Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Το αντικείμενο της προσφυγής και η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
1. Με την υπό κρίση προσφυγή, που ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ), η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ, καθόσον παρέλειψε να θέσει σε ισχύ και, επικουρικώς, να κοινοποιήσει στην Επιτροπή, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί πλήρως προς την οδηγία 96/97/ΕΚ (στο εξής: οδηγία 96/97).
2. Η οδηγία 96/97 σκοπεί να προσαρμόσει τις διατάξεις της οδηγίας 86/378/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986, για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης (στο εξής: οδηγία 86/378), στη νομολογία του Δικαστηρίου που εγκαινιάστηκε με την απόφαση Barber . Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα κράτη μέλη όφειλαν να θέσουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθούν προς αυτήν το αργότερο έως την 1η Ιουλίου 1997, καθώς και να ενημερώσουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά με τη θέσπιση των διατάξεων αυτών.
3. Η Επιτροπή, μη έχοντας λάβει εκ μέρους της Ελληνικής Κυβερνήσεως καμία κοινοποίηση όσον αφορά την προσαρμογή του εσωτερικού δικαίου προς την οδηγία 96/97 και μη έχοντας στη διάθεσή της καμία πληροφορία που να της επιτρέπει να συμπεράνει ότι πραγματοποιήθηκε η προσαρμογή αυτή, θεώρησε ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της προαναφερθείσας οδηγίας και αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ. Με έγγραφο οχλήσεως της 9ης Σεπτεμβρίου 1997, η Επιτροπή, αφού υπενθύμισε στην Ελληνική Δημοκρατία τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 96/97 και από τη Συνθήκη ΕΚ, της έταξε προθεσμία δύο μηνών για την υποβολή των παρατηρήσεών της.
4. Οι ελληνικές αρχές δεν απάντησαν στο έγγραφο οχλήσεως. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή απηύθυνε στην Ελληνική Δημοκρατία, στις 12 Ιανουαρίου 1998, αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία επανέλαβε τις παρατηρήσεις που περιέχονταν στο έγγραφο οχλήσεως και της έταξε προθεσμία δύο μηνών για να θεσπίσει τις αναγκαίες διατάξεις προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την οδηγία.
5. Δεδομένου ότι οι ελληνικές αρχές δεν απάντησαν στις αιτιάσεις που διατυπώθηκαν με την αιτιολογημένη γνώμη, η Επιτροπή άσκησε, στις 15 Δεκεμβρίου 1998, την υπό κρίση προσφυγή.
ΙΙ - Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
6. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Ελληνική Δημοκρατία παραβίασε τα άρθρα 189 και 5 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρα 249 ΕΚ και 10 ΕΚ), καθόσον δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για την πλήρη προσαρμογή της εσωτερικής της νομοθεσίας προς την οδηγία.
7. Η καθής κυβέρνηση αρνείται ότι συντρέχει παράβαση. ρώτον, υποστηρίζει ότι η ελληνική έννομη τάξη αγνοεί, κατ' αρχήν, τα «επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως», υπό την έννοια των οδηγιών 86/378 και 96/97.
Η Ελληνική Κυβέρνηση τονίζει ότι η κοινοτική ρύθμιση δεν περιέχει σαφή ορισμό των εν λόγω συστημάτων και, στη συνέχεια, εξηγεί ότι τα ελληνικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως ρυθμίζονται από τον νόμο. Όλα τα πρόσωπα που υπάγονται στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της επίμαχης νομοθεσίας υπάγονται, υποχρεωτικά και αυτοδικαίως, στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.
Το εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως έχει συγκροτηθεί στην Ελλάδα από φορείς ασφαλίσεως κατά επαγγελματικούς κλάδους. Όμως, το γενικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως των μισθωτών, η διαχείριση του οποίου απόκειται στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καλύπτει τους εργαζομένους που δεν είναι ασφαλισμένοι στο πλαίσιο των εν λόγω κλαδικών φορέων. Κατά την Ελληνική Κυβέρνηση, τόσο το γενικό σύστημα όσο και τα κλαδικά συστήματα αποτελούν «συστήματα εκ του νόμου» και υπάγονται, επομένως, στον κανονισμό (ΕΟΚ) 1408/71 .
Ένδειξη περί του ότι πρόκειται για συστήματα εκ του νόμου αποτελεί το γεγονός ότι, όσον αφορά τη σύσταση και τη λειτουργία τους, ελλείπει το στοιχείο της διαβουλεύσεως με τους κοινωνικούς εταίρους. Το ίδιο ισχύει επίσης όσον αφορά τον καθορισμό των ειδών των ασφαλιστικών εισφορών και του ύψους των συνταξιοδοτικών παροχών. Εξάλλου, όπως προκύπτει, ιδίως, από το άρθρο 3 του νόμου 1876/1990 , όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 1902/1990 , οι κοινωνικοί εταίροι διαθέτουν πολύ περιορισμένο περιθώριο ρυθμίσεως των συνταξιοδοτικών θεμάτων στα πλαίσια των συλλογικών συμβάσεων εργασίας.
Με το υπόμνημά της ανταπαντήσεως, η εν λόγω κυβέρνηση προσέθεσε ότι υπέρ του ότι τα ελληνικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως είναι συστήματα εκ του νόμου συνηγορεί επίσης το άρθρο 22, παράγραφος 4, του ελληνικού Συντάγματος , όπως έχει ερμηνευθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας . Επίσης, παραπέμπει στο άρθρο 22 του νόμου 2084/1992 , κατά το οποίο το ποσοστό των ασφαλιστικών εισφορών που καταβάλλουν οι εργοδότες, οι εργαζόμενοι και το ίδιο το κράτος είναι ενιαίο για όλους τους φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως, το δε ύψος του καθορίζεται από τον νόμο.
8. Δεύτερον, η καθής κυβέρνηση υποστηρίζει ότι έχουν ληφθεί νομοθετικές πρωτοβουλίες για την προσαρμογή της εσωτερικής νομοθεσίας προς την οδηγία 96/97, παρά τις δυσχέρειες που απορρέουν από το ότι, όπως προαναφέρθηκε, στην Ελλάδα δεν υπάρχουν επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως.
Συγκεκριμένα, η εν λόγω κυβέρνηση παραπέμπει στον νόμο 2676/1999 , του οποίου το άρθρο 81 προσέθεσε στο άρθρο 5 του νόμου 1414/1984 μια τρίτη παράγραφο, που προβλέπει τα εξής:
«3. Είναι άκυρος όρος συλλογικής σύμβασης εργασίας ή κανονισμού επιχειρήσεων που έχει διάκριση με βάση το φύλο του εργαζόμενου ως προς τα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης» .
9. Τρίτον, η Ελληνική Κυβέρνηση τονίζει ότι οι ελληνικές αρχές συνεχίζουν να εξετάζουν προσεκτικά τη δυνατότητα υπαγωγής στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 96/97 και άλλων συστημάτων που υφίστανται σήμερα ή μπορούν να δημιουργηθούν στο μέλλον. Συγκεκριμένα, θεωρεί ότι η οδηγία 96/97 θα μπορούσε να τύχει ενδεχομένως εφαρμογής στα ομαδικά ασφαλιστήρια ιδιωτικής ασφαλίσεως που συνάπτονται με συμφωνία εργοδοτών και εργαζομένων σε ορισμένες εκμεταλλεύσεις. Ωστόσο, ισχυρίζεται ότι, εν πάση περιπτώσει, τα εν λόγω ασφαλιστήρια δεν περιέχουν ρήτρες διακρίνουσας μεταχειρίσεως λόγω φύλου.
10. Τέλος, η καθής κυβέρνηση υπογραμμίζει τις αρνητικές επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει ο χαρακτηρισμός των ελληνικών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως ως «επαγγελματικών συστημάτων».
Αφενός, τούτο θα εμπόδιζε τον πλήρη συντονισμό με τα ασφαλιστικά συστήματα των άλλων κρατών μελών στο πλαίσιο των κανονισμών 1408/71 και 574/72 , με αποτέλεσμα να πληγεί η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων. Συναφώς, η Ελληνική Κυβέρνηση τονίζει ότι όλα τα ελληνικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως υπάγονται στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής των εν λόγω κανονισμών, λόγος για τον οποίο δεν εφαρμόζεται στο κράτος αυτό η πρόσφατη οδηγία 98/49/ΕΚ , σύμφωνα με τη δήλωση που κατέθεσε η Ελληνική Δημοκρατία κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες στο πλαίσιο της ομάδας κοινωνικών θεμάτων του Συμβουλίου.
Αφετέρου, τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα την ανατροπή, και μάλιστα αναδρομικά, εθνικών πολιτικών, καθώς και των προϋπολογισμών όλων των ελληνικών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως.
ΙΙΙ - Νομική εκτίμηση
11. Οι ισχυρισμοί της Ελληνικής Κυβερνήσεως δεν μου φαίνονται πειστικοί, τούτο δε για τους λόγους που εκθέτω κατωτέρω.
12. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η ελληνική έννομη τάξη αγνοεί τα «επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως» υπό την έννοια των κοινοτικών οδηγιών, θεωρώ σκόπιμο να τονίσω, κατ' αρχάς, ότι ούτε η ίδια η Ελληνική Κυβέρνηση φαίνεται απόλυτα πεπεισμένη για την ορθότητα του ισχυρισμού της. Έτσι, στο υπόμνημά της αντικρούσεως, ισχυρίζεται ότι «η ελληνική έννομη τάξη αγνοεί, κατ' αρχήν, τον θεσμό του "επαγγελματικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως", όπως αυτός περιγράφεται στις οδηγίες 86/378/ΕΟΚ και 96/97/ΕΚ». Στο υπόμνημά της ανταπαντήσεως, επαναλαμβάνει ότι «η συντριπτική - αν όχι απόλυτη - πλειοψηφία των λειτουργούντων στην Ελλάδα συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως είναι συστήματα "εκ του νόμου"» .
Από τους ισχυρισμούς αυτούς δεν μπορεί να συναχθεί παρά μόνον ότι η πλειοψηφία των ελληνικών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως είναι συστήματα εκ του νόμου. Όμως, συνάγεται επίσης ότι υπάρχουν και άλλα συστήματα - που χαρακτηρίζονται από την εν λόγω κυβέρνηση ως «ειδικά» - τα οποία θα μπορούσαν να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
13. Επιπλέον, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, η ύπαρξη στην έννομη τάξη της Ελληνικής Δημοκρατίας επαγγελματικών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως υπό την έννοια της οδηγίας επιβεβαιώθηκε ρητά από το Δικαστήριο με την απόφαση Εβρενόπουλος , που αφορούσε το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως της Δημόσιας Επιχειρήσεως Ηλεκτρισμού (στο εξής: ΔΕΗ).
14. Στην υπόθεση εκείνη, η ΔΕΗ και η Ελληνική Κυβέρνηση υποστήριζαν ότι το ασφαλιστικό σύστημα της ΔΕΗ ήταν εκ του νόμου σύστημα και δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ). Συναφώς, η ΔΕΗ υπογράμμισε ότι το σύστημα αυτό είχε ιδρυθεί ευθέως και διεπόταν αποκλειστικά από τον νόμο, η ίδια δε το διαχειριζόταν υπό την ιδιότητά της ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ότι το σύστημα δεν είχε ιδρυθεί ούτε με μονομερή απόφαση του εργοδότη ούτε κατόπιν διαπραγματεύσεως ή διαβουλεύσεως με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, ότι οι όροι λειτουργίας του συνδέονταν με λόγους κοινωνικής πολιτικής και δεν απέρρεαν από τη σχέση εργασίας και, τέλος, ότι το σύστημα αυτό δεν είχε συμπληρωματικό χαρακτήρα σε σχέση προς κάποιο άλλο ασφαλιστικό σύστημα ούτε οι παροχές που χορηγούσε υποκαθιστούσαν, εν όλω ή εν μέρει, παροχές χορηγούμενες από κάποιο άλλο ασφαλιστικό σύστημα. Κατά συνέπεια, η ΔΕΗ και η Ελληνική Κυβέρνηση θεωρούσαν ότι το εν λόγω σύστημα δεν ανταποκρινόταν στα συναχθέντα από το Δικαστήριο κριτήρια για την ερμηνεία της έννοιας της «αμοιβής» κατά το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ.
15. Το Δικαστήριο δεν δέχθηκε τα επιχειρήματα αυτά. Υπενθύμισε ότι αποφασιστικό κριτήριο αποτελεί μόνον η διαπίστωση ότι η σύνταξη καταβάλλεται στον εργαζόμενο λόγω της σχέσεως εργασίας μεταξύ αυτού και του πρώην εργοδότη του, δηλαδή το κριτήριο της σχέσεως εργασίας που συνάγεται από την ίδια τη διατύπωση του άρθρου 119. Επιπλέον, τόνισε ότι, μολονότι το κριτήριο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποκλειστικό, καθόσον οι συντάξεις που καταβάλλονται από τα εκ του νόμου συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως μπορούν να λαμβάνουν υπόψη, εν όλω ή εν μέρει, τις αποδοχές που ελάμβανε ο εργαζόμενος όσο καιρό τελούσε εν ενεργεία, θεωρήσεις περί κοινωνικής πολιτικής, οργανώσεως του κράτους, ηθικής ή προβληματισμοί αφορώντες τον προϋπολογισμό, που επηρέασαν ίσως τον εθνικό νομοθέτη στον καθορισμό ενός συστήματος, δεν ασκούν επιρροή αν η σύνταξη αφορά μόνο μια ιδιαίτερη κατηγορία εργαζομένων, τελεί σε άμεση συνάρτηση με τον χρόνο υπηρεσίας και το ύψος της υπολογίζεται βάσει του τελευταίου μισθού. Επιπλέον, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι οι συντάξεις επιζώντων που προβλέπονται από επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα συνιστούν όφελος, η γενεσιουργός αιτία του οποίου έγκειται στην ασφάλιση του συζύγου του επιζώντος στο σύστημα, και, συνεπώς, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 .
16. Εντεύθεν το Δικαστήριο συνήγαγε ότι σύνταξη επιζώντος η οποία καταβάλλεται από επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα όπως αυτό της ΔΕΗ και η οποία αποτελεί συνάρτηση, κατά τα ουσιώδη, της θέσεως εργασίας που κατείχε η σύζυγος του ενδιαφερομένου συνδέεται με την αμοιβή που εισέπραττε η τελευταία και εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης.
17. Από την απόφαση αυτή προκύπτει σαφώς ότι, αντίθετα προς τον ισχυρισμό της Ελληνικής Κυβερνήσεως, υπάρχουν στην Ελλάδα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως υπό την έννοια των οδηγιών 86/378 και 96/97. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι ο πρώτος ισχυρισμός της καθής κυβερνήσεως πρέπει να απορριφθεί.
18. Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό, που στηρίζεται στην έκδοση του νόμου 2676/1999, θεωρώ απαραίτητο να τονίσω ότι, ανεξαρτήτως του εάν οι διατάξεις του νόμου αυτού μπορούν ή όχι να θεωρηθούν ως επαρκής μεταφορά της οδηγίας 96/97 στο εσωτερικό δίκαιο , αρκεί, για τους σκοπούς της υπό κρίση υποθέσεως, η διαπίστωση ότι ο νόμος αυτός δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στις 5 Ιανουαρίου 1999, ήτοι μετά τη λήξη της προθεσμίας που έτασσε στα κράτη μέλη η οδηγία 96/97 και μετά την άσκηση της προσφυγής εκ μέρους της Επιτροπής. Κατά πάγια νομολογία, τα μέτρα που λαμβάνει ένα κράτος μέλος για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του μετά την άσκηση της προσφυγής λόγω παραβάσεως δεν μπορούν να λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο .
19. Επιπλέον, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το γεγονός ότι το κράτος μέλος αναφέρει, για πρώτη φορά κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, τα εθνικά μέτρα που, κατά την άποψή του, εγγυώνται τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο δεν συνιστά εκπλήρωση της υποχρεώσεως που επιβάλλει στα κράτη μέλη μια διάταξη οδηγίας και η οποία συνίσταται στην άμεση παροχή στην Επιτροπή κάθε χρήσιμης πληροφορίας σχετικά με τα μέτρα που ελήφθησαν για την ενσωμάτωση της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο .
20. Για τους λόγους αυτούς, φρονώ ότι ο δεύτερος ισχυρισμός της Ελληνικής Κυβερνήσεως πρέπει να απορριφθεί.
21. Ο τρίτος ισχυρισμός της πρέπει επίσης να απορριφθεί. Κατά την άποψή μου, η «προσεκτική εξέταση» στην οποία προβαίνει ενδεχομένως η Ελληνική Κυβέρνηση για την εφαρμογή, κατά περίπτωση, της οδηγίας 96/97 και σε άλλα συστήματα, που είτε ήδη υφίστανται είτε ενδέχεται να δημιουργηθούν στο μέλλον, δεν συνιστά ορθή εφαρμογή της προαναφερθείσας οδηγίας. Ούτε ο γενικός ισχυρισμός ότι τα ομαδικά ασφαλιστήρια ιδιωτικής ασφαλίσεως που συνάπτονται με συμφωνία εργοδοτών και εργαζομένων σε ορισμένες εκμεταλλεύσεις και στα οποία είναι ενδεχομένως δυνατή, κατά την Ελληνική Κυβέρνηση, η εφαρμογή της οδηγίας 96/97 δεν περιέχουν ρήτρες διακρίνουσας μεταχειρίσεως λόγω φύλου φαίνεται πειστικός. Όπως έχει δεχθεί το Δικαστήριο, «κάθε κράτος μέλος πρέπει να εφαρμόζει τις οδηγίες κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται πλήρως στην απαίτηση της ασφάλειας δικαίου και να υλοποιεί, συνεπώς, το γράμμα των οδηγιών με εσωτερικές διατάξεις δεσμευτικού χαρακτήρα» .
22. Όσον αφορά τον τελευταίο ισχυρισμό της καθής κυβερνήσεως, που στηρίζεται στις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει η εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας 96/97 στα ελληνικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, επιβάλλονται οι ακόλουθες παρατηρήσεις.
23. Κατ' αρχάς, πρέπει να υπογραμμιστεί, μολονότι φαίνεται αυτονόητο, ότι η καταδικαστική απόφαση που θα εκδώσει ενδεχομένως στην υπό κρίση υπόθεση το Δικαστήριο δεν θα υποχρεώσει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, τις ελληνικές αρχές να εφαρμόσουν την οδηγία στα εκ του νόμου συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως. Η υποχρέωση που υπέχει το εν λόγω κράτος μέλος είναι να θεσπίσει τις διατάξεις που είναι πρόσφορες για να διασφαλιστεί η εφαρμογή της οδηγίας 96/97 στα επαγγελματικά συστήματα, που ορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας αυτής.
24. Η Ελληνική Κυβέρνηση αντιτάσσει ότι δεν θα μπορεί πλέον να εφαρμόζει τους κανονισμούς 1408/71 και 574/72 σε εκείνα τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως τα οποία, βάσει της αποφάσεως που θα εκδώσει το Δικαστήριο, θα πρέπει να θεωρηθούν ως υπαγόμενα στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 96/97. Με το επιχείρημα αυτό, φαίνεται να υπαινίσσεται ότι η μη εφαρμογή των κανόνων που προβλέπουν οι οδηγίες 86/378 και 96/97 προς διασφάλιση της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών στα πλαίσια των επαγγελματικών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως αποτελεί πρόσφορο μέσο για την προστασία της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων.
25. Κατά την άποψή μου, εκείνο που οφείλουν να πράττουν τα κράτη μέλη είναι να εφαρμόζουν ορθώς τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου. Οι κανονισμοί 1408/71 και 574/72 πρέπει να εφαρμόζονται σε όλα τα εκ του νόμου προβλεπόμενα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως που εμπίπτουν στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής τους, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1408/71, και αποκλειστικά και μόνο σε αυτά. Ομοίως, οι τροποποιήσεις που επέφερε στην οδηγία 86/378 η οδηγία 96/97 πρέπει να εφαρμόζονται σε όλα τα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως που πληρούν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό τους αυτόν και υπάγονται στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής της, το οποίο ορίζεται στο άρθρο 4 της οδηγίας 86/378. Ο χαρακτηρισμός ενός επαγγελματικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως ως εκ του νόμου προβλεπομένου συστήματος με σκοπό να προαχθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων συνιστά παράβαση όχι μόνον της οδηγίας 96/97, αλλά και των κανονισμών 1408/71 και 574/72, αφού οι κανονισμοί αυτοί εφαρμόζονται αποκλειστικά στα εκ του νόμου προβλεπόμενα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως.
26. Το ίδιο μπορεί να υποστηριχθεί όσον αφορά την οδηγία 98/49. Ανεξάρτητα από την αξιολόγηση του ισχυρισμού ότι η οδηγία αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην Ελλάδα σύμφωνα με τη δήλωση στην οποία προέβη, όπως βεβαιώνει, η Ελληνική Κυβέρνηση στο πλαίσιο του Συμβουλίου, πράγμα που δεν αποτελεί αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως , αρκεί η διαπίστωση ότι το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής διαφέρει από εκείνο της οδηγίας 96/97.
27. Δεν μπορεί να γίνει δεκτό ούτε το επιχείρημα της Ελληνικής Κυβερνήσεως που στηρίζεται στις επιπτώσεις που θα είχε μια καταδικαστική απόφαση για τις εθνικές πολιτικές και τους προϋπολογισμούς όλων των ελληνικών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως. Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί δυσκολίες στην πράξη ή διοικητικές δυσχέρειες για να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και των προθεσμιών που τάσσουν οι κοινοτικές οδηγίες. Το ίδιο ισχύει για τις οικονομικές δυσχέρειες τις οποίες στα κράτη μέλη απόκειται να υπερβαίνουν λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα .
28. Μολονότι το Δικαστήριο δεν απέρριψε το ενδεχόμενο τυχόν απόλυτη αδυναμία εκτελέσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από οδηγία να δικαιολογεί την παράβασή της , η Ελληνική Κυβέρνηση δεν απέδειξε, στην υπό κρίση υπόθεση, ότι συντρέχει τέτοια αδυναμία.
IV - Δικαστικά έξοδα
29. Δεδομένου ότι η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή, η καθής πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
V - ρόταση
30. Ενόψει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δεχθεί την υπό κρίση προσφυγή και:
1) να διαπιστώσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας και μη κοινοποιώντας στην Επιτροπή, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για την πλήρη συμμόρφωση προς την οδηγία 96/97/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1996, που τροποποιεί την οδηγία 86/378/ΕΟΚ σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ·
2) να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy