Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Αναίρεση - Λόγοι - Παραδεκτό - Νομικά ζητήματα - Ερμηνεία της έννοιας του γεγονότος αποφασιστικής σημασίας, όπως αυτή χρησιμοποιείται στο άρθρο 41 του Οργανισμού του Δικαστηρίου - Περιλαμβάνεται
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 168 Α· Οργανισμός ΕΚ του Δικαστηρίου, άρθρα 41, εδ. 1, και 51)
2 Αναίρεση - Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου - Εκτίμηση του χαρακτήρα αποφασιστικής σημασίας γεγονότων που δεν αξιολόγησε το Πρωτοδικείο ενώπιον του οποίου κατατέθηκε αίτηση αναθεωρήσεως - Αποκλείεται
(Οργανισμός ΕΚ του Δικαστηρίου, άρθρο 41, εδ. 1)
3 Διαδικασία - Αναθεώρηση αποφάσεως - Προϋποθέσεις παραδεκτού της αιτήσεως - Νέο γεγονός - Έννοια - Προσωπικές εκτιμήσεις ή γνώμες που δεν προέρχονται από επίσημη αρχή - Αποκλείονται
(Οργανισμός ΕΚ του Δικαστηρίου, άρθρο 41, εδ. 1)
4 Αναίρεση - Λόγοι - Λόγος στρεφόμενος κατά αποφάσεως του Πρωτοδικείου περί δικαστικών εξόδων - Απαράδεκτος σε περίπτωση απορρίψεως όλων των άλλων λόγων
(Οργανισμός ΕΚ του Δικαστηρίου, άρθρο 51, εδ. 2)
Περίληψη
1 Δυνάμει του άρθρου 168 Α της Συνθήκης και του άρθρου 51 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου περιορίζεται σε νομικά ζητήματα. Η ερμηνεία της έννοιας που περιλαμβάνεται στο άρθρο 41, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, «γεγονός αποφασιστικής σημασίας (...) το οποίο ήταν άγνωστο στο Δικαστήριο και στον διάδικο που ζητεί την αναθεώρηση», καθώς και ο χαρακτηρισμός των πραγματικών στοιχείων που προβάλλει ο αιτών την αναθεώρηση ως εμπιπτόντων στην έννοια αυτή αποτελούν νομικά ζητήματα που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ελέγχου του Δικαστηρίου στο πλαίσιο αναιρέσεως.
2 Το Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως με την οποία το Πρωτοδικείο έκρινε απαράδεκτη αίτηση αναθεωρήσεως και στην οποία δεν προβαίνει σε αξιολόγηση ορισμένων πραγματικών στοιχείων που επικαλέστηκε ο αιτών μόνο στην αίτηση αναιρέσεως, δεν είναι αρμόδιο να διαπιστώσει ή να αξιολογήσει, για πρώτη φορά, αν τέτοια πραγματικά στοιχεία αποτελούν νέα γεγονότα αποφασιστικής σημασίας κατά την έννοια του άρθρου 41, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου.
3 Προσωπικές εκτιμήσεις ή γνώμες, που δεν προέρχονται από επίσημη αρχή, αναφορικά με πραγματικά στοιχεία που θα μπορούσαν ενδεχομένως να χαρακτηριστούν ως νέα γεγονότα κατά την έννοια του άρθρου 41 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, δεν μπορούν, αφεαυτών, να αποτελέσουν τέτοια γεγονότα.
4 Στην περίπτωση που απορριφθούν όλοι οι άλλοι λόγοι που προβάλλονται στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Πρωτοδικείου, ο λόγος που αναφέρεται στον παράνομο χαρακτήρα της αποφάσεως του Πρωτοδικείου περί δικαστικών εξόδων πρέπει, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 51, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-2/98 P,
Henri de Compte, πρώην υπάλληλος του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενος από τον Henri Ferretti, δικηγόρο Thionville, 39, boulevard Jeanne d'Arc, F - 57100 Thionville,
αναιρεσείων,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 5 Νοεμβρίου 1997 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (πρώτο τμήμα) στην υπόθεση T-26/89 (125), De Compte κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I-A-305 και II-847), και με την οποία ζητείται η αναίρεση της αποφάσεως αυτής,
όπου ο έτερος διάδικος είναι το
Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από την Evelyn Waldherr και τον Anders Neergaard, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη Γενική Γραμματεία του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου, Kirchberg,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. J. G. Kapteyn, πρόεδρο τμήματος, G. Hirsch, G. F. Mancini, H. Ragnemalm (εισηγητή) και K. M. Ιωάννου, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: S. Alber
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 3ης Δεκεμβρίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Ιανουαρίου 1998, ο de Compte άσκησε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ και των αντιστοίχων διατάξεων των Οργανισμών ΕΚΑΞ και ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 5ης Νοεμβρίου 1997, T-26/89 (125), De Compte κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I-A-305 και II-847, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε την αίτησή του για αναθεώρηση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 17ης Οκτωβρίου 1991, Τ-26/89, De Compte κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-781, στο εξής: απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1991).
Τα πραγματικά περιστατικά
2 Τα πραγματικά περιστατικά, όπως προκύπτουν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, συνοψίζονται ως ακολούθως.
3 Ο H. de Compte είναι πρώην υπάλληλος του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου, ο οποίος έχει συνταξιοδοτηθεί. Κατά τη θητεία του, ως λογιστή, στο θεσμικό αυτό όργανο, κινήθηκε εναντίον του πειθαρχική διαδικασία, μετά την ολοκλήρωση της οποίας η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή του επέβαλε, με απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 1988, την ποινή του υποβιβασμού από τον βαθμό Α 3 στον βαθμό Α 7.
4 Με απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1991, το Πρωτοδικείο απέρριψε ως αβάσιμη την προσφυγή που άσκησε ο H. de Compte κατά της πειθαρχικής αποφάσεως. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε αναίρεση η οποία απορρίφθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Ιουνίου 1994, C-326/91, De Compte κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1994, σ. Ι-2091).
5 Κατόπιν της αποφάσεως της 17ης Οκτωβρίου 1991, ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου, με απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 1991, αρνήθηκε να χορηγήσει απαλλαγή στον H. de Compte για τη χρήση 1982, αναφορικά με τις πράξεις που συνδέονται με την είσπραξη, κατά το έτος 1981, δύο επιταγών της Midland Bank Λονδίνου (στο εξής: υπόθεση του ταμείου των αντιπροσώπων). Με απόφαση της 14ης Ιουνίου 1995, Τ-61/92, De Compte κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή Υπ. Υπ. 1995, σ. Ι-Α-145 και ΙΙ-449), το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή που άσκησε ο H. de Compte κατά της αποφάσεως αυτής.
6 Στις 28 Ιουνίου 1995, ο εισηγητής της επιτροπής ελέγχου του προϋπολογισμού του Κοινοβουλίου, Jean-Claude Pasty, συνέταξε σχέδιο εκθέσεως για τη χορήγηση απαλλαγής όσον αφορά την εκτέλεση του προϋπολογισμού του Κοινοβουλίου για τη χρήση 1993, όπου γίνεται λόγος για την υπόθεση του ταμείου των αντιπροσώπων κατά τρόπο ευνοϋκό για τον H. de Compte.
7 Στις 26 Σεπτεμβρίου 1995 η επιτροπή ελέγχου προϋπολογισμού ενέκρινε αυτό το σχέδιο εκθέσεως αφού, όμως, διεχώρισε το τμήμα που αφορούσε την υπόθεση του ταμείου των αντιπροσώπων, το οποίο, συνεπώς, δεν εγκρίθηκε από την επιτροπή. Στις 12 Οκτωβρίου 1995 το Κοινοβούλιο ενέκρινε το σχέδιο όπως το είχε υιοθετήσει η επιτροπή.
8 Με επιστολή της 13ης Φεβρουαρίου 1996 ο J.-C. Pasty απάντησε στις παρατηρήσεις που διατύπωσε ο γενικός διευθυντής προσωπικού, προϋπολογισμού και οικονομικών του Κοινοβουλίου επί του συγκεκριμένου σχεδίου εκθέσεως (στο εξής: επιστολή της 13ης Φεβρουαρίου 1996).
9 Στις 19 Ιουνίου 1996 ο H. de Compte υπέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου αίτηση αναθεωρήσεως της αποφάσεως της 17ης Οκτωβρίου 1991.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
10 Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ο H. de Compte, στηριζόμενος στην επιστολή της 13ης Φεβρουαρίου 1996, επικαλέστηκε σειρά πραγματικών περιστατικών προβαλλομένων ως νέων προς στήριξη της αιτήσεώς του. Υποστήριξε, ιδίως, ότι δεν είχε ελεύθερη πρόσβαση στον φάκελο, ότι η διοίκηση του Κοινοβουλίου προσκόμισε νέα έγγραφα ή καταλόγους καλύπτοντες τη διαχείριση του υπολόγου, ότι δεν υπήρχε έγγραφο αποδεικνύον το ταμειακό πλεόνασμα που διαπίστωσε το Ελεγκτικό Συνέδριο, ότι η είσπραξη των δύο επιταγών της Midland Bank ήταν κανονική πράξη και ότι για το έλλειμμα του ταμείου των αντιπροσώπων του 1982 δεν είχε συνταχθεί πρακτικό. Εξάλλου, υποστήριξε ότι ο διευθυντής οικονομικών του Κοινοβουλίου υπέγραψε, τον Φεβρουάριο του 1982, εντολή εσόδων για ποσό ύψους 19 000 λιρών στερλινών (UK£), που αφορούσε τον επίμαχο λογαριασμό και ότι, κατά συνέπεια, τον λογαριασμό αυτόν εγνώριζαν οι αρμόδιες αρχές του Κοινοβουλίου.
11 Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η επιστολή της 13ης Φεβρουαρίου 1996 περιείχε προσωπικού χαρακτήρα ισχυρισμούς, υποθέσεις και εκτιμήσεις του J.-C. Pasty που δεν συνιστούν νέα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούντα αναθεώρηση της αποφάσεως της 17ης Οκτωβρίου 1991. Έκρινε, επίσης, ότι τα προβαλλόμενα πραγματικά στοιχεία δεν ήταν άγνωστα στον H. de Compte πριν από την έκδοση αυτής της αποφάσεως και ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορούσαν να το οδηγήσουν σε διαφορετική λύση από εκείνη που έδωσε στη διαφορά. Όσον αφορά, ειδικότερα, την εντολή εσόδων, το Πρωτοδικείο υπογράμμισε, ιδίως, ότι από αυτήν προκύπτει ότι φέρει ημερομηνία και υπογραφή του Μαου 1982, δηλαδή μετά την ενημέρωση των αρμοδίων αρχών του Κοινοβουλίου για την ύπαρξη του επίμαχου λογαριασμού.
12 Κατά συνέπεια, η αίτηση αναθεωρήσεως απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.
Η αίτηση αναιρέσεως
13 Προς στήριξη της αιτήσεώς του αναιρέσεως ο H. de Compte υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε σφάλμα αρνούμενο να χαρακτηρίσει τους ισχυρισμούς που διατυπώνει ο J.-C. Pasty στην επιστολή της 13ης Φεβρουαρίου 1996 ως νέα πραγματικά περιστατικά κατά την έννοια του άρθρου 41 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου.
14 Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι προφανώς απαράδεκτη ή, επικουρικώς, αβάσιμη.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
Επί του παραδεκτού της αναιρέσεως
15 Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη διότι το κοινοτικό δικαιοδοτικό σύστημα δεν επιτρέπει την άσκηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως του Πρωτοδικείου που κρίνει απαράδεκτη αίτηση αναθεωρήσεως. Η αδυναμία αυτή απορρέει από το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο κατά την εκτίμηση του απαραδέκτου μιας αιτήσεως αναθεωρήσεως προβαίνει αποκλειστικώς σε εξέταση πραγματικών περιστατικών χωρίς να εξετάσει νομικά ζητήματα.
16 Εν πάση περιπτώσει, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να κριθεί απαράδεκτη διότι ο H. de Compte δεν προβάλλει παραβίαση κανόνα δικαίου και δεν διατυπώνει κανένα νομικό επιχείρημα προς στήριξη των αιτημάτων του.
17 Υπενθυμίζεται σχετικώς ότι, δυνάμει του άρθρου 168 Α της Συνθήκης ΕΚ και του άρθρο 51 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου περιορίζεται σε νομικά ζητήματα και μπορεί, μεταξύ άλλων, να στηρίζεται σε παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από το Πρωτοδικείο (βλ., υπό την ίδια έννοια, απόφαση της 1ης Ιουνίου 1994, C-136/92 P, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ., Συλλογή 1994, σ. Ι-1981, σκέψη 47).
18 Υπενθυμίζεται επίσης ότι κατά το άρθρο 41, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, το οποίο εφαρμόζεται στην ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία δυνάμει του άρθρου 46, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω Οργανισμού, η αναθεώρηση αποφάσεως μπορεί να ζητηθεί μόνον εφόσον γίνει γνωστό γεγoνός αποφασιστικής σημασίας το οποίο ήταν άγνωστο στο Δικαστήριο και στον διάδικο που ζητεί την αναθεώρηση προ της εκδόσεως της αποφάσεως (βλ. απόφαση της 5ης Μαρτίου 1998, Inpesca κατά Επιτροπής, C-199/94 P και C-200/94 P REV, Συλλογή 1998, σ. Ι-831, σκέψη 15).
19 Τέλος, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, ο νομικός χαρακτηρισμός των πραγματικών περιστατικών μπορεί να ελεγχθεί στο πλαίσιο αναιρέσεως (αποφάσεις της 7ης Μαου 1992, C-70/91 P, Συμβούλιο κατά Brems, Συλλογή 1992, σ. Ι-2973, και της 1ης Ιουνίου 1995, C-119/94 P, Κούσιος κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. Ι-1439).
20 Κατά συνέπεια, η ερμηνεία της εννοίας του «γεγονότος αποφασιστικής σημασίας το οποίο ήταν άγνωστο στο Δικαστήριο και στον διάδικο που ζητεί την αναθεώρηση», καθώς και ο χαρακτηρισμός των πραγματικών στοιχείων που προβάλλει ο αιτών την αναθεώρηση ως εμπιπτόντων στην έννοια αυτή αποτελούν νομικά ζητήματα που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ελέγχου του Δικαστηρίου στο πλαίσιο αναιρέσεως.
21 Στην προκειμένη υπόθεση, ο H. de Compte υποστηρίζει κυρίως ότι το Πρωτοδικείο έσφαλε κρίνοντας ότι η επιστολή της 13ης Φεβρουαρίου 1996, στο σύνολό της, δεν αποτελεί νέο και αποφασιστικό γεγονός κατά την έννοια του άρθρου 41 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου. Στηριζόμενο κυρίως στο κύρος του συντάκτη αυτής της επιστολής, ο H. de Compte υποστηρίζει μετ' επιμονής ότι ορισμένοι από τους ισχυρισμούς του ενώπιον του Πρωτοδικείου συνιστούν νέα και αποφασιστικά πραγματικά γεγονότα. Υποστηρίζει, επίσης, ότι η έννοια του νέου γεγονότος πρέπει να ερμηνευθεί διασταλτικώς και να περιλάβει και αντίστοιχο αποδεικτικό μέσο.
22 Πρέπει να τονιστεί ότι ο H. de Compte προσάπτει σχετικώς στο Πρωτοδικείο ότι ερμήνευσε την έννοια του νέου και αποφασιστικού γεγονότος, που περιλαμβάνεται στο άρθρο 41 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, κατά τρόπο εσφαλμένο.
23 Επομένως, ο H. de Compte επικαλείται νομικό ζήτημα, που είναι παραδεκτό στο πλαίσιο αναιρέσεως. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε το Κοινοβούλιο κατά της αιτήσεως αναιρέσεως και, συνεπώς, να εξεταστεί αν το Πρωτοδικείο εκτίμησε ορθώς, σε σχέση με το ανωτέρω άρθρο 41, τα προβαλλόμενα ως νέα πραγματικά περιστατικά που ο αιτών την αναίρεση προβάλλει προς στήριξη των αιτημάτων του.
Επί της ουσίας
24 Η αναθεώρηση προϋποθέτει την ανακάλυψη πραγματικών στοιχείων, τα οποία προϋπήρχαν της δημοσιεύσεως της αποφάσεως, αλλά ήσαν άγνωστα μέχρι τότε στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση αυτή, καθώς και στον αιτούντα την αναθεώρηση, και τα οποία, αν το δικαστήριο είχε μπορέσει να τα λάβει υπόψη, θα μπορούσαν να το οδηγήσουν σε διαφορετική λύση της διαφοράς (βλ. διάταξη του Δικαστηρίου της 25ης Φεβρουαρίου 1992, C-185/90 P REV, Gill κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. Ι-993, σκέψη 12, και προπαρατεθείσα απόφαση Inpesca κατά Επιτροπής, σκέψη 17).
25 H αυστηρότητα των προϋποθέσεων αυτών οφείλεται στο γεγονός ότι η αίτηση αναθεωρήσεως δεν αποτελεί έφεση, αλλά διαδικασία εκτάκτου ενδίκου μέσου, με την οποία μπορεί να ανατραπεί η ισχύς του δεδικασμένου (βλ. απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1985, 267/80 REV, Riseria Modenese κατά Συμβουλίου κ.λπ., Συλλογή 1985, σ. 3499, σκέψη 10).
26 Πρώτον, ο H. de Compte υποστηρίζει ότι δύο υπάλληλοι του Κοινοβουλίου, στους οποίους αναφέρεται το Πρωτοδικείο στη σκέψη 192 της αποφάσεως της 17ης Οκτωβρίου 1991, προέβησαν σε δηλώσεις ενώπιον ενός λουξεμβουργιανού δικαστηρίου, οι οποίες έρχονται σε πλήρη αντίφαση με τις δηλώσεις τους ενώπιον του Πρωτοδικείου.
27 Δεύτερον, ο H. de Compte προβάλλει ως επιχείρημα το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο, στις από 25 Ιουλίου 1995 παρατηρήσεις του ενώπιον του Πρωτοδικείου, αναγνώρισε ότι ουδέποτε συντάχθηκε πρακτικό για τις εναντίον του κατηγορίες.
28 Πρέπει σχετικώς να τονιστεί ότι τα πραγματικά στοιχεία που προβάλλονται δεν αποτέλεσαν αντικείμενο εκτιμήσεως του Πρωτοδικείου. Επομένως, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο, στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως κρίνουσας απαράδεκτη αίτηση αναθεωρήσεως, να διαπιστώσει ή να αξιολογήσει, για πρώτη φορά, αν τέτοια πραγματικά στοιχεία αποτελούν νέα γεγονότα. Επομένως, οι ισχυρισμοί του H. de Compte, το βάσιμο των οποίων δεν μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο, είναι απαράδεκτοι.
29 Τρίτον, η επιχειρηματολογία του H. de Compte αποσκοπεί στην αμφισβήτηση της διαπιστώσεως του Πρωτοδικείου ότι ο διευθυντής οικονομικών του Κοινοβουλίου υπέγραψε εντολή εσόδων τον Μάιο του 1982, υποστηρίζοντας ότι οι τραπεζικοί τόκοι αφορούσαν τον μήνα Φεβρουάριο του 1982.
30 Ως προς το σημείο αυτό αρκεί η διαπίστωση ότι το Πρωτοδικείο είναι το μόνο αρμόδιο για την εκτίμηση της αξίας που πρέπει να προσδοθεί στα αποδεικτικά στοιχεία που του υποβάλλονται, εφόσον τα στοιχεία αυτά προέκυψαν νομοτύπως και τηρήθηκαν οι γενικές αρχές του δικαίου και οι διαδικαστικοί κανόνες που διέπουν τη διεξαγωγή και το βάρος των αποδείξεων (βλ., μεταξύ άλλων, διάταξη της 17ης Σεπτεμβρίου 1996, C-19/95 P, San Marco κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. Ι-4435, σκέψη 40). Επομένως, και η αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτη.
31 Τέλος, πρέπει να εξεταστεί αν η επιστολή της 13ης Φεβρουαρίου 1996, την οποία επικαλέστηκε ο H. de Compte προκειμένου να δικαιολογήσει την αίτησή του για αναθεώρηση, ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 41 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, όπως αυτές διευκρινίζονται στη νομολογία του.
32 Επιβάλλεται σχετικώς να τονιστεί ότι προσωπικές εκτιμήσεις ή γνώμες, που δεν προέρχονται από επίσημη αρχή, αναφορικά με πραγματικά στοιχεία που θα μπορούσαν ενδεχομένως να χαρακτηριστούν ως νέα γεγονότα κατά την έννοια του άρθρου 41 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, δεν μπορούν, αφεαυτών, να αποτελέσουν τέτοια γεγονότα.
33 Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αμφισβητείται ότι η επιστολή της 13ης Φεβρουαρίου 1996 δεν αποτελεί επίσημο έγγραφο. Πράγματι, η εν λόγω επιστολή περιλαμβάνει αποκλειστικώς προσωπικές εκτιμήσεις του J.-C. Pasty αναφορικά με τα περιστατικά που αφορούν την υπόθεση του ταμείου των αντιπροσώπων τα οποία, εξάλλου, γνώριζε ο H. de Compte πριν από την έκδοση της αποφάσεως της 17ης Οκτωβρίου 1991.
34 Συνεπώς, από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η επιστολή της 13ης Φεβρουαρίου 1996, η οποία δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 41 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νέο και αποφασιστικό γεγονός κατά την έννοια του άρθρου αυτού.
Επί των εξόδων της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας
35 Ο H. de Compte αμφισβητεί, επίσης, την εκ μέρους του Πρωτοδικείου καταδίκη του στα δικαστικά έξοδα.
36 Κατά το άρθρο 51, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, «δεν χωρεί αναίρεση αποκλειστικά για τον καταλογισμό ή το ύψος της δικαστικής δαπάνης».
37 Εφόσον όλοι οι άλλοι λόγοι που προέβαλε ο αναιρεσείων απορρίφθηκαν, ο λόγος που αφορά τα δικαστικά έξοδα πρέπει, κατ' εφαρμογήν αυτής της διατάξεως, να απορριφθεί επίσης ως απαράδεκτος (βλ. απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 1995, C-396/93 P, Henrichs κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. Ι-2611, σκέψεις 65 και 66, και διάταξη της 16ης Οκτωβρίου 1997, Δημητριάδης κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, C-140/96 P, Συλλογή 1997, σ. Ι-5635, σκέψη 56).
38 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
39 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Κατά το άρθρο 70 του ιδίου κανονισμού, στις διαφορές μεταξύ των Κοινοτήτων και των υπαλλήλων τους, τα όργανα φέρουν τα έξοδά τους. Δυνάμει, όμως, του άρθρου 122, δεύτερο εδάφιο, του ιδίου κανονισμού, το άρθρο 70 δεν έχει εφαρμογή επί των αναιρέσεων που ασκούν οι υπάλληλοι των οργάνων. Επειδή ο αναιρεσείων ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα της παρούσας διαδικασίας.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει τον H. de Compte στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy