Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Η παρούσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά κυρίως το ζήτημα αν κράτος μέλος εξακολουθεί να λαμβάνει προληπτικά μέτρα για την προστασία της υγείας, όταν έχει ήδη θεσπιστεί σχετική κοινοτική ρύθμιση, πλην όμως αυτή δεν έχει ακόμη αρχίσει να ισχύει.
2. ρόκειται συναφώς για το ζήτημα αν ένα τέτοιο εθνικό μέτρο - εν προκειμένω απαγόρευση εισαγωγών προϊόντων ζωικής προελεύσεως σε συνάρτηση με την καταπολέμηση της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών - είναι δυνατό κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/662/ΕΟΚ (βλ. συναφώς το μέρος ΙΙ, A, 2, σημείο 11) ή, σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, κατά το άρθρο 36 της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 30 ΕΚ).
3. Η από τη Βόρεια Ιρλανδία προσφεύγουσα της κύριας δίκης εισάγει από την Ιρλανδία πλήρεις κεφαλές βοοειδών από τις οποίες αφαιρεί τους μασητηρίους μύες. Οι κεφαλές αυτές περιέχουν εντούτοις το αποκαλούμενο ειδικό υλικό κινδύνου (κρανίο, εγκέφαλο, οφθαλμούς κ.λπ.), των οποίων την εισαγωγή απαγόρευσε το Ηνωμένο Βασίλειο για την καταπολέμηση της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών και για τον λόγο αυτό κατασχέθηκε και καταστράφηκε η παράδοση ποσότητας που συνοδευόταν από κτηνιατρικά πιστοποιητικά καταλληλότητας κατά την έννοια της οδηγίας 64/333/ΕΟΚ (βλ. το μέρος ΙΙ, A, 1, σημείο 5 επ.).
4. Κατά τη μη ακόμη τεθείσα σε ισχύ απόφαση της Επιτροπής (βλ. μέρος ΙΙ, A, 3, σημείο 12 επ.), το ειδικό υλικό κινδύνου πρέπει να καθίσταται αβλαβές κατά την αφαίρεση στον τόπο παραγωγής. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά τώρα συγκεκριμένα αν ο τόπος παραγωγής ταυτίζεται με τον τόπο της σφαγής.
ΙΙ - Νομοθετικό πλαίσιο
A) Κοινοτικό δίκαιο
1) Οδηγία 64/433/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 1964, για τον καθορισμό των υγειονομικών όρων παραγωγής και διάθεσης στην αγορά νωπού κρέατος ως έχει μετά την οδηγία 991/497/ΕΟΚ (στο εξής: οδηγία περί νωπών κρεάτων)
5. Όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις της ήδη το 1964 εκδοθείσας οδηγίας περί νωπών κρεάτων, με την οδηγία έπρεπε να καταστούν ενιαίοι οι υγειονομικοί όροι στα σφαγεία και τα εργαστήρια τεμαχισμού καθώς και στον τομέα της αποθηκεύσεως και της μεταφοράς του κρέατος (τέταρτη αιτιολογική σκέψη). Επομένως, η οδηγία δεν χρησιμεύει άμεσα στην καταπολέμηση της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών. Για να παρέχεται στις αρχές της χώρας προορισμού η διαβεβαίωση ότι μια αποστολή κρέατος ανταποκρίνεται στις διατάξεις της οδηγίας περί νωπών κρεάτων απαιτείται η έκδοση πιστοποιητικού καταλληλότητας από επίσημο κτηνίατρο της χώρας αποστολής (έκτη αιτιολογική σκέψη).
6. Συγκεκριμένα, το άρθρο 3 της οδηγίας περί νωπών κρεάτων ορίζει τα εξής:
«1. Κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε:
A. τα σφάγια, τα ημιμόρια, τα ημιμόρια που τεμαχίζονται σε τρία το πολύ κομμάτια ή τα τεταρτημόρια:
α) να προέρχονται από σφαγείο [...] το οποίο έχει εγκριθεί και ελέγχεται [...]·
β) να προέρχονται από ζώο σφαγής το οποίο έχει υποβληθεί σε υγειονομική εξέταση προ της σφαγής από επίσημο κτηνίατρο [...]·
γ) [...]
δ) να έχουν [...] υποβληθεί σε υγειονομική επιθεώρηση μετά τη σφαγή από επίσημο κτηνίατρο [...]·
ε) να φέρουν σήμανση καταλληλότητας [...]·
στ) έως η) [...]
B. τα κομμάτια ή τεμάχια που είναι μικρότερα από τα αναφερόμενα στο σημείο Α ή το αποστεωμένο κρέας:
α) να τεμαχίζονται ή να αποστεώνονται σε εργαστήριο τεμαχισμού [...] το οποίο εγκρίνεται και ελέγχεται [...]·
[...]»
7. Κατά το αρχικό κείμενο της οδηγίας περί νωπών κρεάτων, τα κράτη μέλη μπορούσαν να απαγορεύσουν την εισαγωγή κρεάτος παρά την ύπαρξη νομότυπων έλεγχων και επισημάνσεως. Συναφώς, στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη αναφέρονταν τα εξής:
«τα κράτη μέλη πρέπει να έχουν το δικαίωμα να αρνούνται την εισαγωγή στο έδαφός τους κρεάτων που θα αποδειχθούν ακατάλληλα για την ανθρώπινη κατανάλωση ή δεν θα ανταποκρίνονται στις κοιντοικές διατάξεις περί υγειοονομικών θεμάτων».
8. Στην όπως ήδη έχει οδηγία δεν απαντά πλέον μεν αυτή η μνεία, πλην όμως μέτρα προστασίας της υγείας εξακολουθούν να είναι δυνατά μέσω αναφοράς σε μια άλλη οδηγία. Συναφώς, η όγδοη αιτιολογική σκέψη έχει ως εξής:
«στο ενδοκοινοτικό εμπόριο πρέπει επίσης να εφαρμόζονται οι κανόνες της οδηγίας 89/662/ΕΟΚ [...]».
2) Οδηγία 89/662 του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 1989, σχετικά με τους κτηνιατρικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς (στο εξής: οδηγία 89/662)
9. Η οδηγία έχει ως κύριο σκοπό να μη διενεργούνται πλέον, στα σύνορα, κτηνιατρικοί έλεγχοι προϊόντων ζωικής προελεύσεως, που προορίζονται για το εμπόριο, αλλά στη χώρα καταγωγής ή στη χώρα προορισμού.
10. Επομένως, η οδηγία δεν έχει πρωτίστως ως σκοπό την καταπολέμηση επιζωοτιών ή τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών και τη λήψη αντιστοίχων μέτρων για την προστασία της υγείας. Για τον λόγο αυτό, στη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη εκτίθενται τα εξής:
«ότι, ωστόσο, όσον αφορά ορισμένες επιζωοτίες, η υγειονομική κατάσταση των κρατών μελών είναι ακόμα διαφορετική και ότι, μέχρις ότου υπάρξουν κοινοτικοί κανόνες για τα μέσα καταπολέμησης αυτών των ασθενειών, θα πρέπει να παραμερισθεί προσωρινά το θέμα του ελέγχου για τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές ζώντων ζώων και επιτραπεί ένας έλεγχος βάσει εγγράφων κατά τη μεταφορά· ότι, στη σημερινή κατάσταση της εναρμόνισης και μέχρις ότου υπάρξουν κοινοτικοί κανόνες, θα πρέπει να τηρηθούν, για τα εμπορεύματα τα οποία δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο εναρμονισμένων κανόνων, οι απαιτήσεις του κράτους προορισμού, στον βαθμό που είναι σύμφωνες με το άρθρο 36 της Συνθήκης».
11. Εντούτοις, το άρθρο 9 - στο κεφάλαιο ΙΙΙ «κοινές διατάξεις» - ρυθμίζει για την περίπτωση της εμφανίσεως ασθενειών, οι οποίες μπορούν να συνιστούν κίνδυνο για τα ζώα ή την ηλικία των ανθρώπων, τα ακόλουθα:
«Άρθρο 9
1. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν αμέσως στα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή, εκτός από την εμφάνιση στην επικράτειά τους των ασθενειών που προβλέπονται στην οδηγία 82/894/ΕΟΚ [], την εμφάνιση οποιασδήποτε ζωονοσίας, ασθενείας ή αιτίας που ενδέχεται να συνιστά σοβαρό κίνδυνο για τα ζώα ή την υγεία των ανθρώπων.
Το κράτος μέλος καταγωγής θέτει αμέσως σε εφαρμογή τα μέτρα καταπολέμησης ή πρόληψης που προβλέπονται από τους κοινοτικούς κανόνες, και ιδίως τον καθορισμό των ζωνών προστασίας που προβλέπονται σε αυτούς ή θεσπίζει οποιοδήποτε άλλο μέτρο κρίνει κατάλληλο.
Το κράτος μέλος προορισμού ή διαμετακόμισης το οποίο, κατά τη διενέργεια ελέγχου που προβλέπεται από το άρθρο 5 [], διαπιστώνει μία από τις ασθένειες ή αιτίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, μπορεί να λαμβάνει, εάν είναι απαραίτητο, προληπτικά μέτρα που προβλέπονται από τους κοινοτικούς κανόνες.
Μέχρις ότου ληφθούν μέτρα, σύμφωνα με την παράγραφο 4, το κράτος μέλος προορισμού μπορεί, για σοβαρούς λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας ή της υγείας των ζώων, να λαμβάνει συντηρητικά μέτρα έναντι των συγκεκριμένων εγκαταστάσεων [] ή, σε περίπτωση επιζωοτίας, έναντι της ζώνης προστασίας που προβλέπεται από τους κοινοτικούς κανόνες [].
Τα μέτρα που λαμβάνονται από τα κράτη μέλη κοινοποιούνται αμέσως στην Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη.
2. και 3. [...]
4. Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή εξετάζει την κατάσταση, το συντομότερο δυνατό, στο πλαίσιο της μόνιμης κτηνιατρικής επιτροπής. Θεσπίζει, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 17 [], τα απαραίτητα μέτρα για τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1 και, όταν το επιβάλλει η κατάσταση, για τα προϊόντα από το οποία προέρχονται ή τα οποία αποτελούν παράγωγα των εν λόγω προϊόντων. Η Επιτροπή παρακολουθεί την εξέλιξη της κατάστασης και σύμφωνα με την ίδια διαδικασία τροποποιεί ή ακυρώνει, ανάλογα με αυτή την εξέλιξη, τις ληφθείσες αποφάσεις.
5. [...]»
3) Απόφαση 97/534/ΕΚ της Επιτροπής της 30ής Ιουλίου 1997, σχετικά με την απαγόρευση της χρήσης υλικών που παρουσιάζουν κίνδυνο από άποψη μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών (στο εξής: απόφαση της Επιτροπής)
12. Κατά το άρθρο 2 αυτής της αποφάσεως, την οποία η Επιτροπή εξέδωσε στο πλαίσιο της κρίσης της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών - και η οποία, μεταξύ άλλων, στηρίχθηκε στην αμέσεως προπαρατεθείσα οδηγία 89/662 και, εν προκειμένω, ιδίως, στο άρθρο 9, παράγραφος 4 -, η χρησιμοποίηση ειδικού υλικού κινδύνου (στο εξής: ΕΥΚ) απαγορεύεται για οποιοδήποτε σκοπό. Ως ΕΥΚ ορίζεται στο άρθρο 1 της αποφάσεως - καθόσον αφορά την παρούσα περίπτωση - το κρανίο, συμπεριλαμβανομένου του εγκεφάλου και των οφθαλμών, οι αμυγδαλές και νωτιαίος μυελός των βοοειδών ηλικίας άνω των 12 μηνών.
13. Για τη χρησιμοποίηση ΕΥΚ το άρθρο 4, παράγραφος 1, της αποφάσεως της Επιτροπής προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Το ειδικό υλικό κινδύνου υποβάλλεται σε χρώση κατά την αφαίρεση και είτε:
α) αποτεφρώνεται ή
β) υπό τον όρο ότι η χρώση έγινε με βαφή, το χρώμα της οποίας μπορεί να ανιχνευθεί μετά την επεξεργασία, υποβάλλεται σε επεξεργασία και ακολούθως αποτεφρώνεται, θάβεται ή καίγεται ως καύσιμο ή καταστρέφεται κατ' άλλο τρόπο με παρόμοια μέθοδο, η οποία αποτρέπει τον κίνδυνο μόλυνσης από οποιαδήποτε μεταδοτική σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια []».
14. Στη δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως της Επιτροπής εκτίθεται ότι πρέπει για τους εν λόγω ιστούς, δηλαδή το ΕΥΚ, να «διασφαλίζεται η αφαίρεση και η σήμανσή τους με βαφή στον τόπο παραγωγής και στη συνέχεια η καταστροφή τους με καύση [...]».
15. Κατά το άρθρο 10, η απόφαση θα έπρεπε να εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 1998. Η ημερομηνία ενάρξεως ισχύος μετατέθηκε αργότερα στην 1η Απριλίου 1998, κατόπιν στην 1η Ιανουαρίου 1999, στη συνέχεια στη 31η Δεκεμβρίου 1999 και εκ νέου στις 30 Ιουνίου 2000 .
16. ρος αιτιολόγηση της αναβολής, εκτέθηκε κάθε φορά ότι απαιτούνταν περισσότερος χρόνος για την εξέταση των επιπτώσεων της αποφάσεως σε ένα ευρύ φάσμα προϊόντων και των νέων επιστημονικών στοιχείων. Επιπροσθέτως, η μόνιμη κτηνιατρική επιτροπή δεν γνωμοδότησε θετικώς για το αρχικό σχέδιο του σχεδιαζόμενου μέτρου.
17. Σημειώνεται εν παρόδω ότι για τους ίδιους λόγους και συνεπεία μιας μακράς με αντιμαχόμενες απόψεις συζητήσεως για τις αιτίες και τις δυνατότητες μεταδόσεως της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών δεν έχει ακόμη υιοθετηθεί η πρόταση της Επιτροπής «κανονισμού (ΕΚ) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση κανόνων πρόληψης και καταπολέμησης ορισμένων μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών» - που υπέβαλε η Επιτροπή στις 7 Ιανουαρίου 1999.
B) Εθνικό δίκαιο
18. Στις 29 Δεκεμβρίου 1997, ήτοι λίγο μετά αφού αναβλήθηκε για πρώτη φορά η θέση σε εφαρμογή της αρχικής αποφάσεως της Επιτροπής το Department of Agriculture for Northern Ireland εξέδωσε - κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/662 - ως μέρος του προγράμματός του για την καταπολέμηση της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών τη Specified Risk Material (Northern Ireland) Order 1997 (στο εξής: Order 1997).
19. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της Order 1997 έχει ως εξής:
«Απαγορεύεται η από οπουδήποτε πλην του Ηνωμένου Βασιλείου, των Αγγλονορμανδικών νήσων και της νήσου Man, οποιαδήποτε εισαγωγή στη Βόρεια Ιρλανδία:
a) οποιουδήποτε ειδικού υλικού κινδύνου κατηγορίας 1 [...]·
b) [...]
[...]»
20. Το ειδικό υλικό κινδύνου κατηγορίας 1 περιλαμβάνει, για τους σκοπούς της εν λόγω ρυθμίσεως, το κρανίο, περιλαμβανομένων του εγκεφάλου και των οφθαλμών, τις αμυγδαλές και το νωτιαίο μυελό κάθε βοοειδούς που έχει σφαγεί ή πεθάνει εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου σε ηλικία πλέον των δώδεκα μηνών. Ο ορισμός αυτός αντιστοιχεί στον ορισμό ΕΥΚ της αποφάσεως της Επιτροπής.
Κατά τους ορισμούς αυτούς, οι μασητήριοι μύες θεωρούνται ΕΥΚ.
ΙΙΙ - Τα περιστατικά και τα προδικαστικά ερωτήματα
21. Η εταιρία Eurostock, προσφεύγουσα, έχει την έδρα της στο Newry, County Down, Βόρεια Ιρλανδία. Κατά τα εκτιθέμενα από το αιτούν δικαστήριο, «ασχολείται με την εμπορία κρεάτων και ειδικότερα την αφαίρεση από τις κεφαλές βοοειδών των μασητηρίων μυών και της επεξεργασίας αυτών προς κατανάλωση από τον άνθρωπο». Η δραστηριότητα αυτή συνίσταται, μεταξύ άλλων, στην αφαίρεση των οστών - στη Βόρεια Ιρλανδία - από τις κεφαλές βοοειδών που εισάγονται από την Ιρλανδική Δημοκρατία και στην εξαγωγή του κατ' αυτόν τον τρόπο ληφθέντος κρέατος σε άλλα μέρη του Ηνωμένου Βασιλείου και επίσης, από το 1987, στη Γαλλία. Μετά την αφαίρεση των μασητηρίων μυών από την κεφαλή των βοοειδών η προσφεύγουσα επεξεργάζεται το υπόλοιπο του κρανίου σαν να επρόκειτο για προϊόν κατατασσόμενο ως ειδικό υλικό κινδύνου (ΕΥΚ).
22. Στις 9 Ιανουαρίου 1998, το καθού κατέσχε, κατά το άρθρο 14 της Order 1997, μια παρτίδα κεφαλών βοοειδών, που είχε εισαγάγει η προσφεύγουσα από την Ιρλανδία στο Ηνωμένο Βασίλειο, και τα χαρακτήρισε ως ακατάλληλα προς χρήση. Η παρτίδα συνοδευόταν από εκδοθέντα σύμφωνα με την οδηγία περί νωπών κρεάτων 64/433 «υγειονομικά πιστοποιητικά» , κατά τα οποία το εν λόγω κρέας ήταν κατάλληλο για κατανάλωση από τον άνθρωπο. Οι κεφαλές αυτές βοοειδών αποσύρθηκαν από την κυκλοφορία χωρίς προηγούμενο έλεγχο με την αιτιολογία ότι η παρτίδα είχε εισαχθεί κατά παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 1 της Order 1997.
23. Το επιληφθέν τής με αυτό το ιστορικό διαφοράς δικαστήριο, το Court of Appeal in Northern Ireland, έχει αμφιβολίες ως προς το κύρος της Order 1997, καθώς και ως προς την ερμηνεία της αποφάσεως της Επιτροπής, καθόσον αυτή προβλέπει ότι το ειδικό υλικό κινδύνου πρέπει να αφαιρείται, να υποβάλλεται σε χρώση και να καταστρέφεται στον τόπο παραγωγής.
24. Για τον λόγο αυτόν, το Court of Appeal υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθα ερωτήματα για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
«1) Μπορεί κράτος μέλος να λάβει συντηρητικά μέτρα προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/662/ΕΟΚ του Συμβουλίου, δεδομένου ότι η Επιτροπή έχει εκδώσει την απόφαση 97/534/ΕΚ βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 4, της εν λόγω οδηγίας αλλά ανέβαλε την έναρξη ισχύος της αποφάσεως αυτής;
2) Αν η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι καταφατική, τι βαθμός βεβαιότητας, πιθανότητας ή δυνατότητας απαιτείται, ενδεχομένως, ότι η Επιτροπή θα θέσει σε εφαρμογή την εν λόγω οδηγία προτού το κράτος μέλος λάβει τέτοια συντηρητικά μέτρα προστασίας;
3) Κατά την ορθή ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, της αποφάσεως 97/534/ΕΚ της Επιτροπής:
α) πρέπει το ειδικό υλικό κινδύνου να αφαιρείται και να υποβάλλεται σε χρώση στον τόπο παραγωγής, και
β) για τους σκοπούς αυτούς, είναι ο τόπος παραγωγής ο τόπος όπου σφάζονται τα ζώα;
4) Αν η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι αρνητική, μπορεί ωστόσο ένα κράτος μέλος να δικαιολογήσει για λόγους προστασίας της υγείας των ανθρώπων, δυνάμει του άρθρου 36 της Συνθήκης, μέτρα περιλαμβάνοντα απαγόρευση εισαγωγής από άλλο κράτος μέλος:
α) ειδικού υλικού κινδύνου κατά την έννοια της εν λόγω αποφάσεως,
ή
β) κεφαλές βοοειδών που περιέχουν τέτοιο ειδικό υλικό κινδύνου;»
IV - Ισχυρισμοί των μετεχόντων της διαδικασίας
25. Στην παρούσα διαδικασία για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως μετέχουν, παράλληλα με την προσφεύγουσα, η Γερμανική, η Γαλλική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Επιτροπή. Κατωτέρω, εκτίθενται συνοπτικώς οι ισχυρισμοί των μετεχόντων της διαδικασίας.
26. Η προσφεύγουσα προέβαλε συναφώς στο πλαίσιο της κύριας δίκης ότι η επιβληθείσα με την Order 1997 απαγόρευση εισαγωγής συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και επομένως αντιβαίνει προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, άρθρο 28 ΕΚ), χωρίς ούτε να δικαιολογείται ούτε να επιτρέπεται από απόψεως κοινοτικού δικαίου. Επί του πρώτου ερωτήματος η προσφεύγουσα προβάλλει ότι οι εισαχθείσες κεφαλές βοοειδών είχαν ελεγχθεί στο κράτος μέλος προελεύσεως και συνοδεύονταν με πιστοποιητικό καταλληλότητας σύμφωνα με την οδηγία περί νωπών κρεάτων. Οι περιεχόμενες στο άρθρο 9 της οδηγίας 89/662 αρχές έχουν εφαρμογή μόνο όταν επισημαίνεται από κράτος μέλος ότι έχουν εμφανισθεί ασθένειες ή αιτίες που ενδέχεται να συνιστούν σοβαρό κίνδυνο για τα ζώα ή την υγεία των ανθρώπων. Το άρθρο 9, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο επεμβαίνει επομένως μόνο σε περιπτώσεις ανάγκης στις οποίες δικαιολογούνται προληπτικά μέτρα για σοβαρούς λόγους προστασίας της υγείας ανθρώπων και ζώων. Τα μέτρα αυτά μπορούν να θεσπίζονται μόνον εν αναμονή του μέτρου που θα λάβει η Επιτροπή. Βεβαίως, η Επιτροπή διαθέτει στο πλαίσιο της οδηγίας 89/662 κατά τη θέσπιση προστατευτικών μέτρων ευρεία ευχέρεια εκτιμήσεως, πλην όμως αυτό δεν σημαίνει ότι μια τέτοια ευχέρεια έχουν επίσης τα κράτη μέλη. Δεδομένου ότι η Επιτροπή εξέδωσε ήδη μια απόφαση βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 4, δεν μπορεί πλέον να λαμβάνεται ως δεδομένο ότι δεν υφίσταται ακόμη ένα τέτοιο μέτρο, μολονότι η απόφαση δεν έχει ακόμη τεθεί σε ισχύ. Επομένως, ένα κράτος μέλος δεν δικαιούται πλέον να λαμβάνει μονομερή μέτρα. Επομένως, η έκδοση της Order 1997 ως προληπτικό μέτρο δεν μπορεί πλέον να είναι νόμιμη, διότι ιδίως υπερβαίνει αυτό το οποίο θέλησε να ρυθμίσει η Επιτροπή με την απόφασή της.
27. Τα μετέχοντα της διαδικασίας κράτη μέλη και η Επιτροπή επισημαίνουν κατ' αρχάς τους σοβαρούς κινδύνους που συνδέονται με τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών. Λαμβάνουν ως βάση ότι - καθόσον χρόνο δεν έχει ακόμη τεθεί σε ισχύ ένα κοινοτικό μέτρο - επιτρέπεται στα κράτη μέλη, στο πλαίσιο του άρθρου 9 της οδηγίας 89/662, να λαμβάνουν προληπτικά μέτρα όταν υφίστανται σοβαροί λόγοι προστασίας της υγείας ανθρώπων και ζώων.
28. Κατά την άποψη των μετεχόντων της διαδικασίας, η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα περιττεύει. Η προσφεύγουσα λαμβάνει ως βάση ότι ουδόλως υφίσταντο περιστάσεις που δικαιολογούσαν την έκδοση της Order 1997, δεδομένου ότι η Επιτροπή απλώς ανέστειλε την έναρξη ισχύος της δικής της αποφάσεως. Κατά τους λοιπούς μετέχοντες της διαδικασίας, σημασία για το ζήτημα του κύρους ενός εθνικού μέτρου κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, της οδηγίας 89/662 έχει μόνο το ότι πληρούνται οι περιεχόμενοι σ' αυτό προϋποθέσεις του πραγματικού (έλλειψη κοινοτικού μέτρου, σοβαροί λόγοι προστασίας της υγείας) πλην όμως όχι το ενδεχόμενο περιεχόμενο του προς λήψη κοινοτικού μέτρου ή το χρονικό σημείο της ενάρξεως ισχύος του.
29. Ως προς το τρίτο ερώτημα - σε ποιο τόπο πρέπει να αφαιρείται το ΕΥΚ - η προσφεύγουσα και η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζουν την άποψη ότι αυτό πρέπει να γίνεται στο εργαστήριο τεμαχισμού. Εφόσον η απόφαση της Επιτροπής - όπως φρονεί η προσφεύγουσα - δεν απαγορεύει τη μεταφορά κεφαλών βοοειδών, ο σχετικός έλεγχος των προϊόντων στο εργαστήριο τεμαχισμού είναι αποτελεσματικότατος και λογικότατος. Η Γερμανική Κυβέρνηση επικαλείται την οδηγία περί νωπών κρεάτων, κατά την οποία η αφαίρεση των μυών της κεφαλής επιτρέπεται μόνο στο εργαστήριο τεμαχισμού. Η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου λαμβάνουν ως βάση το ότι το κρέας πρέπει να αφαιρείται αμέσως μετά τη σφαγή του ζώου, δεδομένου ότι αυτό αποτελεί την ασφαλέστερη μέθοδο εμποδίσεως διασταυρούμενων μολύνσεων.
30. Όσον αφορά το τέταρτο ερώτημα, μόνο η προσφεύγουσα υποστηρίζει την άποψη ότι μια ενέργεια όπως η εν προκειμένω στο πλαίσιο της Order 1997 δεν δικαιολογείται από το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΚ. Η Κοινότητα έκανε χρήση της νομοθετικής της εξουσίας, έστω και αν η σχετική απόφαση δεν έχει ακόμη τεθεί σε ισχύ. Επομένως, τα κράτη μέλη δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα να ενεργούν μονομερώς. Η Ολλανδική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και η Επιτροπή θεωρούν ότι η Order 1997 δικαιολογείται βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΚ, δεδομένου ότι δεν υφίσταται πλήρης εναρμόνιση σ' αυτόν τον τομέα και ότι οι ιδιαίτεροι κίνδυνοι από τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών επιτρέπουν επαυξημένη προστασία της υγείας ανθρώπων και ζώων μέσω ενεργειών των κρατών μελών.
V - Εκτίμηση
α) Επί του πρώτου ερωτήματος
31. Με το πρώτο του ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν ένα κράτος μέλος μπορεί κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/662 να λάβει προσωρινά προστατευτικά μέτρα, όταν η Επιτροπή έχει μεν εκδώσει απόφαση κατά το άρθρο 9, παράγραφος 4, αυτής της οδηγίας, πλην όμως ανέβαλε την έναρξη ισχύος αυτής της αποφάσεως.
32. Σε μια τέτοια περίπτωση, πρέπει να ληφθεί ως βάση ότι τα αποφασισθέντα από την Επιτροπή μέτρα εμπίπτουν στην έννοια της φράσεως «μέχρις ότου ληφθούν μέτρα» του άρθρου 9, παράγραφος 1. Από τη διατύπωση αυτή προκύπτει ότι τα μέτρα πρέπει να είναι αποτελεσματικά. Η απλώς και μόνο τυπική πράξη της αποφάσεως δεν αρκεί καθ' εαυτή προς τούτο. Τα μέτρα χρησιμεύουν, όπως προκύπτει από το γράμμα της διατάξεως, για την αποτροπή κινδύνων που επαπειλούνται από αντίστοιχες ασθένειες και για την καταπολέμηση των αιτιών που συνιστούν κίνδυνο για την υγεία. Αυτό είναι δυνατό μόνο αν τα μέτρα μπορούν επίσης να εφαρμοσθούν, πράγμα για το οποίο είναι αναγκαία η θέση σε ισχύ. Δεδομένου ότι ενόψει των κινδύνων για τους ανθρώπους και τα ζώα είναι επίσης αναγκαία μια ταχεία ενέργεια, τα κράτη μέλη πρέπει να είναι σε θέση να δρούν προληπτικώς, καθόσον χρόνο δεν είναι ακόμη δυνατά αντίστοιχα μέτρα της Επιτροπής.
33. Σύμφωνα με το άρθρο 129 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 152 ΕΚ), πρέπει ως προς όλα τα μέτρα της Κοινότητας να υφίσταται «εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας». Μέχρις ότου ληφθούν τέτοια μέτρα από την Επιτροπή, πρέπει επομένως να εξακολουθούν τα κράτη μέλη να έχουν τη δυνατότητα να εξασφαλίζουν αυτό το υψηλό επίπεδο προστασίας με δικά τους συντηρητικά μέτρα.
34. Εξάλλου, η δομή του άρθρου 9 δείχνει - και αυτό αντιστοιχεί επίσης στο πνεύμα και το σκοπό του - ότι τέτοιοι κίνδυνοι για την υγεία πρέπει να καταπολεμούνται καλύτερα «επί τόπου» και γι' αυτό ακριβώς τον λόγο προσδίδεται ιδιαίτερη σημασία στα κράτη μέλη. Δεδομένου ότι αυτά είναι τελικώς σε μεγάλο βαθμό συνυπεύθυνα, πρέπει λόγω της αναγκαίας αποτελεσματικότητας να είναι επίσης σε θέση να αναπτύσσουν δράση, διότι δεν θα μπορούσε να εξασφαλίζεται αποτελεσματική προστασία της υγείας, αν μια απόφαση της Επιτροπής έχει μεν εκδοθεί, πλην όμως - παραδείγματος χάριν για λόγους πολιτικής φύσεως ή εξαιτίας συνεχών συζητήσεων με αντιμαχόμενες απόψεις - η έναρξη ισχύος θα πρέπει να αναμένεται μόνο μετά την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος. Σε μια τέτοια περίπτωση, πρέπει τα κράτη μέλη να έχουν τη δυνατότητα να μπορούν να λαμβάνουν συντηρητικά μέτρα για την προστασία της υγείας των ανθρώπων. Η ύπαρξη «σοβαρών λόγων προστασίας της δημόσιας υγείας ή της υγείας των ζώων», που απαιτεί το άρθρο 9, παράγραφος 1, γι' αυτά τα μέτρα, πρέπει ομοίως να θεωρείται δεδομένη.
35. Η θέσπιση μέτρων από την Επιτροπή τα οποία όμως δεν ισχύουν ακόμη θα μπορούσε απλώς και μόνο να έχει επίδραση στο περιεχόμενο των συντηρητικών μέτρων του κράτους μέλους. Δεδομένου ότι τα συντηρητικά μέτρα του κράτους μέλους δεν επιτρέπεται να είναι αντίθετα προς τα αναμενόμενα μέτρα της Επιτροπής, θα πρέπει ενδεχομένως να προσαρμόζονται προς τις μελλοντικές προτάσεις της Επιτροπής μετά τη γνωστοποίησή τους. Αυτό πάντως ουδόλως επηρεάζει την εξουσία των κρατών μελών για την έκδοση των μέτρων.
36. Η Order 1997 έχει ως περιεχόμενο μια γενική απαγόρευση εισαγωγών ειδικού υλικού κινδύνου στη Βόρεια Ιρλανδία. Ενόψει του γράμματος του άρθρου 9, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, της οδηγίας 89/662, θα μπορούσε να είναι αμφίβολο αν η Order 1997 συνιστά συναφώς ένα τέτοιο συντηρητικό μέτρο, δεδομένου ότι προβλέπει γενική απαγόρευση εισαγωγών και δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένες εγκαταστάσεις ή ζώνες προστασίας. Βεβαίως, στις εγκαταστάσεις κατά το άρθρο 2 της οδηγίας 89/662 δεν περιλαμβάνονται μόνο εγκαταστάσεις γεωργικής παραγωγής, αλλά και εγκαταστάσεις επεξεργασίας. Ως τέτοια εγκατάσταση πρέπει να θεωρηθεί η επιχείρηση της προσφεύγουσας. Εντούτοις, λόγω του γενικού χαρακτήρα της Order 1997, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι δεν πρόκειται για περιοριζόμενο σε ορισμένες εγκαταστάσεις ή ορισμένες ζώνες προστασίας μέτρο. Το άρθρο 9, παράγραφος 2, επίσης κάνει λόγο για έλεγχο των μέτρων «επί τόπου», πράγμα που αποτελεί ένδειξη για τοπικώς συγκεκριμένες ενέργειες. Εντούτοις, ενόψει της διευκολύνσεως της καταπολεμήσεως των κινδύνων για την υγεία θα ήταν παράλογο να ερμηνευθεί η διάταξη αυτή τόσο στενά. Ενόψει του κινδύνου, πρέπει να είναι δυνατά όλα τα ενδεχόμενα μέτρα, επομένως και μέτρα γενικού χαρακτήρα.
37. Στην απαγόρευση εισαγωγών δεν αντίκειται ούτε η οδηγία περί νωπών κρεάτων. Ακόμη και αν το προς εξαγωγή κρέας έχει ελεγχθεί και επισημανθεί νομοτύπως, τα κράτη μέλη προορισμού εξακολουθούν να έχουν τη δυνατότητα, κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, της οδηγίας 89/662 να λαμβάνουν συντηρητικά μέτρα για λόγους προστασίας της υγείας. Αυτό προκύπτει από την αναφορά στην οδηγία 89/662 που περιέχεται στην όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας περί νωπών κρεάτων (βλ. ανωτέρω το σημείο 8). Επομένως, τα κράτη μέλη προκειμένου να εμποδίσουν την εισαγωγή κρέατος, το οποίο έχει μεν χαρακτηρισθεί κατάλληλο καταναλώσεως για τον άνθρωπο, αλλά εντούτοις ενέχει - σημαντικούς - κινδύνους για την υγεία, μπορούν να λάβουν συντηρητικά μέτρα προστασίας.
38. Εντούτοις, η γενική απαγόρευση εισαγωγών αποτελεί ποσοτικό περιορισμό των εισαγωγών, ο οποίος πάντως μπορεί να δικαιολογείται για λόγους προστασίας της υγείας. Το αν το μέτρο επιφέρει δυσμενείς διακρίσεις και το αν είναι κατάλληλο και σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας πρέπει εντούτοις να εξεταστεί από το αιτούν δικαστήριο. Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της Order 1997, η εισαγωγή ειδικού υλικού κινδύνου από το Ηνωμένο Βασίλειο, τις αγγλοναρμανδικές νήσους και τη νήσο Man προς τη Βόρεια Ιρλανδία δεν απαγορεύεται. Για τις εισαγωγές αυτές απαιτούνται ενδεχομένως μακρότερες οδοί μεταφοράς απ' ό,τι από την Ιρλανδία. Δεδομένου όμως ότι ακριβώς η μεταφορά μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά επίσης αιτία διασταυρούμενων μολύνσεων, πρέπει να συμπεριληφθεί στον έλεγχο του εθνικού δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, ελλείψει σχετικού ερωτήματος από το αιτούν δικαστήριο και λόγω ανυπαρξίας πραγματικών στοιχείων δεν μπορεί να διατυπωθεί εν προκειμένω καμία περαιτέρω άποψη.
39. Επομένως, στο πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να λάβει προσωρινά προστατευτικά μέτρα κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, της οδηγίας 89/662, όταν η Επιτροπή έχει εκδώσει απόφαση κατά το άρθρο 9, παράγραφος 4, αυτής της οδηγίας, πλην όμως έχει αναβάλλει την έναρξη ισχύος της.
β) Επί του δευτέρου ερωτήματος
40. Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα αφορά το ζήτημα τι βαθμός βεβαιότητας, πιθανότητας ή δυνατότητας πρέπει να υφίσταται ως προς το ότι η Επιτροπή θα θέσει σε εφαρμογή την απόφασή της προκειμένου το κράτος μέλος να μπορεί να λάβει προσωρινά μέτρα προστασίας κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, της οδηγίας 89/662.
41. Όπως προκύπτει από τα εκτιθέμενα επί του πρώτου ερωτήματος, αρκεί για την ανάληψη δράσεως ενός κράτους μέλους κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, της οδηγίας 89/662 το ότι μια εκδοθείσα από την Επιτροπή απόφαση δεν αποτελεί ακόμη ισχύον δίκαιο, δηλαδή δεν έχει ακόμη αρχίσει να ισχύει. Όσον αφορά τις εξουσίες των κρατών μελών να καταφεύγουν μονομερώς σε συντηρητικά μέσα προστασίας, δεν έχει συναφώς σημασία ο βαθμός της πιθανότητας ενάρξεως ισχύος ορισμένης αποφάσεως της Επιτροπής. Αποφασιστικής σημασίας είναι το ότι ο σχετικός τομέας δεν έχει ακόμη καλυφθεί από ένα κοινοτικό μέτρο.
42. Δεδομένου ότι η έκδοση μιας πράξεως κοινοτικού δικαίου είναι το αποτέλεσμα μιας ολοκληρωμένης συζητήσεως πολιτικής φύσεως, στην οποία συμμετέχουν όλα τα κράτη μέλη, δεν μπορεί να αναμένεται από ένα μεμονωμένο κράτος μέλος να μπορεί να προβλέψει τα αποτελέσματα αυτής της συζητήσεως και να προσανατολίσει το δικό του μέτρο προς αυτά. Υποχρεούται απλώς να τηρήσει κατά τη θέσπιση ενδεχομένων μέτρων το ισχύον πρωτογενές και παράγωγο κοινοτικό δίκαιο.
43. ρέπει πάντως να σημειωθεί ότι η εξουσία αυτή των κρατών μελών δεν πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα τη συνεπεία της θεσπίσεως μονομερών μέτρων διακύβευση τελικώς του σκοπού του κοινοτικού μέτρου. Ακριβώς σε έναν τέτοιο ευαίσθητο τομέα όπως των επιζωοτιών και ιδίως της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών η εθνική διάταξη μεμονωμένου κράτους μέλους δεν πρέπει να είναι ικανή να διακυβεύει ή μάλιστα και να καταδικάζει σε αποτυχία τον επιδιωκόμενο από τον κοινοτικό νομοθέτη σκοπό.
γ) Επί του τρίτου ερωτήματος
44. Στα πλαίσια του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της αποφάσεως της Επιτροπής ειδικό υλικό κινδύνου πρέπει να αφαιρείται και να υποβάλλεται σε χρώση στον τόπο παραγωγής και αν ως τόπος παραγωγής πρέπει να νοείται για τους σκοπούς αυτούς ο τόπος στον οποίο σφάζονται τα ζώα.
45. Εκ προοιμίου, πρέπει και πάλι να επισημανθεί ότι η απόφαση της Επιτροπής δεν έχει ακόμη τεθεί σε ισχύ και, επομένως, ουδόλως συνιστά νομική πράξη εφαρμοστέα κατά το χρονικό σημείο κινήσεως της διαδικασίας της κύριας δίκης. Το Δικαστήριο έχει κατ' επανάληψη αρνηθεί να λάβει θέση επί υποθετικών ερωτημάτων . Δικαιολογεί τη στάση του αυτή με το ότι η ενδεχόμενη απάντηση σε ένα υποτιθέμενο προδικαστικό ερώτημα δεν είναι αντικειμενικώς απαραίτητη για την κρίση μιας διαφοράς. Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί υπό την έννοια ότι προδήλως δεν είναι αρμόδιο να διατυπώνει κρίση επί ερωτημάτων τα οποία αντικειμενικώς δεν μπορούν να συμβάλλουν στη λύση της διαφοράς της κύριας δίκης.
46. Εντούτοις, αποτελεί επίσης πάγια νομολογία του Δικαστηρίου το ότι αποτελεί αποκλειστικώς έργο του αιτούντος δικαστηρίου να εκτιμήσει και να αιτιολογήσει το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει .
47. Στην παρούσα περίπτωση, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι το εθνικό μέτρο - δηλαδή η Order 1997 - ανταποκρίνεται στην απόφαση της Επιτροπής μέχρι τέτοιου σημείου ώστε το αιτούν δικαστήριο να οφείλει να ζητήσει ερμηνεία της κοινοτικής διατάξεως προκειμένου να αποφανθεί επί της εκκρεμούσας ενώπιόν του διαφοράς. άντως, από τη διάταξη περί παραπομπής δεν μπορούν να συναχθούν σχετικές περί αυτού ενδείξεις.
48. Αν, εντούτοις, το Δικαστήριο θεωρήσει ότι, ως προς το άρθρο 4, παράγραφος 1, της αποφάσεως της Επιτροπής, είναι αναγκαία απάντηση στο υποβληθέν σ' αυτό ερώτημα, τότε πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα.
49. Από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της αποφάσεως της Επιτροπής μπορεί απλώς να συναχθεί ότι το ειδικό υλικό κινδύνου υποβάλλεται σε χρώση κατά την «αφαίρεση» και είτε αποτεφρώνεται είτε υποβάλλεται σε επεξεργασία και ακολούθως αποτεφρώνεται, θάβεται ή καίγεται ως καύσιμο ή καταστρέφεται κατ' άλλο τρόπο με παρόμοια μέθοδο, η οποία αποτρέπει τον κίνδυνο μολύνσεως από οποιαδήποτε μεταδοτική σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια.
50. Εντούτοις, από την απόφαση δεν μπορεί να συναχθεί ότι αποκλείεται ή είναι αναγκαία η μεταφορά κεφαλών βοοειδών από σφαγεία σε εργαστήρια τεμαχισμού - προϋποτιθεμένης της τηρήσεως των απαραίτητων μέτρων ασφαλείας. Στη 19η αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως επισημαίνεται ότι δεν υπάρχουν αποτελεσματικοί έλεγχοι ή δοκιμές που θα μπορούσαν να αποδείξουν ότι έχουν χρησιμοποιηθεί συγκεκριμένοι ιστοί κατά την παρασκευή προϊόντων. ροκειμένου όμως να διασφαλισθεί ότι οι εν λόγω ιστοί και υγρά δεν έχουν χρησιμοποιηθεί για την παρασκευή προϊόντων που διατίθενται στο εμπόριο εντός της Κοινότητας θα πρέπει να διασφαλίζεται η αφαίρεση και η σήμανσή τους με βαφή στον τόπο παραγωγής και στη συνέχεια η καταστροφή τους με καύση, μετά από επεξεργασία, εάν υπάρχει ανάγκη. εραιτέρω ενδείξεις ως προς τον τόπο στον οποίο πρέπει να αφαιρείται, χρωματίζεται και καταστρέφεται το ΕΥΚ δεν μπορούν να συναχθούν από την απόφαση. Ομοίως, δεν υφίσταται ορισμός του τόπου παραγωγής.
51. Για την ερμηνεία αυτής της διατάξεως πρέπει εντούτοις να ληφθεί υπόψη και η οδηγία περί νωπών κρεάτων. Κατά τα λοιπά, στο υποβληθέν ερώτημα μπορεί να δοθεί απάντηση επίσης αποκλειστικώς βάσει αυτής της οδηγίας. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο Α, της οδηγίας αυτής, από ένα σφαγείο επιτρέπεται να λαμβάνονται μόνο σφάγια, ημιμόρια ή τεταρτημόρια. εραιτέρω τεμαχισμός του κρέατος δεν επιτρέπεται πλέον - ιδίως για υγειονομικούς λόγους - στο σφαγείο αλλά μόνο στο εργαστήριο τεμαχισμού. Αυτό έχει ως συνέπεια ότι σε ένα σφαγείο μόνο αυτά τα ΕΥΚ μπορούν να αφαιρούνται τα οποία χωρίς περαιτέρω τεμαχισμό του κρέατος είναι προσιτά και εφόσον εξασφαλίζονται ή υφίστανται εκεί οι ίδιες υγειονομικές και τεχνικές προϋποθέσεις όπως σε ένα εργαστήριο τεμαχισμού.
52. Αντιθέτως, δεν ρυθμίζεται σε ποιο εργαστήριο τεμαχισμού πρέπει να πραγματοποιείται ο τεμαχισμός ή η αποστέωση του κρέατος και πόσο μακριά από το σφαγείο πρέπει να βρίσκεται το εργαστήριο τεμαχισμού. ροκειμένου όμως και στην αλληλουχία αυτή να εξασφαλίζεται υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας θα πρέπει να λαμβάνεται ως βάση ότι πρέπει να αποφεύγεται υπερβολικά μακρύς χρόνος μεταφοράς για να αποκλείεται ο κίνδυνος διασταυρούμενης μολύνσεως.
53. Επομένως, στο τρίτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το ΕΥΚ πρέπει να αφαιρείται, χρωματίζεται και καταστρέφεται στο εργαστήριο τεμαχισμού.
δ) Επί του τετάρτου ερωτήματος
54. Το ερώτημα αυτό υποβάλλεται για την περίπτωση κατά την οποία στο πρώτο ερώτημα δοθεί αρνητική απάντηση. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά τότε αν ένα κράτος μέλος μπορεί να δικαιολογήσει για λόγους προστασίας της υγείας των ανθρώπων κατά το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΚ μέτρα τα οποία περιλαμβάνουν την απαγόρευση εισαγωγής ΕΥΚ ή κεφαλών βοοειδών που περιέχουν έναν τέτοιο ΕΥΚ.
55. Από την απάντηση στο πρώτο ερώτημα προκύπτει ότι η επίδικη Order 1997 μπορούσε καταρχήν να εκδοθεί βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, της οδηγίας 89/662. Η εξουσία θεσπίσεως ενός τέτοιου μέτρου πρέπει όμως να παραμένει εντός του πλαισίου του κατά τα λοιπά ισχύοντος κοινοτικού δικαίου και να ανταποκρίνεται στις δικαιολογητικές αιτίες κατά την έννοια του άρθρου 36 της Συνθήκης.
56. Η απαγόρευση εισαγωγής κεφαλών βοοειδών, για την οποία πρόκειται στην παρούσα περίπτωση, συνιστά ποσοτικό περιορισμό των εισαγωγών, η οποία απαγορεύεται από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ.
57. ριν ερευνηθεί αν η διάταξη αυτή δικαιολογείται για την προστασία της υγείας των ανθρώπων κατά την έννοια του άρθρου 36 της Συνθήκης, πρέπει να ελεγχθεί αν υφίστανται σχετικές κοινοτικές διατάξεις εναρμονίσεως. Με την επίκληση του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΚ μπορούν μεν να διατηρούνται περιορισμοί στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, που δικαιολογούνται για την προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων, εφόσον η προστασία αυτή αναγνωρίζεται από το κοινοτικό δίκαιο ως θεμελιώδης απαίτηση. Εντούτοις, η επίκληση αυτή δεν είναι πλέον δυνατή οσάκις οδηγίες της Κοινότητας προβλέπουν την εναρμόνιση των μέτρων που είναι αναγκαία για την πραγματοποίηση του ειδικού σκοπού που θα επιτύγχανε η επίκληση του άρθρου 36 .
58. Η οδηγία 89/662 δεν επιβάλλει περιορισμό των εισαγωγών βοείου κρέατος ή προϊόντων βοείου κρέατος. Ρυθμίζει κυρίως την κατανομή των κατά νόμο αρμοδιοτήτων των κτηνιατρικών ελέγχων στο ενδοκοινοτικό εμπόριο και προβλέπει στο άρθρο 9, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, τη δυνατότητα των κρατών μελών να λαμβάνουν συντηρητικά μέτρα προστασίας μέχρις ότου ληφθούν κοινοτικά μέτρα.
59. Ούτε η οδηγία περί νωπών κρεάτων συνιστά συναφώς ρύθμιση εναρμονίσεως. Καθόριζει μεν τις αφορώσες την υγεία προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να τηρούνται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο κρέατος, μεταξύ άλλων, βοοειδών, δεν περιέχει όμως καμία ρητή ρύθμιση ως προς την άμυνα κατά κινδύνων για την υγεία των ανθρώπων ιδίως από τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών.
60. Ο προταθείς από την Επιτροπή κανονισμός με διατάξεις για την πρόληψη και καταπολέμηση ορισμένων μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών (βλ. ανωτέρω το σημείο 17) θα μπορούσε να συνιστά ένα τέτοιο μέτρο εναρμονίσεως. Όμως, δεν έχει μέχρι τούδε θεσπιστεί.
61. Επομένως, μέχρις ότου τεθεί σε ισχύ η απόφαση της Επιτροπής, κράτος μέλος δικαιούται να επικαλείται το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΚ προκειμένου να επιβάλλει περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων που δικαιολογούνται για λόγους προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων.
62. Είναι αναντίρρητο ότι η Order 1997 εκδόθηκε με αφορμή τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών για την προστασία της υγείας των ανθρώπων και των ζώων.
63. Στην περίπτωση ασθένειας ή άλλης αιτίας, που θα μπορούσαν να συνιστούν σοβαρό κίνδυνο για τα ζώα ή την υγεία των ανθρώπων όπως π.χ. της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών, η απαγόρευση αποστολής των ζώων και των προϊόντων καθώς και η απομόνωσή τους σε συγκεκριμένο χώρο συνιστά κατάλληλο μέτρο, που μπορεί επίσης να στηρίζεται στην απόφαση του κράτους μέλους εισαγωγής. Η αποτελεσματικότητα μιας τέτοιας απομονώσεως μπορεί, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, να καθιστά ενδεχομένως αναγκαία την πλήρη απαγόρευση της κυκλοφορίας των ζώων και των προϊόντων πέραν των συνόρων του οικείου κράτους μέλους .
64. Ακριβώς ως προς τις απειλές και τους κινδύνους που συνδέονται με τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών πρέπει να ληφθεί ως βάση ότι το εκδοθέν από το Ηνωμένο Βασίλειο προσωρινό μέτρο προστασίας με τη μορφή της Order 1997 ήταν πρόσφορο, αναγκαίο και κατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού. Ως προς την αναλογικότητα του μέτρου, πρέπει να παρατηρηθεί ότι ενόψει του σοβαρού κινδύνου και του επείγοντος της πράξεως δεν διαφαινόταν κανένα λιγότερο δραστικό μέτρο που θα μπορούσε να εξασφαλίσει κατάλληλη προστασία της υγείας. Κατά τα λοιπά, μπορώ συναφώς να αναφερθώ στα όσα εκθέτω στο σημείο 38.
65. Δεδομένου, εντούτοις, ότι το ερώτημα αυτό υποβάλλεται μόνο για την περίπτωση κατά την οποία πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στο πρώτο ερώτημα, δεν χρειάζεται, βάσει των προεκτεθέντων, να δοθεί ρητή απάντηση σ' αυτό.
VI - Δικαστικά έξοδα
66. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η Ολλανδική, η Γαλλική και η Γερμανική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Η διαδικασία έχει για τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεπίμπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Επομένως, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
VII - ρόταση
67. Βάσει των προεκτεθέντων, προτείνεται να δοθούν στα προδικαστικά ερωτήματα οι ακόλουθες απαντήσεις:
«1. Κράτος μέλος μπορεί κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, της οδηγίας 89/662/ΕΟΚ του Συμβουλίου, σχετικά με τους κτηνιατρικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς, να λάβει προσωρινά μέτρα προστασίας, όταν η Επιτροπή έχει εκδώσει οδηγία κατά το άρθρο 9, παράγραφος 4, αυτής της οδηγίας, πλην όμως έχει αναβάλλει τη θέση της σε ισχύ.
2. Ως προς τις εξουσίες των κρατών μελών να λαμβάνουν μονομερώς συντηρητικά μέτρα προστασίας, σημασία δεν έχει ο βαθμός πιθανότητας της θέσεως σε ισχύ μιας συγκεκριμένης διατάξεως της Επιτροπής. Αποφασιστική σημασία έχει μόνο το ότι ο σχετικός τομέας δεν έχει ακόμη καλυφθεί από ένα κοινοτικό μέτρο.
3. Κατά την οδηγία 64/433/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1964, για τον καθορισμό των υγειονομικών όρων παραγωγής και διάθεσης στην αγορά νωπού κρέατος, ως έχει κατά την οδηγία 91/397/ΕΟΚ, ο περαιτέρω διαχωρισμός των σφαγίων σε ημιμόρια ή τεταρτημόρια πρέπει να πραγματοποιείται στο εργαστήριο τεμαχισμού. Από αυτό προκύπτει ότι το ειδικό υλικό κινδύνου πρέπει να αφαιρείται σ' αυτόν τον τόπο.»
Full & Egal Universal Law Academy