Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Στην ενώπιον του Landesgericht für Zivilrechtssachen Wien (Αυστρία) εκκρεμούσα υπόθεση, ο F. Stefan , αυστριακός συμβολαιογράφος, ενάγεται επειδή ενέγραψε υπέρ γερμανικής τράπεζας, της Westdeutsche Landesbank Girozentrale , υποθήκη σε γερμανικά μάρκα σε περίοδο κατά την οποία ο αυστριακός νόμος απαγόρευε την εγγραφή υποθήκης σε αλλοδαπό νόμισμα.
2. Η επίδικη ασφάλεια αφορούσε δύο ακίνητα κείμενα στην Αυστρία και συστάθηκε προς εξασφάλιση της απαιτήσεως εκ δανείου που συνάφθηκε σε γερμανικά μάρκα και χορηγήθηκε από την ενάγουσα της κύριας δίκης στην Grundstücks- und Bauprojektentwicklungs GmbH . Με την κίνηση της πτωχευτικής διαδικασίας κατά της εταιρίας αυτής, τέθηκε το ζήτημα της νομιμότητας της υποθήκης, όχι μόνον ως προς την εθνική νομοθεσία αλλά και ως προς το κοινοτικό δίκαιο. ράγματι, το άρθρο 73 Β της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 56 ΕΚ) απαγορεύει τη ρύθμιση κράτους μέλους που επιβάλλει την εγγραφή σε εθνικό νόμισμα υποθήκης συσταθείσας προς εξασφάλιση απαιτήσεως εξοφλητέας σε νόμισμα άλλου κράτους μέλους .
3. Κατά τον χρόνο εγγραφής της υποθήκης, η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν ήταν ακόμη μέλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Αντιθέτως, είχε γίνει μέλος όταν κινήθηκε η διαδικασία πτωχεύσεως της οφειλέτιδας.
4. Επομένως, ο αυστριακός δικαστής θεώρησε αναγκαίο να διευκρινισθεί το χρονικό πεδίο εφαρμογής του άρθρου 73 Β της Συνθήκης, όπως ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα απόφαση Trummer και Mayer. Το αιτούν δικαστήριο αναμένει από την απάντηση του Δικαστηρίου τα στοιχεία που θα του επιτρέψουν να εκτιμήσει το σύννομο της εθνικής του νομοθεσίας προς το κοινοτικό δίκαιο, από την οποία εξαρτάται η εγκυρότητα της επίδικης υποθήκης και, επομένως, η ευθύνη του F. Stefan.
Ι - Οι συναφείς διατάξεις
Α - Το κοινοτικό δίκαιο
5. Τα άρθρα 67 έως 73 της Συνθήκης ΕΟΚ, τα οποία προέβλεπαν τη σταδιακή απελευθέρωση της κυκλοφορίας των κεφαλαίων, αντικαταστάθηκαν από 1ης Ιανουαρίου 1994 από τα άρθρα 73 Β της Συνθήκης, 73 Γ και 73 Δ της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρα 57 ΕΚ και 58 ΕΚ), 73 Ε της Συνθήκης ΕΚ (που καταργήθηκε με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ) καθώς και 73 ΣΤ και 73 Ζ της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρα 59 ΕΚ και 60 ΕΚ).
6. Κατά το άρθρο 73 Β της Συνθήκης:
«1. Στα πλαίσια των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, απαγορεύεται οποιοσδήποτε περιορισμός των κινήσεων κεφαλαίων μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών.
2. Στα πλαίσια των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, απαγορεύονται όλοι οι περιορισμοί στις πληρωμές μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών.»
7. Ελλείψει της προβλέψεως μεταβατικών μέτρων στη συνθήκη προσχωρήσεως ή στην πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας και των προσαρμογών των συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ένωση (στο εξής: πράξη προσχωρήσεως), το άρθρο 73 Β της Συνθήκης και τα επόμενα άρθρα τέθηκαν σε ισχύ στην Αυστρία από 1ης Ιανουαρίου 1995, ημερομηνία προσχωρήσεως της Αυστρίας στη Ευρωπαϊκή Ένωση.
Β - Το αυστριακό δίκαιο
8. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της Verordnung über wertbeständige Rechte (κανονιστικής αποφάσεως περί των δικαιωμάτων σταθεράς αξίας) της 16ης Νοεμβρίου 1940, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 του Schillinggesetz (νόμου περί σελινίου) , προβλέπει τα εξής:
«Από της θέσεως σε ισχύ της παρούσας κανονιστικής αποφάσεως και εντός του πεδίου εφαρμογής του Grundbuchgesetz (νόμου περί κτηματολογίου), η εγγραφή υποθήκης επί ακινήτων επιτρέπεται μόνον σε σελίνια ή, άλλως, κατά τρόπον ώστε το καταβλητέο για το ακίνητο χρηματικό ποσό να καθορίζεται σε συνάρτηση προς την τιμή του καθαρού χρυσού.»
ΙΙ - ραγματικά περιστατικά και διαδικασία της κύριας δίκης
9. Το δάνειο που χορήγησε η Westdeutsche Landesbank Girozentrale, στις 16 Δεκεμβρίου 1991, στην Grundstücks- und Bauprojektentwicklungs GmbH ανερχόταν σε 20 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα (DEM). Ο F. Stefan ενέγραψε την επίδικη υποθήκη στο ίδιο νόμισμα, με εκτελεστή συμβολαιογραφική πράξη, επί δύο ακινήτων κειμένων στη Βιέννη, ιδιοκτησίας της οφειλέτιδας.
10. Στις 7 Ιουνίου 1995 κινήθηκε η πτωχευτική διαδικασία κατά της οφειλέτιδας. Η ενάγουσα της κύριας δίκης επιχείρησε να ασκήσει το δικαίωμά της εκ της υποθήκης και προς τούτο κίνησε τη διαδικασία εκποιήσεως. Ο σύνδικος της πτωχεύσεως, εκπροσωπών την οφειλέτιδα, αμφισβήτησε ενώπιον του Oberster Gerichtshof (Αυστρία) το κύρος της υποθήκης, επικαλούμενος τον παράνομο χαρακτήρα της εγγραφής στο κτηματολόγιο υποθήκης σε ξένο νόμισμα. Η ενάγουσα της κύριας δίκης συντάχθηκε με την άποψη αυτή και συναίνεσε στην εξάλειψη της υποθήκης.
11. Στη συνέχεια, άσκησε ενώπιον του Landesgericht für Zivilrechtssachen Wien αγωγή αποζημιώσεως κατά του εναγομένου της κύριας δίκης. Η ενάγουσα της κύριας δίκης ισχυρίζεται ότι αυτός δεν την ενημέρωσε για την ακυρότητα της υποθήκης, παρά τις υποχρεώσεις που υπέχει κατά την κατάρτιση των συμβολαίων. Διευκρινίζει ότι ήταν σύμφωνη να εγγραφεί η υποθήκη σε αυστριακά σελίνια.
12. Ο εναγόμενος της κύριας δίκης αμφισβητεί την ακυρότητα της υποθήκης, επικαλούμενος το άρθρο 73 Β της Συνθήκης.
13. Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι έχει επανειλημμένα κριθεί, προ της εντάξεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ότι το άρθρο 3 της Verordnung über wertbeständige Rechte, της 16ης Νοεμβρίου 1940, απαγορεύει την εγγραφή υποθήκης σε ξένο νόμισμα. Οι κατά παράβαση του κανόνα αυτού εγγραφείσες υποθήκες είναι άκυρες χωρίς δυνατότητα ιάσεως και δεν παράγουν κανένα έννομο αποτέλεσμα. Κατ' εφαρμογή της αυστριακής νομοθεσίας εξαλείφονται αυτοδικαίως.
14. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η κατάργηση της Verordnung über wertbeständige Rechte της 16ης Νοεμβρίου 1940 δεν επηρεάζει τις υφιστάμενες μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1998 έννομες σχέσεις.
15. Δεδομένου ότι η αυστριακή έννομη τάξη αγνοεί την, ελλείψει ρητής διατάξεως νόμου, αναδρομική ίαση άκυρης νομικής πράξεως, η έλλειψη δυνατότητας εφαρμογής της Verordnung über wertbeständige Rechte της 16ης Νοεμβρίου 1940 μπορεί να απορρέει μόνον από την περιεχόμενη στο άρθρο 73 Β της Συνθήκης απαγόρευση κάθε περιορισμού στις κινήσεις κεφαλαίων και στις πληρωμές. Δυνάμει της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου έναντι του δικαίου των κρατών μελών, η αρχή αυτή θα έπρεπε να εφαρμοστεί κατά προτεραιότητα σε σχέση με τον τότε ισχύοντα αυστριακό νόμο.
16. Το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι το άρθρο 73 Β της Συνθήκης απαγορεύει τους περιορισμούς στην εγγραφή υποθηκών σε ξένο νόμισμα.
Εκτιμά ότι, αν η διάταξη αυτή επηρεάζει αναδρομικώς από της ημερομηνίας προσχωρήσεως της Αυστρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση μια άκυρη κατά το εθνικό δίκαιο υποθήκη, καίτοι συνέχιζε να είναι εγγεγραμμένη την ημερομηνία αυτή στο βιβλίο μεταγραφών, τότε η επίδικη υποθήκη θα παρήγε όλα τα αποτελέσματά της και, επομένως, θα αποτελούσε έγκυρο δικαίωμα εμπράγματης ασφάλειας για την ενάγουσα της κύριας δίκης.
Αντιθέτως, αν η διάταξη του άρθρου 73 Β της Συνθήκης δεν μπορεί να έχει αναδρομικό αποτέλεσμα, η εγγραφή της υποθήκης στο βιβλίο μεταγραφών, άκυρη χωρίς δυνατότητα ιάσεως, δεν θα συνιστούσε έγκυρη εγγύηση, κατά το άρθρο 3 της Verordnung über wertbeständige Rechte της 16ης Νοεμβρίου 1940.
ΙΙΙ - Τα προδικαστικά ερωτήματα
17. Κατά συνέπεια, το Landesgericht für Zivilrechtssachen Wien υπέβαλε στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Αποτελεί η απαγόρευση συστάσεως υποθήκης για οφειλή σε ξένο νόμισμα (εν προκειμένω: σε γερμανικά μάρκα) περιορισμό της κινήσεως των κεφαλαίων και των πληρωμών συνάδοντα προς το άρθρο 73 Β της Συνθήκης ΕΚ;
2) Επηρεάζει αναδρομικώς το άρθρο 73 Β της Συνθήκης ΕΚ τις εγγραφείσες προ της προσχωρήσεως της Αυστρίας στην ΕΚ υποθήκες σε γερμανικά μάρκα οι οποίες τότε ήταν άκυρες χωρίς δυνατότητα ιάσεως, υπό την έννοια ότι μπορεί αναδρομικώς να άρει την ακυρότητά τους;
ή
Έχουν οι κανόνες του ευρωπαϊκού δικαίου που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων και ειδικότερα το άρθρο 73 Β της Συνθήκης ΕΚ, λόγω της από 17 Ιουλίου 1989 αιτήσεως της Αυστρίας για προσχώρηση στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και την από 31 Ιουλίου 1991 Γνώμη, ως συνέπεια ότι από τις 16 Δεκεμβρίου 1991 επιτρεπόταν η εγγραφή υποθήκης στην Αυστρία σε ξένο νόμισμα;»
IV - Επί της ερμηνείας του άρθρου 73 Β της Συνθήκης (πρώτο προδικαστικό ερώτημα)
18. Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 73 Β της Συνθήκης απαγορεύει εθνική ρύθμιση η οποία επιβάλλει την εγγραφή σε εθνικό νόμισμα υποθήκης συσταθείσας προς εξασφάλιση απαιτήσεως εξοφλητέας στο νόμισμα άλλου κράτους μέλους.
19. Με την προπαρατεθείσα πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου Trummer και Mayer, το Δικαστήριο απάντησε σαφώς καταφατικά στο ερώτημα αυτό. Όπως και εν προκειμένω, η υπόθεση αυτή αφορούσε υποθήκη της οποίας την εγγραφή στο βιβλίο μεταγραφών αρνήθηκαν οι αρμόδιες αυστριακές αρχές, επειδή είχε συσταθεί σε γερμανικά μάρκα.
20. Ας υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο αποφάνθηκε έτσι αφού διαπίστωσε ότι, «δεδομένου, αφενός, ότι συνδέεται αρρήκτως με την κίνηση κεφαλαίων, συγκεκριμένα δε με τη ρευστοποίηση επενδύσεως σε ακίνητο, και, αφετέρου, ότι περιλαμβάνεται στο σημείο ΙΧ της ονοματολογίας των κινήσεων κεφαλαίων που έχει προσαρτηθεί στην οδηγία 88/361, μια υποθήκη, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, εμπίπτει στο άρθρο 73 Β της Συνθήκης» .
21. Το Δικαστήριο στήριξε σε δύο βασικούς λόγους την απόφαση να χαρακτηρίσει ως περιορισμό της κινήσεως κεφαλαίων την απαγόρευση εγγραφής υποθήκης σε νόμισμα άλλου κράτους μέλους.
22. ρώτον, διαπίστωσε ότι «μια εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, έχει ως αποτέλεσμα τη χαλάρωση των δεσμών μεταξύ της εξασφαλιζομένης απαιτήσεως, η οποία είναι εξοφλητέα στο νόμισμα άλλου κράτους μέλους, και της υποθήκης, της οποίας η αξία μπορεί, λόγω μεταγενέστερων νομισματικών διακυμάνσεων, να μειωθεί, με αποτέλεσμα να υπολείπεται της αξίας της εξασφαλιζομένης απαιτήσεως, γεγονός το οποίο δεν μπορεί παρά να μειώσει την αποτελεσματικότητα και, συνακόλουθα, το ενδιαφέρον που παρουσιάζει μια τέτοια ασφάλεια» . Κατά το Δικαστήριο, «η εν λόγω ρύθμιση μπορεί, επομένως, να αποθαρρύνει τους ενδιαφερομένους από το να εκφράσουν μια απαίτηση στο νόμισμα άλλου κράτους μέλους και, κατά συνέπεια, να τους στερήσει από ένα προνόμιο που αποτελεί συνιστώσα της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων και των πληρωμών [...]» .
23. Δεύτερον, το Δικαστήριο έκρινε ότι υπάρχει ο κίνδυνος η εν λόγω ρύθμιση «να έχει ως συνέπεια να υποβληθούν τα συμβαλλόμενα μέρη σε πρόσθετες δαπάνες, καθόσον τα υποχρεώνει, αποκλειστικά και μόνον προκειμένου να εγγραφεί η υποθήκη, να προσδιορίσουν το ποσό στο οποίο θα ανερχόταν η απαίτηση αν ήταν εκφρασμένη στο εθνικό νόμισμα και, κατά περίπτωση, να ζητήσουν την αναγνώριση της μετατροπής αυτής» .
24. Μεταξύ των παρεμβαινόντων, μόνον η ενάγουσα της κύριας δίκης προέβαλε επιχειρήματα για να επανεξετάσει το Δικαστήριο το περιεχόμενο αυτής της αποφάσεως.
25. Υποστηρίζει ότι η απόφαση του Δικαστηρίου στηρίζεται σε εσφαλμένη βάση.
26. Αφού το Δικαστήριο έκρινε την εθνική ρύθμιση από πλευράς του άρθρου 73 Β της Συνθήκης, αναγνώρισε στα κράτη μέλη «το δικαίωμα να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε το καθεστώς των υποθηκών να καθορίζει κατά τρόπο βέβαιο και διαφανή τις σχέσεις των δικαιωμάτων των ενυπόθηκων δανειστών μεταξύ τους καθώς και τις σχέσεις μεταξύ δικαιωμάτων όλων των ενυπόθηκων δανειστών, αφενός, και εκείνων όλων των λοιπών δανειστών, αφετέρου» .
Ωστόσο, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η εθνική ρύθμιση «περιέχει ένα στοιχείο αβεβαιότητας, το οποίο είναι ικανό να θέσει σε κίνδυνο την υλοποίηση [αυτού] του σκοπού [...]» . Έτσι καθορίζεται η δυνατότητα που επιφυλάσσει ο νόμος για «να εκφράζεται η αξία της υποθήκης σε συνάρτηση προς τον καθαρό χρυσό» , η αξία του οποίου «υφίσταται σήμερα διακυμάνσεις, ακριβώς όπως και η αξία ενός αλλοδαπού νομίσματος» .
27. Όμως, η ενάγουσα της κύριας δίκης ισχυρίζεται ότι η εγγραφή υποθηκών στο βιβλίο μεταγραφών σε συνάρτηση με την αξία του καθαρού χρυσού δεν ήταν δυνατή όταν ενεγράφη η επίδικη στην παρούσα υπόθεση υποθήκη.
28. Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Landgericht für Zivilrechtssachen Wien παρέθεσε το άρθρο 3, παράγραφος 1, της Verordnung über wertbeständige Rechte της 16ης Νοεμβρίου 1940, χωρίς να σημειώσει ειδικότερα ότι η δυνατότητα καθορισμού της τιμής του ακινήτου σε συνάρτηση με την αξία του καθαρού χρυσού δεν υφίστατο στην αυστριακή έννομη τάξη κατά τον χρόνο της επίδικης εγγραφής.
29. Ας προστεθεί ότι, δεδομένου ότι δεν έχουν προσκομιστεί αναμφισβήτητες πληροφορίες για τη δυνατότητα εφαρμογής αυτής της διατάξεως , επιβάλλεται να εμμείνω στην προπαρατεθείσα απόφαση του Δικαστηρίου Trummer και Mayer. Στην απόφαση αυτή το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, μολονότι κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή δήλωσε ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχε στη διάθεσή της, ως προς το σημείο αυτό η ρύθμιση είχε περιπέσει σε αχρησία, τυπικώς εξακολουθούσε να ισχύει .
30. Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης προσθέτει ότι η διατήρηση της ισχύουσας νομολογίας θα είχε ως συνέπεια να πρέπει να επιτραπεί η εγγραφή υποθηκών σε όλα τα αλλοδαπά νομίσματα και ότι οι εθνικές νομοθεσίες που βρίσκονται σήμερα σε ισχύ στο μεγαλύτερο μέρος των κρατών μελών, οι οποίες επιτρέπουν μόνον τις υποθήκες που έχουν συσταθεί σε ορισμένα αλλοδαπά νομίσματα, θα ήταν επίσης αντίθετες προς τη Συνθήκη ΕΚ.
Δεν διευκρινίζει, ωστόσο, τους λόγους για τους οποίους η διαπίστωση αυτή θα δικαιολογούσε τη θέση υπό αμφισβήτηση του περιεχομένου της νομολογίας του Δικαστηρίου. Δεν αμφισβητείται, εξάλλου, ότι η νομολογία αυτή παράγει τα αποτελέσματά της έναντι κάθε εθνικής ρυθμίσεως που παρουσιάζει τα ίδια χαρακτηριστικά με την επίμαχη στην προπαρατεθείσα υπόθεση Trummer και Mayer.
31. Τέλος, η ενάγουσα της κύριας δίκης αντιτάσσει ότι, αν επιτρέπεται η εγγραφή υποθήκης σε οποιοδήποτε ξένο νόμισμα, αυτό μπορεί να συνιστά αιτία ανεπίτρεπτης ελλείψεως διαφανείας του βιβλίου μεταγραφών. Ισχυρίζεται ότι οι δανειστές κατώτερης τάξεως, έναντι των οποίων εγγράφεται υποθήκη σε αλλοδαπό νόμισμα, εκτίθενται στον κίνδυνο διακυμάνσεως του νομίσματος, από τον οποίο δεν μπορούν να προφυλαχθούν. Ο κίνδυνος αυτός μεταφράζεται ως μείωση της αξίας της εμπράγματης ασφάλειας σε σχέση με την αξία του υποθηκευμένου ακινήτου.
32. Στην προπαρατεθείσα υπόθεση Trummer και Mayer, η απάντηση που έδωσε το Δικαστήριο στο επιχείρημα που αντλείται από την έλλειψη διαφάνειας που απορρέει από το δικαίωμα ενός δανειστή να εγγράψει υποθήκη σε αλλοδαπό νόμισμα μπορεί να ισχύσει κάλλιστα εν προκειμένω.
33. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η εν λόγω ρύθμιση δεν παρέχει στους δανειστές κατώτερης τάξεως τη δυνατότητα να γνωρίζουν με ακρίβεια το ύψος των απαιτήσεων που έχουν προτεραιότητα και να εκτιμούν έτσι την αξία της ασφάλειας που τους παρέχεται παρά μόνον με τίμημα την ανασφάλεια των δικαιούχων απαιτήσεων εκφρασμένων σε αλλοδαπό νόμισμα . Το ίδιο ισχύει ως προς τον σκοπό που προσδίδεται σε ρύθμιση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία αποσκοπεί, κατά την ενάγουσα της κύριας δίκης, στο να προφυλάξει τους δανειστές κατώτερης τάξεως από τους κινδύνους των νομισματικών διακυμάνσεων.
έραν του ότι η ρύθμιση συνιστά περιορισμό της ελευθερίας κυκλοφορίας των κεφαλαίων, η εφαρμογή της στον ενυπόθηκο δανειστή, υπέρ του οποίου συστάθηκε υποθήκη σε αλλοδαπό νόμισμα, θα τον εξέθετε στους ίδιους κινδύνους νομισματικών διακυμάνσεων, ενώ θα ευνοούσε άλλες ασφάλειες, οι οποίες δεν θα ήταν εκτεθειμένες στους κινδύνους αυτούς.
34. Τα στοιχεία που εξέθεσε η ενάγουσα της κύριας δίκης δεν φαίνονται, επομένως, ικανά να θέσουν υπό αμφισβήτηση τη νομολογία του Δικαστηρίου.
V - Επί του χρονικού πεδίου εφαρμογής του άρθρου 73 Β της Συνθήκης (δεύτερο προδικαστικό ερώτημα)
35. Με τα ερωτήματα αυτά, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να μάθει αν το άρθρο 73 Β της Συνθήκης εφαρμόζεται σε μια υποθήκη η οποία, μολονότι εγγράφηκε σε χρόνο προηγούμενο από την προσχώρηση της Αυστρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, συνέχισε να είναι εγγεγραμμένη κατά τον χρόνο της προσχωρήσεως αυτής.
36. Το δεύτερο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος αποσκοπεί στον προσδιορισμό του αν το άρθρο 73 Β της Συνθήκης θα μπορούσε να έχει εφαρμογή στην Αυστρία ακόμη και πριν από την προσχώρηση του κράτους αυτού στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδίως κατά τον χρόνο στον οποίο υποβλήθηκε η αίτηση για την προσχώρησή της ή κατά τον χρόνο που η Επιτροπή εξέδωσε ευνοϊκή γνώμη.
37. Το πρώτο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος αφορά την a posteriori ίαση της επίδικης υποθήκης.
38. Θα εξετάσω διαδοχικά τα δύο αυτά σημεία.
Α - Επί της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 73 Β της Συνθήκης πριν από την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (δεύτερο σκέλος του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος)
39. Ακόμη κι αν γίνει δεκτό ότι το κοινοτικό δίκαιο είναι εφαρμοστέο ήδη πριν από την προσχώρηση ενός κράτους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θα έπρεπε ακόμη, για να μπορεί να εφαρμοσθεί η προβαλλόμενη κοινοτική διάταξη, αυτή να υφίσταται και να έχει πράγματι τεθεί σε ισχύ κατά τον χρόνο υπαγωγής σ' αυτήν της συγκεκριμένης διαφοράς.
40. Όπως εξέθεσε και η Επιτροπή, η επίδικη υποθήκη εγγράφηκε στις 16 Δεκεμβρίου 1991, τη στιγμή που το άρθρο 73 Β της Συνθήκης τέθηκε σε ισχύ μόλις την 1η Ιανουαρίου 1994, σύμφωνα με το άρθρο 73 Α της Συνθήκης ΕΚ (που καταργήθηκε με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ) .
41. Με άλλα λόγια, ακόμη κι αν η Συνθήκη ΕΟΚ είχε δυνατότητα εφαρμογής στη Δημοκρατία της Αυστρίας προ της προσχωρήσεως, δηλαδή κατά τη λήξη του 1991, ήτοι σχεδόν τρία έτη πριν από την προσχώρηση του κράτους αυτού, το αιτούν δικαστήριο θα βρισκόταν σε αδυναμία να συναγάγει εξ αυτής χρήσιμα συμπεράσματα για τη λύση της διαφοράς, δεδομένου ότι το άρθρο 73 Β της Συνθήκης δεν είχε ακόμη θεσπισθεί.
42. Επομένως, πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα.
Β - Επί της a posteriori ιάσεως της επίδικης υποθήκης (πρώτο σκέλος του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος)
43. Η a posteriori ίαση μπορεί να λάβει δύο διαφορετικές μορφές. Είτε επέρχεται αναδρομικώς, γεγονός που θα σήμαινε ότι το άρθρο 73 Β παράγει αποτελέσματα ως προς την επίδικη υποθήκη, μολονότι η διάταξη αυτή δεν υπήρχε κατά τον χρόνο της εγγραφής, είτε η ίαση αποτελεί συνέπεια της άμεσης εφαρμογής του άρθρου 73 Β της Συνθήκης, δηλαδή απορρέει από τη θέση του σε ισχύ καθόσον υφίστατο η ασφάλεια.
1. Επί της αναδρομικής ισχύος του άρθρου 73 Β της Συνθήκης
44. Δύσκολα γίνεται αντιληπτό ότι η Συνθήκη μπορεί να συνεπάγεται έναντι τρίτης χώρας, ακόμη κι αν είναι υποψήφια για προσχώρηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πριν από την προσχώρησή της, τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχουν τα κράτη μέλη. Αυτό αληθεύει ιδίως, όπως είδαμε, όταν η προβαλλόμενη διάταξη δεν υφίσταται κατά τον χρόνο της επίδικης νομικής πράξεως. Το ίδιο ισχύει όταν οι εν λόγω νομικές καταστάσεις δημιουργήθηκαν κατά τη στιγμή θέσεως σε ισχύ του νέου νομικού καθεστώτος. Είναι δύσκολο να υποτεθεί, συναφώς, ότι ο αρχικά εφαρμοστέος νόμος τροποποιείται αναδρομικώς εξαιτίας της προσχωρήσεως.
45. Η διαδικασία που ακολουθεί ένα κράτος που προσχωρεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση περιβάλλεται με τον τύπο της Συνθήκης μεταξύ των κρατών μελών και των υποψηφίων κρατών, με την οποία τα υποψήφια κράτη «γίνονται μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μέρη των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ένωση όπως τροποποιήθηκαν ή συμπληρώθηκαν» . Για τα νέα κράτη μέλη που προσχώρησαν απορρέουν από τη Συνθήκη νέα δικαιώματα και νέες υποχρεώσεις από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της Συνθήκης, δηλαδή την 1η Ιανουαρίου 1995 .
46. Κατά το άρθρο 2 της πράξεως προσχωρήσεως που προσαρτάται στη Συνθήκη προσχωρήσεως και της οποίας οι διατάξεις αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της Συνθήκης , «από την προσχώρηση, οι διατάξεις των αρχικών συνθηκών και οι πριν την προσχώρηση πράξεις των οργάνων δεσμεύουν τα νέα κράτη μέλη και εφαρμόζονται έναντι αυτών υπό τους όρους που προβλέπονται στις συνθήκες αυτές και στην παρούσα πράξη».
47. Η συνθήκη προσχωρήσεως δεν δημιουργεί επομένως υποχρεώσεις έναντι των νέων κρατών μελών παρά μόνο μετά τη θέση της σε ισχύ, εκτός αν προβλέπονται συγκεκριμένοι όροι στην πράξη προσχωρήσεως .
48. Αυτό επιβεβαιώνει και η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου. Oι ουσιαστικοί κανόνες του κοινοτικού δικαίου, προκειμένου να διασφαλιστεί η τήρηση των αρχών της ασφαλείας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, πρέπει να ερμηνεύονται ως έχοντες εφαρμογή επί καταστάσεων που έχουν ήδη διαμορφωθεί προ της ενάρξεως της ισχύος τους, μόνον εφόσον προκύπτει σαφώς από τη διατύπωσή τους, τους σκοπούς ή την οικονομία τους ότι πρέπει να τους αναγνωριστεί αναδρομική ισχύς .
49. Ελλείψει ειδικών όρων εφαρμογής του άρθρου 73 Β της Συνθήκης, βάσει των οποίων αυτό θα μπορούσε να παράγει αποτελέσματα ως προς καταστάσεις που δημιουργήθηκαν πριν από την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας, η διάταξη αυτή δεν είναι δυνατόν να επηρεάσει τον νόμιμο ή μη χαρακτήρα της υποθήκης, από πλευράς εθνικής νομοθεσίας, κατά τον χρόνο της εγγραφής της στο βιβλίο μεταγραφών.
50. Απομένει ο έλεγχος της νομικής σχέσεως που δημιουργήθηκε από αυτή την εγγραφή υπό το φως του κοινοτικού δικαίου, όπως αυτό τέθηκε σε ισχύ στο χρονικό διάστημα που υπήρχε αυτή η σχέση, ήτοι κατά τον χρόνο που η Δημοκρατία της Αυστρίας έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και, ως μέλος, ανέλαβε τις υποχρεώσεις που επιβάλλει το άρθρο 73 Β της Συνθήκης.
2. Επί της αμέσου εφαρμογής του άρθρου 73 Β της Συνθήκης
51. Η εγγραφή της υποθήκης έγινε, κατά το αιτούν δικαστήριο, παράβαση του τότε εφαρμοστέου αυστριακού δικαίου. Ωστόσο, η ύπαρξη της υποθήκης δεν αμφισβητήθηκε επισήμως μέχρι την εξάλειψή της, κατόπιν της ενάρξεως, το 1995, της διαδικασίας πτωχεύσεως της οφειλέτιδας. Για τον λόγο αυτόν, η ασφάλεια αυτή συνυπήρξε επί ένα διάστημα με το άρθρο 73 Β της Συνθήκης, το οποίο τέθηκε σε ισχύ στην Αυστρία ταυτόχρονα με την προσχώρηση του κράτους αυτού.
52. Είναι λοιπόν χρήσιμο να τεθεί το ερώτημα αν η διάταξη αυτή έχει δυνατότητα εφαρμογής στην επίδικη υποθήκη, διότι η απάντηση σ' αυτό θα συμβάλει στη λύση της διαφοράς της κύριας δίκης.
53. ρέπει, ωστόσο, να διευκρινισθεί εκ των προτέρων ότι το ερώτημα αυτό παροσιάζει λυσιτέλεια μόνον αν η υποθήκη δεν είναι απολύτως άκυρη κατά το αυστριακό δίκαιο. ράγματι, από το εθνικό δίκαιο εξαρτάται αν η διατήρηση της εγγραφής κατά τον χρόνο της προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, ακόμη κι αν καταλήγει σε αναμφισβήτητο κύρος της υποθήκης, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο ιάσεως. Όσα ανέπτυξα ανωτέρω για την έλλειψη αναδρομικής ισχύος του άρθρου 73 Β της Συνθήκης, σύμφωνα με τα οποία το εθνικό δίκαιο αποτελεί τον μοναδικό κανόνα αναφοράς πριν από την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας, συνηγορούν προς αυτή την άποψη.
54. Συναφώς, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το πρώτο σκέλος του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος, που αφορά την ίαση της ακυρότητας της υποθήκης, έχει διατυπωθεί με τρόπο που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί αντιφατικός .
Το Landgericht für Zivilrechtssachen Wien, σημειώνοντας στη διάταξη για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ότι «οι εγγραφές υποθηκών που έχουν συσταθεί σε αλλοδαπό νόμισμα, [κατά παράβαση του άρθρου 3 της Verordnung über wertbeständige Rechte της 16ης Νοεμβρίου 1940] [...] είναι άκυρες χωρίς δυνατότητα ιάσεως και δεν παράγουν κανένα έννομο αποτέλεσμα» , αποκαλύπτει τον διφορούμενο χαρακτήρα του ερωτήματός του, δεδομένου ότι, κατά το τότε εφαρμοστέο αυστριακό δίκαιο, οι εγγραφές αυτές ήταν εξ αρχής απολύτως άκυρες. Δεν θα ήταν λοιπόν δυνατόν να αποτελέσουν αντικείμενο μεταγενέστερης ιάσεως, όπως η ίαση που θα προέκυπτε, για παράδειγμα, από τη θέση σε ισχύ του άρθρου 73 Β της Συνθήκης.
Με τον τρόπο αυτόν, το προδικαστικό ερώτημα συνδέει με ασυμβίβαστο τρόπο την έλλειψη δυνατότητας ιάσεως της ακυρότητας της επίδικης υποθήκης με το ενδεχόμενο της a posteriori ιάσεως.
55. Κατά τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, η αντίφαση είναι προφανής μόνον καθόσον το αυστριακό δικαστήριο εκτιμά ότι είναι δυνατή η ίαση της ακυρότητας της επίδικης εγγραφής, όπως προκύπτει από τη διάταξη για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Το γεγονός ότι το δικαστήριο ζητεί να μάθει αν υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 73 Β της Συνθήκης στην επίδικη υποθήκη αποδεικνύει, εξάλλου, ότι η ακυρότητα της υποθήκης κατά το εθνικό δίκαιο μπορεί να μην είναι οριστική.
56. Επομένως, το υποβληθέν ερώτημα δεν είναι προδήλως αλυσιτελές ενόψει της αποφάσεως στη διαφορά της κυρίας δίκης και πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτό .
57. Η εγγραφή της συσταθείσας σε ξένο νόμισμα υποθήκης, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι ήταν παράνομη το 1991, υφίστατο ακόμη κατά τον χρόνο της θέσεως σε ισχύ στην Αυστρία του άρθρου 73 Β της Συνθήκης, γεγονός που δικαιολογεί το ερώτημα για τα αποτελέσματα αυτής της συνδέσεως με το κοινοτικό δίκαιο. Εν πάση περιπτώσει, η απάντηση που προτείνω να δοθεί στο αυστριακό δικαστήριο βασίζεται στο ότι η επίδικη ασφάλεια υφίστατο ακόμη κατά τον χρόνο της προσχωρήσεως της Αυστρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
58. Καίτοι η υποθήκη δεν υπαγόταν εξ αρχής στη διάταξη του άρθρου 73 Β της Συνθήκης, μπορεί να υποτεθεί ότι τα αποτελέσματα της διατάξεως αυτής ίσχυσαν όσον αφορά την υποθήκη για το σύντομο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας και της εξαλείψεως της υποθήκης, λόγω της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου επί του εθνικού δικαίου συνεπεία αυτής της προσχωρήσεως.
59. Το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί σχετικά με το ερώτημα του χρονικού πεδίου εφαρμογής ορισμένων διατάξεων της Συνθήκης μετά την προσχώρηση κράτους μέλους.
60. Η προπαρατεθείσα απόφαση Saldanha και MTS αναφερόταν στο ζήτημα αν το άρθρο 6, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 12, πρώτο εδάφιο, ΕΚ), που αφορά την απαγόρευση διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, έπρεπε να έχει άμεση εφαρμογή.
61. Στην υπόθεση αυτή αμφισβητήθηκε η αυστριακή νομοθεσία που επέβαλλε στους αλλοδαπούς ενάγοντες ενώπιον αυστριακού δικαστηρίου να καταβάλλουν, αιτήσει του εναγομένου, ασφάλεια για τα έξοδα της δίκης (cautio judicatum solvi).
62. Το Δικαστήριο, αφού διαπίστωσε ότι η πράξη προσχωρήσεως δεν προβλέπει ειδικές προϋποθέσεις ως προς την εφαρμογή του άρθρου 6 της Συνθήκης, έκρινε ότι «η διάταξη αυτή πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι αμέσου εφαρμογής και ότι δεσμεύει τη Δημοκρατία της Αυστρίας από την ημερομηνία προσχωρήσεώς της, ώστε εφαρμόζεται στα μελλοντικά αποτελέσματα των καταστάσεων που δημιουργήθηκαν πριν από την προσχώρηση του εν λόγω νέου κράτους μέλους στις Κοινότητες» .
63. Επιβάλλεται η διερεύνηση του κατά πόσον ο κανόνας που τέθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου Saldanha και MTS μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την απάντηση του παρόντος ερωτήματος.
64. Τα πραγματικά περιστατικά στην προπαρατεθείσα υπόθεση Saldanha και MTS δεν είναι της ιδίας φύσεως με τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κυρίας δίκης. Ο επίμαχος νομικός κανόνας ήταν στην πρώτη υπόθεση δικονομικής φύσεως , ενώ, εν προκειμένω, ο επίμαχος εθνικός κανόνας είναι ουσιαστικός κανόνας που διέπει συμβατικές σχέσεις.
65. Η υποθήκη είναι εγγύηση που παραχωρεί ο οφειλέτης στον δανειστή του, προορίζοντας ένα ακίνητο για την εξασφάλιση απαιτήσεως. Ανεξαρτήτως του ότι η ασφάλεια αυτή συνιστά παρεπόμενη σύμβαση μιας κυρίας συμβάσεως, πρέπει να θεωρηθεί ότι η επιλογή της ασφάλειας αυτής καθώς και η επιλογή του ακινήτου επί του οποίου συνιστάται είναι αποτέλεσμα συμφωνίας μεταξύ των μερών. Δεν υπάρχει λοιπόν αμφιβολία για τον συμβατικό χαρακτήρα της υποθήκης.
66. Κατά συνέπεια, τροποποιήσεις της εφαρμοστέας επί του θέματος νομοθεσίας είναι ικανές να ανατρέψουν προκαθορισμένες συμβατικές σχέσεις. Οι συνέπειες που επέρχονται στο πρόσωπο των συμβαλλομένων πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να εκτιμηθούν επακριβώς, ώστε να μην υπάρχει διακινδύνευση της ασφάλειας δικαίου, την οποία δικαιούνται οι συμβαλλόμενοι. ράγματι, οι συμβαλλόμενοι αποφάσισαν έχοντας λάβει υπόψη τη συγκεκριμένη κατάσταση του θετικού δικαίου, ώστε η υπαγωγή της συμβάσεως σε ένα νέο νομικό καθεστώς θα τροποποιούσε τις βάσεις επί των οποίων οι συμβαλλόμενοι διαμόρφωσαν τη συμφωνία τους.
67. Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε θέματα που ρυθμίζονται από δικονομικές διατάξεις όπως οι επίμαχες στην προπαρατεθείσα υπόθεση Saldanha και MTS. Η θέση των διαδίκων, όπως αυτή ρυθμίζεται με την εν λόγω νομοθεσία, δεν ήταν προκαθορισμένη από σύμβαση. Οι τυπικοί κανόνες τους οποίους οφείλουν να τηρούν οι διάδικοι, χωρίς να τους έχουν επιλέξει, μπορούν να τροποποιηθούν κατά την κρίση του νομοθέτη, για λόγους που αφορούν την εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης, γεγονός που εξηγεί την άμεση αποδοχή των προσαρμογών.
68. Ας προστεθεί ότι η άμεση χρονικώς εφαρμογή ενός διαδικαστικού ή ενός ουσιαστικού κανόνα σε θέματα εξωσυμβατικά δεν προκαλεί οπωσδήποτε τα ίδια αποτελέσματα που προκαλεί ή άμεση εφαρμογή ενός ουσιαστικού κανόνα στις συμβάσεις.
Στον δικονομικό ιδίως τομέα, ο νέος κανόνας «δεν έχει πράγματι εφαρμογή στα πραγματικά περιστατικά και τις πράξεις που αποτελούν αντικείμενο της δίκης, αλλά στην ίδια τη δίκη, και ρυθμίζει μόνον τις μελλοντικές διαδικαστικές πράξεις χωρίς να θίγει, κατ' αρχήν, την ήδη περατωθείσα δίκη και a fortiori τις ήδη εκδοθείσες αποφάσεις επί της ουσίας» .
Στον τομέα των συμβάσεων, αμφισβητούνται ορισμένοι λόγοι για τους οποίους ενδεχομένως συνήφθη η σύμβαση, ενώ η σύμβαση έχει ήδη καταστεί δεσμευτική και δεν είναι πλέον δυνατό, χωρίς συμφωνία των συμβαλλομένων, να επέλθουν τροποποιήσεις στο σύνολο ή στις λεπτομέρειές της. Η άμεση εφαρμογή του νέου νόμου σημαίνει κατά κάποιον τρόπο ότι δίδεται αναδρομική ισχύς στις συνέπειες αυτού του νόμου .
69. Για τους λόγους αυτούς, οι ουσιαστικοί κανόνες στον τομέα των συμβάσεων δεν μπορούν να υπάγονται στο ίδιο χρονικό πεδίο εφαρμογής όπως οι άλλοι κανόνες.
70. Το Δικαστήριο οδηγήθηκε σε παρόμοια, εν μέρει, διάκριση, σε σχέση με ερωτήματα που αφορούν το χρονικό πεδίο εφαρμογής πράξεων του δευτερογενούς κοινοτικού δικαίου .
71. Όπως είδαμε, το άρθρο 73 Β της Συνθήκης, όπως και οι λεπτομέρειες εφαρμογής της πράξεως προσχωρήσεως, δεν περιέχει καμία διευκρίνιση που να επιτρέπει να συναχθεί ότι η ρύθμιση του άρθρου αυτού εφαρμόζεται σε καταστάσεις προγενέστερες από την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας. Οι διατάξεις αυτές δεν περιλαμβάνουν επίσης καμία μνεία του αν πρέπει να αναγνωρισθεί στο άρθρο 73 Β της Συνθήκης η δύναμη να τροποποιεί τα μελλοντικά αποτελέσματα των υφισταμένων κατά τον χρόνο της θέσεώς του σε ισχύ συμβάσεων.
72. Στοιχεία για την απάντηση στο ερώτημα αν το κοινοτικό δίκαιο εφαρμόζεται σε τέτοιου είδους συμβάσεις παρέχει η απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1998, C-76/97, Tögel , που εκδόθηκε για ζητήματα δημοσίων συμβάσεων.
73. Ένα αυστριακό ίδρυμα κοινωνικής ασφαλίσεως συνήψε συμβάσεις-πλαίσια με διαφόρους φορείς για την εκτέλεση μεταφορών ασθενών. Ένας τρίτος, ο οποίος κατά τους καθορισμένους στις συμβάσεις-πλαίσια όρους δεν είχε δικαίωμα να ασκήσει αυτή τη δραστηριότητα, ζήτησε από το αρμόδιο αυστριακό δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η επίμαχη σύμβαση έπρεπε να είχε συναφθεί με ανοιχτή διαδικασία.
74. Ένα από τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν από το αιτούν δικαστήριο αφορούσε το αν το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει σε αναθέτουσα αρχή κράτους μέλους να παρεμβαίνει, κατόπιν αιτήσεως ιδιώτη, σε υφιστάμενες έννομες σχέσεις, που συνεστήθησαν για αόριστο χρόνο ή για πολλά έτη, κατά τρόπο ασύμβατο προς την εφαρμοστέα συναφώς οδηγία.
75. Με άλλα λόγια, το αυστριακό δικαστήριο ρωτούσε αν η δημόσια αρχή που προσέφευγε στις υπηρεσίες των μεταφορέων δυνάμει των συμβάσεων-πλαισίων ήταν υποχρεωμένη να αναθεωρήσει τους όρους των συμβάσεων αυτών λόγω της εκδόσεως νέου κανόνα κοινοτικού δικαίου.
76. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι «οι αμφισβητούμενες στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης συμβάσεις-πλαίσια συνήφθησαν το 1984, δηλαδή πριν ακόμη εκδοθεί η οδηγία [...]» . Στη συνέχεια έκρινε ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν επέβαλε τροποποίηση των υφισταμένων εννόμων σχέσεων, «εφόσον οι σχέσεις αυτές συστήθηκαν πριν από τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας [...] στο εσωτερικό δίκαιο» .
77. Η προπαρατεθείσα απόφαση Tögel μας διδάσκει ότι, σε περίπτωση αλλαγής των ρυθμίσεων, εφαρμοστέο νομικό καθεστώς στις συμβάσεις είναι το ισχύον κατά τον χρόνο της συνάψεως. Με τον τρόπο αυτό, φαίνεται ότι το Δικαστήριο επιβεβαιώνει την ύπαρξη ορίου μεταξύ των νέων κανόνων που είναι ικανοί να τροποποιήσουν τις τρέχουσες συμβάσεις και των κανόνων που ρυθμίζουν τομείς στους οποίους απειλούνται λιγότερο οι απαιτήσεις της διατηρήσεως της ασφαλείας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, όπως είναι οι ρυθμίσεις δικονομικής φύσεως.
Από αυτό προκύπτει ότι οι συμβάσεις δεν επηρεάζονται από μεταγενέστερες τροποποιήσεις του δικαίου, εφόσον στις τροποποιήσεις αυτές δεν προβλέπεται ρητώς ή αναμφιβόλως η άμεση εφαρμογή τους επί των τρεχουσών συμβάσεων, κατά τρόπο που να εγγυάται την ασφάλεια δικαίου των ενδιαφερομένων και να διατηρεί την δικαιολογημένη εμπιστοσύνη τους.
78. Δεν είμαι βέβαιος ότι το όριο που έχει τεθεί κατ' αυτόν τον τρόπο είναι αδιαμφισβήτητο.
79. Εάν είναι αδιαμφισβήτητο, θα έπρεπε να αποδειχθεί ότι οι λόγοι που υπαγόρευσαν τη νέα ρύθμιση δεν περιλαμβάνονται στους λόγους που θα δικαιολογούσαν την αμφισβήτηση των σχέσεων ιδιωτικού συμφέροντος τις οποίες η ρύθμιση διέπει, κυρίως λόγω του κοινοτικού συμφέροντος που αποτελεί τη βάση τους.
80. Θα πρέπει επίσης να γίνει δεκτό ότι η ασφάλεια δικαίου ή η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη κάθε συμβαλλομένου μέρους σε μια ισχύουσα σύμβαση απειλούνται αυτομάτως από κάθε νέο νομικό κανόνα που είναι δυνητικώς εφαρμοστέος στη νομική σχέση που τους συνδέει.
81. Ωστόσο, δεν έχουν πάντοτε έτσι τα πράγματα. Η σημασία του κοινοτικού συμφέροντος, το οποίο αποτελεί τη βάση μιας νέας ρυθμίσεως, είναι συχνά δυνατό να δικαιολογεί την άμεση εφαρμογή ενός κανόνα δικαίου.Κατά τα λοιπά, η ρύθμιση αυτή μπορεί να παραμείνει απολύτως άνευ συνεπειών για την ασφάλεια δικαίου και τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των συμβαλλομένων.
82. ροκειμένου περί του κοινοτικού συμφέροντος εν προκειμένω, αρκεί να υπομνησθεί ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων αποτελεί αναπόσπαστη αρχή του κοινοτικού δικαίου. Ως αρχή του κοινοτικού δικαίου είναι δεσμευτική για τα κράτη μέλη λόγω της υπεροχής του κοινοτικού έναντι των εθνικών δικαίων και, ιδίως, για τα νέα κράτη μέλη κατόπιν της προσχωρήσεώς τους. Θα ήταν ανεπίτρεπτο η συμβατική ελευθερία να συμβάλλει στη διαιώνιση ανεπιεικών νομικών καταστάσεων, που δεν προσαρμόζονται στην εξέλιξη του δικαίου και των αντιλήψεων, όταν, εκδηλούμενη μέσω συμβάσεων αόριστης διάρκειας, αναπτύσσει οριστικά αποτελέσματα. Τούτο θα συνιστούσε παράγοντα δυσκαμψίας του ισχύοντος δικαίου και καθυστερήσεως των αναμορφωτικών επιδράσεων του κοινοτικού δικαίου.
83. Τέτοιου είδους μειονεκτήματα μπορούν να δικαιολογηθούν μόνον από τις επιταγές της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Η ημερομηνία θέσεως σε ισχύ ενός νέου κοινοτικού κανόνα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να προσαρμόζεται λαμβάνοντας υπόψη την τήρηση αυτών των άλλων αρχών του κοινοτικού δικαίου.
84. Εφόσον αποδείχθηκε ότι η εφαρμογή του άρθρου 73 Β της Συνθήκης στα μελλοντικά αποτελέσματα μιας ισχύουσας συμβάσεως δεν μπορεί να θίξει την τήρηση αυτών των αρχών, δεν βλέπω ποιος λόγος θα αντέκειτο στην άμεση θέση του άρθρου αυτού σε ισχύ.
85. Εν προκειμένω, οι συνέπειες που θα είχε η εφαρμογή αυτής της διατάξεως σε ισχύουσες συμβάσεις οι οποίες διέπονται από ρυθμίσεις όπως οι επίμαχες εν προκειμένω δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, ικανές να θίξουν τις αρχές της ασφαλείας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
86. Η νομική ρύθμιση που απορρέει από το άρθρο 73 Β της Συνθήκης δεν επιβάλλει αναφορά σε κανένα συγκεκριμένο νόμισμα, εφόσον προκρίνει την ελευθερία επιλογής επί του θέματος. Επομένως, είτε η υποθήκη είναι εγγεγραμμένη σε εθνικό νόμισμα, σύμφωνα με την εφαρμοστέα προ της προσχωρήσεως του εν λόγω κράτους εθνική ρύθμιση, είτε έχει συσταθεί σε αλλοδαπό νόμισμα, κατά παράβαση της ρυθμίσεως αυτής, η επίδικη ασφάλεια είναι νόμιμη από απόψεως κοινοτικού δικαίου. Η εφαρμογή του άρθρου 73 Β της Συνθήκης κατά το διάστημα που η υποθήκη υφίστατο δεν μπορεί επομένως σε κανένα χρονικό σημείο να θέσει υπό αμφισβήτηση την εγκυρότητά της για τον λόγο ότι θα έπρεπε να είχε προτιμηθεί ένα νόμισμα έναντι κάποιου άλλου.
87. Επομένως, στην υπόθεση της κύριας δίκης, η υποθήκη που συστάθηκε σε γερμανικά μάρκα θα έπρεπε να αποκτήσει, τουλάχιστον από τον χρόνο της προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, νέο κύρος.
88. Κατά τα λοιπά, αρχική πρόθεση των συμβαλλομένων ήταν να συστήσουν αποτελεσματική ασφάλεια, ικανή να εκπληρώσει τον εγγυητικό της σκοπό χωρίς κίνδυνο ακυρότητας.
89. Ας προστεθεί ότι δεν φαίνεται να υπήρχαν τρίτοι ενδιαφερόμενοι για την εξάλειψη της υποθήκης για λόγους σχετικούς με την παράβαση του εθνικού νόμου, γεγονός που αποδεικνύει ότι η μόνη αμφισβήτηση της επίμαχης υποθήκης προήλθε από τον ένα των συμβαλλομένων.
90. Η θέση σε ισχύ του άρθρου 73 Β της Συνθήκης αντί μιας εθνικής ρυθμίσεως, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν φαίνεται, εν προκειμένω, ικανή να θίξει τις αρχές της ασφαλείας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
91. Κατά συνέπεια, το άρθρο 73 Β της Συνθήκης πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι έχει άμεση εφαρμογή σε μια κατάσταση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, κατά την οποία μια υποθήκη, καίτοι εγγεγραμμένη πριν από την προσχώρηση της Αυστρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτέλεσε αντικείμενο της διαδικασίας εκποιήσεως μετά αυτή την ημερομηνία, χωρίς να θίγονται οι αρχές της ασφαλείας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
ρόταση
92. Ενόψει των παρατεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις εξής απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα που του υπέβαλε το Landesgericht für Zivilrechtssachen Wien:
1) Το άρθρο 73 Β της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 56 ΕΚ) απαγορεύει εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία επιβάλλει την εγγραφή σε εθνικό νόμισμα υποθήκης συσταθείσας προς εξασφάλιση απαιτήσεως εξοφλητέας στο νόμισμα άλλου κράτους μέλους.
2) Το άρθρο 73 Β της Συνθήκης πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τούτο δεν έχει εφαρμογή σε υποθήκη εγγεγραμμένη, στην Αυστρία, στο νόμισμα άλλου κράτους μέλους, προ της προσχωρήσεως του κράτους αυτού στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το άρθρο 73 Β της Συνθήκης πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι έχει άμεση εφαρμογή σε μια κατάσταση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, κατά την οποία μια υποθήκη, καίτοι εγγεγραμμένη πριν από την προσχώρηση της Αυστρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτέλεσε αντικείμενο της διαδικασίας εκποιήσεως μετά την ημερομηνία αυτή, χωρίς να θίγονται οι αρχές της ασφαλείας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Full & Egal Universal Law Academy