Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1 Η παρούσα αναίρεση ασκήθηκε από το Συμβούλιο κατά της ακυρώσεως από το Πρωτοδικείο (1) των αποφάσεων που έλαβε το Ελεγκτικό Συνέδριο ως αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (ΑΔΑ) του Silvio Busacca κ.λπ. (στο εξής: προσφεύγοντες πρωτοδίκως). Με τις αποφάσεις αυτές, το Ελεγκτικό Συνέδριο απέρριψε τις αιτήσεις που υπέβαλαν οι ενδιαφερόμενοι για να περιληφθεί το όνομά τους στον πίνακα των προσώπων που εκδήλωσαν ενδιαφέρον να τύχουν του μέτρου περί οριστικής (προώρου) εξόδου από την υπηρεσία, όπως προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΞ) 2688/95 του Συμβουλίου, της 17ης Νοεμβρίου 1995, για τη θέσπιση, με την ευκαιρία της προσχωρήσεως της Αυστρίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας, ειδικών μέτρων που αφορούν την οριστική έξοδο από την υπηρεσία υπαλλήλων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (2) (στο εξής: κανονισμός). Ο κανονισμός αυτός όμως επιτρέπει τη θέσπιση τέτοιων μέτρων μόνον για τους υπαλλήλους του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου.
2 Εν προκειμένω, δεν θα εκθέσω τα πραγματικά περιστατικά και τα επιχειρήματα των διαδίκων παρά μόνον στο μέτρο που διαφέρουν από τις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Συμβούλιο κατά Chvatal κ.λπ. (3). Κατά τα λοιπά, παραπέμπω στις προτάσεις που ανέπτυξα μόλις σήμερα στις υποθέσεις αυτές.
3 Η βασική διαφορά από τις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Συμβούλιο κατά Chvatal κ.λπ. έγκειται στο γεγονός ότι εν προκειμένω το Συμβούλιο, που ασκεί την αναίρεση, δεν παρενέβη πρωτοδίκως υπέρ του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης φρονούν ότι το γεγονός αυτό εμποδίζει το Συμβούλιο να ασκήσει αναίρεση.
II - Το νομικό πλαίσιο
4 Σύμφωνα με το άρθρο 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων:
«Κατά των οριστικών αποφάσεων του Πρωτοδικείου (...) μπορεί να ασκηθεί αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου (...)
Την αναίρεση αυτή μπορεί να ασκήσει ο εν όλω ή εν μέρει ηττηθείς διάδικος. Οι παρεμβάντες, εξαιρέσει των κρατών μελών και των οργάνων της Κοινότητας, δεν μπορούν πάντως να ασκήσουν αναίρεση, εκτός αν η απόφαση του Πρωτοδικείου τους θίγει απ' ευθείας.
Με εξαίρεση τις περιπτώσεις δικών μεταξύ της Κοινότητας και των υπαλλήλων της, αναίρεση μπορούν να ασκήσουν και τα κράτη μέλη και τα όργανα της Κοινότητας που δεν παρενέβησαν στη δίκη ενώπιον του Πρωτοδικείου (...)»
III - Τα αιτήματα των διαδίκων
5 Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
- να αναιρέσει την απόφαση που εξέδωσε το Πρωτοδικείο στις 30 Σεπτεμβρίου 1998 στην υπόθεση T-164/97, Silvio Busacca κ.λπ. κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου·
- να κρίνει ελευθέρως ως προς τα δικαστικά έξοδα της ενώπιόν του διαδικασίας.
6 Οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης ζητούν από το Δικαστήριο:
- να κρίνει απαράδεκτη την αναίρεση που άσκησε το Συμβούλιο της Ευρωπαϋκής Ενώσεως με σκοπό την ακύρωση της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων στις 30 Σεπτεμβρίου 1998 στην υπόθεση T-164/97 (Silvo Busacca κ.λπ. κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων)·
- να αποφανθεί επί της ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας κατά νόμον·
- να καταδικάσει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα.
7 Το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν προέβαλε αιτήματα επί της ουσίας και, στην επ' ακροατηρίου συζήτηση, ζήτησε απλώς από το Δικαστήριο να φέρει μόνον τα δικά του δικαστικά έξοδα.
IV - Νομική εκτίμηση
Επιχειρήματα των διαδίκων
8 Σύμφωνα με το Συμβούλιο, ο περιορισμός του άρθρου 49, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, στο δικαίωμά του να ασκήσει αναίρεση αφορά μόνον τις υπαλληλικές προσφυγές που θέτουν σε αμφισβήτηση ατομικό δικαίωμα, αποκλείοντας τις προσφυγές κατά της νομιμότητας πράξεως γενικής ισχύος και ιδίως κανονισμών. Η διάταξη εξηγείται από το ότι τα θεσμικά όργανα και τα κράτη μέλη δεν έχουν συνήθως κανένα έννομο συμφέρον να ζητήσουν την επανεξέταση πρωτόδικης αποφάσεως σε διαφορές υπαλλήλων που αφορούν άλλα θεσμικά όργανα. Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση όμως αφορά κανονισμό γενικής ισχύος, που εξέδωσε το Συμβούλιο. Μολονότι αφορά υπαλληλική υπόθεση, πρόκειται για σημαντική απόφαση από πολλές απόψεις, ιδιαίτερα από θεσμική άποψη. Ως εκ τούτου, η αμφισβήτηση του κύρους κανονισμού του Συμβουλίου είναι πρακτικώς το μόνον αντικείμενο της αρχικής προσφυγής.
9 Τέλος, το Συμβούλιο παραπέμπει στις συνεκδικασθείσες αποφάσεις Συμβούλιο κατά Chvatal κ.λπ., οι οποίες αφορούν τα ίδια ζητήματα. Επειδή είχε παρέμβει στις διαδικασίες αυτές πρωτοδίκως, οι αναιρέσεις που άσκησε στις υποθέσεις αυτές είναι εν πάση περιπτώσει παραδεκτές. Η σαφήνεια του δικαίου επιβάλλει να κριθούν κατά τον ίδιο τρόπο οι τρείς υποθέσεις και να αποφευχθεί η κατάσταση όπου μία απόφαση του Πρωτοδικείου αποκτά ισχύ δεδικασμένου, ενώ άλλες δύο ακυρώνονται.
10 Κατά τη διάρκεια της επ' ακροατηρίου συζητήσεως, ο εκπρόσωπος του Συμβουλίου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη τη νομολογία επί του δικαιώματος προσφυγής του Κοινοβουλίου (4) προκειμένου να επεκτείνει, διά της νομολογίας του, τη νομιμοποίηση για την άσκηση αναιρέσεως.
11 Το Βασίλειο της Ισπανίας, παρεμβαίνον προς στήριξη του Συμβουλίου, υποστηρίζει την επιχειρηματολογία αυτή και φρονεί συνεπώς αναγκαίο να γίνει συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 49, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου. Ο αποκλεισμός των θεσμικών οργάνων και των κρατών μελών από το δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως δικαιολογείται μόνον στις διαφορές ήσσονος σημασίας, οι οποίες αφορούν αποκλειστικά ατομικά δικαιώματα. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος της Ισπανικής Κυβερνήσεως υπενθύμισε ότι οι εξαιρέσεις των γενικών αρχών πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά. Εν προκειμένω, κατ' αρχήν δεν περιορίστηκε το δικαίωμα του Συμβουλίου να ασκεί αναιρέσεις, καθόσον η εξαίρεση αφορά τον περιορισμό της δυνατότητας αυτής ως προς τις υπαλληλικές υποθέσεις.
12 Το Συμβούλιο και το Βασίλειο της Ισπανίας ανέπτυξαν εξάλλου λεπτομερή επιχειρηματολογία ως προς το βάσιμο της αιτήσεως αναιρέσεως. Επ' αυτού, παραπέμπω εκ νέου στις προτάσεις που ανέπτυξα στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Συμβούλιο κατά Chvatal κ.λπ..
13 Οι προσφεύγοντες πρωτοδίκως ισχυρίζονται αντιθέτως ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη και επιφυλλάσσονται να υποβάλουν παρατηρήσεις επί της ουσίας στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει άλλως.
14 Οι προσφεύγοντες πρωτοδίκως τονίζουν ότι, σε τελική ανάλυση, το Συμβούλιο είχε τη δυνατότητα να παρέμβει στην πρωτοβάθμια διαδικασία και να διατηρήσει κατ' αυτόν τον τρόπο τα δικαιώματά του. Το άρθρο 49, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου ουδόλως υποδεικνύει ότι οι υπαλληλικές διαφορές που αφορούν το κύρος νομοθετικών κειμένων γενικής ισχύος ή κειμένων που έχουν αποτελέσματα επί του προϋπολογισμού δεν εμπίπτουν στον περιορισμό του δικαιώματος ασκήσεως αναιρέσεως των προνομιούχων διαδίκων, δικαίωμα που τους αναγνωρίζεται στις άλλες υποθέσεις ακόμη και αν δεν έχουν παρέμβει στην πρωτοβάθμια διαδικασία. Εξάλλου, οι διαφορές τέτοιου είδους είναι πολυάριθμες.
15 Σύμφωνα με τους προσφεύγοντες πρωτοδίκως, το δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως που αναγνωρίζεται στα θεσμικά όργανα και τα κράτη μέλη, εκτός του στενού κύκλου των υπαλληλικών διαφορών, είναι ήδη υπερβολικό, εφόσον υπό κανονικές συνθήκες δεν εναπόκειται σε έναν τρίτο να προσβάλει απόφαση η οποία έχει γίνει δεκτή από όλους τους διαδίκους που μετείχαν στη διαδικασία. Οι προσφεύγοντες πρωτοδίκως στηρίζονται συναφώς στα πρώτα έγγραφα εργασίας του Συμβουλίου σχετικά με την κανονιστική ρύθμιση του δικαιώματος ασκήσεως αναιρέσεως καθώς και τις θέσεις που έλαβαν επ' αυτού η Επιτροπή και το Κοινοβούλιο, όπως περιλαμβάνονται στη νομική βιβλιογραφία (5). Σύμφωνα με τους προσφεύγοντες πρωτοδίκως, ο ήδη υπερβολικός χαρακτήρας αυτού του διττού προνομίου δεν πρέπει να επεκταθεί περαιτέρω ερμηνευτικά.
16 Οι σκέψεις που ανέπτυξε το Συμβούλιο ως προς τον περιορισμό του ειδικού δικαιώματός του ασκήσεως αναιρέσεως στις υπαλληλικές υποθέσεις, στις οποίες δεν παρενέβη καν πρωτοδίκως, είναι εξάλλου αντίθετες προς την αρχή της ασφαλείας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Αφενός, είναι δύσκολο να καθορισθεί ποιος μπορεί να έχει αυτό το δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως. Αφετέρου, οι υπαλληλικές υποθέσεις θίγουν τουλάχιστον μια νομική πράξη γενικής ισχύος, δηλαδή τον Κανονισμό Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων.
17 Οι προσφεύγοντες πρωτοδίκως προσάπτουν στο Συμβούλιο ότι, με την επιχειρηματολογία του, θέλει απλώς να αποφύγει τις συνέπειες της δικής του αμέλειας. Το Συμβούλιο δεν μπορούσε να μην γνωρίζει την ύπαρξη της διαφοράς, εφόσον οι προσφεύγοντες πρωτοδίκως ζήτησαν από το Συμβούλιο την πρόσβαση στα έγγραφα σχετικά με τα ειδικά μέτρα περί της οριστικής εξόδου από την υπηρεσία με την ευκαιρία της προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, του Βασιλείου της Σουηδίας και της Δημοκρατίας της Φινλανδίας.
18 ςΟσον αφορά την ανάγκη συνοχής με τις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Συμβούλιο κατά Chvatal κ.λπ., οι προσφεύγοντες πρωτοδίκως φρονούν ότι και οι αποφάσεις που διαπιστώνουν σιωπηρώς ότι γενικές κανονιστικές ρυθμίσεις είναι ανίσχυρες έχουν έννομο αποτέλεσμα μόνον μεταξύ των διαδίκων. Οι τρίτοι δεν μπορούν να επικαλούνται απευθείας τη διαπίστωση αυτή.
19 Κατά τα λοιπά, οι προσφεύγοντες πρωτοδίκως παρατηρούν ότι το Συμβούλιο δεν αμφισβητεί μόνον την επιχειρηματολογία του Πρωτοδικείου ως προς το κύρος του κανονισμού, αλλά και την εκτίμηση του Πρωτοδικείου ως προς το παραδεκτόν της προσφυγής.
20 Σε μεταγενέστερο στάδιο, οι προσφεύγοντες πρωτοδίκως προσήψαν στο Συμβούλιο και το Βασίλειο της Ισπανίας ότι θέλησαν πάση θυσία να κωλυσιεργήσουν τη διαδικασία για να εμποδίσουν την εκτέλεση της πρωτόδικης αποφάσεως. Η αίτηση αναιρέσεως και η παρέμβαση του Βασιλείου της Ισπανίας συνιστούν κατάχρηση εφόσον, με την πάροδο του χρόνου, η θέση σε εφαρμογή των δικαιωμάτων των προσφευγόντων πρωτοδίκως καθίσταται πρακτικώς αδύνατη.
Εκτίμηση
21 Η διατύπωση του άρθρου 49, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου αποκλείει σαφώς από το Συμβούλιο κάθε δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως. Εν προκειμένω, έχουμε «δίκη μεταξύ της Κοινότητας και των υπαλλήλων της» στην οποία το Συμβούλιο δεν παρενέβη πρωτοδίκως.
22 Βεβαίως, το Συμβούλιο και το Βασίλειο της Ισπανίας τονίζουν ρητώς ότι εν προκειμένω πρόκειται για ατυπική υπαλληλική διαφορά - ένα είδος συγκεκαλυμμένης ευθείας προσφυγής κατά του κανονισμού - εφόσον έχει ως αντικείμενο το κύρος πράξεως γενικής ισχύος και όχι την εφαρμογή της σε συγκεκριμένη περίπτωση. Συναφώς, επιβάλλεται εν τούτοις η διαπίστωση, όπως διαπιστώνουν οι προσφεύγοντες πρωτοδίκως, ότι οι υπαλληλικές προσφυγές μπορούν να θίγουν το κύρος γενικών κανονιστικών ρυθμίσεων.
23 Η ερμηνεία του άρθρου 49, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου δεν μπορεί να οδηγήσει σε κανένα άλλο αποτέλεσμα. Η κανονιστική ρύθμιση του δικαιώματος ασκήσεως αναιρέσεως στις υπαλληλικές διαφορές δεν μπορεί να θεωρηθεί εξαίρεση, ως επιδεχόμενη αυστηρή ερμηνεία, γενικής αρχής αναγνωρίζουσας απεριόριστο δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως στα θεσμικά όργανα και στα κράτη μέλη. Η οικονομία της σχετικής κανονιστικής ρυθμίσεως βαίνει μάλλον προς την έννοια μιας εντελώς διαφορετικής γενικής αρχής, σε σχέση με την οποία το απεριόριστο δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως των θεσμικών οργάνων και των κρατών μελών, πλην επί υπαλληλικών υποθέσεων, αποτελεί την εξαίρεση. Πράγματι, το άρθρο 49, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου θεσπίζει κατ' αρχήν ότι μόνον οι διάδικοι και οι παρεμβάντες που έχουν θιγεί απευθείας από την απόφαση του Πρωτοδικείου μπορούν να ασκήσουν αναίρεση. Ακόμα και το δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως που αναγνωρίζεται από τη διάταξη αυτή στα θεσμικά όργανα και στα κράτη μέλη τα οποία, αν και παρενέβησαν, δεν θίγονται απευθείας από την απόφαση, συνιστά ανωμαλία στην κανονιστική αυτή ρύθμιση. Η προϋπόθεση του άρθρου 49, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου ότι πρέπει να έχει υπάρξει παρέμβαση πρωτοδίκως βαίνει προς την έννοια αυτή έτι περισσότερο. Αυτό το «διπλό προνόμιο», για να χρησιμοποιήσω τη διατύπωση των προσφευγόντων πρωτοδίκως, περιορίζεται από την προβλεπόμενη για τις υπαλληλικές υποθέσεις εξαίρεση. Δεν μπορεί να εξετασθεί εδώ αν η αυστηρώς ερμηνευόμενη γενική αρχή των εξαιρέσεων μπορεί αληθώς να εφαρμοσθεί στην ιδιαιτέρως περίπλοκη αυτή κατάσταση, όπου αρχή, εξαίρεση και εξαίρεση της εξαιρέσεως αναμιγνύονται. Πράγματι, προκύπτει ότι ακόμα και η αυστηρή ερμηνεία πρέπει κατ' αρχήν να τηρεί τη διατύπωση του κειμένου.
24 Βεβαίως, το Συμβούλιο και το Βασίλειο της Ισπανίας ορθώς παρατηρούν ότι η έννοια και το αντικείμενο του διευρυμένου δικαιώματος ασκήσεως αναιρέσεως που αναγνωρίζεται στα θεσμικά όργανα και στα κράτη μέλη συνηγορούν υπέρ της μη διατηρήσεως του περιορισμού του δικαιώματος αυτού στις υπαλληλικές υποθέσεις, όταν οι υποθέσεις αυτές έχουν θεμελιώδη νομική σημασία. Το διευρυμένο δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως σκοπεί πράγματι στο να μπορούν οι προνομιούχοι προσφεύγοντες, με την ιδιότητά τους ως «θεματοφύλακες του δικαίου», να προσφεύγουν στο Δικαστήριο για να διατηρηθεί η συνοχή της νομολογίας, ακόμη και αν οι διάδικοι στην ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία δέχονται την εκδοθείσα από το Πρωτοδικείο απόφαση (6). Το δικαίωμα αυτό προσομοιάζει με το διευρυμένο δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής που αναγνωρίζεται στα κράτη μέλη, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή από το άρθρο 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης EΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 230, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ).
25 Εν τούτοις, για τις υπαλληλικές διαφορές, ο νομοθέτης αρνήθηκε ρητώς να διασφαλίσει την ολοκλήρωση της λειτουργίας αυτής με τη χορήγηση διττού προνομίου στα θεσμικά όργανα και τα κράτη μέλη και περιόρισε τις δυνατότητές τους ασκήσεως προσφυγής στο απλό προνόμιο του άρθρου 49, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο δεν μπορεί, με το πρόσχημα των πραγματικών περιστατικών μιας συγκεκριμένης περιπτώσεως, αντιστρέφοντας τη ρητή αυτή διάταξη, να κρίνει τελεολογικά.
26 Η δημιουργική ερμηνεία που καλούμεθα να δώσουμε, προϋποθέτει κατ' αρχήν ότι η κανονιστική ρύθμιση έχει ένα μη ηθελημένο από τον νομοθέτη κενό (7). Η κανονιστική αυτή ρύθμιση όμως είναι ρητή. Εξάλλου, δεν βλέπω πως αυτή η κανονιστική ρύθμιση έχει χάσει τον λόγο υπάρξεώς της κατόπιν τροποποιήσεων στο σύστημα νομικής προστασίας ή θεσμικής ισορροπίας της Ευρωπαϋκής Κοινότητας. Στην πραγματικότητα μάλλον το ίδιο το Συμβούλιο είχε και διατηρεί, δυνάμει του άρθρου 168 Α, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 225, παράγραφος 2, ΕΚ), αποφασιστικό ρόλο, ως νομοθέτης, για να καθορίζει την έκταση του προνομίου του στο θέμα του δικαιώματος ασκήσεως αναιρέσεως. Στην κατάσταση αυτή, η αναγκαστική εξέλιξη του δικαιώματος αυτού διά της νομολογίας δεν συμβιβάζεται με τη θεσμική ισορροπία και με την ευθύνη που προκύπτει συναφώς για το Συμβούλιο ως νομοθέτη.
27 Κατά τα λοιπά, οι προσφεύγοντες πρωτοδίκως παρατηρούν ορθώς ότι το Συμβούλιο γνώριζε οπωσδήποτε την ύπαρξη της ασκηθείσας ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγής. Ως εκ τούτου, το Συμβούλιο μπορούσε ευκόλως, - όπως στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Συμβούλιο κατά Chvatal κ.λπ. - να διασφαλίσει το δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως παρεμβαίνοντας και στην υπόθεση Busacca κ.λπ. κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου. Το Συμβούλιο δεν ανέφερε τίποτε για να δικαιολογήσει την παράλειψη αυτή εν προκειμένω.
28 Επομένως, τίποτα δεν επιτρέπει να στραφούμε κατά της διατυπώσεως του άρθρου 49, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου για να κριθεί παραδεκτή η ασκηθείσα από το Συμβούλιο αναίρεση.
V - Τα δικαστικά έξοδα
29 Σύμφωνα με το άρθρο 122 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο κρίνει επί των δικαστικών εξόδων σε περίπτωση απορρίψεως της αναιρέσεως. Εν προκειμένω, το Συμβούλιο πρέπει να ηττηθεί και οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης ζήτησαν να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Η αίτηση αυτή πρέπει να γίνει δεκτή σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας. Τα δικαστικά αυτά έξοδα περιορίζονται στα έξοδα της αναιρέσεως. Για τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας, είναι εφαρμοστέα η απόφαση του Πρωτοδικείου. Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα κράτη μέλη που παρενέβησαν στη διαδικασία φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα. Εφόσον το Ελεγκτικό Συνέδριο το ζητεί, πρέπει να φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
VI - Πρόταση
30 Επομένως σας προτείνω να αποφανθείτε ως εξής:
«1. Να κριθεί απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως.
2. Να καταδικαστεί το Συμβούλιο στα έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας. Το Βασίλειο της Ισπανίας και το Ελεγκτικό Συνέδριο φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.»
(1) - Απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1998, T-164/97, Busacca κ.λπ. κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I-A-565 και II-1699).
(2) - ΕΕ L 280, σ. 1.
(3) - Υποθέσεις C-432/98 P και C-433/98 P (εκκρεμούσες ενώπιον του Δικαστηρίου).
(4) - Απόφαση της 22ας Μαου 1990, C-70/88, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1990, σ. I-2041).
(5) - Οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης αναφέρονται στον Van Ginderachter, E., CDE, 1989, 62 (ειδικά σ. 90 και επ.) και Picod, F., «Cour de justice (Procιdure)», αριθ. 138, στην Encyclopιdie Dalloz, Droit communautaire, vol. 2.
(6) - Σε Groeben, Thiesing και Ehlermann, Kommentar zum EU-/EG-Vertrag, 5η έκδοση, 1997, άρθρο 168 A, σημείο 174, στο περιθώριο, ο H. Jung χαρακτηρίζει εξάλλου την εξαίρεση αυτή ως μη έχουσα συνοχή.
(7) - Βλ. αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1996, C-46/93 και C-48/93, Brasserie du pκcheur και Factortame, (Συλλογή 1996, σ. I-1029, σκέψη 27), και της 12ης Ιουλίου 1957, 7/56 και 3/57 έως 7/57, Algera κ.λπ. κατά Γενικής Συνελεύσεως της ΕΚΑΞ (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 157).
Full & Egal Universal Law Academy