Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Κατ' εφαρμογήν μιας ρήτρας διαιτησίας στηριζομένης στο άρθρο 181 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 238 ΕΚ) και περιεχομένης στη σύμβαση επιδοτήσεως που συνήψε το 1985 με την εταιρία ελληνικού δικαίου Νέα Ενεργειακή Τεχνολογία ΕΕ , η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να υποχρεώσει τη ΝΕΤ στην επιστροφή του συνόλου της χρηματοδοτήσεως που της καταβλήθηκε, πλέον συμβατικών και νομίμων τόκων. Η Επιτροπή στηρίζει το αίτημά της στις διατάξεις των άρθρων 9 της συμβάσεως και 147 του ελληνικού αστικού κώδικα .
2. Συνιστά απάτη στο ελληνικό δίκαιο το γεγονός ότι ένας συμβαλλόμενος παρέλειψε να επισημάνει στον αντισυμβαλλόμενο ότι η οικονομική του κατάσταση κατά τον χρόνο που ζητήθηκε η σύναψη μιας συμφωνίας δεν του επέτρεπε να τηρήσει τη συμφωνία που ήλπιζε να συνάψει; Αυτό είναι κατ' ουσίαν το νομικό ζήτημα που πρέπει να εκτιμήσει το Δικαστήριο.
3. Δεδομένου ότι η διαφορά είναι ιδιωτική και η λύση της ενδιαφέρει μόνο τους δύο προαναφερθέντες διαδίκους, θα περιορίσω την περιγραφή του νομικού, πραγματικού και διαδικαστικού πλαισίου, καθώς και τα επιχειρήματα των διαδίκων, στα στοιχεία που είναι απολύτως αναγκαία για τη συλλογιστική μου. Για διεξοδικότερη έκθεση των στοιχείων αυτών, παραπέμπω τους διαδίκους στην έκθεση ακροατηρίου που τους έχει κοινοποιηθεί.
Ι - Το νομικό πλαίσιο
Η σύμβαση
4. Το άρθρο 1 και το παράρτημα Ι, Α, σημεία 1 και 2, της συμβάσεως προβλέπουν ότι η ΝΕΤ αναλαμβάνει την υλοποίηση ενός σχεδίου υπό τον τίτλο «Νήσος Κέα», που έχει ως αντικείμενο:
- την εγκατάσταση ανεμογεννήτριας ισχύος 300 kW σε ελληνικό νησί, μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1986 το αργότερο,
- την επίδειξη της λειτουργίας του συστήματος αυτού, από την 1η Ιανουαρίου 1986, επί δύο έτη,
- την παράδοση του συστήματος στην εμπορική εκμετάλλευση υπέρ των χρηστών, μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής, ήτοι την 1η Απριλίου 1988.
5. Το άρθρο 3 της συμβάσεως ορίζει τη χρηματοδοτική ενίσχυση της Eπιτροπής στο 40 % των πραγματικών δαπανών του σχεδίου, τις οποίες θα ελέγχει και θα εγκρίνει η Επιτροπή, με ανώτατο όριο το ποσό των 46 000 000 δρχ., άνευ ΦΑ.
6. Σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙ, Ι, παράγραφος 1, στοιχείο α_, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, της συμβάσεως, η Επιτροπή δεσμεύεται να καταβάλει στη ΝΕΤ προκαταβολή ύψους 13 800 000 δρχ., που αντιστοιχεί στο 30 % του μέγιστου ποσού ενισχύσεως, εντός των 30 ημερών που ακολουθούν την υπογραφή της συμβάσεως. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η προκαταβολή αυτή, καθώς και όλοι οι παραχθέντες τόκοι, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν παρά μόνο για την υλοποίηση του σχεδίου.
7. Το άρθρο 8 της συμβάσεως ορίζει τα εξής:
«Σε περίπτωση μη εκπληρώσεως εκ μέρους ενός των αντισυμβαλλομένων μιας των υποχρεώσεων που αυτός υπέχει από την παρούσα σύμβαση, η Επιτροπή μπορεί να του απευθύνει όχληση, επιδιδόμενη με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής. Εφόσον δεν επακολουθήσει εκτέλεση της συμβάσεως εντός προθεσμίας ενός μήνα, η Επιτροπή μπορεί να υπαναχωρήσει της συμβάσεως άνευ άλλης διαδικασίας. Η σύμβαση μπορεί επίσης να καταγγελθεί στην περίπτωση κατά την οποία το συμβαλλόμενο μέρος προέβη, προκειμένου να λάβει την οικονομική ενίσχυση, σε ψευδείς δηλώσεις, στο μέτρο που αυτές μπορούν να του καταλογιστούν. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις αυτές, τα καταβληθέντα ως οικονομική ενίσχυση ποσά πρέπει να επιστραφούν αμέσως από τον αντισυμβαλλόμενο στην Επιτροπή, πλέον τόκων υπολογιζομένων από τη λήξη της προθεσμίας του ενός μήνα που προβλέπεται ανωτέρω. Το επιτόκιο είναι εκείνο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων , που ίσχυε κατά την ημερομηνία της αποφάσεως της Επιτροπής για την επιδότηση του συγκεκριμένου σχεδίου.»
8. Σύμφωνα με το άρθρο 9 της συμβάσεως:
«Η παρούσα σύμβαση μπορεί να λυθεί από αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη μετά από προθεσμία δύο μηνών, εάν στερείται αντικειμένου η συνέχιση του προγράμματος υλοποίησης που ορίζεται στο παράρτημα Ι, παραδείγματος χάρη λόγω προβλέψεως τεχνικών ή οικονομικών δυσχερειών όσον αφορά το σχέδιο είτε επειδή η εκτιμηθείσα δαπάνη για το σχέδιο έχει κατά πολύ ξεπεραστεί. Σ' αυτή την περίπτωση, η Επιτροπή μπορεί να απαιτήσει πλήρη ή μερική επιστροφή των καταβληθέντων ποσών χρηματοδότησης, πλέον τόκων από την ημέρα της λύσεως της συμβάσεως, αν το πρόγραμμα, στο μέτρο κατά το οποίο έχει πραγματοποιηθεί, απέδωσε αποτελέσματα των οποίων μπορεί να γίνει εμπορική εκμετάλλευση. Το επιτόκιο είναι εκείνο της [ΕΤΕπ] που ίσχυε κατά την ημερομηνία της αποφάσεως της Επιτροπής για την επιδότηση του σχεδίου. Η επιστροφή πρέπει να πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τις παραγράφους 2.1 και 2.2 του παραρτήματος ΙΙ.»
9. Το άρθρο 13 της συμβάσεως διευκρινίζει ότι το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι αποκλειστικά αρμόδιο για την επίλυση των διαφορών που αφορούν το κύρος, την ερμηνεία και την εφαρμογή της συμβάσεως αυτής. Το άρθρο 14 της συμβάσεως ορίζει ότι το εφαρμοστέο δίκαιο είναι το ελληνικό.
Το ελληνικό δίκαιο
10. Το άρθρο 147 ΑΚ ορίζει τα εξής:
«Όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βούλησης έχει δικαίωμα να ζητήσει να ακυρωθεί η δικαιοπραξία. Αν η δήλωση απευθύνεται σε άλλον και η απάτη έγινε από τρίτο, η ακύρωση μπορεί να ζητηθεί μόνον εφόσον εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση ή τρίτος που απέκτησε αμέσως δικαίωμα από αυτή γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την απάτη.»
11. Σύμφωνα με το άρθρο 157 ΑΚ, «[ό]ταν περάσουν δύο χρόνια από τη δικαιοπραξία επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος για ακύρωση. Αν η πλάνη ή η απάτη ή η απειλή εξακολούθησαν και μετά τη δικαιοπραξία, η διετία αρχίζει από τότε που πέρασε η κατάσταση αυτή. Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται ακύρωση όταν περάσουν είκοσι χρόνια από τη δικαιοπραξία».
12. Σύμφωνα με το άρθρο 249 ΑΚ, «[ε]φόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια».
13. Το άρθρο 345 ΑΚ προβλέπει τα εξής:
«Όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή, ο δανειστής σε περίπτωση υπερημερίας έχει δικαίωμα να απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας που ορίζεται από τον νόμο ή με δικαιοπραξία χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ζημία. Ο δανειστής, αν αποδείξει και άλλη θετική ζημία, εφόσον στον νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά, έχει δικαίωμα να απαιτήσει και αυτήν.»
14. Το άρθρο 346 ΑΚ έχει ως εξής:
«Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος.»
ΙΙ - Το πλαίσιο των πραγματικών περιστατικών
15. Σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως, η Επιτροπή κατέβαλε στη ΝΕΤ, στις 16 Ιουλίου 1985, προκαταβολή ύψους 13 800 000 δρχ. επί του ποσού της χρηματοδοτικής ενισχύσεως που είχε δεσμευθεί να της καταβάλει.
16. Η Επιτροπή, όταν διαπίστωσε ότι κανένα από τα προβλεπόμενα στάδια υλοποιήσεως του σχεδίου δεν είχε πραγματοποιηθεί, ζήτησε από τη ΝΕΤ, από της ημερομηνίας υπογραφής της συμβάσεως μέχρι το 1988, επανειλημμένως:
- να τηρήσει τις δεσμεύσεις που είχε αναλάβει,
- να αρχίσει τις προβλεπόμενες εργασίες και
- να της αποστείλει έκθεση σχετικά με την πρόοδο των εργασιών και τα αντίγραφα των αδειών για την κατασκευή του έργου.
17. Η ΝΕΤ, απαντώντας στα αιτήματα αυτά, ανέφερε επανειλημμένως ότι επέκειτο η έναρξη των εργασιών, χωρίς ωστόσο να αποστείλει τα έγγραφα που είχε ζητήσει η Επιτροπή.
18. Με επιστολή της 22ας Φεβρουαρίου 1989, η Επιτροπή ειδοποίησε τη ΝΕΤ ότι είχε αποφασίσει να εφαρμόσει το άρθρο 8 της συμβάσεως και ότι, κατά συνέπεια, της έτασσε προθεσμία ενός μήνα για να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις της, άλλως η σύμβαση θα ελύετο.
19. Μετά την πάροδο της ως άνω ταχθείσας προθεσμίας, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 17 Μα_ου 1989, ένταλμα εισπράξεως. Δεδομένου ότι το ένταλμα αυτό δεν εξοφλήθηκε, η ΝΕΤ κλήθηκε, με συστημένη επιστολή της 23ης Ιανουαρίου 1990, να εξοφλήσει την οφειλή της εντός προθεσμίας δέκα πέντε ημερών.
20. Με επιστολή της 26ης Ιουνίου 1989 και με συμπληρωματική επιστολή της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, η ΝΕΤ απάντησε στην επιστολή της Επιτροπής της 22ας Φεβρουαρίου 1989. Με τις εν λόγω επιστολές, η ΝΕΤ ανέφερε τους λόγους για τους οποίους δεν είχε καταστεί δυνατή η ολοκλήρωση του σχεδίου και διευκρίνισε ότι είχε αναγκαστεί να αντιμετωπίσει σημαντικές δαπάνες στο πλαίσιο των προπαρασκευαστικών εργασιών που ήσαν αναγκαίες για την υλοποίηση του σχεδίου.
21. Κατά συνέπεια, πρότεινε την αφαίρεση των δαπανών αυτών από την οφειλή της. Ζήτησε επιπλέον να της επιτραπεί να επιστρέψει το ποσόν των 10 000 000 δρχ. που ήταν ακόμη διαθέσιμο από τα ποσά που της είχε καταβάλει η Επιτροπή και να λυθεί η σύμβαση κατ' εφαρμογήν του άρθρου 9 αυτής.
22. Η Επιτροπή δέχθηκε την πρόταση της ΝΕΤ και εξέδωσε, στις 27 Μαρτίου 1990 , ένταλμα εισπράξεως για ποσό 9 257 051 δρχ., πλέον ποσού 241 500 δρχ. που αντιστοιχούσε στους τραπεζικούς τόκους, ήτοι για συνολικό ποσό 9 498 551 δρχ. Καθόρισε προθεσμία πληρωμής λήγουσα στις 15 Μα_ου 1990.
23. Η ΝΕΤ δεν κατέβαλε το ποσό αυτό παρά τις αλλεπάλληλες οχλήσεις της Επιτροπής.
24. Στις 29 Μα_ου 1998, η ΝΕΤ γνωστοποίησε στην Επιτροπή ότι δεν μπορούσε να καταβάλει τα ποσά που αυτή απαιτούσε. Τόνισε επιπλέον ότι τελούσε ήδη από μακρού χρόνου υπό εκκαθάριση. Ζήτησε να της χορηγηθεί νέα προθεσμία και πρότεινε στην Επιτροπή να δεχθεί την καταβολή ποσού 4 000 000 δρχ.
ΙΙΙ - Τα αιτήματα των διαδίκων
25. Με την υπό κρίση αγωγή, που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Νοεμβρίου 1998, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
«- να δεχθεί την αγωγή εξ ολοκλήρου,
- να υποχρεώσει την εναγομένη να της καταβάλει το σύνολο της χρηματοδότησης που εισέπραξε από την Κοινότητα, ακύρου θεωρουμένου του διακανονισμού που αποδέχθηκε η Επιτροπή, ως επιτευχθέντος με απατηλά μέσα, ήτοι να υποχρεώσει την εναγομένη να καταβάλει το συνολικό ποσό της κύριας οφειλής εκ 13 800 000 δρχ., συν τους τόκους οι οποίοι κατά τα προβλεπόμενα από τη σύμβαση ανέρχονται μέχρι της επιδόσεως της παρούσας αγωγής στο ποσό των 24 382 218 δρχ., ήτοι εν συνόλω το ποσό των 38 182 218 δρχ., και επιπλέον τους νόμιμους τόκους υπερημερίας κατά την ελληνική νομοθεσία από της επιδόσεως στην εναγόμενη της παρούσας αγωγής, τούτο δε μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως της οφειλής της, ή έστω τους τόκους με βάση το επιτόκιο της [ΕΤΕπ], για την περίοδο από της καταθέσεως της παρούσας αγωγής μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως της οφειλής εκ μέρους της εναγομένης,
- επικουρικώς, να υποχρεώσει την καθής να της καταβάλει το ποσό που προκύπτει από τον διαλαμβανόμενο στην παράγραφο 19 της παρούσας εκθέσεως διακανονισμό, ήτοι 9 498 551 δρχ., και τους επί του κυρίου ποσού (9 257 051 δρχ.) οφειλόμενους τόκους, οι οποίοι κατά τα προβλεπόμενα από τη σύμβαση ανέρχονται μέχρι της επιδόσεως της παρούσας αγωγής στο ποσό των 14 643 006 δρχ., ήτοι εν συνόλω το ποσό των 24 141 557 δρχ., καθώς επίσης και τους προβλεπόμενους από την ελληνική νομοθεσία νόμιμους τόκους, από της επιδόσεως της παρούσας αγωγής μέχρι της ολοσχερούς εξοφλήσεως της οφειλής της εναγομένης, ή έστω τους τόκους με βάση το επιτόκιο της [ΕΤΕπ], για την περίοδο από της καταθέσεως της παρούσας αγωγής μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως της οφειλής εκ μέρους της εναγομένης,
- να καταδικάσει και στις δύο περιπτώσεις τη ΝΕΤ στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της Επιτροπής, μετά της αμοιβής των πληρεξουσίων της δικηγόρων.»
26. Η ΝΕΤ ζητεί από το Δικαστήριο:
«- να απορρίψει την αγωγή εξ ολοκλήρου,
- όλως επικουρικώς, να την υποχρεώσει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 3 986 545 δρχ., ατόκως,
- να καταδικάσει την ενάγουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της εναγομένης και των πληρεξουσίων δικηγόρων της.»
IV - Επί του αιτήματος που προέβαλε κυρίως η Επιτροπή
Επιχειρήματα των διαδίκων
27. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δέχθηκε την πρόταση διακανονισμού της ΝΕΤ με βάση τις διαβεβαιώσεις της τελευταίας ότι είχε στη διάθεσή της το ποσόν των 10 000 000 δρχ. Το ποσόν αυτό αντιστοιχούσε, κατά τα λεγόμενα της ΝΕΤ, στο υπόλοιπο του ποσού της προκαταβολής των 13 800 000 δρχ. που είχε εισπράξει. Η αποδοχή της εν λόγω προτάσεως εξηρτάτο επιπλέον από τη σιωπηρή, αλλά σαφή και προφανή διαλυτική αίρεση ότι θα καταβαλλόταν πράγματι το ως άνω ποσόν.
28. Η ενάγουσα στηρίζεται στο από 29 Μα_ου 1998 έγγραφο της ΝΕΤ για να δικαιολογήσει τις αξιώσεις της. Φρονεί συγκεκριμένα ότι από το εν λόγω έγγραφο προκύπτει ότι, όταν η ΝΕΤ υπέβαλε την πρόταση διακανονισμού, δεν είχε προφανώς την πρόθεση να επιστρέψει τμήμα της εισπραχθείσας προκαταβολής, αλλ' ότι ως μοναδικό σκοπό είχε να εξαπατήσει την ενάγουσα προκειμένου να της χορηγηθούν προθεσμίες για την επιστροφή και, τελικώς, να επωφεληθεί από μια μείωση του ύψους της οφειλής της. Στο πλαίσιο της στρατηγικής αυτής, η ΝΕΤ απέφυγε να ενημερώσει την Επιτροπή για τη θέση της υπό εκκαθάριση.
29. Η Επιτροπή συνάγει από τα στοιχεία αυτά ότι η εκ μέρους της αποδοχή της προτάσεως διακανονισμού της ΝΕΤ και η συνακόλουθη μείωση της απαιτήσεως της Κοινότητας είναι ελαττωματικές. Η Επιτροπή φρονεί, συγκεκριμένα, ότι εξαπατήθηκε από τη ΝΕΤ, υπό την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ. Κατά συνέπεια, ζητεί να θεωρηθεί άκυρος ο διακανονισμός και να υποχρεωθεί η εναγομένη να της επιστρέψει ολόκληρο το ποσό της καταβληθείσας προκαταβολής, ήτοι 13 800 000 δρχ., πλέον των συμβατικών τόκων και των νόμιμων τόκων υπερημερίας.
30. Η ΝΕΤ αμφισβητεί ότι η επιτευχθείσα μεταξύ των διαδίκων συμφωνία είναι αποτέλεσμα απάτης εκ μέρους της.
31. Η εναγομένη ισχυρίζεται, συγκεκριμένα, ότι «η προθυμία της να επιστρέψει» το ποσό των 10 000 000 δρχ., που εκφράστηκε στην από 26 Ιουνίου 1989 επιστολή της, αποτελούσε αποκλειστικά εκδήλωση της επιθυμίας της να τηρήσει τη σύμβαση, όπως θεωρούσε ότι ίσχυε και όπως πίστευε ότι μπορούσε να εφαρμοσθεί. Τονίζει συναφώς ότι τα χρήματα αυτά δεν ήσαν διαθέσιμα και έπρεπε να εξευρεθούν . Επομένως, η επιλογή της λύσεως της συμβάσεως κατ' εφαρμογήν του άρθρου της 9 δεν εξηρτάτο από την προϋπόθεση, σιωπηρή ή μη, της πληρωμής του αναφερομένου ποσού.
32. Επιπλέον, η ΝΕΤ υποστηρίζει ότι, στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα έπρεπε να θεωρήσει ότι η Επιτροπή εξαπατήθηκε προκειμένου να δεχθεί την πρόταση που περιέχεται στις επιστολές της της 26ης Ιουνίου και της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, η αξίωση προσβολής της δικαιοπραξίας λόγω απάτης έχει παραγραφεί. Η ΝΕΤ επικαλείται έτσι τις διατάξεις του άρθρου 157 ΑΚ που προβλέπουν ότι το δικαίωμα να ζητηθεί η ακύρωση αποσβέννυται μετά την πάροδο δύο ετών.
Εκτίμηση
Το ισχύον ελληνικό δίκαιο - εριεχόμενο του άρθρου 147 ΑΚ
33. Η ύπαρξη απάτης, υπό την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ, προϋποθέτει τη συνδρομή δύο προϋποθέσεων. ρώτον, απαιτείται η ύπαρξη ανέντιμης συμπεριφοράς. Δεύτερον, προϋποτίθεται ιδιαίτερη πρόθεση εκ μέρους του μετερχομένου την απάτη.
34. _Οσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, κατά πάγια νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων, απάτη αποτελεί κάθε συμπεριφορά η οποία τείνει να παραγάγει ή να ενισχύσει πεπλανημένη εντύπωση ή αντίληψη της πραγματικότητας με την παρουσίαση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή με την απόκρυψη αληθών γεγονότων ή ακόμη με τη μερική μόνο αποκάλυψη αληθών γεγονότων. Η υποχρέωση αποκαλύψεως ορισμένων γεγονότων ή ανακοινώσεως στον αντισυμβαλλόμενο ορισμένων στοιχείων εξαρτάται από το είδος της συμβάσεως, την ειλικρίνεια που απαιτείται στις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, τα χρηστά και τα συναλλακτικά ήθη. Στον τομέα των εμπορικών συναλλαγών, όταν πρόκειται ειδικότερα για ανάληψη εμπορικού κινδύνου, η υποχρέωση παροχής στοιχείων σχετικά με την οικονομική κατάσταση ενός των συμβαλλομένων είναι ευρύτερη απ' ό,τι συνήθως.
35. _Οσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, η πρόθεση του μετερχομένου την απάτη συνίσταται σε δόλο, ήτοι σε γνώση ή τουλάχιστον σε επίγνωση του ότι η συμπεριφορά του έχει απατηλό χαρακτήρα, καθώς και σε αποδοχή των συνεπειών της απάτης. Η έννοια της απάτης αποκλείει συνεπώς την αμέλεια, ακόμη και την βαριά αμέλεια, του ενεργούντος.
36. Για να μπορεί μια δικαιοπραξία να ακυρωθεί λόγω απάτης, η νομολογία απαιτεί, περαιτέρω, να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ψεύδους του ενεργούντος και της καταρτίσεως της δικαιοπραξίας. Η δικαιοπραξία δεν μπορεί να ακυρωθεί και ο μετελθών την απάτη μπορεί να απαλλαγεί από κάθε ευθύνη αν αποδείξει ότι η απάτη δεν επηρέασε τη συμβατική βούληση του απατηθέντος και ότι αυτός θα είχε συνάψει τη σύμβαση ακόμη και αν δεν υφίστατο η απατηλή συμπεριφορά.
37. Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου, η απάτη δεν τεκμαίρεται, αλλά πρέπει να την αποδεικνύει εκείνος ο οποίος ισχυρίζεται ότι απατήθηκε.
Η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 147 ΑΚ επί της διαφοράς
38. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η συμφωνία της 27ης Μαρτίου 1990 είναι ελαττωματική. Ισχυρίζεται ότι απεδέχθη τη συμφωνία λόγω του ψεύδους της εναγομένης σχετικά με την οικονομική κατάστασή της. Η ΝΕΤ είχε συγκεκριμένα αναφέρει ότι κατείχε το υπόλοιπο των ποσών που της είχε καταβάλει η Επιτροπή, ήτοι 10 000 000 δρχ., και ότι ήταν συνεπώς σε θέση να παραδώσει το υπόλοιπο αυτό στην Επιτροπή. Η ενάγουσα ισχυρίζεται, επιπλέον, ότι η ΝΕΤ της απέκρυψε σημαντικά γεγονότα, όπως είναι η διαδικασία εκκαθαρίσεως που είχε κινηθεί κατ' αυτής.
39. Κατά την Επιτροπή, τα γεγονότα αυτά, τα οποία γνώριζε η εναγομένη όταν πρότεινε τον διακανονισμό, απεκρύβησαν από πρόθεση. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ουδέποτε θα είχε δεχθεί την πρόταση αυτή αν γνώριζε τα γεγονότα αυτά.
40. Η εναγομένη αναγνωρίζει ότι δεν διέθετε το ποσόν το οποίο πρότεινε να καταβάλει στην ενάγουσα όταν πρότεινε τον διακανονισμό αυτόν .
41. Δεδομένου ότι το ελληνικό δίκαιο δέχεται μια πολύ ευρεία έννοια της απάτης - καθόσον προβλέπει, υπενθυμίζω, ότι κάθε συμπεριφορά που τείνει να παραγάγει ή να ενισχύσει πεπλανημένη εντύπωση ή αντίληψη της πραγματικότητας μπορεί να συνιστά απάτη - θεωρώ ότι το γεγονός ότι η ΝΕΤ εψεύσθη σχετικά με το υποστατό των ποσών τα οποία διέθετε και τα οποία πρότεινε να καταβάλει στην ενάγουσα επιτρέπει τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι το αντικειμενικό στοιχείο της έννοιας της απάτης συντρέχει εν προκειμένω.
42. Κατά την Επιτροπή, ο δόλιος χαρακτήρας της συμπεριφοράς της ΝΕΤ πρέπει να συναχθεί από το γεγονός ότι αυτή δεν διέθετε τα ποσά που πρότεινε να καταβάλει στην Επιτροπή, όταν προσπάθησε να επιτύχει τη συμφωνία της Επιτροπής σχετικά με μείωση της οφειλής της. Η ψευδής παρουσίαση της οικονομικής καταστάσεώς της αρκεί για να αποδειχθεί, κατά την Επιτροπή, ότι η εναγομένη δεν είχε την πρόθεση να προβεί στην επιστροφή των ποσών που δεσμευόταν να πραγματοποιήσει.
43. Η ΝΕΤ αμφισβητεί κατηγορηματικά ότι δεν είχε την πρόθεση να εξοφλήσει τις οφειλές της. Υποστηρίζει αντιθέτως ότι η βούλησή της να τηρήσει τις δεσμεύσεις της μπορεί να συναχθεί από τις προσπάθειες που κατέβαλε για να πετύχει μείωση των συμβατικών οφειλών της, προσπάθειες οι οποίες κατέληξαν στη συμφωνία που πρότεινε στην Επιτροπή στις 26 Ιουνίου 1989. Συγκεκριμένα, κατά τη ΝΕΤ, θα ήταν άσκοπο να προσπαθεί να επιτύχει την εν λόγω μείωση του ποσού της απαιτήσεως της Επιτροπής, αν ουδόλως είχε την πρόθεση να εξοφλήσει τις οφειλές της.
44. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι ισχυρισμοί της Επιτροπής δεν στηρίζονται σε κανένα αντικειμενικό στοιχείο ούτε σε αρχή αποδείξεως, βάσει των οποίων θα μπορούσε να συναχθεί ότι η ΝΕΤ τελούσε σε οικονομική κατάσταση που καθιστούσε απολύτως απίθανη ή αδύνατη την επιστροφή που πρότεινε με την από 26 Ιουνίου 1989 επιστολή της. _Ετσι, δεν παρέχεται καμία διευκρίνιση όσον αφορά την ημερομηνία κατά την οποία η ΝΕΤ περιήλθε σε κατάσταση αναστολής πληρωμών. Ομοίως, η Επιτροπή δεν προσκομίζει λογιστικά στοιχεία βάσει των οποίων θα αποδεικνυόταν ότι, για παράδειγμα, κατά τον χρόνο που διατυπώθηκε η πρόταση συμφωνίας η ΝΕΤ δεν διέθετε καμιά απαίτηση εισπρακτέα από τρίτους ούτε καμιά πίστωση.
45. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν προσκόμισε την απόδειξη για τον δόλιο χαρακτήρα της συμπεριφοράς του μετελθόντος την απάτη. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η εφαρμογή του άρθρου 147 ΑΚ.
V - Επί του αιτήματος που προέβαλε επικουρικώς η Επιτροπή
Επιχειρήματα των διαδίκων
46. Επικουρικώς, στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα θεωρούσε ότι η εκ μέρους της Επιτροπής αποδοχή της συμφωνίας της 27ης Μαρτίου 1990 είναι έγκυρη και δεσμεύει την Κοινότητα, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η ΝΕΤ οφείλει να επιστρέψει το ποσόν που προκύπτει από τον διακανονισμό αυτόν, ήτοι το ποσόν των 9 498 551 δρχ., πλέον των τόκων που προβλέπονται στο άρθρο 9 της συμβάσεως, καθώς και των νομίμων τόκων υπερημερίας.
47. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, σύμφωνα με τη συμφωνία της 27ης Μαρτίου 1990, η σύμβαση επιδοτήσεως που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων λύθηκε βάσει του άρθρου 9 της εν λόγω συμβάσεως. Η διάταξη αυτή προβλέπει ρητώς ότι η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει την επιστροφή του συνόλου ή μέρους των ποσών που καταβλήθηκαν ως ενίσχυση, πλέον τόκων υπολογιζομένων από της ημερομηνίας λύσεως της συμβάσεως. Η διάταξη αυτή διευκρινίζει επίσης ότι το επιτόκιο είναι εκείνο το οποίο εφάρμοζε η ΕΤΕπ κατά την ημερομηνία της αποφάσεως της Επιτροπής περί της χορηγήσεως της χρηματοδοτικής ενισχύσεως στο σχέδιο.
48. Η Επιτροπή ισχυρίζεται επιπλέον ότι η ΝΕΤ πρέπει να υποχρεωθεί να της καταβάλει, επί του συνόλου της οφειλής της, τους νόμιμους τόκους υπερημερίας, σύμφωνα με το άρθρο 346 ΑΚ, από της ημερομηνίας επιδόσεως της αγωγής και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως της οφειλής της ή, άλλως, να της καταβάλει τόκους υπερημερίας με το επιτόκιο της ΕΤΕπ από της καταθέσεως της αγωγής μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως της οφειλής της.
49. Η ΝΕΤ αναγνωρίζει κατ' αρχήν την οφειλή της και το κύρος της συμφωνίας της 27ης Μαρτίου 1990, αλλά ισχυρίζεται ότι το ύψος των δαπανών που πραγματοποίησε στο πλαίσιο της συμβάσεως επιδοτήσεως είναι μεγαλύτερο από εκείνο που δήλωσε στην Επιτροπή με τις επιστολές της της 26ης Ιουνίου και της 21ης Σεπτεμβρίου 1989. Διευκρινίζει ότι οι δηλωθείσες δαπάνες, οι οποίες κατόπιν ενεκρίθησαν από την Επιτροπή στο πλαίσιο της συμφωνίας της 27ης Μαρτίου 1990, αντιστοιχούσαν στις φορολογικές δηλώσεις της, αλλά όχι στη συμβατική πραγματικότητα. Αναφέρει, ωστόσο, ότι αδυνατεί να προσκομίσει την απόδειξη των προβαλλομένων πρόσθετων δαπανών.
50. Η ΝΕΤ φρονεί, επιπλέον, ότι, αν το Δικαστήριο πρέπει να δεχθεί τα αιτήματα της Επιτροπής, το επιτόκιο πρέπει να είναι εκείνο που εφαρμόζει η ΕΤΕπ. Ωστόσο, αμφισβητεί το αίτημα που υπέβαλε η Επιτροπή όσον αφορά τους νόμιμους τόκους υπερημερίας. Κατ' αυτήν, συγκεκριμένα, δεδομένου ότι δεν είχαν προβλεφθεί οι τόκοι υπερημερίας μεταξύ των διαδίκων, η ΝΕΤ δεν θα μπορούσε να υποχρεωθεί να καταβάλει τους τόκους αυτούς βάσει του άρθρου 346 ΑΚ.
Εκτίμηση
51. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, βάσει της συμφωνίας της 27ης Μαρτίου 1990, οι διάδικοι συμφώνησαν τόσο επί της αρχής της χρηματικής οφειλής της ΝΕΤ όσο και επί του ποσού της οφειλής αυτής και επί των οφειλομένων τόκων.
52. Δεδομένου ότι το αίτημα τροποποιήσεως του ποσού της οφειλής της ΝΕΤ δεν είναι δικαιολογημένο, πρέπει να μη γίνει δεκτό.
53. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η συμφωνία της 27ης Μαρτίου 1990 πρέπει να θεωρηθεί έγκυρη και πρέπει να εφαρμοστεί.
54. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να υποχρεώσει την εναγομένη να καταβάλει στην Επιτροπή το ποσό που αντιστοιχεί στη συμφωνία που συνήφθη στις 27 Μαρτίου 1990, ήτοι το ποσόν των 9 498 551 δρχ.
55. _Οσον αφορά το αίτημα να υποχρεωθεί η ΝΕΤ στην καταβολή των συμβατικών τόκων και των νομίμων τόκων υπερημερίας, επί του συνόλου της οφειλής της, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το άρθρο 9 της συμβάσεως ορίζει ρητώς ότι η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει την επιστροφή του συνόλου ή μέρους των ποσών που καταβλήθηκαν ως επιδότηση, πλέον των τόκων υπηρημερίας από της ημερομηνίας λύσεως της συμβάσεως. Το άρθρο αυτό ορίζει επιπλέον ότι το επιτόκιο είναι εκείνο της ΕΤΕπ που ίσχυε κατά την ημερομηνία της αποφάσεως της Επιτροπής περί χορηγήσεως της χρηματοδοτικής ενισχύσεως στο σχέδιο.
56. Με την απόφαση 272/1994 , ο _Αρειος άγος έκρινε ότι το νόμιμο ποσοστό που προβλέπει το άρθρο 346 ΑΚ οφείλεται επικουρικώς, οσάκις οι διάδικοι δεν έχουν συμφωνήσει συμβατικό ποσοστό τόκου. Αντιθέτως, οσάκις έχει καθορισθεί από τους διαδίκους συμβατικό ποσοστό τόκου, αυτό υπερισχύει, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα απόφαση, του υπό του νόμου οριζομένου ποσοστού σε όλες τις περιπτώσεις, περιλαμβανομένης εκείνης κατά την οποία το συμβατικό ποσοστό τόκου είναι μικρότερο από το υπό του νόμου οριζομένου ποσοστού.
57. Οι διατάξεις της συμβάσεως καθορίζουν ρητώς το εφαρμοζόμενο εν προκειμένω ποσοστό τόκων υπερημερίας.
58. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα της Επιτροπής που στηρίζεται στις συμβατικές διατάξεις και να υποχρεωθεί η ΝΕΤ στην καταβολή των τόκων υπερημερίας που προβλέφθηκαν στη σύμβαση.
59. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να υποχρεώσει τη ΝΕΤ στην καταβολή του ποσού των 9 498 551 δρχ., πλέον τόκων υπολογιζομένων βάσει του επιτοκίου που εφάρμοζε η ΕΤΕπ κατά την ημερομηνία της αποφάσεως της Επιτροπής περί της χορηγήσεως της χρηματοδοτικής ενισχύσεως στο σχέδιο «Νήσος Κέα», για την περίοδο από της ημερομηνίας λύσεως της συμβάσεως μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως της οφειλής εκ μέρους της εναγομένης.
60. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της ΝΕΤ και αυτή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
ρόταση
61. Για τους προεκτεθέντες λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο:
- να υποχρεώσει την εταιρία ελληνικού δικαίου Νέα Ενεργειακή Τεχνολογία ΕΕ να καταβάλει στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το ποσό που προκύπτει από τη συμφωνία που συνήφθη στις 27 Μαρτίου 1990, ήτοι 9 498 551 δρχ., πλέον τόκων υπολογιζομένων βάσει του επιτοκίου που εφάρμοζε η ΕΤΕπ κατά την ημερομηνία της αποφάσεως της Επιτροπής περί της χορηγήσεως της χρηματοδοτικής ενισχύσεως στο σχέδιο «Νήσος Κέα», για την περίοδο από της ημερομηνίας λύσεως της συμβάσεως μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως της οφειλής εκ μέρους της εναγομένης·
- να την καταδικάσει στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy