρμόζεται σφαιρικά επί των προηγουμένως καταβληθεισών ενισχύσεων και δεν περιλαμβάνει κανένα χρονικό περιορισμό όπως αυτός στον οποίο αναφέρεται το προδικαστικό ερώτημα του εθνικού δικαστή.
27 Περαιτέρω, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ο έλεγχος που οφείλουν να διενεργούν, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού 4115/88, τα κράτη μέλη, προκειμένου να διασφαλίζουν ότι οι δικαιούχοι τηρούν τις αναληφθείσες λόγω της εκτατικοποιήσεως υποχρεώσεις τους, συνίσταται σε έλεγχο, επί ετησίας βάσεως, αντιπροσωπευτικής δειγματοληψίας των εκμεταλλεύσεων, μη δυναμένης να είναι κατώτερη του 5 %. Επομένως, πρόκειται για ισχνή αναλογία, λόγο για τον οποίο οι προβλεπόμενες στο άρθρο 16 κυρώσεις δεν θα διατηρούσαν μεγάλο μέρος του ανασχετικού αποτελέσματός τους αν δεν μπορούσαν να επιβληθούν με γνώμονα τον αριθμό των εκταρίων για τον οποίο διαπιστώθηκε η αθέτηση της υποχρεώσεως εκτατικοποιήσεως. Η συλλογιστική αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι στην πράξη είναι συχνά αδύνατο να διαπιστωθεί a posteriori η εκπλήρωση της υποχρεώσεως.
Για τους λόγους αυτούς, είναι εύλογο, όπως διευκρινίζει η Επιτροπή, η ενίσχυση να μειώνεται για το σύνολο της περιόδου αναλήψεως της δεσμεύσεως (παράγραφος 1) ή να αναστέλλεται για όλη την περίοδο (παράγραφος 2), ανάλογα με τον σημαντικό βαθμό της αποκλίσεως μεταξύ του αριθμού εκταρίων για τα οποία ζητήθηκε η ενίσχυση και του αριθμού μονάδων που προσδιορίστηκε κατά τη διάρκεια του ελέγχου, ενώ είναι εξίσου εύλογο, πριν από τη μείωση του ποσού της ενισχύσεως ή την αναζήτηση των ήδη καταβληθέντων ποσών, να δοθεί η δυνατότητα στον δικαιούχο να αποδείξει ότι δεν ευθύνεται για την απόκλιση αυτή.
28 Ως εκ τούτου, η απάντηση που επιβάλλεται στο δεύτερο από τα υποβληθέντα από τον εθνικό δικαστή ερωτήματα είναι ότι το άρθρο 16, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, έχει την έννοια ότι η μείωση που τυγχάνει εφαρμογής επί των καταβληθεισών προηγουμένως ενισχύσεων ανατρέχει αναδρομικώς ως την ημερομηνία ενάρξεως της περιόδου για την οποία αναλήφθηκε συμβατικώς η δέσμευση, εκτός και αν ο δικαιούχος αποδεικνύει ότι η απόκλιση δεν είναι ούτε προϋόν προθέσεως ούτε αποτέλεσμα εκ μέρους του επιδειχθείσας αμελείας.
Γ - Επί του τρίτου ερωτήματος
29 Με το ερώτημα αυτό, το εθνικό δικαστήριο ερωτά ποια είναι τα αποφασιστικής σημασία κριτήρια προκειμένου να εκτιμηθεί αν συντρέχει «σοβαρή παρατυπία» κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 3, του κανονισμού 4115/88, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 838/93.
30 Φρονώ ότι η εκ μέρους του Δικαστηρίου ερμηνεία του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 4115/88 είναι η μόνη λυσιτελής για τον εθνικό δικαστή προς έκδοση της αποφάσεώς του επί της ουσίας. Συγκεκριμένα, η παράγραφος 3 συμπληρώνει τους δύο προεκτεθέντες κανόνες και επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να επιβάλλουν κυρώσεις, τουλάχιστον οικονομικής φύσεως (στοιχείο από το οποίο συνάγω ότι η κύρωση μπορεί επίσης να είναι ποινική), σε περιπτώσεις μη τηρήσεως των αναληφθεισών δεσμεύσεων, εκτός των διαλαμβανομένων στις παραγράφους 1 και 2, υπό την επιφύλαξη της περιπτώσεως ανωτέρας βίας ή αθετήσεως οφειλομένης σε απροβλέπτους λόγους. Στο πλαίσιο της συγκυρίας αυτής, ο κανόνας αναφέρεται στις σοβαρές παρατυπίες και ειδικότερα στις απορρέουσες από πρόθεση εξαπατήσεως εκ μέρους του δικαιούχου ή των διαδόχων του. Η ελάχιστη προβλεπόμενη στις περιπτώσεις αυτές ποινή είναι ότι δεν καταβάλλεται καμία ενίσχυση για τη χρονική περίοδο που καλύπτει η ανάληψη της δεσμεύσεως εκτατικοποιήσεως.
Αν οι σοβαρές αυτές παρατυπίες αφορούν μόνο περιπτώσεις αθετήσεως διακριτές από εκείνες που προβλέπουν οι παράγραφοι 1 και 2, περιττεύει, κατά την άποψή μου, η απάντηση επί του τρίτου αυτού ερωτήματος, εφόσον κατέδειξα, κατά την ανάλυση των δύο πρώτων ερωτημάτων, ότι η υποθετική περίπτωση στην οποία αναφέρεται ο εθνικός δικαστής εμπίπτει στο άρθρο 16, παράγραφος 1, στα πλαίσια της ερμηνείας που προτείνω. Πάντως, προτίθεμαι να εξετάσω το τρίτο ερώτημα για την περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι επιβάλλεται η απάντησή του.
31 Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι συντρέχει σοβαρή παρατυπία μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαιούχος εξεδήλωσε την πρόθεση εξαπατήσεως ή τουλάχιστον ενήργησε με την πρόθεση να επωφεληθεί λόγω της παραβάσεως. Στην περίπτωσή της, θα απαιτούνταν επιπλέον η αναλογία αζώτου που περιείχε το διασκορπισθέν λίπασμα να υπερβαίνει σαφώς τις μέσες ποσότητες που χρησιμοποιούνται συνήθως ανά καλλιεργήσιμο εκτάριο, χωρίς να απαιτείται σε καμία περίπτωση να ληφθεί ως βάση η συγκεκριμένη καλλιεργήσιμη επιφάνεια, όπως συμβαίνει με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 16.
32 Η Επιτροπή διευκρινίζει με τη σειρά της ότι η έννοια της «παρατυπίας» ορίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 2988/95 σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (12), ορισμός που δεσμεύει το Δικαστήριο να στηριχθεί επ' αυτού προκειμένου να ερμηνεύσει το άρθρο 16, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 4115/88.
33 Ο κανονισμός 2988/95 έχει ως αντικείμενο τη διασφάλιση της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων μέσω γενικής ρυθμίσεως αφορώσας ομοιογενείς ελέγχους και διοικητικά μέτρα και κυρώσεις επί των παρατυπιών σε σχέση με το κοινοτικό δίκαιο.
Το άρθρο 1, παράγραφος 2, αυτού ορίζει όντως την έννοια της παρατυπίας ως οποιασδήποτε παραβάσεως διατάξεως του κοινοτικού δικαίου προκύπτουσας από πράξη ή παράλειψη οικονομικού φορέα, με πραγματικό ή ενδεχόμενο αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο γενικός προϋπολογισμός των Κοινοτήτων ή προϋπολογισμός διαχειριζόμενος από τις Κοινότητες, είτε με τη μείωση ή ματαίωση εσόδων που προέρχονται από ιδίους πόρους απευθείας εισπραττομένους για λογαριασμό της Κοινότητας, είτε με αδικαιολόγητη δαπάνη.
34 Η πρόταση της Επιτροπής, στοχεύουσα στην ομοιομορφία της ερμηνείας των εννοιών, είναι άξια εγκωμίων. Πλην όμως, δεν επιλύει το ζήτημα, εφόσον ο κανονισμός 4115/88, την ερμηνεία του οποίου επιδιώκει το αιτούν δικαστήριο, δεν αναφέρεται σε «παρατυπία» αλλά σε «σοβαρή παρατυπία», προβλέποντας κατ' ελάχιστον, σε περίπτωση διαπιστώσεως μιας τέτοιας σοβαρής παρατυπίας, την κατάργηση της ενισχύσεως για το σύνολο της χρονικής περιόδου για την οποία είχε αναληφθεί η δέσμευση εκτατικοποιήσεως.
35 Δεδομένου ότι η κύρωση αυτή είναι πολύ σοβαρή και αντιστοιχεί στην προβλεπόμενη από το άρθρο 16, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, η Επιτροπή προτείνει την ερμηνεία του κανονισμού υπό την έννοια ότι, προκειμένου να προσδιοριστεί αν διαπράχθηκε σοβαρή παρατυπία κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, η αθέτηση της υποχρεώσεως πρέπει να μπορεί να συγκριθεί με τις παραβάσεις της παραγράφου 2, επιπλέον δε πρέπει να επιδεικνύεται σοβαρή αμέλεια εκ μέρους του δικαιούχου της ενισχύσεως.
36 Όπως διευκρίνισα προηγουμένως, το άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού συμπληρώνει τις παραγράφους 1 και 2, ρυθμίζοντας μόνο τις περιπτώσεις παραβάσεως που δεν καλύπτονται από τις δύο αυτές πρώτες παραγράφους. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο δεν μπορεί να πρόκειται αποκλειστικά για περισσότερο ή λιγότερο σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ του αριθμού εκταρίων για τα οποία ζητήθηκε η ενίσχυση και του αριθμού εκταρίων που ο έλεγχος επέτρεψε να προσδιοριστούν, ανεξάρτητα από το αν η απόκλιση είναι προϋόν προθέσεως εξαπατήσεως ή αμελείας· επιπλέον, απαιτείται οι ως άνω παρατυπίες να έχουν διαπραχθεί στο πλαίσιο άλλων παραβιάσεων αναληφθεισών δεσμεύσεων εκτατικοποιήσεως, τέλος δε θα πρέπει να συνδυάζονται με σοβαρή αμέλεια ή πρόθεση εξαπατήσεως.
37 Σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι επιβάλλεται να δοθεί απάντηση στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα, πιστεύω ότι τα αποφασιστικής σημασίας στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη, προκειμένου να προσδιοριστεί αν διαπράχθηκε «σοβαρή παρατυπία» κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 3, του κανονισμού 4115/88, είναι, αφενός, ότι η σοβαρή αυτή παρατυπία διαπράχθηκε στο πλαίσιο περιπτώσεως αθετήσεως αναληφθεισών δεσμεύσεων διακριτών από τις περιπτώσεις που αφορούν οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 16 και, αφετέρου, ο παραβάτης να βαρύνεται με σοβαρή αμέλεια ή να είχε την πρόθεση εξαπατήσεως.
VI - Συμπέρασμα
38 Εν όψει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις επί των υποβληθέντων από το Verwaltungsgericht Schwerin προδικαστικών ερωτημάτων:
«1) Το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΟΚ) 4115/88 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, περί του καθορισμού των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος ενισχύσεων στην εκτατικοποίηση της παραγωγής, όπως διατυπώνεται με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 838/93 της Επιτροπής, της 6ης Απριλίου 1993, έχει την έννοια ότι η προβλεπόμενη στην παράγραφο 1, πρώτη περίοδος, κύρωση εφαρμόζεται οσάκις η απόκλιση μεταξύ του αριθμού μονάδων για τις οποίες ζητήθηκε η ενίσχυση και του αριθμού μονάδων που διαπιστώθηκε κατόπιν ελέγχου δεν υπερβαίνει το 10 % της καλλιεργήσιμης εκτάσεως, έστω και αν υπερβαίνει τα δύο εκτάρια.
2) Το άρθρο 16, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 4115/88, όπως διατυπώνεται με τον κανονισμό 838/93, έχει την έννοια ότι η μείωση που τυγχάνει εφαρμογής επί των καταβληθεισών προηγουμένως ενισχύσεων ανατρέχει αναδρομικώς ως την ημερομηνία ενάρξεως της περιόδου για την οποία αναλήφθηκε συμβατικώς η δέσμευση εκτατικοποιήσεως, εκτός και αν ο δικαιούχος αποδεικνύει ότι η απόκλιση δεν είναι ούτε προϋόν προθέσεως ούτε αποτέλεσμα εκ μέρους του αμελείας.
3) Τα αποφασιστικής σημασίας στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη, προκειμένου να προσδιοριστεί αν διαπράχθηκε "σοβαρή παρατυπία" κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 3, του κανονισμού 4115/88, όπως διατυπώνεται στον κανονισμό 838/93, είναι, αφενός, ότι η σοβαρή αυτή παρατυπία διαπράχθηκε στο πλαίσιο περιπτώσεως αθετήσεως αναληφθεισών δεσμεύσεων διακριτών από τις περιπτώσεις που αφορούν οι παράγραφοι 1 και 2 και, αφετέρου, ότι ο παραβάτης βαρύνεται με σοβαρή αμέλεια ή είχε την πρόθεση εξαπατήσεως.»
(1) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 4115/88 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, περί καθορισμού των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος ενισχύσεων στην εκτατικοποίηση της παραγωγής (ΕΕ L 361, σ. 13).
(2) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 838/93 της Επιτροπής, της 6ης Απριλίου 1993, περί τροποποιήσεως του κανονισμού 4115/88 ( ΕΕ L 88, σ. 16).
(3) - Δεν απαντά στην 21η έκδοση του Diccionario de la Lengua Espaρola του 1994. Ομοίως, δεν περιλαμβάνεται στο Diccionario de uso del espaρol της Marνa Moliner, επανατύπωση του 1992 ούτε στο Diccionario ideolσgico de la lengua espaρola του Julio Casares, δεύτερη έκδοση 1992 (18η επανατύπωση). Διαπίστωσα ότι ο αντίστοιχος όρος της γαλλικής «extensification» δεν περιλαμβάνεται στο λεξικό Le Petit Robert, ούτε στο Larousse de la langue franηaise και ότι ο αντίστοιχος όρος «extensification» της αγγλικής δεν απαντά ούτε στο Shorter Oxford English Dictionnary ούτε στο Merriam-Webster's Collegiate Dictionnary· ο ιταλικός όρος «estensivizzazione» δεν ανευρίσκεται στο Novissimo Dizionario della Lingua Italiana, ενώ ο όρος «extensificaηao» στην πορτογαλική απουσιάζει από το Dicionαrio da Lingua Portuguesa των J. Almeida Costa και A. Sampaio e Melo.
(4) - Απόφαση 87/218/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Μαρτίου 1987, περί τροποποιήσεως της αποφάσεως 83/641 (ΕΕ L 85, σ. 46).
(5) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 797/85 του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 1985, σχετικά με τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των γεωργικών διαρθρώσεων (ΕΕ L 93, σ. 1).
(6) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 1760/87 του Συμβουλίου, της 15ης Ιουνίου 1987, που τροποποιεί τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 797/85, (ΕΟΚ) 270/79, (ΕΟΚ) 1360/78 και (ΕΟΚ) 355/77 όσον αφορά τις γεωργικές διαρθρώσεις και την προσαρμογή της γεωργίας στη νέα κατάσταση των αγορών και τη διατήρηση του αγροτικού χώρου (EE L 167, σ. 1).
(7) - Απαντά σε είκοσι οκτώ περίπου κανονισμούς του Συμβουλίου και της Επιτροπής και σε δέκα αποφάσεις καθώς και σε διάφορες γνώμες της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής και του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
(8) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 1094/88 του Συμβουλίου, της 25ης Απριλίου 1988, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 797/85 και (ΕΟΚ) 1760/87, όσον αφορά την παύση της καλλιέργειας αρωσίμων γαιών καθώς και την εκτατικοποίηση και τη μετατροπή της παραγωγής (ΕΕ L 106, σ. 28).
(9) - Απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1993 στην υπόθεση C-190/91, Lante (Συλλογή 1993, σ. Ι-67).
(10) - Απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1997 στην υπόθεση C-384/95, Landboden-Agrardienste (Συλλογή 1997, σ. Ι-7387). Παρατηρώ ότι, με τις προτάσεις που υπέβαλε στο Δικαστήριο επί της εν λόγω υποθέσεως, ο γενικός εισαγγελέας Jacobs είχε ήδη υπογραμμίσει τον παραπλανητικό χαρακτήρα του όρου εκτατικοποίηση. Στην υποσημείωση 3 των προτάσεών του, διευκρινίζεται: «Αυτός ο εν τινι μέτρω παραπλανητικός όρος, ο οποίος δεν υπάρχει στα λεξικά, χρησιμοποιείται στην κοινοτική νομοθεσία υπό την έννοια της μειώσεως της γεωργικής παραγωγής. Σύμφωνα με την εφημερίδα The Times της 23ης Ιανουαρίου 1989, "η εκτατικοποίηση, στη χρησιμοποιούμενη από την κοινοτική νομοθεσία γλώσσα, σημαίνει μια λιγότερο εντατική μέθοδο καλλιέργειας, η οποία αντισταθμίζει τη μείωση της παραγωγής με τη μείωση των δαπανών για ζωοτροφές, λιπάσματα και φυτοφάρμακα". Πηγή: Oxford English Dictionary Word and Language Service (OWLS), Oxford University Press».
(11) - Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης αποσαφήνισε ορισμένα σημεία των πραγματικών περιστατικών που παρατίθενται στη διάταξη περί παραπομπής. Βεβαιώνει ότι διασκορπίστηκαν επί τόπου υπολείμματα αζωτούχου λιπάσματος που είχε παρασκευαστεί στην πρώην Λαϋκή Δημοκρατία της Γερμανίας, λιπάσματος που είχε αποθηκευθεί στις εγκαταστάσεις της και που ήταν άχρηστο για την ίδια δεδομένου ότι από ετών επιδιδόταν στην εκτατική καλλιέργεια. Το 1994 ο κύριος Neick, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, ανέφερε σε ορισμένους υπαλλήλους ότι η παρτίδα εκείνη λιπάσματος έπρεπε να εξαφανιστεί εντός του έτους. Προφανώς, εννοούσε ότι η υπολειπόμενη παρτίδα έπρεπε να εξαφανιστεί ή να δοθεί ως προσφορά σε γειτονική επιχείρηση που εξακολουθούσε ακόμα να χρησιμοποιεί την κλασσική μέθοδο καλλιέργειας, πλην όμως η εντολή του ερμηνεύθηκε εσφαλμένα και οι υπάλληλοι διασκόρπισαν το λίπασμα σε επιφάνειες όπου ήδη είχε πραγματοποιηθεί η συγκομιδή. Βεβαιώνει ότι οι διάδικοι συμφωνούν ότι η ποσότητα λιπάσματος που διασκορπίστηκε δεν ήταν ικανή να οδηγήσει σε αύξηση των ήδη σπαρέντων φυτών. Συγκεκριμένα, η διασκορπισθείσα ποσότητα ανερχόταν σε δύο περίπου τόνους, γεγονός που σημαίνει κατά μέσο όρο 35 χλγρ. ανά εκτάριο ή 9 χλγρ. ανά εκτάριο καλλιεργήσιμης εκτάσεως, τη στιγμή κατά την οποία κατά τον κρίσιμο χρόνο χρησιμοποιούνταν ως λιπάσματα για τις φυτείες μέση ποσότητα 94 χλγρ. αζώτου ανά καλλιεργήσιμο εκτάριο. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η ελάχιστη έκταση στην οποία διασκορπίστηκε το λίπασμα καταδεικνύει ότι οι υπάλληλοί της δεν είχαν την πρόθεση να προβούν στη λίπανση του εδάφους υπό τη γεωργική έννοια δεδομένου ότι η χρησιμοποιηθείσα ποσότητα δεν ανερχόταν ούτε στο 10 % της αναγκαίας για τη λίπανση συγκεντρώσεως.
(12) - Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 2988/95 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1995, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 312, σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy