Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως εντάσσεται στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς που προέκυψε στην κοινοτική δημόσια διοίκηση από την απόφαση του ρωτοδικείου της 5ης Οκτωβρίου 1995, Αλεξοπούλου κατά Επιτροπής .
Η Ι. Martínez del Peral Cagigal (άλλως: αναιρεσείουσα), υπάλληλος της Επιτροπής, ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει τη διάταξη του ρωτοδικείο της 14ης Οκτωβρίου 1998 , καθόσον απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή της με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή της περί βαθμολογικής ανακατατάξεως.
Ι - Το νομικό και πραγματικό πλαίσιο
2. Το άρθρο 31 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ) ρυθμίζει την κατάταξη των υπαλλήλων κατά την πρόσληψή τους.
Η παράγραφος 1 της διατάξεως αυτής ορίζει ότι οι επιλεγμένοι από τα κοινοτικά όργανα υπάλληλοι διορίζονται στον εισαγωγικό βαθμό της κατηγορίας ή του κλάδου τους. Η παράγραφος 2 επιτρέπει στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) να παρεκκλίνει από τη διάταξη αυτή εντός των ορίων ορισμένης αναλογίας των πληρωτέων θέσεων.
3. Τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ κάνουν λόγο για τα ένδικα μέσα που μπορούν να ασκήσουν οι υπάλληλοι.
Το άρθρο 90, παράγραφος 1, ορίζει ότι «κάθε πρόσωπο που αναφέρεται στον [...] κανονισμό δύναται να προσφύγει στην [ΑΔΑ] ζητώντας της να λάβει απόφαση περί αυτού».
Το άρθρο 90, παράγραφος 2, ορίζει ότι «Κάθε πρόσωπο που υπόκειται στον [...] κανονισμό δύναται να υποβάλει στην [ΑΔΑ] [ένσταση] κατά οποιασδήποτε πράξεως η οποία θίγει τα συμφέροντά του, τόσο στην περίπτωση που η εν λόγω αρχή έχει ήδη λάβει απόφαση όσο και όταν παρέλειψε να λάβει μέτρο που επιβάλλεται από τον κανονισμό. Η [ένσταση] πρέπει να υποβληθεί εντός προθεσμίας τριών μηνών».
Τέλος, το άρθρο 91, παράγραφος 2, προβλέπει ότι «προσφυγή [ενώπιον του ρωτοδικείου] [...] [είναι αποδεκτή] μόνον αν προηγουμένως έχει [υποβληθεί] στην [ΑΔΑ] [ένσταση] κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην εν λόγω παράγραφο [...]».
4. Την 1η Σεπτεμβρίου 1983, η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση περί των εφαρμοστέων κριτηρίων κατά τον διορισμό σε βαθμό και την κατάταξη σε κλιμάκιο κατά την πρόσληψη (στο εξής: απόφαση της 1ης Σεπτεμβρίου 1983). Κατά το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως αυτής:
«Η [ΑΔΑ] διορίζει τον δόκιμο υπάλληλο στον βασικό βαθμό της σταδιοδρομίας για την οποία προσλαμβάνεται.»
5. Το ρωτοδικείο έκρινε, με την απόφαση Αλεξοπούλου, ότι η ανωτέρω απόφαση δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, καθόσον δεν επιτρέπει στην ΑΔΑ να διορίσει υπάλληλο σε βαθμό ανώτερο του βασικού .
6. ροκειμένου να συμμορφωθεί με την απόφαση Αλεξοπούλου, η Επιτροπή τροποποίησε την απόφασή της της 1ης Σεπτεμβρίου 1983 με δεύτερη απόφαση, που εξέδωσε στις 7 Φεβρουαρίου 1996 (στο εξής: απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996) και η οποία δημοσιεύθηκε στις Διοικητικές ληροφορίες της 27ης Μαρτίου 1996. Κατόπιν της τροποποιήσεως αυτής, το άρθρο 2 της πρώτης αποφάσεως πρέπει να νοηθεί ως εξής:
«Η [ΑΔΑ] διορίζει τον δόκιμο υπάλληλο στον βασικό βαθμό της σταδιοδρομίας για την οποία προσλαμβάνεται.
Κατ' εξαίρεση από την αρχή αυτή, η ΑΔΑ μπορεί να αποφασίσει να διορίσει τον δόκιμο υπάλληλο στον ανώτερο βαθμό της σταδιοδρομίας, όταν οι ειδικές ανάγκες της υπηρεσίας απαιτούν την πρόσληψη υπαλλήλου με ιδιαίτερα προσόντα ή όταν ο προσλαμβανόμενος διαθέτει εξαιρετικά προσόντα.
Η απόφαση αυτή ισχύει από τις 5 Οκτωβρίου 1995 (ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως του ρωτοδικείου)».
ΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία
7. Από την αναιρεσιβαλλομένη διάταξη προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα διορίστηκε, στις 9 Νοεμβρίου 1993, δόκιμη υπάλληλος στην Επιτροπή με κατάταξη στον βαθμό A 7, κλιμάκιο 1. Με απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 1993, η ΑΔΑ την κατέταξε στον βαθμό A 7, κλιμάκιο 3.
8. Στις 21 Ιουνίου 1996, ήτοι λίγο μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως της 7ης Φεβρουαρίου 1996, η αναιρεσείουσα υπέβαλε, βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, αίτηση βαθμολογικής ανακατατάξεώς της από της αναλήψεως των καθηκόντων της.
9. Στις 24 Οκτωβρίου 1996, η Επιτροπή απέρριψε την αίτηση αυτή για τον λόγο ότι είχε υποβληθεί κατόπιν διαστήματος μεγαλυτέρου των τριών μηνών από την απόφαση περί αρχικής κατατάξεως της αναιρεσείουσας.
10. Στις 23 Ιανουαρίου 1997, η Ι. Martínez del Peral Cagigal υπέβαλε διοικητική ένσταση βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, που απορρίφθηκε με απόφαση της Επιτροπής της 29ης Απριλίου 1997.
11. Η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του ρωτοδικείου στις 29 Ιουλίου 1997. Με αυτή ζητούσε την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 24ης Οκτωβρίου 1996, με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή της περί βαθμολογικής ανακατατάξεως.
ρος στήριξη της προσφυγής της, η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε πέντε λόγους, που αντλούνται αντιστοίχως από παράβαση της νομολογίας σχετικά με την ύπαρξη νέων περιστατικών, παράβαση του άρθρου 176 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 233 ΕΚ), παραβίαση της αρχής της ισότητας μεταχειρίσεως, παράβαση του καθήκοντος αρωγής και έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως.
12. Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 24 Οκτωβρίου 1997, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου βάσει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου.
Η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής για τον λόγο ότι η αναιρεσείουσα δεν υπέβαλε τη διοικητική ένσταση κατά της πράξεως που έθιγε τα συμφέροντά της, δηλαδή της αποφάσεως της ΑΔΑ της 26ης Νοεμβρίου 1993 περί οριστικής κατατάξεώς της, εντός της προθεσμίας τριών μηνών που τάσσει το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. ρόσθεσε ότι ούτε η απόφαση Αλεξοπούλου ούτε η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 συνιστούν νέο ουσιώδες περιστατικό επιτρέπον την επανέναρξη των προθεσμιών για την υποβολή ενστάσεως .
13. Στις 14 Νοεμβρίου 1997, το ρωτοδικείο κάλεσε τους διαδίκους, καθώς και τους διαδίκους σε πολλές άλλες υποθέσεις «βαθμολογικής ανακατατάξεως» , να συμμετάσχουν σε άτυπη συνάντηση ενώπιον του εισηγητή δικαστή. Κατόπιν της συναντήσεως αυτής, οι περισσότεροι προσφεύγοντες θεώρησαν την υπόθεση Gevaert κατά Επιτροπής υπόθεση-πιλότο. Ωστόσο, η αναιρεσείουσα δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να συμμετάσχει στη συμφωνία αυτή και ότι ενέμενε στην εκδίκαση της προσφυγής της.
ΙΙΙ - Η αναιρεσιβαλλομένη διάταξη
14. Η αναιρεσείουσα υπογράμμισε, ενώπιον του ρωτοδικείου, ότι η αίτησή της ανακατατάξεως δεν σκοπούσε στην αμφισβήτηση του κύρους της αποφάσεως της ΑΔΑ περί αρχικής της κατατάξεως. Αντιθέτως, η αίτησή της σκοπούσε στην εξέταση, κατόπιν της αποφάσεως της 7ης Φεβρουαρίου 1996, των προσόντων της ενόψει ενδεχόμενης ανακατατάξεώς της .
Η αναιρεσείουσα υποστήριξε επίσης, στηριζόμενη στις αποφάσεις Blomefield κατά Επιτροπής και Williams κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου , ότι η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 συνιστά νέο ουσιώδες περιστατικό επιτρέπον την επανέναρξη των προθεσμιών για την υποβολή διοικητικής ενστάσεως και άσκηση προσφυγής που τάσσουν τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ. Εξέθεσε ότι το Δικαστήριο είχε χαρακτηρίσει, στις υποθέσεις Valentini κατά Επιτροπής και Mogensen κατά Επιτροπής , «νέα ουσιώδη περιστατικά» τις αποφάσεις της Επιτροπής της 6ης Ιουνίου 1973 και της 1ης Σεπτεμβρίου 1983 περί των εφαρμοστέων κριτηρίων για την κατάταξη των υπαλλήλων. Υπό τις συνθήκες αυτές, η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι δεν κατανοεί τους λόγους για τους οποίους η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 δεν μπορεί να συνιστά νέο περιστατικό .
Επιπλέον, η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή, αρνούμενη να προβεί στην βαθμολογική της ανακατάταξη, παρέβη το καθήκον της αρωγής και παραβίασε την αρχή της ισότητας μεταχειρίσεως που καθιερώνει το άρθρο 5, παράγραφος 3, του ΚΥΚ .
15. Το ρωτοδικείο προέβη, με την αναιρεσιβαλλομένη διάταξη, στην ακόλουθη εκτίμηση:
«26 Δεν αμφισβητείται ότι η προσφεύγουσα δεν υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της από 26 Νοεμβρίου 1993 αποφάσεως της ΑΔΑ περί κατατάξεώς της εντός της προθεσμίας τριών μηνών που προβλέπει το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Κατά συνέπεια, η απόφαση περί βαθμολογικής κατατάξεως της προσφεύγουσας έχει καταστεί απρόσβλητη από την παρέλευση της προθεσμίας για την υποβολή διοικητικής ενστάσεως κατά της εν λόγω αποφάσεως.
27 Το ρωτοδικείο υπενθυμίζει ότι, όπως έχει ήδη κρίνει ο κοινοτικός δικαστής, ένας υπάλληλος δεν μπορεί να αμφισβητήσει τους όρους αρχικής προσλήψεώς του εφόσον η απόφαση περί προσλήψεώς του έχει καταστεί απρόσβλητη [...]. ράγματι, μόνον η ύπαρξη νέων ουσιωδών περιστατικών μπορεί να δικαιολογήσει την υποβολή αιτήσεως επανεξετάσεως μιας αποφάσεως η οποία δεν προσβλήθηκε εντός των προθεσμιών που προβλέπουν τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ [...].
28 Η από 21 Ιουνίου 1996 αίτηση της προσφεύγουσας σκοπεί, ακριβώς, στην αμφισβήτηση των συνθηκών της αρχικής προσλήψεώς της, και ιδίως της κατατάξεώς της, διότι ζητεί την επανεξέταση της βαθμολογικής της κατατάξεως κατά την ανάληψη των καθηκόντων της.
29 Επομένως, επιβάλλεται να εξεταστεί το ζήτημα αν η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 μπορεί να συνιστά νέο ουσιώδες περιστατικό, επιτρέπον την υποβολή αιτήσεως ανακατατάξεως μετά την παρέλευση της προθεσμίας υποβολής διοικητικής ενστάσεως.
30 Το ρωτοδικείο κρίνει ότι η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 δεν μπορεί, από την ίδια της τη φύση και τη νομική ισχύ της, να συνιστά νέο περιστατικό. Η εν λόγω απόφαση δεν έχει ως αντικείμενο ούτε συνεπάγεται την αμφισβήτηση του κύρους των διοικητικών αποφάσεων που είχαν καταστεί απρόσβλητες πριν από τη θέση της σε ισχύ.
31 Η νομολογία που προκύπτει από την προπαρατεθείσα απόφαση Williams κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση. Αρκεί να τονιστεί, συναφώς, ότι το άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ δεν περιέχει, αντίθετα με την εξεταζόμενη στην παρούσα υπόθεση διάταξη, κανόνα εφαρμοστέο επί παντός υπαλλήλου [...].
32 ράγματι, το άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, που απονέμει στην ΑΔΑ διακριτική ευχέρεια να διορίζει, κατ' εξαίρεση, τον προσλαμβανόμενο υπάλληλο σε βαθμό της σταδιοδρομίας του ανώτερο του εισαγωγικού, πρέπει να νοηθεί ως εξαίρεση των γενικών κανόνων περί κατατάξεως [...]. Η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 αρκείται να διατυπώσει σύμφωνη με τη διάταξη αυτή επιφύλαξη. Έτσι, διακρίνεται από τις αποφάσεις γενικού χαρακτήρα της 6ης Ιουνίου 1973 και της 1ης Σεπτεμβρίου 1983 [...] που θεσπίζουν εσωτερικές οδηγίες εφαρμοστέες επί όλων των υπαλλήλων [...]. Επομένως, η νομολογία που προκύπτει, αφενός, από τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Blomefield και Valentini και, αφετέρου, από την προπαρατεθείσα διάταξη Mogensen δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση.
[...]
35 Όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η Επιτροπή παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το καθήκον της αρωγής, αρκεί να υπενθυμιστεί ότι το καθήκον αυτό δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να οδηγήσει τη διοίκηση να προσδώσει σε κοινοτική διάταξη ερμηνεία που αντιβαίνει στην ακριβή της διατύπωση [...]. Εν προκειμένω, το άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εφαρμόζεται μόνον εξαιρετικώς κατά την πρόσληψη ενός υπαλλήλου. Επομένως, το ρωτοδικείο θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν παρέβη τις υποχρεώσεις της αρνούμενη να επανεξετάσει την κατάταξη σε βαθμό της προσφεύγουσας [...].»
16. Το ρωτοδικείο απέρριψε επίσης τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας που αντλείται από παραβίαση της αρχής της ισότητας μεταχειρίσεως .
17. Συνεπώς, απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη.
IV - Η αίτηση αναιρέσεως
18. Με την υπό κρίση αίτηση η Ι. Martínez del Peral Cagigal ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλομένη διάταξη και να αποφανθεί επί της ουσίας της διαφοράς. Ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής της 24ης Οκτωβρίου 1996, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση βαθμολογικής ανακατατάξεως και να διαπιστώσει την ύπαρξη δικαιώματος επανεξετάσεως της κατατάξεώς της με ισχύ από τις 5 Οκτωβρίου 1995. Επιπλέον, η αναιρεσείουσα ζητεί να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών.
19. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
20. Η αναιρεσείουσα επικαλείται πέντε λόγους προς στήριξη της αιτήσεώς της:
- παράβαση της νομολογίας σχετικά με την ύπαρξη νέων ουσιωδών περιστατικών·
- παράβαση του άρθρου 176 της Συνθήκης·
- παραβίαση της αρχής της ισότητας μεταχειρίσεως που καθιερώνει το άρθρο 5, παράγραφος 3, του ΚΥΚ·
- παράβαση του καθήκοντος αρωγής·
- έλλειψη αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.
Εισαγωγικές παρατηρήσεις
21. Επιβάλλεται να παρατηρηθεί, εκ προοιμίου, ότι από το δικόγραφο που κατέθεσε η Ι. Martínez del Peral Cagigal εμφαίνεται κάποια σύγχυση όσον αφορά τον χαρακτηρισμό των ισχυρισμών που προβάλλει για τη στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως.
22. Έτσι, στο πλαίσιο των λόγων που αντλούνται από την παράβαση της νομολογίας σχετικά με την ύπαρξη νέων περιστατικών και την παράβαση του άρθρου 176 της Συνθήκης , η αναιρεσείουσα προβάλλει διαφόρους ισχυρισμούς που αφορούν, στην πραγματικότητα, την αμφισβήτηση της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως. Αντιθέτως, στο πλαίσιο του λόγου που αντλείται από έλλειψη αιτιολογίας , η αναιρεσείουσα εκθέτει ορισμένες σκέψεις που αναλύονται ως συμπλήρωμα του λόγου της που αντλείται από την παραβίαση της αρχής της ισότητας μεταχειρίσεως.
Υπό τις συνθήκες αυτές, προτείνω στο Δικαστήριο να προβεί σε νέο χαρακτηρισμό των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας υπό την επιφύλαξη των κανόνων σχετικά με το παραδεκτό των αιτήσεων αναιρέσεων και των λόγων τους.
ιο συγκεκριμένα, θεωρώ ότι η αναιρεσείουσα επικαλείται, προς στήριξη της υπό κρίση αιτήσεως, τέσσερις λόγους:
- παράβαση της νομολογίας σχετικά με την ύπαρξη νέων ουσιωδών περιστατικών ·
- παραβίαση της αρχής της ισότητας μεταχειρίσεως που καθιερώνει το άρθρο 5, παράγραφος 3, του ΚΥΚ ·
- παραβίαση της αρχής του καθήκοντος της αρωγής ;
- έλλειψη αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.
Επιπλέον, ο τελευταίος λόγος μου φαίνεται ότι περιλαμβάνει τρία διαφορετικά σκέλη συνιστάμενα, αντιστοίχως, σε έλλειψη αιτιολογίας , ανεπάρκεια αιτιολογίας και αντίφαση των λόγων .
23. Εν συνεχεία, θα εξετάσω τους διαφορετικούς λόγους με τη σειρά που τους ανέφερα.
Επί του πρώτου λόγου, που αντλείται από παράβαση της νομολογίας σχετικά με την ύπαρξη νέων ουσιωδών περιστατικών
24. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το ρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη, καθόσον έκρινε ότι η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 δεν συνιστά νέο ουσιώδες περιστατικό επιτρέπον την επανέναρξη των προθεσμιών για την υποβολή διοικητικής ενστάσεως και άσκηση προσφυγών που τάσσουν τα άρθρα 90 και 91 της ΚΥΚ.
Εκθέτει ότι το Δικαστήριο έκρινε, στις υποθέσεις Blomefield κατά Επιτροπής, Valentini κατά Επιτροπής και Mogensen κατά Επιτροπής , ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής της 6ης Ιουνίου 1973 και της 1ης Σεπτεμβρίου 1983 περί των εφαρμοστέων κριτηρίων για την κατάταξη των υπαλλήλων συνιστούν τέτοια νέα ουσιώδη περιστατικά. Συνεπώς, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι δεν κατανοεί τους λόγους για τους οποίους το ρωτοδικείο αρνήθηκε να χαρακτηρίσει την απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 ως νέο περιστατικό.
25. Επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται στα νομικά ζητήματα. Επιπλέον, το άρθρο 112, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, του ίδιου κανονισμού ορίζει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να ορίζει τους νομικούς λόγους και τα επιχειρήματα βάσει των οποίων ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο να κάνει δεκτά τα αιτήματά του. Κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο κρίνει ότι:
«Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στην αίτηση αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται επακριβώς τα αμφισβητούμενα στοιχεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως καθώς και τα νομικά επιχειρήματα επί των οποίων στηρίζεται συγκεκριμένα η αίτηση αυτή» .
Έτσι, το Δικαστήριο απορρίπτει παγίως ως απαράδεκτη «[...] την αίτηση αναιρέσεως [ή τους λόγους] που περιορίζεται [περιορίζονται] στην επανάληψη [...] ή στην κατά λέξη παράθεση των λόγων ακυρώσεως και των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν ήδη ενώπιον του ρωτοδικείου, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που στηρίζονταν σε περιστατικά τα οποία ρητώς απορρίφθηκαν από το ρωτοδικείο» . Το Δικαστήριο εκτιμά ότι «[...] μια τέτοια αίτηση αναιρέσεως συνιστά, στην πραγματικότητα, αίτηση απλής επανεξετάσεως της προσφυγής που ασκήθηκε ενώπιον του ρωτοδικείου, η οποία, κατά το προαναφερθέν άρθρο 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου [...]» .
ιο συγκεκριμένα, το Δικαστήριο απορρίπτει ως προδήλως απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως με την οποία «ο αναιρεσείων [...] περιορίζεται να επαναλάβει τις επικρίσεις του σχετικά με τα επιχειρήματα που είχαν προβληθεί από την Επιτροπή ενώπιον του ρωτοδικείου και είχαν θεωρηθεί από το ρωτοδικείο ως αλυσιτελή» .
26. Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα περιορίζεται, ακριβώς, να επαναλάβει τους ισχυρισμούς που προέβαλε ενώπιον του ρωτοδικείου, χωρίς να διευκρινίζει τα νομικά στοιχεία που στηρίζουν κατά τρόπο συγκεκριμένο την αίτησή της ακυρώσεως.
ράγματι, η αναιρεσείουσα υπογράμμισε, με την αίτησή της αναιρέσεως:
«Η αναιρεσείουσα επιβεβαιώνει εδώ την άποψη που ανέπτυξε τόσο με την προσφυγή της ενώπιον του ρωτοδικείου όσο και με τις παρατηρήσεις της επί της ενστάσεως απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή: η ΑΔΑ διέπραξε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως, καθόσον δεν κατέληξε στην επανέναρξη της προθεσμίας για την υποβολή διοικητικής ενστάσεως κατόπιν της επελεύσεως νέου περιστατικού» .
Επιπλέον, από την εξέταση των υπομνημάτων επιβεβαιώνεται ότι η αναιρεσείουσα περιορίστηκε πράγματι, προκειμένου να στηρίξει τη θέση της ότι «η ερμηνεία της αποφάσεως της 7ης Φεβρουαρίου 1996 είναι εσφαλμένη» , να επαναλάβει τους ισχυρισμούς που είχε προβάλει ενώπιον του ρωτοδικείου .
27. Συνεπώς, προτείνω να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναιρέσεως ως προδήλως απαράδεκτος.
Επί του δευτέρου λόγου, που αντλείται από παραβίαση της αρχής της ισότητας μεταχειρίσεως που καθιερώνει το άρθρο 5, παράγραφος 3, του ΚΥΚ
28. Με τον δεύτερο λόγο της, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το ρωτοδικείο παραβίασε την αρχή της ισότητας μεταχειρίσεως που καθιερώνει το άρθρο 5, παράγραφος 3, του ΚΥΚ.
29. Επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η αναιρεσείουσα περιορίστηκε, με τις τρεις σελίδες της αιτήσεως αναιρέσεως που αφιερώνει στον λόγο αυτό, να αντιγράψει αυτολεξεί τους ισχυρισμούς που προέβαλε ενώπιον του ρωτοδικείου , χωρίς να διευκρίζει τα νομικά στοιχεία που στηρίζουν ειδικώς την αίτησή της ακυρώσεως.
Για τους λόγους που εκτέθηκαν στο σημείο 25 των παρουσών προτάσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον δεύτερο λόγο ως προδήλως απαράδεκτο.
Επί του τρίτου λόγου, που αντλείται από παραβίαση του καθήκοντος αρωγής
30. Με τον τρίτο λόγο της, η αναιρεσείουσα αιτιάται το ρωτοδικείο ότι δεν έλαβε υπόψη το ακριβές περιεχόμενο του καθήκοντος αρωγής .
ράγματι, το ρωτοδικείο έκρινε, με τη σκέψη 35 της προσβαλλομένης διατάξεως, ότι, αρνούμενη να προβεί σε επανεξέταση της κατατάξεως της προσφεύγουσας, η Επιτροπή δεν παρέβη τις υποχρεώσεις της που υπέχει από το καθήκον αρωγής. Το ρωτοδικείο δικαιολόγησε την εκτίμησή του «[...] θυμίζοντας ότι το καθήκον αυτό δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να οδηγήσει τη διοίκηση να προσδώσει σε κοινοτική διάταξη ερμηνεία που αντιβαίνει στην ακριβή της διατύπωση [...]» .
Η αναιρεσείουσα εκτιμά ότι το γεγονός της παροχής στους υπαλλήλους της δυνατότητας υποβολής αιτήσεως που σκοπεί στην επανεξέταση των προσόντων τους ενόψει του διορισμού τους σε βαθμό ανώτερο του εισαγωγικού δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να οδηγήσει τη διοίκηση να προσδώσει στο άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ «ερμηνεία που αντιβαίνει στην ακριβή διατύπωση» της διατάξεως αυτής. Αντιθέτως, το ρωτοδικείο έκρινε, στην απόφαση Αλεξοπούλου, ότι η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη, προκειμένου να συμμορφωθεί με την «ακριβή διατύπωση» του άρθρου 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, και υπό ειδικές περιστάσεις, όπως τα εξαιρετικά προσόντα ενός υποψηφίου, να προβεί σε συγκεκριμένη εκτίμηση της ενδεχόμενης εφαρμογής της προπαρατεθείσας διατάξεως .
Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η σύμφωνη με την «ακριβή του διατύπωση» ερμηνεία του άρθρου 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ δεν μπορεί, επομένως, να διαφέρει αναλόγως του εάν οι υπάλληλοι προσλήφθηκαν πριν ή μετά την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως Αλεξοπούλου.
31. Επιβάλλεται η υπενθύμιση ότι η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε, στο πλαίσιο του πρώτου λόγου, κανένα στοιχείο που να επιτρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το ρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη καθόσον έκρινε ότι η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 δεν συνιστά νέο ουσιώδες περιστατικό επιτρέπον την επανέναρξη των προθεσμιών του ΚΥΚ. Σ' αυτό το στάδιο της συλλογιστικής μου, πρέπει επομένως να συναχθεί το συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται νέο περιστατικό επιτρέπον στην αναιρεσείουσα να αμφισβητήσει το κύρος της από 26 Νοεμβρίου 1993 αποφάσεως της ΑΔΑ περί αρχικής της κατατάξεως.
Όπως πρόσφατα υπενθύμισε το Δικαστήριο:
«Κατά πάγια νομολογία, μόνον η ύπαρξη νέων ουσιωδών πραγματικών περιστατικών μπορεί να δικαιολογήσει την υποβολή αιτήσεως περί επανεξετάσεως μιας αποφάσεως μετά την πάροδο των προθεσμιών που προβλέπονται στα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ» .
Επομένως, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το ρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη το περιεχόμενο του καθήκοντος αρωγής, η εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως ως προς το σημείο αυτό δεν δικαιολογεί την υποβολή από την αναιρεσείουσα αιτήσεως περί βαθμολογικής ανακατατάξεως. ράγματι, η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να επωφεληθεί από την εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως ως προς το σημείο κατά του οποίου βάλλει στο πλαίσιο του παρόντος λόγου, καθόσον δεν αποδεικνύει την ύπαρξη νομικής πλάνης επί του μοναδικού στοιχείου που θα επέτρεπε την υποβολή αιτήσεως, που σκοπεί στην επανεξέταση της αποφάσεως περί οριστικής κατατάξεώς της, η οποία έχει καταστεί απρόσβλητη, μετά την παρέλευση της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Ειδικότερα, το καθήκον της αρωγής δεν μπορεί να επιτρέπει ή να εξαναγκάζει τη διοίκηση να εξετάζει, ελλείψει νέων ουσιωδών περιστατικών, αίτηση ανακατατάξεως που υποβλήθηκε πέραν των προθεσμιών του ΚΥΚ.
32. Υπό τις συνθήκες αυτές, θεωρώ ότι ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αλυσιτελής. ροτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο να τον απορρίψει ως τέτοιο .
Επί του τετάρτου λόγου, που αντλείται από έλλειψη αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως
33. Με τον τέταρτο λόγο της, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλομένη διάταξη είναι πολλαπλώς αναιτιολόγητη.
34. Ο τελευταίος αυτός λόγος έχει τρία σκέλη.
35. Με το πρώτο σκέλος , η αναιρεσείουσα αιτιάται το ρωτοδικείο ότι δεν έλαβε θέση επί του λόγου της που αντλείται από την παράβαση του άρθρου 176 της Συνθήκης.
Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα είχε ισχυριστεί ότι η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 δεν αρκούσε προς διασφάλιση της ορθής εκτελέσεως της αποφάσεως Αλεξοπούλου. Θεωρούσε ότι η Επιτροπή όφειλε, προκειμένου να συμμορφωθεί πλήρως με την απόφαση αυτή, να επιτρέψει την επανέναρξη της προθεσμίας για την υποβολή διοικητικής ενστάσεως κατά τρόπο ώστε να επιτραπεί στους υπαλλήλους που προσλήφθηκαν μεταξύ της 1ης Σεπτεμβρίου 1983 και της 5ης Οκτωβρίου 1995 να ζητήσουν επανεξέταση της βαθμολογικής τους κατατάξεως. Το ρωτοδικείο απλώς παρέλειψε να αποφανθεί επί του λόγου αυτού.
36. Με το δεύτερο σκέλος , η αναιρεσείουσα επιδιώκει να «[...] υπογραμμίσει τις διαφορές που παρουσιάζει το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως σε σχέση με τη διάταξη που εκδόθηκε, για τους ίδιους λόγους, στην υπόθεση Gevaert (υπόθεση πιλότου) [...]» . Στην τελευταία αυτή υπόθεση, το ρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή του Gevaert ως απαράδεκτη βάσει αιτιολογίας λεπτομερέστερης από την περιεχόμενη στην αναιρεσιβαλλομένη διάταξη. Κατά συνέπεια, η αναιρεσείουσα «[...] εκτιμά ότι το ρωτοδικείο όφειλε να εκθέσει σαφέστερα τους λόγους που το οδήγησαν να κρίνει ότι η εσωτερική απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 δεν συνιστά νέο περιστατικό» .
37. Τέλος, με το τρίτο σκέλος του λόγου, η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως είναι αντιφατική.
Συγκεκριμένα, το ρωτοδικείο έκρινε, στο σημείο 30 της διατάξεως αυτής, ότι «[...] η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 δεν μπορεί να συνιστά νέο περιστατικό [για τον λόγο ότι] δεν έχει ως αντικείμενο ούτε συνεπάγεται την αμφισβήτηση του κύρους των διοικητικών αποφάσεων που είχαν καταστεί απρόσβλητες πριν από τη θέση της σε ισχύ». Επιπλέον, το ρωτοδικείο αναγνώρισε ότι η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 μπορεί να εφαρμοστεί στους υπαλλήλους που προσλήφθηκαν από τις 5 Οκτωβρίου 1995. Η αναιρεσείουσα παρατηρεί ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως της 7ης Φεβρουαρίου 1996, οι αποφάσεις περί κατατάξεως των υπαλλήλων που προσλήφθηκαν τον Οκτώβριο του 1995 είχαν επίσης καταστεί απρόσβλητες, εφόσον μεταξύ των δύο ημερομηνιών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών.
Η αναιρεσείουσα αιτιάται επομένως το ρωτοδικείο ότι:
α) αρνήθηκε στους υπαλλήλους που προσλήφθηκαν πριν από τις 5 Οκτωβρίου 1995 τη δυνατότητα αμφισβητήσεως του κύρους της αποφάσεως περί βαθμολογικής τους κατατάξεως για τον λόγο ότι οι αποφάσεις αυτές είχαν καταστεί απρόσβλητες, αλλά
β) δέχθηκε ότι οι υπάλληλοι που προσλήφθηκαν τον Οκτώβριο του 1995 μπορούν να αμφισβητήσουν το κύρος της αποφάσεως περί βαθμολογικής τους κατατάξεως, παρά το γεγονός ότι οι εν λόγω αποφάσεις είχαν επίσης καταστεί απρόσβλητες.
38. ροτείνω την απόρριψη όλων αυτών των σκελών.
39. Για τους λόγους που εκτέθηκαν στα σημεία 31 και 32 των παρουσών προτάσεων, φρονώ ότι το πρώτο σκέλος του λόγου δεν ασκεί επιρροή. ράγματι, ελλείψει νέων ουσιωδών περιστατικών, το άρθρο 176 της Συνθήκης δεν μπορεί να επιτρέπει ή να αναγκάζει την Επιτροπή να εξετάζει αιτήσεις επανεξετάσεως της βαθμολογικής κατατάξεως που υποβλήθηκαν πέραν της προθεσμίας υποβολής διοικητικής ενστάσεως που προβλέπει το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ . Επομένως, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το ρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη καθόσον παρέλειψε να αποφανθεί επί του λόγου που αντλείται από την παράβαση του άρθρου 176 της Συνθήκης, η εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως ως προς αυτό το σημείο δεν επιτρέπει στην αναιρεσείουσα να δικαιολογήσει την υποβολή της αιτήσεως περί βαθμολογικής της ανακατατάξεως.
40. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος, η αναιρεσείουσα παρέλειψε να αναφέρει τον κανόνα δικαίου έχει παραβιαστεί εν προκειμένω. Δεν όρισε ποιες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου επέβαλαν στο ρωτοδικείο να αποφανθεί επί της προσφυγής της βάσει της ίδιας ή συγκρίσιμης αιτιολογίας με εκείνην της προπαρατεθείσας διατάξεως Gevaert κατά Επιτροπής.
41. Τέλος, το τρίτο σκέλος περιέχει αιτίαση η οποία προφανώς στρέφεται κατά της προπαρατεθείσας διατάξεως του ρωτοδικείου στην υπόθεση Gevaert κατά Επιτροπής.
Συγκεκριμένα, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, το ρωτοδικείο ουδόλως αναγνώρισε, με την αναιρεσιβαλλομένη διάταξη, ότι «[...] η απόφαση της Επιτροπής της 7ης Φεβρουαρίου 1996 [...] εφαρμόζεται επί των υπαλλήλων που προσλήφθηκαν από τις 5 Οκτωβρίου 1995 [...]» . Το ρωτοδικείο δεν δέχθηκε επίσης, με την αναιρεσιβαλλομένη διάταξη, «[...] τη δυνατότητα υποβολής διοικητικής ενστάσεως για τους υπαλλήλους που προσλήφθηκαν τον Οκτώβριο του 1995 [...]» . Στην πραγματικότητα, μόνον στο σκεπτικό της προπαρατεθείσας διατάξεως Gevaert κατά Επιτροπής εκτίθεται «[...] ότι το γεγονός ότι ως ημερομηνία θέσεως σε ισχύ της αποφάσεως της 7ης Φεβρουαρίου 1996 ορίζεται η 5η Οκτωβρίου 1995 (έκδοση της αποφάσεως Αλεξοπούλου) σημαίνει ότι αυτή εφαρμόζεται μόνον επί των υπαλλήλων που προσλήφθηκαν από τις 5 Οκτωβρίου 1995» .
Στο μέτρο που στρέφεται κατά πράξεως επί της οποίας το Δικαστήριο δεν καλείται να αποφανθεί στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, το τρίτο σκέλος του λόγου στερείται προδήλως αντικειμένου.
Επί των δικαστικών εξόδων
42. Κατά τα άρθρα 69, παράγραφος 2, και 118 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Κατά το άρθρο 70 του ιδίου κανονισμού, στις διαφορές μεταξύ των Κοινοτήτων και των υπαλλήλων τους, τα όργανα φέρουν τα έξοδά τους. Ωστόσο, κατά το άρθρο 122, δεύτερο εδάφιο, του ιδίου κανονισμού, το άρθρο 70 δεν έχει εφαρμογή επί αναιρέσεως που ασκείται από υπάλληλο οργάνου κατά του οργάνου αυτού. Δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα ηττήθηκε, πρέπει, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής, να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
ρόταση
43. Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
2) να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα έξοδα αυτής της δίκης.
Full & Egal Universal Law Academy