Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Η Επιτροπή άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας λόγω παραβάσεως. Εν προκειμένω, η Επιτροπή προσάπτει σ' αυτό το κράτος μέλος ότι υπερέβη τις εξουσίες του όταν μετέφερε στην εσωτερική νομοθεσία του την οδηγία 90/364/ΕΟΚ σχετικά με το δικαίωμα διαμονής , την οδηγία 90/365/ΕΟΚ σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των μισθωτών και μη μισθωτών εργαζομένων που έχουν παύσει την επαγγελματική τους δραστηριότητα και την οδηγία 93/96/ΕΟΚ σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των σπουδαστών .
2. Οι οδηγίες 90/364 και 90/365, όπως και η οδηγία 90/366/ΕΟΚ σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των σπουδαστών , εκδόθηκαν από το Συμβούλιο για να επεκτείνουν σε όλους τους κοινοτικούς υπηκόους το δικαίωμα διαμονής εντός κράτους μέλους εκτός του δικού τους, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα επιβαρύνουν τα δημόσια οικονομικά του κράτους υποδοχής. Η προθεσμία που χορηγήθηκε στα κράτη μέλη για τη μεταφορά των διατάξεων αυτών στο εσωτερικό δίκαιο έληξε στις 30 Ιουνίου 1992.
3. Η οδηγία 90/366 ακυρώθηκε από το Δικαστήριο για τον λόγο ότι είχε εκδοθεί από το Συμβούλιο με εσφαλμένη νομική βάση . άντως, με την απόφασή του το Δικαστήριο έκρινε ότι όλα τα αποτελέσματα της ακυρωθείσας οδηγίας μπορούσαν να διατηρηθούν μέχρι να αντικατασταθεί από το Συμβούλιο με νέα οδηγία, εκδοθησόμενη με πρόσφορη νομική βάση. Η νέα οδηγία εκδόθηκε στις 29 Οκτωβρίου 1993 και χορήγησε στα κράτη μέλη, για την προσαρμογή της εσωτερικής τους νομοθεσίας, προθεσμία η οποία έληξε στις 31 Δεκεμβρίου του ιδίου έτους.
4. Οι τρεις οδηγίες του 1990 μεταφέρθηκαν στο ιταλικό δίκαιο με το νομοθετικό διάταγμα 470, της 26ης Νοεμβρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή των οδηγιών 90/364, 90/365 και 90/366, σε θέματα δικαιώματος διαμονής των κοινοτικών υπηκόων, των μισθωτών και μη μισθωτών εργαζομένων που έχουν παύσει την επαγγελματική τους δραστηριότητα και των σπουδαστών .
Στην προσφυγή της, η Επιτροπή τονίζει ότι το διάταγμα αυτό εκδόθηκε πριν από την έκδοση της οδηγίας 93/96. αρ' όλα αυτά, επειδή οι διατάξεις της οδηγίας αυτής είναι πρακτικώς παρεμφερείς με τις διατάξεις της οδηγίας 90/366, η Επιτροπή υποθέτει ότι η Ιταλική Κυβέρνηση φρονεί ότι η εσωτερική της νομοθεσία συνάδει και προς την οδηγία 93/96. Εν τούτοις η Επιτροπή θεωρεί ότι, από διάφορες απόψεις, η Ιταλική Κυβέρνηση δεν μετέφερε ορθώς στο εσωτερικό της δίκαιο τις οδηγίες αυτές.
Ι - Η προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασία
5. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ), η Επιτροπή γνωστοποίησε τη θέση της στις ιταλικές αρχές με έγγραφο της 13ης Ιουνίου 1995, με το οποίο τις καλούσε να της υποβάλουν παρατηρήσεις εντός δύο μηνών.
6. Μέσω της μόνιμης αντιπροσωπείας της, η Ιταλική Κυβέρνηση απηύθυνε στην Επιτροπή στις 6 Δεκεμβρίου 1995 απάντηση στην οποία είχε επισυνάψει δύο υπηρεσιακά σημειώματα του Υπουργείου Απασχολήσεως και Κοινωνικής Ασφαλίσεως, που είχαν καταρτισθεί από τη γενική διεύθυνση κοινωνικής ασφαλίσεως και κοινωνικής πρόνοιας και από τη γενική διεύθυνση απασχολήσεως. Η Επιτροπή, αφού εξέτασε τα σημειώματα αυτά, έκρινε ότι η απάντηση δεν ήταν επαρκής και απηύθυνε στις 11 Νοεμβρίου 1996 αιτιολογημένη γνώμη στην Ιταλική Δημοκρατία.
7. Με έγγραφο που απηύθυνε στην Επιτροπή στις 13 Δεκεμβρίου 1996, η μόνιμη αντιπροσωπεία της Ιταλίας πληροφόρησε την Επιτροπή ότι το άρθρο 1, έκτο εδάφιο, του νομοσχεδίου περί των «διατάξεων για την εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ιταλίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες - κοινοτικός νόμος 1995-1996», που εγκρίθηκε από το υπουργικό συμβούλιο κατά τη συνεδρίαση της 8ης Νοεμβρίου 1996, αναθέτει στην κυβέρνηση να εκδώσει τις συμπληρωματικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να καταστήσει το νομοθετικό διάταγμα 470 σύμφωνο προς τις οδηγίες 90/364, 90/365 και 93/96.
ΙΙ - Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
8. Η Επιτροπή, μη διαθέτοντας καμιά νέα πληροφορία σχετικά με την εξέλιξη της διαδικασίας εκδόσεως της κανονιστικής αυτής ρυθμίσεως και μη έχοντας λάβει περαιτέρω κοινοποίηση σχετικά με κείμενο που να τροποποιεί την εθνική νομοθεσία υπό την προταθείσα έννοια, συνήγαγε ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν έχει θεσπίσει τις διατάξεις που είναι αναγκαίες για να μεταφέρει ορθώς τις τρεις αυτές οδηγίες στην εσωτερική νομοθεσία και ότι, ακόμη και αν το είχε πράξει, δεν της είχε κοινοποιήσει το κείμενο όπως υποχρεούνταν. Για τους λόγους αυτούς, η Επιτροπή άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 25 Νοεμβρίου 1998 προσφυγή κατά αυτού του κράτους μέλους λόγω παραβάσεως.
9. Η Ιταλική Δημοκρατία κατέθεσε το υπόμνημα αντικρούσεως στις 25 Μαρτίου 1999. Η Επιτροπή παραιτήθηκε από την κατάθεση υπομνήματος απαντήσεως. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 44α του Kανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο αποφάσισε, με τη ρητή συναίνεση των διαδίκων, ότι δεν θα διεξαχθεί προφορική διαδικασία.
ΙΙΙ - Εξέταση των ισχυρισμών της Επιτροπής
10. Εκ προοιμίου, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η Ιταλική Δημοκρατία υποχρεούται, δυνάμει του άρθρου 5 της οδηγίας 90/364 και του άρθρου 5 της οδηγίας 90/365, να προσαρμόσει το εσωτερικό δίκαιο με τις διατάξεις των οδηγιών αυτών και η οδηγία 93/96 πρέπει, επίσης, να μεταφερθεί ορθώς στο ιταλικό νομικό σύστημα. Οι υποχρεώσεις αυτές βασίζονται στο άρθρο 189, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ), που ορίζει ότι η οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, και στο άρθρο 5, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 10, πρώτο εδάφιο, ΕΚ), σύμφωνα με το οποίο τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη αυτή και προκύπτουν από πράξεις των οργάνων της Κοινότητας.
11. Η Επιτροπή προβάλλει τρεις λόγους προς στήριξη της προσφυγής της κατά παραβάσεως: επισημαίνει τρεις διατάξεις με τις οποίες η ιταλική νομοθεσία δεν συνάδει προς τις διατάξεις των οδηγιών που αναγνωρίζουν το δικαίωμα διαμονής των κοινοτικών υπηκόων στο έδαφος των κρατών μελών. Οι τρεις αυτοί λόγοι, τους οποίους θα εξετάσω χωριστά, έχουν σχέση με τους πόρους των μελών της οικογενείας των δικαιούχων της οδηγίας 90/364, τα έγγραφα που πρέπει να προσκομίζουν οι δικαιούχοι των οδηγιών 90/364 και 90/365 και τους πόρους των σπουδαστών και των μελών της οικογενείας τους καθώς και τα μέσα αποδείξεως διαθέσεως τέτοιων πόρων.
A - ρώτος λόγος: η προϋπόθεση σχετικά με τα οικονομικά μέσα των μελών της οικογενείας των δικαιούχων της οδηγίας 90/364
12. Η Επιτροπή εκθέτει ότι το νομοθετικό διάταγμα 470, που τροποποίησε το προεδρικό διάταγμα 1656 του 1965, προσέθεσε το άρθρο 5 bis σε θέματα δικαιώματος διαμονής των υπηκόων κράτους μέλους που έχουν ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα (οδηγία 90/365), καθώς και το άρθρο 5 ter σε θέματα δικαιώματος διαμονής των υπηκόων των κρατών μελών που δεν απολαύουν του δικαιώματος αυτού δυνάμει άλλων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου (οδηγία 90/364). Για να έχουν το δικαίωμα αυτό, οι δικαιούχοι των δύο οδηγιών πρέπει να διαθέτουν εισόδημα που να μην είναι χαμηλότερο του ελάχιστου μισθού που προβλέπεται από το ιταλικό καθεστώς υποχρεωτικής γενικής ασφαλίσεως.
Το δικαίωμα διαμονής χορηγείται στα μέλη της οικογενείας που συντηρεί ο κύριος δικαιούχος της οδηγίας 90/365 υπό την προϋπόθεση ότι ο ίδιος διαθέτει, για καθένα από τα μέλη της οικογενείας, συνολικό εισόδημα που δεν είναι χαμηλότερο από τον προαναφερθέντα ελάχιστο μισθό. Αντιθέτως, το δικαίωμα διαμονής των μελών της οικογενείας που συντηρεί ο δικαιούχος της οδηγίας 90/364 εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι διαθέτει, για καθένα από τα μέλη της οικογενείας, εισόσημα αντίστοιχο με τον ελάχιστο αυτό μισθό αυξημένο κατά το ένα τρίτο . Επομένως, όσον αφορά το δικαίωμα διαμονής των μελών της οικογενείας, απαιτείται από τους δικαιούχους της οδηγίας 90/364 να διαθέτουν εισοδήματα ανώτερα του ενός τρίτου από αυτά που ζητούνται από τους δικαιούχους της οδηγίας 90/365.
13. _Οσον αφορά τον λόγο αυτό, η Ιταλική Δημοκρατία αναφέρει στο υπόμνημά της αντικρούσεως την ύπαρξη νομοσχεδίου, οι διατάξεις του οποίου σκοπούν την τροποποίηση των επικρινομένων από την Επιτροπή κανόνων. Η Ιταλική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι το νομοσχέδιο αυτό βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο διυπουργικής διαβουλεύσεως.
14. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 90/364, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των υπηκόων των κρατών μελών που δεν έχουν το δικαίωμα αυτό δυνάμει άλλων διατάξεων, και το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 90/365, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των μισθωτών και μη μισθωτών εργαζομένων που έχουν παύσει την επαγγελματική τους δραστηριότητα, ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι δικαιούχοι για να λάβουν άδεια διαμονής σε κάθε κράτος μέλος.
Αφενός, όλοι οι δικαιούχοι πρέπει να διαθέτουν, για τους ιδίους και για τα μέλη της οικογενείας τους, υγειονομική ασφάλιση που να καλύπτει το σύνολο των κινδύνων στο κράτος μέλος υποδοχής. Αφετέρου, οι δικαιούχοι της οδηγίας 90/364 πρέπει να διαθέτουν ορισμένο εισόδημα, ενώ οι δικαιούχοι της οδηγίας 90/365 πρέπει να εισπράττουν σύνταξη αναπηρίας, πρόωρη σύνταξη, σύνταξη γήρατος, ή πρόσοδο για εργατικό ατύχημα ή επαγγελματική νόσο. Τόσο το εισόδημα στην πρώτη περίπτωση όσο και η σύνταξη ή η πρόσοδος στη δεύτερη περίπτωση πρέπει να είναι επαρκείς ώστε οι ενδιαφερόμενοι να μην επιβαρύνουν, κατά το διάστημα της διαμονής τους, το σύστημα κοινωνικής προνοίας του κράτους μέλους υποδοχής.
15. Οι δύο οδηγίες συγκλίνουν στο ότι οι πόροι αυτοί θεωρούνται επαρκείς όταν υπερβαίνουν το επίπεδο των πόρων κάτω του οποίου το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να χορηγεί κοινωνική αρωγή στους υπηκόους του, λαμβάνοντας υπόψη την προσωπική κατάσταση του αιτούντος και, ενδεχομένως, των μελών της οικογένειάς του. Εν πάση περιπτώσει, οι πόροι του αιτούντος θεωρούνται επαρκείς όταν υπερβαίνουν το ύψος της ελάχιστης συντάξεως κοινωνικής ασφαλίσεως που καταβάλλει το κράτος μέλος υποδοχής.
_Οπως ορθότατα παρατηρεί η Επιτροπή στην προσφυγή της, η προϋπόθεση σχετικά με τη διάθεση πόρων διατυπώνεται πανομοιότυπα στις δύο οδηγίες· οι οδηγίες αυτές απαιτούν μόνον οι ενδιαφερόμενοι να διαθέτουν επαρκές εισόδημα ώστε να μην επιβαρύνουν το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας. Εκτός του ότι και στις δύο οδηγίες το ελάχιστο ποσό των πόρων είναι το ίδιο, καθορίζεται πλήρως και δεν αποτελεί αντικείμενο, ούτε στη μία ούτε στην άλλη, εξαιρέσεως που να εφαρμόζεται στα μέλη της οικογενείας των δικαιούχων τους.
16. Θεωρώ ότι η Επιτροπή δικαίως ισχυρίζεται ότι η Ιταλική Δημοκρατία έπρεπε να επιβάλει τις ίδιες προϋποθέσεις διαθέσεως εισοδήματος όσον αφορά τα μέλη της οικογενείας των δικαιούχων των δύο οδηγιών. Συνεπώς, η Ιταλική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ νομοθεσία που απαιτεί από τους δικαιούχους της οδηγίας 90/364 να διαθέτουν, για τα μέλη της οικογενείας τους, πόρους ποσού υψηλότερου του ενός τρίτου από αυτό που απαιτείται για τα μέλη της οικογενείας των δικαιούχων της οδηγίας 90/365, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 90/364.
17. Για τους προεκτεθέντες λόγους, θεωρώ ότι ο πρώτος λόγος της προσφυγής της Επιτροπής είναι βάσιμος.
Β - Ο δεύτερος λόγος: η προϋπόθεση σχετικά με τα έγγραφα που πρέπει να προσκομίζουν οι δικαιούχοι των οδηγιών 90/364 και 90/365
18. Το άρθρο 5 quinquies, που προστέθηκε με το νομοθετικό διάταγμα 470 στο προεδρικό διάταγμα 1656, ορίζει τα έγγραφα που απαιτούνται από τους δικαιούχους των οδηγιών 90/364 και 90/365. Για να τους χορηγηθεί η άδεια διαμονής, οι δικαιούχοι πρέπει να προσκομίσουν, μεταξύ άλλων, δήλωση της προξενικής αρχής βεβαιώνουσα την εγγραφή του αιτούντος στην υγειονομική υπηρεσία κράτους μέλους, υγειονομική ασφάλιση καλύπτουσα ιατρική και νοσοκομειακή περίθαλψη, ισχύουσα στην ιταλική επικράτεια, ή γνήσιο επικυρωμένο αντίγραφο εγγραφής στην ιταλική εθνική υγειονομική υπηρεσία. Οι δικαιούχοι της οδηγίας 90/365 υποχρεούνται να προσκομίσουν δήλωση της προξενικής αρχής βεβαιώνουσα ότι εισπράττουν σύνταξη, πρόσοδο ή άλλα εισοδήματα, με αναφορά του ποσού, ενώ οι δικαιούχοι της οδηγίας 90/364 και τα συντηρούμενα μέλη της οικογενείας πρέπει να προσκομίσουν αντίγραφο, επικυρωμένο από την προξενική αρχή, των εγγράφων που έχουν εκδοθεί στο κράτος καταγωγής ή προελεύσεως τα οποία βεβαιώνουν την ύπαρξη του ζητηθέντος εισοδήματος ή, αν το εισόδημα αυτό υφίσταται στην Ιταλία, των δικαιολογητικών εγγράφων που έχουν εκδοθεί από τις αρμόδιες αρχές.
εραιτέρω, και κατά γενικό τρόπο, ο δικαιούχος της διαμονής πρέπει να προσκομίσει, για τα συντηρούμενα μέλη της οικογενείας του, επίσημο έγγραφο εκδοθέν από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ή προελεύσεως, βεβαιώνον την ύπαρξη συγγενικού δεσμού καθώς και την προϋπόθεση ότι είναι συντηρούμενο μέλος της οικογενείας.
19. Η Επιτροπή θεωρεί ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, για να αποφεύγεται η χρησιμοποίηση πλαστών εγγράφων, μπορεί να δικαιολογείται η άρνηση αποδοχής των μη εκδοθέντων από δημόσια αρχή εγγράφων. άντως, η υποχρέωση που επιβάλλει ο ιταλικός νόμος στους δικαιούχους των οδηγιών 90/364 και 90/365 να προσκομίζουν, σε όλες τις περιπτώσεις, έγγραφα εκδοθέντα από τις δημόσιες αρχές ενός από τα κράτη μέλη είναι προδήλως δυσανάλογη. Η Επιτροπή προσθέτει ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι δικαιούχοι των οδηγιών μπορεί να αντιμετωπίσουν πολλές δυσχέρειες στην έκδοση των συγκεκριμένων αυτών εγγράφων και οι ιταλικές αρχές μπορούν να διασφαλίζουν με άλλα αντίστοιχα μέσα ότι οι αιτούντες πληρούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να τους χορηγηθεί το δικαίωμα διαμονής.
20. Για την άμυνά της, η Ιταλική Δημοκρατία προβάλλει ότι, αν ο αιτών την άδεια διαμονής είναι εργαζόμενος που έχει παύσει την επαγγελματική του δραστηριότητα, θα δικαιούται συντάξεως ή προσόδου ή θα διαθέτει άλλους αντίστοιχους πόρους. Οι διμερείς συμβάσεις διπλής φορολογίας που συνήφθηκαν μεταξύ της Ιταλικής Δημοκρατίας και των άλλων κρατών της Ενώσεως προβλέπουν ότι οι συντάξεις που καταβάλλονται στους πρώην μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα φορολογούνται στο κράτος διαμονής του φορολογουμένου και το κράτος το οποίο τις καταβάλλει δεν μπορεί, κατ' αρχήν, να προβεί σε καμία κράτηση. Συνεπώς, ο οργανισμός που καταβάλλει τη σύνταξη ή την πρόσοδο στο κράτος καταγωγής ή προελεύσεως είναι αυτός ο οποίος, χωρίς μείζον πρόβλημα, μπορεί να χορηγήσει πιστοποιητικό βεβαιώνον το ύψος των εισοδημάτων του ενδιαφερομένου.
Τα κράτη μέλη που δεν επιβάλλουν στις συντάξεις φόρο εισοδήματος μπορούν να προσκομίζουν στις φορολογικές αρχές του κράτους διαμονής τα στοιχεία σχετικά με τα εισοδήματα που έχουν ούτως αποκτηθεί στο έδαφός τους, στο πλαίσιο αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών, που ρυθμίζεται κανονιστικά από την οδηγία 77/799/ΕΟΚ . Η Ιταλική Δημοκρατία προσθέτει ότι υπέγραψε διοικητικής φύσεως συμφωνίες με σκοπό να διευκολύνει την αυθόρμητη ανταλλαγή πληροφοριών με επτά κράτη της Ενώσεως. Η Ιταλική Δημοκρατία καταλήγει με τη δήλωση ότι δεν συμμερίζεται τις αμφιβολίες που εξέφρασε η Επιτροπή ως προς την ύπαρξη, στα άλλα κράτη μέλη, δημόσιας αρχής δυνάμενης να πιστοποιήσει, στις περιπτώσεις αυτές το ποσόν του φορολογητέου εισοδήματος του αιτούντος την άδεια διαμονής.
Η Ιταλική Δημοκρατία καταλήγει στο υπόμνημά της αντικρούσεως επισημαίνοντας, όσον αφορά τα έγγραφα που γίνονται δεκτά ως απόδειξη του συγγενικού δεσμού ή της ιδιότητας του συντηρουμένου προσώπου, ότι στην GURI αριθ. 275, της 24ης Νοεμβρίου 1998 (Επίσημη Εφημερίδα της Ιταλικής Δημοκρατίας), δημοσιεύθηκε το διάταγμα 403 του ροέδρου της Δημοκρατίας, το άρθρο 5 του οποίου απλοποιεί τους κανόνες περί των διοικητικών εγγράφων και εφαρμόζει στους υπηκόους της Ενώσεως την ίδια μεταχείριση με αυτήν των Ιταλών υπηκόων.
21. αρατηρώ ότι τόσο η οδηγία 90/364 όσο και η οδηγία 90/365 ορίζουν ότι, για τη χορήγηση άδειας διαμονής, το κράτος μέλος μπορεί να απαιτεί από τον αιτούντα μόνον να προσκομίζει ταυτότητα ή διαβατήριο εν ισχύι και να παρέχει την απόδειξη ότι πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, δηλαδή ότι διαθέτει τους πόρους που θεωρούνται επαρκείς υπό την έννοια των οδηγιών αυτών και ότι διαθέτει, για τον ίδιον και για τα μέλη της οικογενείας του, υγειονομική ασφάλιση καλύπτουσα το σύνολο των κινδύνων στο κράτος μέλος υποδοχής.
22. Είναι σαφές ότι καμία από τις οδηγίες αυτές δεν διευκρινίζει τον τρόπο βάσει του οποίου οι αιτούντες την άδεια διαμονής πρέπει να αποδείξουν ότι πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές· συνεπώς, τα κράτη μέλη διαθέτουν ορισμένη εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά την απαιτούμενη συναφώς απόδειξη.
άντως, για τη ρύθμιση αυτού του ζητήματος, τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη μεγάλη ποικιλία των νομικών συστημάτων που συνυπάρχουν στην _Ενωση και την πληθώρα των διαφορετικών καταστάσεων που μπορούν να παρουσιαστούν στην πράξη· κατ' αρχάς, πρέπει να χρησιμοποιούν τα πλεονεκτήματα που παρουσιάζουν άλλοι κανόνες κοινοτικού δικαίου στους οποίους μπορούν να προσφύγουν όπως, εκτός από τους διαύλους επικοινωνίας που θεσπίζει η οδηγία 77/799, την οποία παρέθεσε η Ιταλική Δημοκρατία, τις δυνατότητες που προσφέρουν οι κανονισμοί (ΕΟΚ) 1408/71 και 574/72 , όσον αφορά την απόδειξη, μέσω των πιστοποιητικών που εκδίδονται από τους εθνικούς οργανισμούς κοινωνικής ασφαλίσεως κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων, της κοινωνικής καλύψεως από συγκεκριμένο καθεστώς κοινωνικής ασφαλίσεως και του ποσού των συντάξεων και προσόδων που καταβάλλουν οι οργανισμοί αυτοί.
Θα ήθελα να προσθέσω ότι οι νομοθεσίες των κρατών μελών πρέπει να διαθέτουν την απαραίτητη προσαρμοστικότητα για να μη διακυβεύεται ο κύριος και τελικός σκοπός των οδηγιών 90/364 και 90/365: η κατάργηση, μεταξύ των κρατών μελών, των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, ώστε η άσκηση του δικαιώματος διαμονής των υπηκόων της Ενώσεως και των μελών της οικογένειάς τους στο έδαφος κάθε κράτους μέλους να καταστεί πράγματι δυνατή.
23. Ενόψει του σκοπού αυτού, θεωρώ, όπως και η Επιτροπή, ότι η Ιταλική Δημοκρατία υπερέβη την εξουσία της εκτιμήσεως απαιτώντας όλα τα έγγραφα που πρέπει να προσκομίζουν οι αιτούντες άδεια διαμονής στην Ιταλία βάσει της οδηγίας 90/364 και της οδηγίας 90/365 να εκδίδονται από δημόσιες αρχές και να μην επικυρώνονται από τις προξενικές αρχές και να μην προσκομίζονται αποδεικτικά έγγραφα, η έκδοση των οποίων είναι λιγότερο δυσχερής για τον ενδιαφερόμενο. Ο ισχυρισμός της Ιταλικής Δημοκρατίας ότι, από τα τέλη του 1998, μεταχειρίζεται τους υπηκόους της Ενώσεως, όσον αφορά την απόδειξη του δεσμού συγγενείας ή της ιδιότητας του συντηρημένου προσώπου, όπως και τους Ιταλούς υπηκόους δεν μπορεί να γίνει δεκτός, διότι δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο στον φάκελο της υποθέσεως και περαιτέρω δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή είχε πληροφορηθεί για την τροποποίηση αυτή.
24. Για τους λόγους αυτούς, κρίνω ότι ο δεύτερος λόγος της προσφυγής της Επιτροπής είναι επίσης βάσιμος.
Γ - Ο τρίτος λόγος: η προϋπόθεση σχετικά με το εισόδημα των σπουδαστών και των μελών της οικογενείας τους καθώς και την παροχή αποδείξεως του εισοδήματος αυτού (οδηγία 93/96)
25. Το άρθρο 5 ter, που προστέθηκε με το νομοθετικό διάταγμα 470 στο προεδρικό διάταγμα 1656, αναγνωρίζει δικαίωμα διαμονής στο ιταλικό έδαφος στους σπουδαστές υπηκόους κράτους της Ενώσεως οι οποίοι διαθέτουν εισοδήματα που δεν είναι χαμηλότερα από το ελάχιστο ποσόν του ιταλικού καθεστώτος υποχρεωτικής γενικής ασφαλίσεως. Ανάλογο δικαίωμα αναγνωρίζεται στα μέλη της οικογενείας τους υπό την προϋπόθεση ότι ο σπουδαστής διαθέτει συνολικό εισόδημα που δεν είναι χαμηλότερο, για καθένα από τα μέλη της οικογενείας, αυτού του ελαχίστου ποσού.
Για να χορηγηθεί η άδεια διαμονής, απαιτείται ad hoc δήλωση του σπουδαστή, ενώπιον της αρμόδιας δημόσιας αρχής, βεβαιώνουσα το ποσόν του διαθεσίμου εισοδήματος, ή αντίγραφο των δικαιολογητικών εγγράφων που έχουν εκδώσει οι αρχές άλλου κράτους μέλους και επικυρώσει οι προξενικές αρχές. Για τα συντηρούμενα μέλη της οικογενείας, απαιτείται αντίγραφο των εγγράφων που έχουν εκδοθεί στο κράτος καταγωγής ή προελεύσεως και επικυρωθεί από τις προξενικές αρχές, τα οποία βεβαιώνουν την ύπαρξη του εισοδήματος, ή, για τα υφιστάμενα στην Ιταλία εισοδήματα, των εγγράφων που έχουν εκδοθεί από τα αρμόδια όργανα.
26. Το άρθρο 1 όμως της οδηγίας 93/96 ορίζει: «Για να προσδιοριστούν οι προϋποθέσεις που θα διευκολύνουν την άσκηση του δικαιώματος διαμονής και για να διασφαλισθεί η χωρίς διακρίσεις πρόσβαση στην επαγγελματική εκπαίδευση υπηκόου κράτους μέλους που έγινε δεκτός να παρακολουθήσει επαγγελματική εκπαίδευση σε άλλο κράτος μέλος, τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν δικαίωμα διαμονής σε κάθε σπουδαστή-υπήκοο κράτους μέλους που δεν έχει το εν λόγω δικαίωμα με βάση άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου, καθώς και στον/στη σύζυγό του και τα συντηρούμενα τέκνα τους, ο οποίος δηλώνει ή με οποιοδήποτε άλλο τουλάχιστο ισοδύναμο τρόπο, ή κατ' επιλογήν του, διαβεβαιώνει την αρμόδια εθνική αρχή ότι διαθέτει πόρους, ώστε τα πρόσωπα αυτά να μην επιβαρύνουν, κατά τη διάρκεια της διαμονής τους, το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υπδοχής, υπό τον όρο ότι θα είναι εγγεγραμμένος σε αναγνωρισμένο εκπαιδευτικό ίδρυμα προκειμένου να παρακολουθήσει, κατά κύρια απασχόληση, κύκλο επαγγελματικής εκπαίδευσης και ότι διαθέτει υγειονομική ασφάλιση η οποία καλύπτει το σύνολο των κινδύνων στο κράτος μέλος υποδοχής».
27. Στο κείμενο αυτό επισημαίνω ότι, για να χορηγηθεί άδεια διαμονής, οι δικαιούχοι της οδηγίας 93/96 δεν υποχρεούνται, σε αντίθεση με τους δικαιούχους των οδηγιών 90/364 και 90/365, ούτε να διαθέτουν επαρκείς πόρους, ούτε να εισπράττουν ένα ελάχιστο εισόδημα, ούτε να αποδεικνύουν με έγγραφα τους πόρους που διαθέτουν.
28. Αυτές οι διαφορές μεταξύ της οδηγίας 93/96 και των άλλων δύο οδηγιών εξηγούνται από διάφορους λόγους. ρώτον, η διαμονή του σπουδαστή είναι περιορισμένη, στη μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων, στη διάρκεια των σπουδών του και ο κίνδυνος να επιβαρύνει την κοινωνική πρόνοια του κράτους υποδοχής είναι συνεπώς ελάχιστος. Δεύτερον, τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίσουν τη διάρκεια ισχύος της αδείας διαμονής σε ένα έτος, ετησίως ανανεώσιμης, πράγμα το οποίο αυξάνει τη δυνατότητα των κρατών μελών να επεμβαίνουν στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος καθίσταται τελικά βάρος για την κοινωνική πρόνοια. Τρίτον, ο σπουδαστής δύναται, πολύ ευκολότερα από ό,τι οι δικαιούχοι των δύο άλλων οδηγιών, σε περίπτωση ανάγκης, να συμπληρώσει τους πόρους που διαθέτει με εισοδήματα από εργασία, με μερική ή περιοδική απασχόληση, μολονότι είναι αδύνατον να αποδείξει εκ των προτέρων ότι θα βρεθεί στην κατάσταση αυτή.
Σημειώνω επίσης ότι η οδηγία 93/96 μειώνει σημαντικά τον αριθμό των μελών της οικογενείας στα οποία μπορεί να επεκταθεί το δικαίωμα διαμονής. ράγματι, ενώ για τους δικαιούχους των οδηγιών 90/364 και 90/365, η οικογένεια που έχει δικαίωμα να εγκατασταθεί μαζί τους στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους αποτελείται από τον σύζυγο και τους συντηρούμενους κατιόντες στους οποίους προστίθενται οι συντηρούμενοι ανιόντες του δικαιούχου διαμονής και του συζύγου, ο σπουδαστής μπορεί να εγκατασταθεί μόνον με τον σύζυγό του και τα τέκνα που συντηρεί.
εραιτέρω, η οδηγία 93/96 δεν θέτει καμία απαίτηση όσον αφορά το ποσόν του εισοδήματος που πρέπει να διαθέτει ο σπουδαστής για τον σύζυγο και τα τέκνα που συντηρεί και δεν προβλέπει ότι ο σπουδαστής πρέπει να προσκομίζει οποιοδήποτε έγγραφο για να αποδεικνύει ότι διαθέτει πόρους· ο σπουδαστής έχει την επιλογή να διαβεβαιώσει την ύπαρξη των πόρων αυτών με δήλωση ή με κάθε άλλο τουλάχιστον αντίστοιχο μέσον.
29. Για τους προεκτεθέντες λόγους, συντάσσομαι με τη θέση της Επιτροπής ότι η Ιταλική Δημοκρατία, απαιτώντας από τους σπουδαστές υπηκόους των άλλων κρατών της Ενώσεως να διασφαλίζουν στις ιταλικές αρχές ότι διαθέτουν για τους ιδίους και για τους συντηρούμενους συζύγους και τέκνα, εισόδημα συγκεκριμένου ύψους, μη διευκρινίζοντας ότι αρκεί ο φοιτητής να δηλώσει ότι διαθέτει πόρους, χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει με έγγραφα, και μη επιτρέποντας στον σπουδαστή να διαβεβαιώνει με δήλωση ότι διαθέτει οικονομικούς πόρους ώστε ο συντηρούμενος σύζυγος και τέκνα να μην επιβαρύνουν την κοινωνική πρόνοια, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 93/96.
30. Επομένως, ο τρίτος λόγος της προσφυγής ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν προέβαλε κανένα στοιχείο για την άμυνά της είναι επίσης βάσιμος.
IV - Δικαστικά έξοδα
31. Εφόσον οι λόγοι που προέβαλε η Επιτροπή έγιναν δεκτοί, η Ιταλική Δημοκρατία πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 69, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας.
V - ρόταση
32. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να διαπιστώσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία:
- επιβάλλοντας στους δικαιούχους της οδηγίας 90/364/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής, την υποχρέωση να διαθέτουν, για τα μέλη της οικογενείας τους, εισόδημα ανώτερο του ενός τρίτου από το εισόδημα που πρέπει να διαθέτουν, για τα μέλη της οικογενείας τους, οι δικαιούχοι της οδηγίας 90/365/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των μισθωτών και μη μισθωτών εργαζομένων που έχουν παύσει την επαγγελματική τους δραστηριότητα·
- περιορίζοντας τα δικαιολογητικά που πρέπει να προσκομίζονται προς στήριξη της αιτήσεως αδείας διαμονής και απαιτώντας τα έγγραφα αυτά να εκδίδονται ή να θεωρούνται από τις αρχές ενός κράτους μέλους·
- απαιτώντας από τους σπουδαστές, υπηκόους κρατών της Ενώσεως, να διαβεβαιώνουν τις ιταλικές αρχές ότι διαθέτουν, για τους ιδίους και για τον συντηρούμενο σύζυγο και τέκνα, εισόδημα συγκεκριμένου ύψους, μη διευκρινίζοντας ότι αρκεί ο σπουδαστής να δηλώσει ότι διαθέτει οικονομικούς πόρους χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει με έγγραφα, και μη επιτρέποντας στον σπουδαστή να διαβεβαιώνει με δήλωση ότι διαθέτει τους οικονομικούς πόρους ώστε ο συντηρούμενος σύζυγος και τέκνα να μην επιβαρύνουν την κοινωνική πρόνοια·
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ καθώς και από την οδηγία 90/364, την οδηγία 90/365 και την οδηγία 93/96/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1993, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των σπουδαστών·
2) να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy