Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Με την παρούσα αίτηση του Supreme Court της Ιρλανδίας, το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει διατάξεις της νομοθεσίας, που αφορά δύο ειδικά καθεστώτα ενισχύσεων τα οποία διέπονται αφενός από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1964/82 της Επιτροπής, της 20ής Ιουλίου 1982, περί θεσπίσεως των όρων χορηγήσεως ειδικών επιστροφών κατά την εξαγωγή για ορισμένα αποστεωμένα βόεια κρέατα (στο εξής: κανονισμός 1964/82) και αφετέρου από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2675/88 της Επιτροπής, της 29ης Αυγούστου 1988, για την πρόβλεψη χορήγησης ενίσχυσης που προκαθορίζεται κατ' αποκοπή στην ιδιωτική αποθεματοποίηση σφαγίων, ημιμορίων σφαγίου και οπισθίων και εμπροσθίων τεταρτημορίων χονδρών αρσενικών βοοειδών (στο εξής: κανονισμός 2675/88).
2. Οι ερωτήσεις αφορούν ουσιαστικά την ερμηνεία διατάξεων σχετικών με το περιεχόμενο και τον τρόπο συσκευασίας του βοείου κρέατος ώστε να είναι δυνατή η χορήγηση αφενός ειδικών επιστροφών εξαγωγής και αφετέρου ενισχύσεων αποθεματοποίησης και τις μεθόδους ελέγχου τηρήσεως της κοινοτικής νομοθεσίας και υπολογισμού του ποσού εγγυήσεως που καταπίπτει σε περίπτωση παράβασης των ενλόγω διατάξεων.
ΙΙ - To νομικό πλαίσιο
3. Το νομικό πλαίσιο που διείπε τα δύο καθεστώτα ενισχύσεων παρατίθεται ως ίσχυε κατά τον χρόνο που έλαβαν χώραν τα πραγματικά περιστατικά (1988).
Α - Το καθεστώς των ειδικών επιστροφών κατά την εξαγωγή
4. Το καθεστώς των ειδικών επιστροφών κατά την εξαγωγή ρυθμίζεται από τον κανονισμό 1964/82 της Επιτροπής, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο .
5. Ο κανονισμός 1964/82, στο άρθρο 1, ορίζει, στο μέτρο που ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση, ότι «τα αποστεωμένα τεμάχια, που προέρχονται από νωπά ή διατηρημένα δι' απλής ψύξεως οπίσθια τεταρτημόρια αρρένων χονδρών βοοειδών που είναι συσκευασμένα χωριστά, σύμφωνα με τους όρους του ιδίου κανονισμού, είναι δυνατόν να τύχουν ειδικών επιστροφών κατά την εξαγωγή».
6. Στο άρθρο 2, παράγραφος 1, διευκρινίζεται ότι «ο διαχειριστής υποβάλλει στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές, που ορίζουν τα κράτη μέλη, δήλωση με την οποία εκδηλώνει τη θέλησή του να αποστεώσει τα οπίσθια τεταρτημόρια που αναφέρονται στο άρθρο 1, σύμφωνα με τους όρους του παρόντος κανονισμού, και να εξαγάγει ολόκληρη την ποσότητα των αποστεωμένων τεμαχίων, κάθε ένα από τα οποία θα είναι ξεχωριστά συσκευασμένο».
7. Σύμφωνα με το άρθρο 6:
«Με την επιφύλαξη της εφαρμογής των διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2730/79, η χορήγηση της ειδικής επιστροφής εξαρτάται, εκτός από περίπτωση ανωτέρας βίας, από την εξαγωγή της συνολικής ποσότητας του κρέατος που προέρχεται από την αποστέωση υπό τον προαναφερθέντα έλεγχο.
Ο διαχειριστής μπορεί εντούτοις να θέσει σε εμπορία στο εσωτερικό της Κοινότητος οστά, χονδρούς τένοντες, χόνδρους, τεμάχια λίπους και άλλα απορρίμματα που έχουν υποστεί κατάλληλη προετοιμασία και προέρχονται από την αποστέωση» .
8. εραιτέρω στο άρθρο 7 ορίζεται ότι, κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του άρθρου 2 παράγραφος 3 και του άρθρου 4 παράγραφος 1, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέψουν στους χώρους ελέγχου της αρμοδίας αρχής για την αποστέωση των οπισθίων τεταρτημορίων τα κατάλληλα μέτρα ελέγχου και ιδίως, ότι καθορίζονται οι λεπτομέρειες προετοιμασίας, συσκευασίας καθώς και η περιγραφή των διαφόρων τεμαχίων που πρέπει να ληφθούν.
9. Κατά το άρθρο 8:
«Τα κράτη μέλη καθορίζουν τις συνθήκες ελέγχου και πληροφορούν σχετικά την Επιτροπή και λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να αποκλειστεί κάθε πιθανότητα αντικαταστάσεως των εν λόγω προϊόντων, ιδίως με τον προσδιορισμό της ταυτότητας κάθε τεμαχίου.
Κανένα άλλο κρέας εκτός από αυτά που αποτελούν το αντικείμενο του παρόντος κανονισμού - με εξαίρεση το χοίρειο κρέας - δεν μπορεί να ευρίσκεται στην αίθουσα αποστεώσεως κατά την διεξαγωγή των εργασιών αποστεώσεως, προετοιμασίας και συσκευασίας των εν λόγω κρεάτων.
Οι σάκοι, τα χάρτινα κιβώτια και τα άλλα μέσα συσκευασίας, όπου τοποθετούνται τα αποστεωμένα τεμάχια, σφραγίζονται ή επισφραγίζονται διά μολύβδου από τις αρμόδιες αρχές και φέρουν τις ενδείξεις για τον προσδιορισμό της ταυτότητας του αποστεωμένου κρέατος, ιδίως το καθαρό βάρος, τον αριθμό και τη φύση των τεμαχίων, καθώς και τον αύξοντα αριθμό.»
10. Η ενλόγω ειδική επιστροφή για τη εξαγωγή μπορούσε να προπληρωθεί. Σε αυτήν την περίπτωση, απαιτείται η καταβολή εγγυήσεως ίσης με το ποσό της προκαταβολής αυξανόμενης κατά 20 %.
11. Αυτή η εγγύηση διέπεται από μια σειρά κανονισμών. Συγκεκριμένα, από: α) τον κανονισμό (ΕΟΚ) 565/80 του Συμβουλίου της 4ης Μαρτίου 1980 περί της προπληρωμής των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα , β) τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2220/85 της Επιτροπής, της 22ας Ιουλίου 1985, για τον καθορισμό των κοινών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος εγγυήσεων για τα γεωργικά προϊόντα , όπως τροποποιήθηκε και, τέλος, γ) τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής της 27ης Νοεμβρίου 1987 για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα , όπως τροποποιήθηκε .
Β - Το καθεστώς ενισχύσεων για την ιδιωτική αποθεματοποίηση
12. Η παροχή ενίσχυσης που προκαθορίζεται κατ' αποκοπή για ιδιωτική αποθεματοποίηση σφαγίων, ημιμορίων σφαγίου και οπισθίων και εμπροσθίων τεταρτημορίων χονδρών αρσενικών βοοειδών, προβλέπεται από τον κανονισμό 2675/88 της Επιτροπής . Στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη αναφέρεται ότι πρέπει να τηρηθούν οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 1091/80 της Επιτροπής, της 2ας Μα_ου 1980, περί λεπτομερειών εφαρμογής της χορηγήσεως ενισχύσεων στην ιδιωτική αποθεματοποίηση βοείου κρέατος όπως ο τελευταίος αυτός κανονισμός είχε τροποποιηθεί .
13. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2675/88 ορίζει ότι η βοήθεια στην ιδιωτική αποθεματοποίηση χορηγείται μόνο για τα κρέατα που έχουν καταταγεί, σύμφωνα με την κλίμακα κατατάξεως των σφαγίων κατά τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1208/81 του Συμβουλίου, της 28ης Απριλίου 1981, για τη θέσπιση κοινοτικής κλίμακας κατάταξης σφαγίων των χονδρών βοοειδών , όπως διορθώθηκε .
14. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 1208/81, προβλέπει ότι για τις ανάγκες της διαπιστώσεως των τιμών της αγοράς, το σφάγιο εμφανίζεται «χωρίς κορόνα» (οσχεϊκό λίπος, gras de testicule).
15. Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 2675/88, «οι χονδροί τένοντες, χόνδροι, τεμάχια λίπους και άλλα απορρίμματα που προέρχονται από την κοπή ή την αποστέωση δεν μπορούν να αποθεματοποιηθούν».
16. Το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 2675/88, προβλέπει ότι «μετά από τρεις μήνες αποθεματοποίησης βάσει συμβάσεως, δύναται να καταβληθεί άπαξ προκαταβολή της ενίσχυσης, κατόπιν αιτήσεως του πραγματοποιούντος την αποθεματοποίηση, υπό τον όρο ότι έχει προβεί σε σύσταση ασφαλείας ίσης με την προκαταβολή συν 20 %».
17. Η εγγύηση αυτή διείπετο από τη διάταξη του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 2675/88, και τους κανονισμούς 2220/85 και 3665/87, που προανέφερα.
18. Το άρθρο 10 του κανονισμού 2675/88 ορίζει το ποσό ασφάλειας που αναφέρεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1091/80, δηλαδή σε περίπτωση υποβολής αιτήσεως περί συνάψεως συμβάσεως για την ιδιωτική αποθεματοποίηση.
19. Το άρθρο 5 του κανονισμού 1091/80 ορίζει τα εξής:
«1. Το ποσό της ασφαλείας δεν μπορεί να είναι ανώτερο από το 30 % του ποσού της αιτουμένης ενισχύσεως.
2. Εκτός περιπτώσεως ανωτέρας βίας:
α) η ασφάλεια καταπίπτει κατ' αναλογία προς το ελλείπον μέρος της συμφωνηθείσης στη σύμβαση αποθεματοποιήσεως ποσότητος αν λιγότερο από 90 % της ποσότητος αυτής εισήλθε στα αποθέματα εντός των προβλεπομένων προθεσμιών και παραμένει αποθεματοποιημένο κατά τη διάρκεια της συμφωνηθείσης αποθεματοποιήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2 υπό α)·
β) σε περίπτωση μη τηρήσεως των υποχρεώσεων, που προβλέπονται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, υπό β), γ), δ) και ε) η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους κηρύσσει καταπεσούσα την ασφάλεια, εν όλω ή εν μέρει, ανάλογα με το βαθμό σοβαρότητος της παραβάσεως της συμβατικής υποχρεώσεως· οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ανακοινώνουν κάθε μήνα στην Επιτροπή τις περιπτώσεις εφαρμογής, διευκρινίζοντας τις επικαλούμενες περιστάσεις, καθώς επίσης και τα θεσπισθέντα μέτρα·
γ) σε περίπτωση μη τηρήσεως των άλλων υποχρεώσεων, η ασφάλεια καταπίπτει εξ ολοκλήρου.
3. Η ασφάλεια αποδεσμεύεται αμέσως μετά τη διαπίστωση ότι οι όροι της συμβάσεως έχουν εκπληρωθεί ή αν απορρίφθηκε η αίτηση περί συνάψεως συμβάσεως ή η προσφορά στο διαγωνισμό.»
ΙΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά
20. Η εταιρία HMIL Limited (πρώην Hibernia Meats International Limited - HMIL) είναι εταιρία περιορισμένης ευθύνης, η οποία καθόλο τον κρίσιμο χρόνο ασχολείτο με την αγορά, αποστέωση και εμπορία βοείου κρέατος.
21. Κατά το έτος 1988, η ως άνω εταιρία: α) δήλωσε περίπου 13 000 τόνους βοείου κρέατος για να επιτύχει τη χορήγηση ειδικών επιστροφών κατά την εξαγωγή, σύμφωνα με τον κανονισμό 1964/82 και συνήψε τις σχετικές συμφωνίες . _Ελαβε 16 270 139,96 ιρλανδικές λίρες (ΙΕP) ως ειδικές επιστροφές κατά την εξαγωγή, και β) σύναψε 138 συμβάσεις για ιδιωτική αποθεματοποίηση, σύμφωνα με τον κανονισμό 2675/88 για το ίδιο βόειο κρέας και έλαβε 5 376 259,13 ΙΕP ως ενίσχυση για ιδιωτική αποθεματοποίηση (στο εξής: ενίσχυση APS).
22. Η HMIL παρέσχε στον Υπουργό Γεωργίας, Τροφίμων και Δασών (στο εξής: Υπουργός) τρεις χωριστές ασφάλειες, υπό μορφή τραπεζικών εγγυήσεων, στο πλαίσιο των συστημάτων χορήγησης ειδικών επιστροφών εξαγωγής και ΑPS που εφαρμόζονταν τότε.
23. Μεταξύ Απριλίου και Σεπτεμβρίου 1989, το Υπουργείο και η Εφορία διενήργησαν ελέγχους 2 400 κιβωτίων αποστεωμένου βοείου κρέατος που είχε δηλωθεί για τη χορήγηση ειδικών επιστροφών εξαγωγής και τεθεί σε αποθεματοποίηση στο πλαίσιο του συστήματος ΑPS κατά το έτος 1988. Από τους ελέγχους αυτούς προέκυψε ότι, σε επτά μονάδες παραγωγής που χρησιμοποιούσε η HMIL, ορισμένα από τα ενλόγω εξετασθέντα κιβώτια της εταιρίας αυτής περιελάμβαναν τεμάχια τα οποία, κατά την άποψη του Υπουργού, δεν είχαν συσκευασθεί χωριστά, και λίπος, το οποίο ήταν οσχεϊκό λίπος, καθώς επίσης και απορρίμματα και υπολείμματα περιλαμβανόμενα στα τεμάχια που είναι γνωστά ως οπίσθιο μέρος στήθους, λάπα και μεσαία σπαλομπριζόλα. Τέλος, ο Υπουργός υποστήριξε ότι σε τέσσερις από τις ενλόγω μονάδες παραγωγής η ποσότητα των απορριμμάτων και υπολειμμάτων καθώς και τεμαχίων που δεν ήσαν χωριστά συσκευασμένα ήταν εξαιρετικά υψηλή.
24. Τον Ιανουάριο του 1990, ο Υπουργός ανακοίνωσε τα πορίσματα των ελέγχων αυτών στην Επιτροπή. Επακολούθησαν μακρές συζητήσεις μεταξύ του Υπουργού και της Επιτροπής. Μετά τη λήξη τους ο Υπουργός απηύθυνε το έγγραφο της 17ης Μα_ου 1991 στην HMIL και στους άλλους εμπόρους.
25. Στις 17 Μα_ου 1991 ο Υπουργός, με την προαναφερθείσα επιστολή του προς την HMIL, ζήτησε μεταξύ άλλων, την επιστροφή των ακολούθων ποσών: i) 1 135 967,93 IEP για ειδικές επιστροφές εξαγωγής (στο οποίο περιλαμβάνεται και το 20 % της προκαταβολής), ii) 241 021,03 IEP για ενίσχυση ΑPS (που περιλαμβάνει και 20 % της προκαταβολής) και, iii) 148 759,97 IEP για ασφάλειες συμβάσεων ΑPS που κατέπεσαν για παραγωγή οπισθίων τεμαχίων στήθους, λάπας και μεσαίας σπαλομπριζόλας στις μονάδες παραγωγής της HMIL στο Sallins, το Athy, το Tunney και το Ballymahon.
26. Με το ενλόγω έγγραφο ο Υπουργός πληροφόρησε την HMIL ότι τα ανωτέρω ζητούμενα ποσά προσδιορίσθηκαν με τα ακόλουθα κριτήρια:
α) _Ολα τα κιβώτια που διαπιστώθηκε ότι περιείχαν υπολείμματα ή λίπος αποκλείσθηκαν από τη χορήγηση ΑPS και επιστροφών εξαγωγής, θεωρήθηκε δε ότι πρέπει να επιστραφεί και το 20 % της προκαταβολής.
β) _Ολα τα κιβώτια που διαπιστώθηκε ότι περιείχαν τεμάχια κρέατος που δεν ήσαν συσκευασμένα χωριστά αποκλείσθηκαν από τη χορήγηση επιστροφών εξαγωγής και θεωρήθηκε ότι πρέπει να επιστραφεί και το 20 % της προκαταβολής.
γ) _Εγινε αναγωγή των αποτελεσμάτων του δειγματοληπτικού ελέγχου στο σύνολο της παραγωγής τεμαχίων στήθους, λάπας και μεσαίας σπαλομπριζόλας εκάστης των συγκεκριμένων μονάδων παραγωγής της HMIL με χωριστούς υπολογισμούς για κάθε μονάδα παραγωγής.
δ) Η μέθοδος αναγωγής για τις ενισχύσεις ΑPS βασίσθηκε στον αποκλεισμό από τη χορήγηση ενισχύσεως ΑPS συν τη νόμιμη προσαύξηση του ποσοστού κατά βάρος των υπολειμμάτων που βρέθηκαν, σε σχέση με το βάρος των ελεγχθέντων κιβωτίων.
ε) Η μέθοδος αναγωγής για τις επιστροφές εξαγωγής βασίσθηκε στον αποκλεισμό από τη χορήγηση επιστροφών εξαγωγής συν τη νόμιμη προσαύξηση του ποσοστού κατά βάρος των υπολειμμάτων και των μη χωριστά συσκευασμένων τεμαχίων που βρέθηκαν, σε σχέση με το βάρος του συγκεκριμένου κιβωτίου.
στ) Στις περιπτώσεις όπου το βάρος των υπολειμμάτων σε οποιοδήποτε κιβώτιο ήταν μεγαλύτερο ή ίσο των 3 kg, το βάρος ολοκλήρου του κιβωτίου περιελήφθη στον υπολογισμό αναγωγής.
ζ) _Οπου βρέθηκε οσχεϊκό λίπος, περιελήφθη στον υπολογισμό αναγωγής για τη χορήγηση ΑPS και επιστροφών εξαγωγής το βάρος ολοκλήρου του κιβωτίου.
η) ροσδιορίσθηκε το μέσο βάρος του κιβωτίου για κάθε μονάδα παραγωγής, ο δε αποκλεισμός των κιβωτίων και η διαδικασία αναγωγής στηρίχθηκε στον μέσο όρο βάρους.
θ) Η βαρύτητα των παραβάσεων των κανονισμών σε σχέση με την παραγωγή οπισθίου μέρους στήθους, λάπας και μεσαίας σπαλομπριζόλας στις μονάδες του Sallins, του Athy, του Tunney και του Ballymahon της HMIL ήταν τέτοια ώστε, κατά την άποψη του Υπουργού, συνεπαγόταν κατάπτωση των εγγυήσεων για τις συμβάσεις ΑPS σχετικά με τα οστά στο μέρος που αναλογεί στην ενλόγω παραγωγή σ' αυτές τις μονάδες παραγωγής.
27. Στις 13 Ιουνίου 1991, η HMIL προσέφυγε κατά του Υπουργού ενώπιον του High Court από το οποίο ζήτησε, μεταξύ άλλων, α) την ακύρωση της επίμαχης αποφάσεως του Υπουργού να αναζητήσει το ποσό των 1 525 748,93 IEP για ενισχύσεις ΑPS και επιστροφές εξαγωγής που της καταβλήθησαν, β) την αναγνώριση ότι κατά την εκτέλεση των συμβάσεων στο πλαίσιο των συστημάτων ΑPS και επιστροφών εξαγωγής 1988 αυτή η (HMIL) είχε ενεργήσει σύμφωνα με τους κανονισμούς που διέπουν τα ενλόγω συστήματα και γ) ότι ο Υπουργός υποχρεούται να αποδεσμεύσει τις ασφάλειες που έλαβε για τις συμβάσεις της HMIL μαζί του, δηλαδή με τον Υπουργό, στο πλαίσιο των συστημάτων ΑPS 1988 και επιστροφών εξαγωγής.
28. Κατά το δικαστήριο της παραπομπής, τα τιθέμενα προβλήματα μπορούν να χωρισθούν σε τρεις κατηγορίες: i) Η ορθή ερμηνεία του κανονισμού 1964/82 όσον αφορά την απαίτηση της χωριστής συσκευασίας και το αν είναι δυνατή η χορήγηση ειδικών επιστροφών εξαγωγής για υπολείμματα. ii) Η ορθή ερμηνεία του κανονισμού 2675/88 όσον αφορά το αν είναι δυνατή η χορήγηση ενισχύσεων ΑPS για υπολείμματα. iii) Σε περίπτωση που η HMIL παρέβη τους κανονισμούς, η νομιμότητα των οικονομικών διορθώσεων που επιδιώκει να επιβάλει ο Υπουργός και οι περιορισμοί στους οποίους υποστηρίζει η HMIL ότι υπόκεινται οι οποιεσδήποτε οικονομικές διορθώσεις που θα μπορούσε να επιβάλει ο Υπουργός.
29. Το High Court, με την απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 1996, δικαίωσε την HMIL. Συγκεκριμένα, έκρινε ότι το άρθρο 6 του κανονισμού 1964/82 υποχρεώνει την HMIL να εξαγάγει όλη την ποσότητα κρέατος που προέρχεται από τη διαδικασία αποστεώσεως· ότι, αφού τα υπολείμματα αποτελούν βρώσιμα τεμάχια κρέατος, υπήρχε υποχρέωση εξαγωγής τους και ότι το άρθρο 1 πρέπει να ερμηνευθεί πως έχει την έννοια ότι ήταν δυνατό να περιληφθούν μη συσκευασμένα υπολείμματα εντός τεμαχίων στήθους και λάπας τα οποία συσκευάζονται στη συνέχεια, χωρίς να παραβιάζεται ο κανονισμός. Ο πρωτοβάθμιος δικαστής έκρινε επίσης ότι το άρθρο 4 του κανονισμού 2675/88 επιβάλλει την αποθεματοποίηση όλης της ποσότητας κρέατος περιλαμβανομένων και των υπολειμμάτων κοπής και επομένως ήταν δυνατή η χορήγηση ενίσχυσης ΑPS για τα υπολείμματα αυτά (κοπής). Στη συνέχεια, έκρινε ότι ο δειγματοληπτικός έλεγχος που διενεργήθηκε από το Υπουργείο δεν αποκάλυψε αξιόλογη παράβαση εκ μέρους της HMIL ώστε να συνεπάγεται οικονομικές διορθώσεις, όσον αφορά τις ενισχύσεις ΑPS ή τις ειδικές επιστροφές εξαγωγής. Τέλος, κατέληξε ότι το σύστημα οικονομικών διορθώσεων που εφάρμοσε ο Υπουργός παρουσίαζε τόσο σοβαρά ελαττώματα ώστε δεν μπορούσε να διασωθεί.
30. Ο Υπουργός άσκησε αίτηση αναιρέσεως (appeal) κατά αυτής της απόφασης του High Court ενώπιον του Supreme Court.
IV - Τα προδικαστικά ερωτήματα
31. Το Supreme Court, οι αποφάσεις του οποίου δεν υπόκεινται σε ένδικο μέσο, αποφάσισε να θέσει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα εννέα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) _Εχει ο κανονισμός 1964/82/ΕΟΚ της Επιτροπής και συγκεκριμένα το άρθρο 1 την έννοια ότι τα υπολείμματα κοπής βάρους κάτω των 100 g τα οποία έχουν τυλιχθεί εντός τεμαχίων οπισθίου μέρους στήθους και λάπας, από νωπά ή διατηρημένα δι' απλής ψύξεως οπίσθια τεταρτημόρια αρρένων χονδρών βοοειδών, τεμάχια τα οποία στη συνέχεια συσκευάζονται, μπορούν ή δεν μπορούν να τύχουν ειδικών επιστροφών εξαγωγής βάσει του εν λόγω κανονισμού;
2) _Εχει ο κανονισμός 1964/82/ΕΟΚ της Επιτροπής και συγκεκριμένα το άρθρο 1 την έννοια ότι (τα υπολείμματα/τεμάχια κρέατος) βάρους άνω των 100 g που έχουν τυλιχθεί εντός τεμαχίων οπισθίου μέρους στήθους και λάπας από νωπά ή διατηρημένα δι' απλής ψύξεως οπίσθια τεταρτημόρια αρρένων χονδρών βοοειδών, τεμάχια τα οποία στη συνέχεια συσκευάζονται, μπορούν ή δεν μπορούν να τύχουν ειδικών επιστροφών εξαγωγής βάσει του εν λόγω κανονισμού;
3) _Εχει ο κανονισμός 1964/82/ΕΟΚ της Επιτροπής και συγκεκριμένα το άρθρο 1 την έννοια ότι κάθε τεμάχιο οπισθίου μέρους στήθους και λάπας πρέπει να είναι χωριστά συσκευασμένο ή ότι τα υπολείμματα μπορούν, επίσης να τυλιχθούν εντός τεμαχίου οπισθίου μέρους στήθους και λάπας και στη συνέχεια κάθε τυλιγμένο τεμάχιο μπορεί να συσκευαστεί;
4) _Εχει ο κανονισμός 2675/88 της Επιτροπής και συγκεκριμένα το άρθρο 4, παράγραφος 4 την έννοια ότι επιτρέπει ή δεν επιτρέπει την αποθεματοποίηση υπολειμμάτων βάρους κάτω των 100 g προερχομένων από την κοπή και την αποστέωση ενόψει της χορηγήσεως ενισχύσεως για την ιδιωτική αποθεματοποίηση στο πλαίσιο συμβάσεων που συνάπτονται βάσει του εν λόγω κανονισμού;
5α) Οσάκις, κατόπιν εξετάσεως ενός ή περισσοτέρων κιβωτίων κρέατος που βρίσκονται υπό τελωνειακό έλεγχο ενόψει της χορηγήσεως ειδικών επιστροφών εξαγωγής, βάσει του κανονισμού 1964/82, διαπιστώνεται ότι τα κιβώτια αυτά περιέχουν και υπολείμματα τυλιγμένα εντός τεμαχίων οπισθίου μέρους στήθους και σπάλας ή μεσαίας σπαλομπριζόλας και αν η τοποθέτηση τέτοιων υπολειμμάτων αντιβαίνει στον κανονισμό 1964/82, επιτρέπουν οι κανονισμοί 565/80 και 3665/87 στην αρμόδια αρχή να απορρίψει το περιεχόμενο ολοκλήρου του κιβωτίου ως μη ανταποκρινόμενο στους όρους για τη χορήγηση ειδικών επιστροφών εξαγωγής και να κηρύξει την κατάπτωση της ασφάλειας που έχει συσταθεί έναντι της προκαταβολής για τα εν λόγω κιβώτια, συν 20 %;
5β) Οσάκις, κατόπιν εξετάσεως ενός ή περισσοτέρων κιβωτίων κρέατος που βρίσκονται υπό τελωνειακό έλεγχο ενόψει της χορηγήσεως ειδικών επιστροφών εξαγωγής κατά τον κανονισμό 1964/82, διαπιστώνεται ότι τα κιβώτια αυτά περιέχουν, μεταξύ άλλων, τεμάχια λίπους τυλιγμένα εντός τεμαχίων οπισθίου μέρους στήθους ή λάπας ή μεσαίας σπαλομπριζόλας κατά παράβαση του κανονισμού 1964/82, επιτρέπουν οι κανονισμοί 565/80 και 3665/87 στην αρμόδια αρχή να απορρίψει το περιεχόμενο ολοκλήρου του κιβωτίου ως μη ανταποκρινόμενο στους όρους για τη χορήγηση ειδικών επιστροφών εξαγωγής και να κηρύξει την κατάπτωση της ασφάλειας που έχει συσταθεί έναντι της προκαταβολής για τα κιβώτια αυτά συν 20 %;
5γ) Οσάκις, κατόπιν εξετάσεως ενός ή περισσοτέρων κιβωτίων κρέατος που βρίσκονται υπό τελωνειακό έλεγχο ενόψει της χορηγήσεως ειδικών επιστροφών εξαγωγής κατά τον κανονισμό 1964/82, διαπιστώνεται ότι τα κιβώτια αυτά περιέχουν, τεμάχια κρέατος που δεν είναι χωριστά συσκευασμένα, κατά παράβαση του κανονισμού 1964/82, επιτρέπουν οι κανονισμοί 565/80 και 3665/87 στην αρμόδια αρχή να απορρίψει το περιεχόμενο ολοκλήρου του κιβωτίου ως μη ανταποκρινόμενο στους όρους για τη χορήγηση ειδικών επιστροφών εξαγωγής και να κηρύξει την κατάπτωση της ασφάλειας που έχει συσταθεί έναντι της προκαταβολής για τα κιβώτια αυτά συν 20 %;
6α) Οσάκις, κατόπιν εξετάσεως ενός ή περισσοτέρων κιβωτίων κρέατος που έχουν αποθεματοποιηθεί σύμφωνα με τον κανονισμό 2675/88 ενόψει της χορηγήσεως ενισχύσεως για την ιδιωτική αποθεματοποίηση διαπιστώνεται ότι τα κιβώτια αυτά περιέχουν και υπολείμματα τυλιγμένα εντός τεμαχίων οπισθίου μέρους στήθους και σπάλας ή μεσαίας σπαλομπριζόλας και αν η τοποθέτηση τέτοιων υπολειμμάτων αντιβαίνει στο άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 2675/88, επιτρέπουν οι κανονισμοί 2220/85 και 2675/88 στην αρμόδια αρχή να απορρίψει το περιεχόμενο ολοκλήρου του κιβωτίου ως μη ανταποκρινόμενο στους όρους για τη χορήγηση ενισχύσεως για την ιδιωτική αποθεματοποίηση και να κηρύξει την κατάπτωση της ασφάλειας που έχει συσταθεί έναντι της προκαταβολής για τα εν λόγω κιβώτια, συν 20 %;
6β) Οσάκις, κατόπιν εξετάσεως ενός ή περισσοτέρων κιβωτίων κρέατος που έχουν αποθεματοποιηθεί σύμφωνα με τον κανονισμό 2675/88 ενόψει της χορηγήσεως ενισχύσεως για την ιδιωτική αποθεματοποίση διαπιστώνεται ότι τα κιβώτια αυτά περιέχουν χωριστά τεμάχια λίπους τυλιγμένα εντός τεμαχίων οπισθίου μέρους στήθους και λάπας ή μεσαίας σπαλομπριζόλας κατά παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 2675/88, επιτρέπουν οι κανονισμοί 2220/85 και 2675/88 στην αρμόδια αρχή να απορρίψει το περιεχόμενο ολοκλήρου του κιβωτίου ως μη ανταποκρινόμενο στους όρους για τη χορήγηση ενισχύσεως στην ιδιωτική αποθεματοποίηση και να κηρύξει την κατάπτωση της εγγυήσεως που έχει συσταθεί έναντι της προκαταβολής για τα εν λόγω κιβώτια, συν 20 %;
7) Οσάκις, μετά από τέτοιο έλεγχο κιβωτίων που βρίσκονται υπό τελωνειακό έλεγχο ενόψει της χορηγήσεως ειδικών επιστροφών εξαγωγής βάσει του κανονισμού 1964/82, διαπιστώνεται ότι ορισμένα κιβώτια περιέχουν ακατάλληλα προϊόντα που έχουν τυλιχθεί εντός τεμαχίων κρέατος και υπάρχει ένδειξη σκόπιμης και πάγιας πρακτικής του διαχειριστή να τυλίγονται δηλαδή τέτοια ακατάλληλα προϊόντα εντός ορισμένων τεμαχίων κρέατος σε ορισμένες μονάδες παραγωγής, επιτρέπουν οι κανονισμοί 565/80, 3665/87 και 1964/82 στην αρμόδια αρχή να ανάγει τα αποτελέσματα του δειγματοληπτικού ελέγχου στην παραγωγή τέτοιων τεμαχίων στις συγκεκριμένες μονάδες παραγωγής και να αποκλείει από τη χορήγηση επιστροφών εξαγωγής ορισμένη ποσότητα κρέατος που προσδιορίζεται βάσει αυτής της αναγωγής και να κηρύσσει την κατάπτωση της ασφάλειας για την προκαταβολή που δόθηκε, για την ποσότητα αυτή συν 20 % ή περιορίζεται η αρμόδια αρχή να αναγάγει τα αποτελέσματα του ελέγχου των κιβωτίων μιας παρτίδας επιστροφών εξαγωγής, στην παραγωγή των οικείων τεμαχίων εντός αυτής της παρτίδας επιστροφών εξαγωγής αναλόγως της περιπτώσεως;
8) Οσάκις, κατόπιν ελέγχου, ορισμένα από τα κιβώτια που έχουν αποθεματοποιηθεί στο πλαίσιο του κανονισμού 2675/88 ενόψει της χορηγήσεως ενισχύσεως για την ιδιωτική αποθεματοποίηση διαπιστώνεται ότι περιέχουν ακατάλληλα υλικά κατά παράβαση του κανονισμού 2675/88 και υπάρχει ένδειξη σκόπιμης και πάγιας πρακτικής να τυλίσσονται τέτοια ακατάλληλα προϊόντα εντός συγκεκριμένων τεμαχίων σε συγκεκριμένες μονάδες παραγωγής, επιτρέπουν οι κανονισμοί 2220/85 και 2675/88 στην αρμόδια αρχή να ανάγει τα αποτελέσματα του ελέγχου αυτού στην παραγωγή τέτοιων τεμαχίων στις συγκεκριμένες μονάδες παραγωγής και να αποκλείει από τη χορήγηση ενισχύσεως για την ιδιωτική αποθεματοποίηση ποσότητα κρέατος που προδιορίζεται βάσει αυτής της αναγωγής και να κηρύσσει την κατάπτωση των ασφαλειών για την προκαταβολή που δόθηκε για τις ποσότητες αυτές συν 20 % ή περιορίζεται η αρμόδια αρχή να αναγάγει τα αποτελέσματα του ελέγχου των κιβωτίων εντός μιας συμβάσεως ΑPS στην παραγωγή των οικείων τεμαχίων εντός αυτής της συμβάσεως ΑPS, αναλόγως της περιπτώσεως;
9) Οσάκις υπάρχει ένδειξη πάγιας και σκόπιμης πρακτικής του διαχειριστή να περιλαμβάνει σε κυτία συγκεκριμένων τεμαχίων αποστεωμένου κρέατος, σε συγκεκριμένες μονάδες παραγωγής, προϊόντα που δεν μπορούν να αποθεματοποιηθούν σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 2675/88 και τη σύμβαση ΑPS που έχει συνάψει ο διαχειριστής με την αρμόδια αρχή και κατόπιν ελέγχου διαπιστώνεται ότι αποθεματοποιήθηκαν σημαντικές ποσότητες τέτοιων ακαταλλήλων προϊόντων, επιτρέπει ο κανονισμός 1091/80 και ειδικότερα το άρθρο 5, παράγραφος 2, σημείο γ_, στην αρμόδια αρχή να κηρύξει την κατάπτωση των ασφαλειών για τις συμβάσεις που αφορούν την παραγωγή των οικείων τεμαχίων κρέατος στις εν λόγω μονάδες παραγωγής;»
V - Απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα
Α - Επί του παραδεκτού
32. Καθόσον αφορά τα τρία τελευταία ερωτήματα, η ΗΜIL εγείρει ζήτημα παραδεκτού αυτών. Καταρχάς, προβάλλει ότι (σημεία 2.8.1, 6.9.5, και 7.13.1 των γραπτών παρατηρήσεών της) το έβδομο και το όγδοο ερώτημα έχουν υποθετικό χαρακτήρα και δεν σχετίζονται με την υπό κρίση διαφορά διότι έχουν τεθεί προκειμένου να επιτευχθεί η παροχή συμβουλευτικών οδηγιών προς χρήση σε περίπτωση μεταγενέστερων υπολογισμών στους οποίους θα μπορούσε να προβεί το Υπουργείο, και όχι για την επίλυση της εκκρεμούσης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου διαφοράς .
33. Επιπλέον, η HMIL θεωρεί (σημείο 7.14 των γραπτών παρατηρήσεών της) ότι το ένατο ερώτημα δεν έχει σχέση με την επίλυση της υπό κρίση διαφοράς και έχει καθαρά υποθετικό χαρακτήρα, διότι ποτέ δεν υποστηρίχθηκε ότι είχε πρόθεση η HMIL να εξαπατήσει τις αρμόδιες αρχές για την καταβολή ενισχύσεων αποθεματοποιήσεως ούτε αληθεύει ότι σημαντικές ποσότητες ακατάλληλων προϊόντων αποθεματοποιήθηκαν.
34. Στην υπό κρίση διαφορά, ο εθνικός δικαστής αναλύει τον τρόπο με τον οποίο έγινε η αναγωγή των αποτελεσμάτων των διενεργηθέντων δειγματοληπτικών ελέγχων, και παραθέτει τους σχετικούς ισχυρισμούς τόσο του Υπουργού όσο και της HMIL. Συνεπώς, θεωρώ ότι εξηγεί τους λόγους για τους οποίους η απάντηση στα ερωτήματα αυτά είναι αναγκαία για την επίλυση της εκκρεμούσης ενώπιόν του διαφοράς και, έτσι, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει τα ανωτέρω προδικαστικά ερωτήματα.
Β - Επί της ουσίας
35. Για λόγους συστηματικούς, θα εξετασθούν στη αρχή, από κοινού, τα τρία πρώτα ερωτήματα, που αφορούν ζητήματα ερμηνείας του κανονισμού 1964/82 και ειδικότερα ζητήματα σχετικά με την ανάγκη ατομικής συσκευασίας και τον κανόνα των 100 g (1). Στη συνέχεια, θα εξετασθεί το τέταρτο ερώτημα, που αφορά την ερμηνεία του κανονισμού 2675/88 και, ειδικότερα, αν επιτρέπεται η αποθεματοποίηση υπολειμμάτων κρέατος κοπής βάρους μικρότερου των 100 g (2). Ακολούθως, θα εξετασθεί το πέμπτο ερώτημα που αφορά την ερμηνεία των κανονισμών 1964/82, 565/80 και 3665/87 και το ζήτημα της αποδεκτής μονάδας απόρριψης για το εξεταζόμενο προϊόν (3). Το έκτο ερώτημα αφορά την ερμηνεία των κανονισμών 2675/88 και 2220/85 και είναι σχετικό πάλι με το ζήτημα της αποδεκτής μονάδας απόρριψης (4). Το έβδομο, το όγδοο και το ένατο ερώτημα, θα εξετασθούν από κοινού, αφορούν δε την ερμηνεία διατάξεων τόσο των κανονισμών 1964/82 και 2675/88 όσο και των κανονισμών 565/80, 2220/85, 3665/87 και 1091/80 και σχετίζονται με το ζήτημα ποια είναι η αποδεκτή μονάδα αναγωγής των αποτελεσμάτων δειγματοληπτικού ελέγχου (5).
1) Επί των τριών πρώτων ερωτημάτων: η ανάγκη ατομικής συσκευασίας και ο κανόνας των 100 g
36. Με τα τρία πρώτα ερωτήματα που θέτει ο εθνικός δικαστής ουσιαστικά ερωτά κατά πόσον από το άρθρο 1, του κανονισμού 1964/82 συνάγεται ότι, για την καταβολή ειδικών επιστροφών εξαγωγής, ορισμένα τεμάχια βοείου κρέατος ή υπολείμματα κοπής απαιτείται να είναι χωριστά συσκευασμένα και αν είναι δυνατόν να γίνει διαφοροποίηση, με κριτήριο κατά πόσον το βάρος τους είναι ανώτερο ή κατώτερο των 100 g.
37. _Οπως εξηγείται τόσο από τον εθνικό δικαστή όσο και στις γραπτές παρατηρήσεις που υπέβαλαν τα μέρη, ο λόγος της διαφοροποίησης που γίνεται στα δύο πρώτα ερωτήματα μεταξύ υπολειμμάτων κοπής βάρους μικρότερου των 100 g και υπολειμμάτων ή τεμαχίων κρέατος μεγαλύτερου των 100 g είναι διότι κατά τη διάρκεια της έρευνας που διεξήχθηκε το 1989, ο Υπουργός όρισε ότι τα υπολείμματα (trimmings, parures) ήταν απορρίμματα (scraps, chutes de parage) ή τεμάχια κρέατος βάρους (cuts/pieces, morceaux de viande) ίσου ή μικρότερου των 100 g .
38. Η HMIL υποστηρίζει (σημείο 7.5 των γραπτών παρατηρήσεών της) ότι από την κοινοτική νομοθεσία περί χορηγήσεων επιστροφών εξαγωγής (κανονισμός 1964/82) συνάγεται ότι μπορούσε να τοποθετεί μικρά τεμάχια κρέατος εντός τεμαχίου στήθους και λάπας και να συσκευάζει το προκύπτον «sui generis τεμάχιο» κρέατος, δίχως να υφίσταται κατ' αυτόν τον τρόπο κίνδυνος αντικαταστάσεώς τους. Κατά την άποψή της, πέραν του ότι τούτο αποτελεί παγία εμπορική πρακτική, δεν προκύπτει από τους στόχους που επιδιώκονται με τον κανονισμό 1964/82 ότι ο παραγωγός πρέπει να συσκευάζει «χωριστά» κάθε μικρό τεμάχιο κρέατος, όπως υποστηρίζει ο Υπουργός. Καταλήγει δε ότι το βάρος των υπολειμμάτων κοπής δεν είναι κρίσιμο στοιχείο για να καθορισθεί αν κάποιο κρέας παρέχει το δικαίωμα χορηγήσεως επιστροφών εξαγωγής.
39. Θα εξετάσω, καταρχάς, το ζήτημα της ανάγκης χωριστής συσκευασίας κάθε τεμαχίου κρέατος, στη συνέχεια, ζητήματα συνδεόμενα με τις γλωσσικές αποκλίσεις ορισμένων όρων και, τέλος, τον κανόνα των 100 g που εισήγαγε η Ιρλανδία για να αποκλείει ορισμένα υπολείμματα κοπής από το πλεονέκτημα της ειδικής επιστροφής για την εξαγωγή.
α) Η ανάγκη χωριστής συσκευασίας
40. Θεωρώ ότι η ανάγκη χωριστής συσκευασίας κάθε τεμαχίου κρέατος προς εξαγωγή προκύπτει σαφώς από τον κανονισμού 1964/82 . α) Σύμφωνα με το γράμμα του άρθρου 1, παράγραφος 1, κάθε τεμάχιο κρέατος προοριζόμενο για εξαγωγή πρέπει να είναι ατομικά συσκευασμένο για να τύχει του πλεονεκτήματος καταβολής ειδικών επιστροφών εξαγωγής. Δηλαδή, η συσκευασία ενός συνόλου που περιέχει στήθος ή λάπα ή μεσαία σπαλομπριζόλα και υπολείμματα κοπής ή μικρά τεμάχια κρέατος ή λίπους δεν συνιστά «αποστεωμένα τεμάχια χωριστά συσκευασμένα», κατά το άρθρο 1, του κανονισμού 1964/82 και ότι απαιτείται ατομική συσκευασία κάθε τεμαχίου κρέατος, όπως ορθώς υποστηρίζει ο Υπουργός (σημεία 4.3 και 4.4 των γραπτών παρατηρήσεών του). β) Στο άρθρο 2, παράγραφος 1, διευκρινίζεται ότι ο επιχειρηματίας υποβάλλει στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές, που ορίζουν τα κράτη μέλη, δήλωση με την οποία εκδηλώνει τη θέλησή του να αποστεώσει τα οπίσθια τεταρτημόρια που αναφέρονται στο άρθρο 1, σύμφωνα με τους όρους του παρόντος κανονισμού, και να εξαγάγει ολόκληρη την ποσότητα των αποστεωμένων τεμαχίων, κάθε ένα από τα οποία θα είναι χωριστά συσκευασμένο. Στη παράγραφο 2, πρώτο εδάφιο, του άρθρου 2, ορίζεται επίσης ότι η δήλωση περιλαμβάνει κυρίως τον χαρακτηρισμό και την ποσότητα των προϊόντων που πρέπει να αποστεωθούν. γ) Στο άρθρο 4, παράγραφος 1, ορίζεται ότι μετά την αποστέωση, ο επιχειρηματίας υποβάλλει στην αρμόδια αρχή προς θεώρηση, μία ή περισσότερες «βεβαιώσεις αποστεωμένων κρεάτων» , οι οποίες (δηλώσεις) φέρουν (στο σημείο 7) τον αριθμό της βεβαιώσεως που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, σχετική κυρίως με τον χαρακτηρισμό και την ποσότητα των προϊόντων που πρέπει να αποστεωθούν. δ) Είναι πρωταρχικής σημασίας η διασφάλιση του αποκλεισμού κάθε πιθανότητας αντικαταστάσεως του συσκευαζόμενου τεμαχίου, ιδίως με τον προσδιορισμό της ταυτότητός του , όπως ρητώς τονίζεται στο άρθρο 8, του κανονισμού 1964/82 .
41. Συνεπώς, από το σύνολο των κανόνων που διείπον κατά τον κρίσιμο χρόνο των πραγματικών περιστατικών το καθεστώς των ειδικών επιστροφών εξαγωγής παρατηρούμε ότι καμία κοινοτική διάταξη δεν παρείχε τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν από αυτόν τον βασικό κανόνα, έστω και αν επρόκειτο για πολύ μικρά τεμάχια κρέατος .
42. Οι ανωτέρω αρχές στην πράξη σημαίνουν ότι, σε περίπτωση που ένα μεγάλο τεμάχιο βοείου κρέατος, όπως το στήθος και η λάπα, τεμαχισθούν επί σκοπώ, λόγου χάριν, καλύτερης συσκευασίας ή/και χάριν των εμπορικών απαιτήσεων, καθένα από τα τεμάχια αυτά πρέπει να συσκευάζεται ατομικά και να αποδεικνύεται η ταυτότητά του και το βάρος του, ώστε να πληρούνται κατά πάντα οι προϋποθέσεις του κανονισμού 1964/82 .
β) Το ζήτημα των γλωσσικών αποκλίσεων
43. Κατά την HMIL, λόγω του ταχέος ρυθμού εργασίας στους χώρους αποστεώσεως, υπάρχουν κατ' ανάγκην μικρά τεμάχια κρέατος που αποσπώνται από τα μεγάλα τεμάχια κατά τη διαδικασία αποστεώσεως. ρόκειται για τεμάχια που έχουν μεγάλη εμπορική αξία, τα οποία ονομάζονται «τεμάχια» (parures, trimmings) που πρέπει να διακρίνονται από τα «απορρίμματα που έχουν υποστεί κατάλληλη προετοιμασία» (chutes de parages, scraps) που δεν αποτελούν εμπορεύσιμα προϊόντα, όπως είναι οι χονδροί τένοντες, οι χόνδροι και τα τεμάχια λίπους ή άλλα απορρίμματα τα οποία πέφτουν στο έδαφος κατά την αποστέωση. Κατά την HMIL, το στήθος και η λάπα αποτελούν τεμάχια ήσσονος ποιότητας που στην πράξη συσκευάζεται εν είδει ρολού εντός πολυαιθυλενίου. Κατά την συνήθη εμπορική πρακτική τα υπολείμματα κοπής τοποθετούνται εντός τεμαχίου λάπας και στήθους, το όλο τυλίγεται και συσκευάζεται ως ενιαίο τεμάχιο. Η HMIL υποστηρίζει ότι η δυνατότητα του επιχειρηματία, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 1964/82, να θέσει σε εμπορία στο εσωτερικό της Κοινότητος οστά, χονδρούς τένοντες, χόνδρους, τεμάχια λίπους και άλλα απορρίμματα που προέρχονται από την αποστέωση δεν αφορά παρά μόνον τα απορρίμματα (chutes de parage, scraps) και όχι τα υπολείμματα (parures, trimmings), τα οποία πρέπει σε κάθε περίπτωση να εξάγονται.
44. Εν προκειμένω, τίθεται ζήτημα από το γεγονός ότι το αγγλικό κείμενο του κανονισμού 1964/82 χρησιμοποιεί αφενός συγχρόνως τους όρους «cuts» και «pieces» για να δηλώσει τα «τεμάχια» (κρέατος) [morceux (de viande)] και αφετέρου τον όρο «scraps» (chutes de parage, απορρίμματα).
45. Ο πρώτος όρος (cuts) χρησιμοποιείται στο πρώτο άρθρο και στην τελευταία παράγραφο του άρθρου 8, ενώ ο δεύτερος (pieces) στο άρθρο 2 και την πρώτη παράγραφο του άρθρου 8. Ωστόσο, οι δύο αυτές εκφράσεις είναι εναλλάξιμες και έχουν ουσιαστικά την ίδια έννοια.
46. Θεωρώ ότι αν γινόταν δεκτό ότι ο αγγλικός όρος «pieces», έπρεπε να θεωρείται συνώνυμος του όρου «cuts», δηλαδή ότι σήμαινε μόνο μεγάλα τεμάχια κρέατος, ώστε τα υπολείμματα κοπής (parures) δεν απαιτείτο να συσκευάζονται ξεχωριστά αλλά μπορούσαν να συσκευάζονται περιλαμβανόμενα εντός μεγάλου τεμαχίου στήθους και λάπας, τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα να νοθεύεται η εφαρμογή του κανονισμού 1964/82.
47. Κατ' ακολουθίαν, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού που επιδιώκεται με τον κανονισμό 1964/82, ορθότερο είναι να γίνει δεκτό ότι ο αγγλικός όρος «cut» πρέπει να ερμηνευθεί ότι αναφέρεται σε οποιοδήποτε τεμάχιο κρέατος οσοδήποτε μικρό και αν είναι. Αυτή μόνον η ερμηνεία συνάδει με την διασφάλιση του αποκλεισμού κάθε πιθανότητας αντικαταστάσεως του συσκευαζόμενου τεμαχίου, ιδίως με τον προσδιορισμό της ταυτότητός του, όπως τονίζεται στο άρθρο 8, του κανονισμού 1964/82 και όπως τούτο συνάγεται σαφώς και από την όγδοη αιτιολογική σκέψη του ιδίου κανονισμού, όπου γίνεται αναφορά στον ειδικό χαρακτήρα της επιστροφής αυτής, στην αρχή της μη αντικαταστάσεως και στην πρόβλεψη μέτρων που θα επιτρέψουν τον προσδιορισμό της ταυτότητος των ενλόγω προϊόντων.
48. Εξάλλου, από την έρευνα άλλων γλωσσικών αποδόσεων των επίμαχων όρων παρατηρούμε ότι επιβεβαιώνεται η ανωτέρω ερμηνεία . Λόγου χάριν, στα γαλλικά χρησιμοποιείται ο όρος «morceau», στα ιταλικά ο όρος «pezzo» και στα ελληνικά ο όρος «τεμάχιο». Η γερμανική απόδοση είναι σαφέστερη διότι, ενώ χρησιμοποιείται στο πρώτο και το δεύτερο άρθρο, παράγραφος 1, ο όρος «Stück», στην πρώτη και την τελευταία παράγραφο του άρθρου 8, χρησιμοποιείται η λέξη «Teilstück», κατά λέξη «τμήμα τεμαχίου» (partie de morceau).
49. εραιτέρω, στο συμπέρασμα αυτό καταλήγω από την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 6, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1964/82. Ασφαλώς, προβλέπεται στη διάταξη του πρώτου εδαφίου του άρθρου 6 ότι η χορήγηση της ειδικής επιστροφής εξαγωγής εξαρτάται από την εξαγωγή της συνολικής ποσότητας του κρέατος που προέρχεται από την αποστέωση , δηλαδή της ποσότητας εκείνης που αποτελείται από το κρέας που προέρχεται από τα οπίσθια τεταρτημόρια αρρένων χονδρών βοοειδών τα οποία είναι υπό έλεγχο, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5, του κανονισμού 1964/82 . Η διάταξη όμως αυτή πρέπει να ερμηνεύεται αφενός υπό το φώς και των άλλων διατάξεων του κανονισμού 1964/82, όπως του άρθρου 1, πρώτο εδάφιο, του άρθρου 2 και του άρθρου 8, που απαιτούν να είναι δυνατός ο προσδιορισμός της ταυτότητας κάθε τεμαχίου και αφετέρου λαμβανομένου υπόψη του στόχου που επεδίωκε, κατά τα προαναφερθέντα, ο κοινοτικός νομοθέτης.
50. Θεωρώ ότι η ρύθμιση του κοινοτικού νομοθέτη αφορά ένα σύνολο, και συγκεκριμένα τα οπίσθια τεταρτημόρια αρρένων χονδρών βοοειδών . Ρυθμίζει δε την τύχη του συνόλου αυτού και μετά τις εργασίες αποστέωσης ως εξής: για μεν τη συνολική ποσότητα κρέατος, δηλαδή για όλα τα τεμάχια κρέατος, που είναι χωριστά συσκευασμένα, ορίζει ότι είναι δυνατόν να τύχουν ειδικών επιστροφών, εφόσον εξαχθούν, για δε τα υπόλοιπα προϊόντα της αποστέωσης ότι μπορούν να τεθούν σε εμπορία εντός της Κοινότητας. Αναλυτικότερα, από το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 6, προκύπτει ότι ο διαχειριστής μπορεί εν τούτοις να θέσει σε εμπορία στο εσωτερικό της Κοινότητος οστά, χονδρούς τένοντες, χόνδρους, τεμάχια λίπους και άλλα απορρίμματα που έχουν υποστεί κατάλληλη προετοιμασία και προέρχονται από την αποστέωση. _Οπως ορθώς τονίζει ο Υπουργός (σημείο 4.20 των γραπτών παρατηρήσεών του) και η Επιτροπή (σημείο 10 των γραπτών παρατηρήσεών της), ο όρος «εν τούτοις» (however, toutefois) σημαίνει ότι το δεύτερο εδάφιο συνιστά εξαίρεση στο πρώτο. Σκοπεί, συνεπώς, να επιτρέψει στον διαχειριστή να θέτει σε εμπορία εντός της Κοινότητας και κρέας, διότι άλλως δεν θα είχε λόγο να συντάξει το δεύτερο εδάφιο υπό μορφή εξαιρέσεως.
51. ράγματι, το μόνο στοιχείο που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο, του άρθρου 6, του κανονισμού 1964/82, που θα μπορούσε να αφορά και κρέας είναι η έκφραση «άλλα απορρίμματα που προέρχονται από την αποστέωση». Από αυτό συμπεραίνουμε ότι αυτή η έκφραση σκοπεί να συμπεριλάβει τα υπολείμματα κοπής που προέρχονται από τη διαδικασία αποστέωσης, υπολείμματα τα οποία ο ενδιαφερόμενος επιχειρηματίας μπορεί να θέσει σε εμπορία εντός της Κοινότητας.
52. Ενόψει της οικονομίας της ρυθμίσεως καθώς και του επιδιωκόμενου από τον κανονισμό 1964/82 στόχου, πρέπει να επιλυθούν και τα ζητήματα που τίθενται από την ύπαρξη γλωσσικής αποκλίσεως στην απόδοση στα αγγλικά του όρου «απορρίμματα που έχουν υποστεί κατάλληλη προετοιμασία» (chutes de parage) ως «scraps», που διαφοροποιείται λεκτικά από τον όρο «τεμάχια» (parures), όρος ο οποίος αποδίδεται στα αγγλικά ως «trimmings» («trims») .
53. Δεδομένου ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θεσπίζει στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 6 μια εξαίρεση από τον κανόνα που θέτει στο πρώτο εδάφιο, θεωρώ ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο αγγλικός όρος «scraps» δεν αναφέρεται σε απορρίμματα (déchets), δηλαδή σε τεμάχια ακατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση αλλά ότι μπορεί να αναφέρεται και σε τεμάχια κρέατος ανεξάρτητα από το μέγεθός τους και τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από την ΗΜIL δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.
54. Εν κατακλείδι, θεωρώ ότι, όσον αφορά το ζήτημα της υποχρέωσης ατομικής συσκευασίας κάθε τεμαχίου κρέατος που προκύπτει από την αποστέωση, δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ των απορριμμάτων (chutes de parage, scraps), όρος ο οποίος χρησιμοποιείται στο άρθρο 6, και των υπολειμμάτων (parures, trimmings/trims), όπως ορθώς τονίζουν ο Υπουργός και η Επιτροπή.
γ) Ο κανόνας των 100 g
55. _Ερχομαι τώρα στην εξέταση του ζητήματος κατά πόσον ένα κράτος μέλος, συγκεκριμένα η Ιρλανδία, μπορούσε να θεσπίσει, σύμφωνα με τον κανονισμό 1964/82, ένα όριο, εν προκειμένω τα 100 g, η εφαρμογή του οποίου θα της επέτρεπε να αποκλείσει μικρότερα του ορισθέντος ορίου τεμάχια/υπολείμματα από το πλεονέκτημα των ειδικών επιστροφών εξαγωγής.
56. Η επίλυση του ζητήματος αυτού συνδέεται με την ερμηνεία των άρθρων 7 και 8 του κανονισμού 1964/82, όπως ορθώς τονίζει η Επιτροπή (σημείο 10 των γραπτών παρατηρήσεών της).
57. Υπενθυμίζω ότι το άρθρο 7, μεταξύ άλλων, ορίζει ότι τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέψουν στους χώρους ελέγχου της αρμοδίας αρχής για την αποστέωση των οπισθίων τεταρτημορίων τα κατάλληλα μέτρα ελέγχου και ιδίως, ότι καθορίζονται οι λεπτομέρειες προετοιμασίας, συσκευασίας καθώς και η περιγραφή των διαφόρων τεμαχίων που πρέπει να ληφθούν (to be obtained). Επίσης, κατά το άρθρο 8, τα κράτη μέλη καθορίζουν τις συνθήκες ελέγχου και πληροφορούν σχετικά την Επιτροπή και λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να αποκλεισθεί κάθε πιθανότητα αντικαταστάσεως των ενλόγω προϊόντων, ιδίως με τον προσδιορισμό της ταυτότητας κάθε τεμαχίου.
58. Από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 7 και 8 του κανονισμού 1964/82, σε συνδυασμό ερμηνευόμενες, προκύπτει ότι τα κράτη μέλη εξουσιοδοτούνται να αποκλείσουν του πλεονεκτήματος της ειδικής επιστροφής για την εξαγωγή τα υπολείμματα βάρους μικρότερου ενός καθοριζόμενου ορίου, λαμβανομένης υπόψη της πρακτικής δυσχέρειας προσδιορισμού της ταυτότητας κάθε περισσότερο ή λιγότερο μικρού τεμαχίου κρέατος.
59. Τονίσαμε ήδη ότι, για να τύχει ειδικής επιστροφής εξαγωγής κάθε τεμάχιο κρέατος θα έπρεπε να είναι χωριστά συσκευασμένο, ανεξαρτήτως του μεγέθους και του βάρους του. Ωστόσο, ένα κράτος μέλος, όπως εν προκειμένω η Ιρλανδία, μπορούσε να θέσει ένα κατώτατο όριο 100 g κάτω του οποίου τα τεμάχια κρέατος δεν θα μπορούσαν να τύχουν της πλεονεκτήματος ειδικής επιστροφής για την εξαγωγή, τα δε τεμάχια με βάρος μεγαλύτερο των 100 g θα μπορούσαν να τύχουν ειδικής επιστροφής για την εξαγωγή εφόσον ήταν χωριστά συσκευασμένα.
2) Επί του τετάρτου ερωτήματος: η αποθεματοποίηση υπολειμμάτων κρέατος κοπής βάρους μικρότερου των 100 g
60. Με το τέταρτο ερώτημα, τίθεται το ζήτημα κατά πόσον είναι δυνατή, σύμφωνα με τον κανονισμό 2675/88, η αποθεματοποίηση υπολειμμάτων κοπής κρέατος (parures, trimmings, trims) βάρους μικρότερου των 100 g.
61. Κατά την HMIL, το βάρος των υπολειμμάτων κοπής δεν είναι καθοριστικό για την επίλυση του ζητήματος κατά πόσον αυτό το κρέας παρέχει ή όχι δικαίωμα προς χορήγηση ενίσχυσης για ιδιωτική αποθεματοποίηση. Θεωρεί ότι το άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 2675/88 επιτρέπει την αποθεματοποίηση των υπολειμμάτων (parures) που προέρχονται από την κοπή και την αποστέωση. Υποστηρίζει ότι το άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 2675/88 πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο που να συμβιβάζεται με το άρθρο 6, του κανονισμού 1964/82. Τέλος, η HMIL αμφισβητεί το κύρος του κανόνα των 100 g, σύμφωνα με τον οποίο υπολείμματα βάρους μικρότερου των 100 g δεν θα μπορούσαν να τύχουν ενισχύσεως, διότι, όπως υποστηρίζει, εκτός του ότι είναι αυθαίρετος, η εφαρμογή του θα παραβίαζε την αρχή της ασφάλειας δικαίου και την απαγόρευση της αναδρομικότητας, αφού δεν της γνωστοποιήθηκε διότι δεν εξεδόθη από τον Υπουργό πριν από τη στιγμή της αποθεματοποίησης αλλά κατά τη διάρκεια διενεργείας των ελέγχων.
62. Ο Υπουργός θεωρεί ότι, αφού ο κοινοτικός νομοθέτης δεν δίδει τον ορισμό της έκφρασης «άλλα απορρίμματα που προέρχονται από την κοπή ή την αποστέωση», που υπάρχει στο άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 2675/88 , μπορούσε, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου ο ίδιος, ως εθνική αρμόδια αρχή, να θέσει τους κανόνες εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 4 και να ορίσει ότι τα άπαχα τεμάχια/υπολείμματα κοπής (trimmings, parures maigres) που αποκλείονται της αποθεματοποίησης, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 4, ήσαν τα υπολείμματα (parures) καθένα εκ των οποίων είχε βάρος μικρότερο από 100 g.
63. Καταρχάς, θεωρώ ότι ορισμένες διευκρινίσεις είναι αναγκαίες. Το άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 2675/88 προσδιορίζει τί δεν είναι δυνατόν να αποθεματοποιηθεί. Απαγορεύει λοιπόν την αποθεματοποίηση όχι μόνον των χονδρών τενόντων, χόνδρων και τεμαχίων λίπους αλλά και άλλων απορριμμάτων που προέρχονται από την κοπή ή την αποστέωση . H διαφοροποίηση σε σχέση με τη ρύθμιση του προϊσχύσαντος κανονισμού 952/85 είναι σαφής αφού υπό το κράτος του τελευταίου αυτού κανονισμού δεν απαγορευόταν η αποθεματοποίηση υπολειμμάτων κοπής αλλά αντιθέτως προβλεπόταν (άρθρο 4, παράγραφος 1) η υποχρέωση αποθεματοποίησης όλου του κρέατος που προκύπτει από τις εργασίες κοπής ή αποστέωσης .
64. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι είναι προφανής η λεκτική ομοιότητα της διατάξεως του άρθρου 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 2675/88 με εκείνη του άρθρου 6, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1964/82. Ωστόσο, πρέπει να υπομνησθεί ότι τα δύο συστήματα ειδικών επιστροφών για την εξαγωγή του κανονισμού 1964/82 και ενισχύσεων για την ιδιωτική αποθεματοποίηση του κανονισμού 2675/88 συνιστούν δύο χωριστά νομικά συστήματα που έχουν διαφορετικούς στόχους αν και ήταν νομικά δυνατή, κατά τον χρόνο που έλαβαν χώρα τα πραγματικά περιστατικά η εφαρμογή του συστήματος ειδικών επιστροφών εξαγωγής και του συστήματος APS για τα ίδια σφάγια.
65. ράγματι, η αναγκαία γέφυρα μεταξύ των δύο αυτών νομικών συστημάτων μπορεί να αναζητηθεί στον ίδιο τον κανονισμό 2675/88 αλλά και στον κανονισμό 565/80. Συγκεκριμένα, το άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 2675/88, πρέπει να ερμηνεύεται και υπό το πρίσμα των διατάξεων του άρθρου 6, του ιδίου κανονισμού, που επιτρέπει (παράγραφος 1) την αποθεματοποίηση προϊόντων σύμφωνα με σύμβαση ιδιωτικής αποθεματοποίησης, τα οποία μπορούν να τεθούν υπό το σύστημα που καθορίζεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 565/80, δηλαδή ένα καθεστώς ειδικών επιστροφών για την εξαγωγή . Αυτό λογικά σημαίνει ότι συμπεριλαμβάνεται και το καθεστώς του κανονισμού 1964/82 και απαιτείται να υπάρχει ταυτότητα μεταξύ του προϊόντος που μπορεί να αποθεματοποιηθεί κατά τον κανονισμό 2675/88 και του προϊόντος που μπορεί να εξαχθεί δυνάμει αυτού του κανονισμού 1964/82.
66. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο δ_, του κανονισμού 1091/80, η σύμβαση για την ιδιωτική αποθεματοποίηση πρέπει να προβλέπει την υποχρέωση για τον πραγματοποιούντα την αποθεματοποίηση να αποθηκεύει τα προϊόντα σε παρτίδες, ευκόλως προσδιορίσιμες, των οποίων το βάρος και η ημερομηνία εισόδου στην αποθήκη δεικνύονται σαφώς. Αυτό επιρρωννύει το συμπέρασμα ότι η ταυτότητα του αποθεματοποιούμενου προϊόντος είναι σημαντικό στοιχείο και για τη λειτουργία του θεσμού των ενισχύσεων APS.
67. Δηλαδή, με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2675/88, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στις 30 Αυγούστου 1988 και από την ημερομηνία αυτή άρχισε να ισχύει (άρθρο 14), θεσπίσθηκε μια εξαίρεση στο άρθρο 2, παράγραφος 4, του κανονισμού 1091/80 , το οποίο απαγόρευε να τύχουν συγχρόνως τα ίδια προϊόντα ενισχύσεως προς την ιδιωτική αποθεματοποίηση και προπληρωμής της επιστροφής λόγω εξαγωγής . _Ετσι, το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2675/88, όρισε ότι και το αποθεματοποιημένο βάσει ιδιωτικής συμβάσεως αποθεματοποιήσεως βόειο κρέας μπορούσε να τεθεί «υπό το τελωνειακό καθεστώς της αποταμιεύσεως ή της ελευθέρας ζώνης» και να τύχει της προβλεπομένης από το άρθρο 5 του κανονισμού 565/80 προπληρωμής της ειδικής επιστροφής για εξαγωγή .
68. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η έκφραση «απορρίμματα» (chutes de parage, scraps) που χρησιμοποιεί το άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 2675/88, θα έπρεπε να έχει λογικά την ίδια σημασία με την έκφραση «απορρίμματα που έχουν υποστεί κατάλληλη προετοιμασία» (chutes de parage, scraps) του άρθρου 6, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1964/82, όπως ορθώς τονίζουν η Επιτροπή (σημείο 15 των γραπτών παρατηρήσεών της) και ο Υπουργός (σημείο 5.4 των γραπτών παρατηρήσεών του).
69. Εξάλλου, αν παρατηρήσουμε τις άλλες γλωσσικές αποδόσεις του όρου «απορρίμματα» («scraps») της διατάξεως του άρθρου 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 2675/88 θα δούμε ότι χρησιμοποιούνται οι ίδιοι όροι με εκείνον του άρθρου 6, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1964/82 .
70. Ωστόσο, δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι οι δύο διατάξεις ρυθμίζουν διαφορετικά αντικείμενα. Το άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 2675/88, σκοπούσε να αποκλείσει τα απορρίμματα από το καθεστώς της ιδιωτικής αποθεματοποίησης ενώ το άρθρο 6, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1964/82 επέτρεπε στους επιχειρηματίες είτε να θέσουν σε εμπορία εντός της Κοινότητας τα «απορρίμματα» είτε να τα εξαγάγουν, κατά τους αυτόθι οριζόμενους όρους. Συνεπώς, τα υπολείμματα/τεμάχια (parures, trimmings) που προέρχονται από την κοπή ή την αποστέωση, όσο μικρά και αν ήταν και ανεξάρτητα αν είναι κατάλληλα ή όχι για την ανθρώπινη κατανάλωση, δεν θα μπορούσαν να αποθεματοποιηθούν και, συνεπώς, να τύχουν του πλεονεκτήματος της ενισχύσεως αποθεματοποίησης.
71. Εξάλλου, ο κανονισμός 2675/88 δεν περιείχε διατάξεις ισοδύναμες με αυτές των άρθρων 7 και 8 του κανονισμού 1964/82, οι οποίες θα εξουσιοδοτούσαν τα κράτη μέλη να λάβουν εκτελεστικά μέτρα. Συνεπώς, πρέπει να εφαρμόζεται κατά πάντα ο κανονισμός 2675/88, που θεσπίζει σχετικούς δεσμευτικούς για τα κράτη μέλη κανόνες τα δε κράτη μέλη δεν μπορούν να θεσπίσουν ότι μπορούν να τύχουν τα υπολείμματα/τεμάχια κοπής, όσο μικρά και αν είναι, και ανεξάρτητα αν είναι κατάλληλα ή όχι για την ανθρώπινη κατανάλωση, ενίσχυσης APS.
72. _Οσον αφορά τα παράπονα της HMIL περί παραβιάσεως της αρχής της ασφάλειας δικαίου, και της μη αναδρομικότητας, λόγω εκδόσεως του κανόνα των 100 g ηρτημένης της διαδικασίας ελέγχων των προϊόντων της κατ' εφαρμογήν των κανονισμών 1964/82 και 2675/88, θεωρώ ότι, αφού το Supreme Court δεν ερωτά σχετικά το Δικαστήριο, δεν συντρέχει λόγος να εξετασθούν οι αιτιάσεις αυτές. Συνεπώς, συνιστούν ζητήματα που εναπόκεινται στον εθνικό δικαστή να ερευνήσει.
3) Επί του πέμπτου ερωτήματος: το ζήτημα της αποδεκτής μονάδας απόρριψης για το εξεταζόμενο προϊόν στην περίπτωση καταβολής ειδικών επιστροφών εξαγωγής
73. Το πέμπτο ερώτημα, υποδιαιρούμενο σε τρία σκέλη, αφορά την ερμηνεία των κανονισμών 1964/82, 565/80 και 3665/87 και ειδικότερα το ζήτημα της αποδεκτής μονάδας απόρριψης για το εξεταζόμενο προϊόν στην περίπτωση καταβολής ειδικών επιστροφών εξαγωγής. Η υποδιαίρεση αυτή αφορά το ζήτημα κατά πόσον η απάντηση διαφοροποιείται ανάλογα με το ποιόν του ευρισκόμενου προϊόντος σε κάθε μονάδα συσκευασίας η οποία εν προκειμένω ήταν το κιβώτιο.
α) Τα τιθέμενα ζητήματα
74. Κατά την HMIL (σημείο 7.8.1 των γραπτών παρατηρήσεών της), ο Υπουργός εσφαλμένα θεώρησε ότι η απλή ανεύρεση και της πιο μικρής ποσότητας ακατάλληλου προϊόντος σε ένα κιβώτιο δικαιολογεί την απόρριψη όλου του κιβωτίου. Τούτο θα παραβίαζε την αρχή της αναλογικότητας . _Αλλωστε, οι διατάξεις του κανονισμού 1964/82 δεν δικαιολογούν την απόρριψη τεμαχίων κρέατος νομίμως συσκευασμένου λόγω ανεύρεσης άλλου τεμαχίου κρέατος μη συμφώνου με τις επιταγές της κοινοτικής νομοθεσίας. Κατά την HMIL, ο στόχος του κοινοτικού νομοθέτη είναι, όταν παρατηρούνται παρατυπίες, να επιστρέφονται τα παρανόμως καταβληθέντα ποσά· έτσι, η απόρριψη του βάρους ολόκληρων κιβωτίων δίχως να λαμβάνεται υπόψη το βάρος του ακατάλληλου προϊόντος, δεν είναι αναγκαίο για την πραγμάτωση αυτού του στόχου.
75. Ο Υπουργός θεωρεί ότι, σε περίπτωση που βρεθεί σε κάποιο κιβώτιο ακατάλληλο προϊόν, οι κανονισμοί 565/80 του Συμβουλίου, 2220/85 και 3665/87 της Επιτροπής επιτρέπουν στην αρμόδια αρχή να απορρίψει το σύνολο του περιεχομένου του κιβωτίου ως μη ανταποκρινόμενο στους όρους για τη χορήγηση ειδικών επιστροφών εξαγωγής και να κηρύξει την κατάπτωση της ασφάλειας που έχει συσταθεί έναντι της προκαταβολής για τα κιβώτια αυτά συν 20 %.
β) Η παράβαση των υποχρεώσεων του επιχειρηματία
76. Η διαπιστωθείσα κατά τα ανωτέρω παράβαση των κανόνων που τίθενται στις διατάξεις του κανονισμού 1964/82, από τον επιχειρηματία επισύρει τις συνέπειες που αναλυτικά αναφέρονται στους κανονισμούς 565/80 του Συμβουλίου, 2220/85 και 3665/87 της Επιτροπής, οι οποίοι επιτρέπουν στην αρμόδια αρχή να απορρίψει το σύνολο του περιεχομένου του κιβωτίου ως μη ανταποκρινόμενο στους όρους για τη χορήγηση ειδικών επιστροφών εξαγωγής και να κηρύξει την κατάπτωση της ασφάλειας που έχει συσταθεί έναντι της προκαταβολής για τα κιβώτια αυτά συν 20 %.
77. Θα υπενθυμίσω επίσης ότι, όπως ανέφερα σε προηγούμενο σημείο, ο προσδιορισμός των εμπορευμάτων στη δήλωση που υποβάλλει ο επιχειρηματίας εκ των προτέρων για να τύχουν ειδικών επιστροφών για την εξαγωγή, κατά το άρθρο 2, του κανονισμού 1964/82, έπρεπε να αντιστοιχεί στην Ονοματολογία των ειδικών επιστροφών για την εξαγωγή που χρησιμοποιείτο το 1988 για τα προϊόντα που εξήγοντο σύμφωνα με τον κανονισμό 1964/82 . Αν λόγω της παρατηρηθείσας παρατυπίας το προϊόν δεν είναι σύμφωνο με την επίσημη Ονοματολογία και για τον πρόσθετο αυτό λόγο η παρατυπία δεν μπορεί να θεωρηθεί ήσσονος σημασίας, όπως ορθώς τονίζει η Επιτροπή (σημείο 16 των γραπτών παρατηρήσεών της). ολλώ δε μάλλον που το λίπος δεν συνιστά κρέας ώστε να μπορεί τηρουμένων των όρων του κανονισμού 1964/82 να τύχει ειδικών επιστροφών για την εξαγωγή.
γ) Η κατάπτωση των εγγυήσεων
78. Η νομική βάση των προκαταβολών των ειδικών επιστροφών εξαγωγής και των προϋποθέσεων για την παροχή και απώλεια των εγγυήσεων, κατά το 1988, ήταν ο κανονισμός 565/80 του Συμβουλίου και οι κανονισμοί 2220/85 και 3667/87 της Επιτροπής.
79. Η βασική αρχή που εφαρμόζεται στις προκαταβολές των ειδικών επιστροφών εξαγωγής συνάγεται από τα άρθρο 5 και 6 του κανονισμού 565/80. Το άρθρο 5 επιτρέπει την προπληρωμή ειδικών επιστροφών εξαγωγής μέσω παροχής εγγυήσεως διασφαλίζουσας την απόδοση του καταβληθέντος ποσού αυξημένο κατά ένα συμπληρωματικό ποσό, εν προκειμένω 20 %, όπως όρισε ο κανονισμός 3665/87 . ροβλέφθηκε επίσης (άρθρο 6 του κανονισμού 565/80) ότι η εγγύηση μπορούσε να καταπέσει εν όλω ή εν μέρει αν αποδεικνύεται ότι δεν υπάρχει κανένα δικαίωμα για επιστροφή ή υπήρχε δικαίωμα για επιστροφή κατώτερου ποσού.
80. Ο κανονισμός 3665/87 της Επιτροπής όρισε λεπτομερέστερους κανόνες για τις ειδικές επιστροφές εξαγωγής, εξειδικεύοντας τα λεπτομερή αποδεικτικά στοιχεία που όφειλε να προσαγάγει ο εξαγωγέας για να αποδείξει ότι έχει δικαίωμα στην καταβολή ειδικών επιστροφών εξαγωγής .
81. Επειδή προκαταβάλλεται το συνολικό ποσό των ειδικών επιστροφών εξαγωγής, που είναι δυνατόν να χορηγηθούν οριστικώς επί τη βάσει της δήλωσης την οποία υπέβαλε ο εξαγωγέας, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1964/82, και επειδή προβλέπεται η αναζήτηση του προκαταβληθέντος ποσού σε περίπτωση που το ποσό ειδικών επιστροφών εξαγωγής που μπορεί να χορηγηθεί οριστικά είναι κατώτερο του προκαταβληθέντος, είναι δυνατή η επιβολή οικονομικών διορθώσεων από την αρμόδια εθνική αρχή . Εφόσον ο ενδιαφερόμενος επιχειρηματίας/εξαγωγέας δεν αποδεικνύει ότι έχει δικαίωμα επί του συνόλου των προκαταβληθεισών ειδικών επιστροφών, λόγω μη εκπληρώσεως του συνόλου των υποχρεώσεων που ανέλαβε, τότε η αρμόδια αρχή παρεμβάσεως, εν προκειμένω ο Υπουργός, είχε την υποχρέωση να κηρύξει την έκπτωση ενός ποσού της εγγύησης ίσο με τη διαφορά μεταξύ του ποσού που κατεβλήθη εκ των προτέρων και του ποσού της ειδικής επιστροφής για το οποίο απεδείχθη η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος, ποσό αυξανόμενο κατά 20 %, σύμφωνα με τα άρθρα 33, παράγραφος 1 , και 33, παράγραφος 3, υπό δ), του κανονισμού 3665/87 .
δ) Τα κιβώτια ως μονάδα απόρριψης
82. Εν προκειμένω, τίθεται το ζήτημα κατά πόσον κάθε κιβώτιο έπρεπε ή μπορούσε να θεωρηθεί ως βασική μονάδα που θα λαμβανόταν υπόψη για τον αποκλεισμό του ακατάλληλου προϊόντος.
83. Σχετικά με το ζήτημα αυτό, αρκεί να υπενθυμίσω ότι, σύμφωνα με το άρθρο 8, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 1964/82 «οι σάκκοι, τα χάρτινα κιβώτια και τα άλλα μέσα συσκευασίας, όπου τοποθετούνται τα αποστεωμένα τεμάχια, σφραγίζονται ή επισφραγίζονται διά μολύβδου από τις αρμόδιες αρχές και φέρουν τις ενδείξεις για τον προσδιορισμό της ταυτότητας του αποστεωμένου κρέατος, ιδίως το καθαρό βάρος, τον αριθμό και τη φύση των τεμαχίων, καθώς και τον αύξοντα αριθμό».
84. Κατά τη γνώμη μου, στο άρθρο 8, τρίτο εδάφιο, παρατίθενται ως εξίσου νόμιμες διάφορες εναλλακτικές λύσεις επιλογής μεταξύ σάκκων, χάρτινων κιβωτίων και άλλων μέσων συσκευασίας, όπου τοποθετούνται τα αποστεωμένα τεμάχια, παρέχεται δε στην αρμόδια εθνική αρχή σχετική διακριτική ευχέρεια. Συνεπώς, μπορούσε χωρίς πρόβλημα να θεωρηθεί ότι το κιβώτιο συνιστά βασική μονάδα απόρριψης για το εξεταζόμενο προϊόν .
ε) Η εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας
85. εραιτέρω, τίθεται το ζήτημα κατά πόσον είναι δυνατή η κατάπτωση του συνόλου της εγγυήσεως για όλο το κιβώτιο, όπως προβάλλει ο Υπουργός ή μόνο αναλογικά προς το ύψος του προϊόντος που παρανόμως περιείχετο στο κιβώτιο, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή (σημείο 17 των γραπτών παρατηρήσεών της) .
86. Φρονώ ότι η πρώτη λύση από τις ανωτέρω είναι η ορθότερη. Δεν κλονίζεται δε από το σκεπτικό και τη λύση που έδωσε το Δικαστήριο στην απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 1990, υπόθεση C-101/88, Gebrüder Gausepohl . Στην υπόθεση εκείνη ετίθετο το ζήτημα κατά πόσον πληρούται η προϋπόθεση εξαγωγής της συνολικής ποσότητος κρέατος που προέρχεται από την αποστέωση, την οποία προϋπόθεση θέτει ο κανονισμός 1964/82, λόγω ελλείψεως ενός οπισθίου θωρακικού μέρους βάρους 3,1 kg, που ήταν όμως χωριστά συσκευασμένο, και αν λόγω της ελλείψεως αυτής δεν έπρεπε να χορηγηθούν ειδικές επιστροφές για ολόκληρη την ποσότητα των εξαχθέντων τεμαχίων. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η έλλειψη ενός ελαχίστου τμήματος της συνολικής αυτής ποσότητας δεν αρκεί, κατά την αρχή της αναλογικότητας και ελλείψει κακής πίστεως εκ μέρους του επιχειρηματία, προκειμένου να θεωρηθεί ότι δεν συντρέχει, ως προς την υπόλοιπη ποσότητα κρέατος η προϋπόθεση της εξαγωγής. Δηλαδή, δέχθηκε την ανάλογη με την ένταση της παράβασης μείωση της οφειλόμενης επιστροφής αλλά τούτο έγινε διότι αφενός έλειπε μόνον ένα ελάχιστο τμήμα της συνολικής αυτής ποσότητας και αφετέρου δεν συνέτρεχε κακή πίστη εκ μέρους του επιχειρηματία, δεν υπήρχε δε διάθεση εξαπάτησης · υπό αυτούς αντιθέτως τους όρους θα δεχόταν ότι δεν συνέτρεχε, ως προς την υπόλοιπη ποσότητα κρέατος η προϋπόθεση της εξαγωγής. Δηλαδή δέχθηκε, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων της υπό κρίση υποθέσεως ότι επιτακτικοί λόγοι επιείκειας οδηγούσαν σε αυτή τη λύση .
87. Στην προκειμένη περίπτωση, η αποδοχή της ελαστικής λύσεως, αντί να είναι «πραιτωριανή», βασιζόμενη στην επιείκεια, «όλως εξαιρετικώς διορθωτική» λύση , νομίζω ότι μάλλον θα άνοιγε τους ασκούς του Αιόλου προς την κατεύθυνση να επικυρώνονται ενδεχόμενες ατασθαλίες, στο μέτρο μάλιστα που, όπως αναφέρει ο εθνικός δικαστής υπάρχει ένδειξη πάγιας και σκόπιμης πρακτικής του επιχειρηματία να περιλαμβάνει σε κιβώτια συγκεκριμένων τεμαχίων αποστεωμένου κρέατος, σε συγκεκριμένες μονάδες παραγωγής, προϊόντα που δεν συσκευάζονται χωριστά αλλά περιλαμβάνονται εντός άλλων τεμαχίων κατά παράβαση της ισχύουσας κοινοτικής νομοθεσίας και κατά παράβαση των υποβληθεισών από τον ίδιο τον επιχειρηματία δηλώσεων .
4) Επί του έκτου ερωτήματος: η μονάδα απόρριψης σε περίπτωση αποθεματοποίησης
88. Το έκτο ερώτημα, που υποδιαιρείται σε δύο σκέλη, αναφέρεται στη μονάδα απόρριψης σε περίπτωση αποθεματοποίησης, συνεπώς εφαρμογής των κανονισμών 2675/88 και 2220/85. Αν δηλαδή η μονάδα αυτή πρέπει να είναι το κιβώτιο. Η υποδιαίρεση σε δύο σκέλη αφορά το ζήτημα κατά πόσον η απάντηση διαφοροποιείται ανάλογα με το ποιόν του προϊόντος που εμπεριέχεται σε κάθε μονάδα συσκευασίας που εν προκειμένω ήταν το κιβώτιο.
α) Η χορήγηση ενίσχυσης ιδιωτικής αποθεματοποίησης
89. _Οπως έχω τονίσει σε προηγούμενα σημεία της αναλύσεώς μου, δεδομένης της αλληλεξάρτησης των δύο συστημάτων καταβολής ειδικών επιστροφών εξαγωγής και ενίσχυσης APS, η εξακρίβωση της ταυτότητας κάθε αποθεματοποιημένου τεμαχίου συνιστούσε βασικό στοιχείο και του συστήματος καταβολής ενίσχυσης APS, και αυτή η εξακρίβωση δεν ήταν δυνατή παρά μόνο με τη χωριστή συσκευασία κάθε τεμαχίου.
90. Επιπλέον, το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2675/88 ορίζει ότι η βοήθεια στην ιδιωτική αποθεματοποίηση χορηγείται μόνο για τα κρέατα που έχουν καταταχθεί, σύμφωνα με την κλίμακα κατατάξεως των σφαγίων κατά τον κανονισμό 1208/81 του Συμβουλίου. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού 1208/81, όπως διορθώθηκε, προβλέπει ότι για τις ανάγκες της διαπιστώσεως των τιμών της αγοράς, το σφάγιο εμφανίζεται «χωρίς κορόνα» (οσχεϊκό λίπος, gras de testicule).
91. Εξάλλου, τα τεμάχια λίπους δεν μπορούσαν να αποθεματοποιηθούν, κατά τη διάταξη του άρθρου 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 2675/88. Δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, το (οσχεϊκό) λίπος αποκλείεται του πλεονεκτήματος καταβολής ενίσχυσης APS.
92. Το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 2675/88, προβλέπει ότι, μετά από τρεις μήνες αποθεματοποίησης βάσει συμβάσεως, δύναται να καταβληθεί άπαξ προκαταβολή της ενίσχυσης, κατόπιν αιτήσεως του πραγματοποιούντος την αποθεματοποίηση, υπό τον όρο ότι έχει προβεί σε σύσταση ασφαλείας ίσης με την προκαταβολή συν 20 %.
93. Η εγγύηση αυτή διείπετο από τη διάταξη του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 2675/88, και τους κανονισμούς 2220/85 και 3665/87, που προανέφερα. Το άρθρο 10 του κανονισμού 2675/88 ορίζει το ποσό ασφάλειας, η οποία αναφέρεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1091/80, όπου ορίζεται ότι η αίτηση προς σύναψη συμβάσεως ή η προσφορά σε διαγωνισμό είναι αποδεκτή μόνο αν περιλαμβάνει τις ενδείξεις και υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, και αν έχει προσκομισθεί απόδειξη παροχής ασφαλείας.
94. Σχετικά με τις προπληρωμές, ο κανονισμός 2220/85 ορίζει, στα άρθρα 19, παράγραφος 1 , και 29 , ένα σύστημα δυνάμει του οποίου ο επιχειρηματίας υποχρεούται να αποδείξει ότι θα έχει οριστικώς δικαίωμα επί του προπληρωθέντος ποσού και, αν δεν το πράξει, η αρμόδια αρχή έχει υποχρέωση να απαιτήσει το προπληρωθέν ποσό και, αν το ποσό αυτό δεν πληρωθεί εντός τριάντα ημερών, να διατάξει την κατάπτωση της συσταθείσας εγγυήσεως.
95. _Οσον αφορά τη σύμβαση προς ιδιωτική αποθεματοποίηση, το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1091/80 ορίζει ότι, εκτός περιπτώσεως ανωτέρας βίας: α) η ασφάλεια καταπίπτει κατ'αναλογία προς το ελλείπον μέρος της συμφωνηθείσης στη σύμβαση αποθεματοποιήσεως ποσότητος αν λιγότερο από 90 % της ποσότητας αυτής εισήλθε στα αποθέματα εντός των προβλεπομένων προθεσμιών και παραμένει αποθεματοποιημένο κατά τη διάρκεια της συμφωνηθείσης αποθεματοποιήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2 υπό α), του κανονισμού 1091/80· β) σε περίπτωση μη τηρήσεως των υποχρεώσεων, που προβλέπονται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, υπό β), γ), δ) και ε) , η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους κηρύσσει την κατάπτωση της ασφάλειας, εν όλω ή εν μέρει, ανάλογα με το βαθμό σοβαρότητας της παραβάσεως της συμβατικής υποχρεώσεως. Τέλος, γ) σε περίπτωση μη τηρήσεως των άλλων υποχρεώσεων, η ασφάλεια καταπίπτει εξ ολοκλήρου.
96. Δεδομένου ότι, κατά τα προεκτεθέντα, συνιστά σημαντική παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του πραγματοποιούντος την αποθεματοποίηση το να συσκευάζει υπολείμματα κρέατος ή τεμάχια λίπους εντός στήθους, λάπας και μεσαίας σπαλομπριζόλας, τούτο υπάγεται και στην παράβαση της διατάξεως του άρθρου 5, παράγραφος 2, υπό γ), του κανονισμού 1091/80, η οποία συνιστά νόμιμη βάση για την κατάπτωση της παρασχεθείσας εγγυήσεως συν 20 %.
β) Η μονάδα απόρριψης
97. Σχετικά με τη μονάδα απόρριψης ακαταλλήλου προς αποθεματοποίηση προϊόντος το άρθρο 6 του κανονισμού 2675/88 αφενός όριζε (παράγραφος 1) ότι, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κανονισμού 1091/80, τα προϊόντα που αποθεματοποιούνται βάσει σύμβασης ιδιωτικής αποθεματοποίησης μπορούν να τεθούν υπό το σύστημα των ειδικών επιστροφών εξαγωγής και αφετέρου (παράγραφος 3) ότι για τους σκοπούς της παραγράφου 1, όταν η σύμβαση ιδιωτικής αποθεματοποίησης συνάπτεται για ποσότητα που αποτελείται από περισσότερες παρτίδες που εισέρχονται στην αποθεματοποίηση σε διαφορετικές ημερομηνίες, καθεμία από τις παρτίδες αυτές μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ιδιαίτερης δήλωσης πληρωμής.
98. Επίσης, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 2675/88, η δήλωση πληρωμής υποβάλλεται για κάθε παρτίδα την ημέρα της εισόδου της στην αποθεματοποίηση. εραιτέρω, στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου αυτής διευκρινίζεται ότι θεωρείται ως παρτίδα «η ποσότητα που εισέρχεται στην αποθεματοποίηση σε συγκεκριμένη ημέρα».
99. Συνεπώς, η μονάδα απόρριψης ακατάλληλου προϊόντος, σύμφωνα με τον κανονισμό 2675/88 είναι η «παρτίδα». Δεδομένου όμως ότι η διάταξη της παραγράφου 3, του άρθρου αυτού πρέπει να ερμηνεύεται και υπό το πρίσμα της πρώτης παραγράφου του ιδίου άρθρου, θεωρώ ότι μπορούσε ο Υπουργός να θεωρήσει ως μονάδα απορρίψεως ακαταλλήλου προϊόντος όχι την «παρτίδα» αλλά το κιβώτιο αποθεματοποιημένου κρέατος, προσέγγιση σαφώς ευνοϊκότερη για την ΗΜIL. Γι' αυτούς τους λόγους ήταν δυνατή η επιλογή του κιβωτίου ως μονάδος απορρίψεως από τον Υπουργό αφού η λύση αυτή είναι εύλογη και συμβιβάζεται με τους σχετικούς με το θέμα κανονισμούς.
5) Επί των τριών τελευταίων ερωτημάτων: το ζήτημα της αποδεκτής μονάδας αναγωγής των αποτελεσμάτων δειγματοληπτικού ελέγχου
100. Το έβδομο, όγδοο και ένατο ερώτημα, που έθεσε ο εθνικός δικαστής, αφορούν την ερμηνεία διατάξεων τόσο των κανονισμών 1964/82 και 2675/88 όσο και των κανονισμών 565/80, 2220/85, 3665/87 και 1091/80 και σχετίζονται με το ζήτημα ποια είναι η αποδεκτή μονάδα αναγωγής των αποτελεσμάτων δειγματοληπτικού ελέγχου. Τα ερωτήματα αυτά θέτουν ως αφετηρία ότι υπήρχε ένδειξη σκόπιμης και πάγιας πρακτικής της ΗMIL να περιλαμβάνονται ακατάλληλα προϊόντα εντός συγκεκριμένων τεμαχίων βοείου κρέατος σε συγκεκριμένες μονάδες παραγωγής.
101. Καταρχάς, υπενθυμίζω ότι κατά τον εθνικό δικαστή, μεταξύ Απριλίου και Σεπτεμβρίου 1989, το Υπουργείο και η Εφορία διενήργησαν ελέγχους 2 400 κιβωτίων αποστεωμένου βοείου κρέατος που είχε δηλωθεί για τη χορήγηση ειδικών επιστροφών εξαγωγής και τεθεί σε αποθεματοποίηση στο πλαίσιο του συστήματος ΑPS κατά το έτος 1988. Από τους ελέγχους αυτούς προέκυψε ότι, στις επτά μονάδες παραγωγής που χρησιμοποιούσε η HMIL, ορισμένα από τα εν λόγω εξετασθέντα κιβώτια της εταιρίας αυτής περιελάμβαναν τεμάχια που κατά τον Υπουργό δεν ήσαν χωριστά συσκευασμένα, καθώς επίσης και τεμάχια λίπους, το οποίο κατά τον Υπουργό ήταν οσχεϊκό λίπος, και απορρίμματα και υπολείμματα περιλαμβανόμενα στα τεμάχια που είναι γνωστά ως οπίσθιο μέρος στήθους, λάπα και μεσαία σπαλομπριζόλα. Τέλος, ο Υπουργός είχε υποστηρίξει ότι σε τέσσερις από τις εν λόγω μονάδες παραγωγής η ποσότητα των απορριμμάτων και υπολειμμάτων και τεμαχίων που δεν ήταν χωριστά συσκευασμένα ήταν εξαιρετικά υψηλή.
102. Η HMIL, επικαλούμενη την απόφαση του High Court, θεωρεί (σημείο 6.9.6 των γραπτών παρατηρήσεών της) ότι μονάδα αναγωγής των αποτελεσμάτων δειγματοληπτικού ελέγχου πρέπει να είναι η σύμβαση, η οποία αποτελεί τη νόμιμη μονάδα σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανονισμούς και αυτή, δηλαδή συγκεκριμένη κάθε φορά σύμβαση, αφορά η σύσταση εγγυήσεως. Υποστηρίζει ότι θα ήταν εσφαλμένο να καταπίπτουν εγγυήσεις που διασφαλίζουν συμβάσεις που δεν έτυχαν κανενός δειγματοληπτικού ελέγχου. Η αυτοτέλεια κάθε συμβάσεως πρέπει να αναγνωρίζεται και να είναι σεβαστή.
103. Ο Υπουργός εκκινεί από τη διαπίστωση του εθνικού δικαστή ότι υπήρχε ένδειξη σκόπιμης και πάγιας πρακτικής της ΗMIL να περιλαμβάνει τέτοια ακατάλληλα προϊόντα εντός συγκεκριμένων τεμαχίων σε συγκεκριμένες μονάδες παραγωγής. Υποστηρίζει (σημείο 8.7 των γραπτών παρατηρήσεών του) ότι, εάν η ερμηνεία των κανονισμών 1964/82 και 2675/88 στην οποία προβαίνει η HMIL είναι εσφαλμένη, εκ τούτου συνάγεται ότι, κατά πάσα πιθανότητα, υπάρχει ένα προϊόν που δεν μπορεί να γίνει δεκτό, σε όλες τις μονάδες παραγωγής, σε όλες τις συναφθείσες συμβάσεις και σε όλες τις περιπτώσεις αναλήψεως υποχρεώσεως στον τομέα των επιστροφών εξαγωγής (Export Refund Bonds). Συνεπώς, καταλήγει ο Υπουργός (σημείο 8.8 των γραπτών παρατηρήσεών του), μπορούσε να αναγάγει τα αποτελέσματα του δειγματοληπτικού ελέγχου στην αντίστοιχη μονάδα παραγωγής και να μην αρκεσθεί στην αναγωγή στο περιορισμένο πλαίσιο κάθε περίπτωσης αναλήψεως υποχρεώσεως στον τομέα των ειδικών επιστροφών εξαγωγής και κάθε συναφθείσας συμβάσεως ιδιωτικής αποθεματοποίησης .
104. Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα δεχθεί τη δυνατότητα της αναγωγής (extrapolation) επί τη βάσει αποτελεσμάτων δειγματοληπτικού ελέγχου. _Ετσι, έχει κρίνει ότι η Επιτροπή μπορεί να βασισθεί στα αποτελέσματα δειγματοληπτικού ελέγχου, διενεργούμενου κατά επαρκώς αξιόπιστο τρόπο, και στα πορίσματα εμπειρογνωμόνων, δηλαδή επιστημόνων με ειδικευμένες γνώσεις που θα ήταν σε θέση να αξιολογήσουν πλήρως την υπό εξέταση κατάσταση , και με βάση αυτές τις διαπιστώσεις να εκδώσει πράξη που να αφορά ένα σύνολο , τμήματα του οποίου ελέγχθησαν .
105. Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ελλείψει συγκεκριμένων κανόνων, που ρυθμίζουν τον τρόπο πραγματοποιήσεως των δειγματοληπτικών ελέγχων , η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να εφαρμόζει τις κατά την κρίση της πλέον ενδεδειγμένες μεθόδους ελέγχου , αλλά ως αντιστάθμισμα ισχύει ο γενικός όρος ότι οι επιλεγόμενες μέθοδοι είναι αξιόπιστες .
106. Στην υπό κρίση υπόθεση θα έλεγα ότι δεν είναι δυνατόν να περιορισθεί η αναγωγή μόνο στο πλαίσιο των κιβωτίων που αφορούν μία σύμβαση αποθεματοποίησης ή μία συγκεκριμένη ανάληψη υποχρεώσεως, υπό τον όρο βεβαίως ότι το δείγμα που ελήφθη για τον σχετικό έλεγχο μπορεί να θεωρηθεί αντιπροσωπευτικό δεδομένου ότι, κατά τον εθνικό δικαστή, υπήρχε ένδειξη παγίας και σκόπιμης πρακτικής του διαχειριστή.
107. Αφού λοιπόν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που έχει θέσει με τη νομολογία του το Δικαστήριο, θεωρώ ότι δεν είναι δυνατόν η επίκληση της αυτοτέλειας κάθε συμβάσεως παροχής εγγυήσεως να προβάλλεται ως προστατευτική ασπίδα που πρακτικά θα εμπόδιζε την πλήρη εφαρμογή των κανόνων του κοινοτικού δικαίου , αφού θα περιόριζε την αναγωγή εντός συγκεκριμένης συμβάσεως ιδιωτικής αποθεματοποιήσεως ή εντός συγκεκριμένης αναλήψεως υποχρεώσεως σχετικής με ειδικές επιστροφές εξαγωγής και όχι εντός μιας μονάδας παραγωγής.
108. Συνεπώς, η αρμόδια εθνική αρχή μπορεί να αντλήσει συμπεράσματα από τα αποτελέσματα του δειγματοληπτικού ελέγχου για το σύνολο της παραγωγής συγκεκριμένων τμημάτων βοείου κρέατος, εφόσον οι έλεγχοι είναι συστηματικοί και τα αποτελέσματα αξιόπιστα και επιπλέον εφόσον υπάρχει ένδειξη σκόπιμης και παγίας πρακτικής του επιχειρηματία κατά τα αναφερόμενα στη διάταξη της παραπομπής.
VI - ρόταση
109. Ενόψει των ανωτέρω προτείνω να δοθούν στο Supreme Court της Ιρλανδίας οι ακόλουθες απαντήσεις:
«1) Το άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1964/82 της Επιτροπής, της 20ής Ιουλίου 1982, περί θεσπίσεως των όρων χορηγήσεως ειδικών επιστροφών κατά την εξαγωγή για ορισμένα αποστεωμένα βόεια κρέατα έχει την έννοια ότι για να τύχουν ειδικής επιστροφής κατά την εξαγωγή, τα αποστεωμένα τεμάχια κρέατος, ανεξαρτήτως του βάρους τους, πρέπει να είναι χωριστά συσκευασμένα.
2) Τα άρθρα 7 και 8 του κανονισμού 1964/82 έχουν την έννοια ότι επιτρέπουν στα κράτη μέλη να αποκλείσουν του καθεστώτος των ειδικών επιστροφών κατά την εξαγωγή τεμάχια/υπολείμματα κοπής με βάρος μικρότερο των 100 g, ανεξάρτητα αν είναι ή όχι κατάλληλα για την ανθρώπινη κατανάλωση. Εν πάση περιπτώσει πρέπει να λαμβάνονται από τα κράτη μέλη τα αναγκαία μέτρα ώστε να αποκλείεται κάθε πιθανότητα αντικαταστάσεως των ενλόγω προϊόντων ιδίως με τον προσδιορισμό της ταυτότητας αυτών.
3) Το άρθρο 6 του κανονισμού 1964/82 έχει την έννοια ότι τα υπολείμματα/τεμάχια κοπής συνιστούν "απορρίμματα που έχουν υποστεί κατάλληλη προετοιμασία" (chutes de parage, scraps) και μπορούν να τεθούν σε εμπορία στο εσωτερικό της Κοινότητας.
4) Το άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2675/88 της Επιτροπής, της 29ης Αυγούστου 1988, για την πρόβλεψη χορήγησης ενίσχυσης που προκαθορίζεται κατ' αποκοπή στην ιδιωτική αποθεματοποίηση σφαγίων, ημιμορίων σφαγίου και οπισθίων και εμπροσθίων τεταρτημορίων χονδρών αρσενικών βοοειδών, έχει την έννοια ότι τα απορρίμματα (chutes de parages, scraps) ή τεμάχια/υπολείμματα κοπής (parures, trimmings, trims) δεν μπορούν να τύχουν ενίσχυσης για ιδιωτική αποθεματοποίηση, ανεξάρτητα αν είναι κατάλληλα ή όχι για την ανθρώπινη κατανάλωση.
5) To άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1964/82 έχει την έννοια ότι σε περίπτωση παράβασης των υποχρεώσεων που αναλαμβάνει ο επιχειρηματίας δυνάμει της διατάξεως αυτής για ποσότητα βοείου κρέατος για την οποία έχουν προκαταβληθεί ειδικές επιστροφές εξαγωγής, παράβαση η οποία συνίσταται στο ότι τα κιβώτια συσκευασίας περιέχουν υπολείμματα κοπής κρέατος ή τεμάχια λίπους περιλαμβανόμενα εντός τεμαχίων οπισθίου μέρους στήθους, σπάλας ή μεσαίας σπαλομπριζόλας ή τεμάχια κρέατος που δεν είναι χωριστά συσκευασμένα, η εγγύηση που παρασχέθηκε έναντι της προκαταβολής γι' αυτά τα κιβώτια, κατ' εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) 565/80 του Συμβουλίου της 4ης Μαρτίου 1980 περί της προπληρωμής των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2220/85 της Επιτροπής, της 22ας Ιουλίου 1985, για τον καθορισμό των κοινών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος εγγυήσεων για τα γεωργικά προϊόντα, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1181/87 της Επιτροπής και του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής της 27ης Νοεμβρίου 1987 για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα, όπως τροποποιήθηκε από διορθωτικό και από τους κανονισμούς 3494/88 και 3993/88 της Επιτροπής, καταπίπτει στο σύνολό της συν 20 %, εφόσον υπάρχει ένδειξη παγίας και σκόπιμης πρακτικής του διαχειριστή.
6) Το άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 2675/88 της Επιτροπής έχει την έννοια ότι σε περίπτωση παραβάσεως της υποχρεώσεως μη αποθεματοποιήσεως υπολειμμάτων κοπής κρέατος για το οποίο έχει προκαταβληθεί ενίσχυση προς ιδιωτική αποθεματοποίηση, καθώς και παραβάσεως της υποχρεώσεως μη αποθεματοποιήσεως τεμαχίων λίπους, η συσταθείσα για κάθε κιβώτιο συσκευασίας εγγύηση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 2, υπό γ), του κανονισμού (ΕΟΚ) 1091/80 της Επιτροπής, της 2ας Μα_ου 1980, περί λεπτομερειών εφαρμογής της χορηγήσεως ενισχύσεων στην ιδιωτική αποθεματοποίηση βοείου κρέατος, όπως είχε τροποποιηθεί από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2826/82, καταπίπτει καθ' ολοκληρίαν, αυξανόμενη κατά 20 %, εφόσον υπάρχει ένδειξη παγίας και σκόπιμης πρακτικής του διαχειριστή.
7) Οι διατάξεις των κανονισμών 1964/82 (άρθρο 1, παράγραφος 1, και άρθρο 2, παράγραφος 1), 2675/88 (άρθρο 4, παράγραφος 4), 565/80, 2220/85, 3885/87 και 1091/80 [άρθρο 5, παράγραφος 2, υπό γ)] έχουν την έννοια ότι, όταν οι υπάλληλοι ενός κράτους μέλους πραγματοποιούν συστηματικούς ελέγχους επί αντιπροσωπευτικού δείγματος κιβωτίων βοείου κρέατος και βρίσκουν αποδείξεις παγίας και σκόπιμης πρακτικής του επιχειρηματία, συνιστάμενη στη διάπραξη παρατυπιών, όπως αυτές που φέρονται, κατά τον εθνικό δικαστή, ότι έλαβαν χώρα στην υπό κρίση διαφορά, το ενλόγω κράτος μέλος έχει δικαίωμα να αναγάγει τα αποτελέσματα του διενεργηθέντος ελέγχου σε διαφορετικά των εξεταθέντων κιβώτια, περιλαμβανομένων αυτών που καλύπτονται από διαφορετικές συμβάσεις ιδιωτικής αποθεματοποίησης ή αναλήψεις υποχρεώσεων, σχετικών με ειδικές επιστροφές εξαγωγής.»
Full & Egal Universal Law Academy