Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Διαδικασία - ροσφυγή στο Δικαστήριο βάσει ρήτρας διαιτησίας - Μονομερής καταγγελία της συμβάσεως κατ' εφαρμογή των συμβατικών όρων - Δικαίωμα στην απόδοση προκαταβολών, προσαυξημένων με τόκους βάσει συμβατικού επιτοκίου - Αβάσιμο του αιτήματος περί καταβολής αποζημιώσεως λόγω ανεπαρκών αποδεικτικών στοιχείων
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 181 (νυν άρθρο 238 ΕΚ)]
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-40/98,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον E. de March, επικουρούμενο από τον A. Dal Ferro, avvocato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
ενάγουσα,
κατά
Tecnologie Vetroresina SpA (TVR), με έδρα τη Ρώμη (Ιταλία), εκπροσωπούμενη από τον G. Merla, avvocato,
εναγομένης,
που έχει ως αντικείμενο αγωγή που άσκησε η Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 181 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 238 ΕΚ), ζητώντας να υποχρεωθεί η Tecnologie Vetroresina SpA, αφενός, να επιστρέψει το ποσό των 211 307 ECU που της είχε προκαταβάλει η Επιτροπή στο πλαίσιο της συμβάσεως αριθ. 3440/1/0/187/91/6-BCR-I(30), προσαυξημένο με τους συμβατικούς τόκους από 21 Δεκεμβρίου 1991, και, αφετέρου, να καταβάλει το ποσό των 20 000 ECU προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη η Επιτροπή,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Gulmann (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, J.-P. Puissochet και R. Schintgen, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: H. A. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 11ης Μα_ου 2000,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Ιουνίου 2000,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Φεβρουαρίου 1998, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει ρήτρας διαιτησίας κατά το άρθρο 181 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 238 ΕΚ), αγωγή κατά της εταιρίας Tecnologie Vetroresina SpA (στο εξής: TVR), διώκουσα να υποχρεωθεί η τελευταία, αφενός, να επιστρέψει το ποσό των 211 307 ECU που της είχε προκαταβάλει η Επιτροπή στο πλαίσιο της συμβάσεως αριθ. 3440/1/0/187/91/6-BCR-I(30) (στο εξής: σύμβαση), προσαυξημένο με συμβατικούς τόκους, ήτοι 69,47 ECU ημερησίως, από τις 21 Δεκεμβρίου 1991, και, αφετέρου, να καταβάλει το ποσό των 20 000 ECU προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη η Επιτροπή.
2 Η σύμβαση συνήφθη στις 13 Αυγούστου 1991 μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, εκπροσωπούμενης από την Επιτροπή, αφενός, και την TVR και το βρετανικό ανεπιστήμιο Brunel (στο εξής: Brunel), αφετέρου, στο πλαίσιο χρηματοδοτικής στηρίξεως βάσει του προγράμματος έρευνας και αναπτύξεως της Κοινότητας στον τομέα της εφαρμοσμένης μετρολογίας και των χημικών αναλύσεων για τα έτη 1988 έως 1992, το οποίο θεσπίστηκε με την απόφαση 88/418/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1988 (ΕΕ L 206, σ. 29).
3 Η ως άνω σύμβαση, συναφθείσα για διάρκεια 36 μηνών από 1ης Σεπτεμβρίου 1991, είχε ως αντικείμενο την κατάρτιση μελέτης των συστημάτων και οργάνων μετρήσεως των προϊόντων που κατασκευάζονται από σύνθετα υλικά σύμφωνα με την τεχνική μέθοδο της ινοποιήσεως διά περιελίξεως. Με τη μελέτη αυτή θα μπορούσε να τεθεί τέρμα στη σημαντική σπατάλη υλικών και εργατοωρών που χαρακτηρίζουν τον συγκεκριμένο τομέα παραγωγής.
4 Η TVR ορίστηκε συμβατικώς συντονιστής της συμβάσεως. Υπό την ιδιότητά της αυτή, η TVR υπέχει συγκεκριμένες υποχρεώσεις, όπως, ιδίως:
- να εισπράττει το σύνολο των καταβαλλομένων από την Επιτροπή ποσών και να διασφαλίζει την άμεση μεταβίβαση σε κάθε αντισυμβαλλόμενο του ποσού που του αναλογεί (άρθρο 4, παράγραφος 3, της συμβάσεως)·
- να υποβάλλει στην Επιτροπή ετήσιους καταλόγους των δαπανών και εξαμηνιαίες εκθέσεις σχετικά με την πρόοδο των εργασιών, εντός ενός μήνα από τη λήξη κάθε συγκεκριμένης περιόδου, καθώς και πλήρη συγκεφαλαιωτικό κατάλογο των πραγματοποιηθεισών δαπανών και την τελική έκθεση επί των επιτευχθέντων αποτελεσμάτων, εντός τριών και δύο μηνών αντίστοιχα από την περάτωση, διακοπή ή παύση των χρηματοδοτουμένων από την Επιτροπή εργασιών (άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2, και άρθρο 6, παράγραφος 1, της συμβάσεως, καθώς και άρθρα 6, παράγραφος 1, και 36, παράγραφος 1, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως).
5 Το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο d, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως ορίζει ότι η Επιτροπή μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση σε περίπτωση αθετήσεως, εκ μέρους ενός αντισυμβαλλομένου, οποιασδήποτε από τις συμβατικές υποχρεώσεις του, εκτός αν η αθέτηση δικαιολογείται από εύλογους και βάσιμους λόγους τεχνικής ή οικονομικής φύσεως, κατόπιν οχλήσεως κοινοποιουμένης με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής και εφόσον δεν χωρήσει εκτέλεση εντός ενός μήνα.
6 Το άρθρο 8, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του ιδίου παραρτήματος προβλέπει ότι, σε περίπτωση εφαρμογής του ως άνω άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο d, η Επιτροπή έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την επιστροφή του συνόλου ή μέρους των καταβληθέντων ως οικονομικής εισφοράς ποσών, λαμβάνοντας υπόψη, επιεικώς και ευλόγως, τη φύση και τα αποτελέσματα των πραγματοποιηθεισών εργασιών καθώς και την ωφέλειά τους για την Επιτροπή.
7 Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος, μπορούν να απαιτηθούν τόκοι από την ημερομηνία κατά την οποία ο αντισυμβαλλόμενος έλαβε τα καταβληθέντα ποσά με το επιτόκιο που εφαρμόζει το Ευρωπαϊκό Ταμείο νομισματικής συνεργασίας για τις συναλλαγές του σε ECU, προσαυξημένο κατά 2 %, επιτόκιο που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα.
8 Κατά το άρθρο 12 του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί οποιασδήποτε διαφοράς σχετικά με τη σύμβαση, η οποία διέπεται, δυνάμει του άρθρου 11 αυτής, από το ιταλικό δίκαιο.
9 Η Επιτροπή κατέβαλε στην TVR στις 20 Σεπτεμβρίου 1991 ως προκαταβολή για τις εργασίες που επρόκειτο να πραγματοποιηθούν το ποσό των 230 000 ECU. Από το ποσό αυτό, 65 000 ECU προορίζονταν για την TVR και 165 000 ECU για το Brunel.
10 Στις 25 Μαρτίου 1993, η TVR, αν και αναγνώρισε ότι ήταν υπεύθυνη για τη μεταβίβαση του ποσού των 165 000 ECU στο Brunel, ενημέρωσε την Επιτροπή ότι, εν συνεχεία ορισμένων παρανοήσεων, υφίστατο αμφιβολία σχετικά με τη μεταφορά του ποσού αυτού στο Brunel, ενώ δεσμεύθηκε, σε περίπτωση που δεν είχε ακόμη χωρήσει η μεταβίβαση του ποσού, να το πράξει το συντομότερο.
11 Με έγγραφο της 15ης Απριλίου 1993, η Επιτροπή απέστειλε στην TVR έγγραφο οχλήσεως, προκειμένου να της αποσταλούν τα αντίγραφα των εγγράφων που αποδείκνυαν ότι η μεταβίβαση πραγματοποιήθηκε νομοτύπως. Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι, ελλείψει παρομοίου αποδεικτικού στοιχείου, θα κατήγγειλε τη σύμβαση και θα αξίωνε από την TVR την επιστροφή της προκαταβολής των 230 000 ECU, προσαυξημένης με τους συμβατικούς τόκους.
12 Με δύο έγγραφα της 31ης Ιανουαρίου 1994, η Επιτροπή ενημέρωσε την TVR ότι, επειδή δεν είχε λάβει τα αιτηθέντα αποδεικτικά στοιχεία, κατήγγειλε τη σύμβαση, την κάλεσε δε να της επιστρέψει το ποσό των 165 000 ECU, προσαυξημένο με τους συμβατικούς τόκους. Εξάλλου, θεωρώντας υπερβολικό το κόστος που δήλωσε η TVR με τους καταλόγους των δαπανών για την περίοδο από 1ης Σεπτεμβρίου 1992 έως 26 Μα_ου 1993, η Επιτροπή κάλεσε την τελευταία να της αποστείλει την αναγκαία τεκμηρίωση προκειμένου να διαπιστωθεί η ακρίβειά τους, ενώ σε διαφορετική περίπτωση θα όφειλε να επιστρέψει στην Επιτροπή την προκαταβολή των 65 000 ECU, προσαυξημένη με τους συμβατικούς τόκους.
13 Η Επιτροπή κατήγγειλε επίσης αυθημερόν τη σύμβαση με το Brunel, δεδομένου ότι το τελευταίο δεν μπορούσε να διασφαλίσει μόνο του την τεχνική υλοποίηση του χρηματοδοτουμένου σχεδίου.
14 Τον Ιούλιο του 1994, η Επιτροπή, επειδή συμφώνησε μόνον εν μέρει με το αναφερόμενο από την TVR στους καταλόγους των δαπανών κόστος, κάλεσε την εναγομένη να της επιστρέψει το ποσό των 46 307 ECU, προϊόν της διαφοράς μεταξύ της αρχικής εισφοράς των 65 000 ECU και του ημίσεος του εγκριθέντος κόστους, δεδομένου ότι το επιλέξιμο κόστος βαρύνει την Επιτροπή μέχρι ύψους 50 %, σύμφωνα προς το άρθρο 3, παράγραφος 2, της συμβάσεως.
15 Η Επιτροπή έλαβε τον Σεπτέμβριο του 1994 έκθεση ελεγκτών αφορώσα την περίοδο μεταξύ 1ης Σεπτεμβρίου 1991 και 31ης Αυγούστου 1992, συνταχθείσα κατ' αίτησή της από την εταιρία Reconta Ernst & Young. Η εν λόγω έκθεση κατέληγε, αφενός, στο ότι δεν υπήρχαν αποδεικτικά στοιχεία περί μεταφοράς του ποσού των 165 000 ECU στο Brunel και, αφετέρου, στο ότι το κόστος βάσει τιμολογίων που εξέδωσε η TVR ως εργατικά ήταν κατώτερο εκείνου με το οποίο είχε επιβαρυνθεί στην πραγματικότητα.
16 Με έγγραφο της 22ας Ιουνίου 1995, η Επιτροπή ζήτησε από την TVR την επιστροφή του ποσού των 165 000 ECU, προσαυξημένου με τους συμβατικούς τόκους, που αντιστοιχούσε στην προοριζόμενη για το Brunel εισφορά που ουδέποτε καταβλήθηκε, καθώς και του ποσού των 46 307 ECU που προέκυπτε από την εκκαθάριση της εισφοράς υπέρ της TVR και αντιστοιχούσε στο ποσό που υπερέβαινε το εγκριθέν κόστος.
17 Η TVR δεν επέστρεψε κανένα ποσό.
Επί του παραδεκτού
18 Η TVR προβάλλει ένσταση απαραδέκτου του αιτήματος της Επιτροπής. Επειδή η Επιτροπή δεν ζήτησε ρητώς από το Δικαστήριο να αποφανθεί προηγουμένως επί της καταγγελίας της συμβάσεως, δεν μπορούσε να επωφεληθεί των περί επιστροφής συνεπειών κατά το άρθρο 1458 του codice civile (στο εξής: ιταλικός αστικός κώδικας), κατά μείζονα μάλιστα λόγο που η εκ μέρους της Επιτροπής καταγγελία αμφισβητήθηκε από την TVR.
19 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το αίτημα περί επιστροφής των αχρεωστήτως παρακρατηθέντων από την TVR ποσών θεμελιώνεται στην καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους της, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο d, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως. Κατά την Επιτροπή, εφόσον η σύμβαση καταγγέλθηκε δυνάμει της ως άνω διατάξεως, τα αιτήματα περί επιστροφής της χρηματοδοτήσεως και αποκαταστάσεως της ζημίας εξυπακούεται ότι εμπεριέχουν το αίτημα περί αναγνωρίσεως της εν τοις πράγμασι καταγγελίας της συμβάσεως.
20 Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί, αφενός, ότι, οσάκις ο νόμος ή η σύμβαση προβλέπουν τη δυνατότητα των αντισυμβαλλομένων να καταγγείλουν μονομερώς τη σύμβαση σε περίπτωση αθετήσεως συμβατικής υποχρεώσεως, οποιοσδήποτε συμβαλλόμενος στη σύμβαση που έχει το δικαίωμα αυτό μπορεί, ενδεχομένως, να προσφύγει σε δικαστήριο αιτούμενος την αναγνώριση, με αναγνωριστική απόφαση, της χωρήσασας αυτεπαγγέλτως καταγγελίας [βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις του Corte suprema di cassazione (ανώτατο ιταλικό ακυρωτικό) της 12ης Δεκεμβρίου 1979, αριθ. 6489, Mass. Foro it. 1979, σ. 1309, και της 5ης Απριλίου 1990, αριθ. 2802, Mass. Foro it. 1990, σ. 406].
21 Έχει σημασία να υπομνηστεί, αφετέρου, ότι το Corte suprema di cassazione δέχεται ότι μη διατυπωθέν αίτημα μπορεί να θεωρηθεί ως εξυπακουόμενο και δυνάμει περιλαμβανόμενο στην αγωγή, εφόσον συνδέεται κατ' ανάγκη με το αντικείμενο και τη βάση της αγωγής (βλ., ιδίως, απόφαση του Corte suprema di cassazione της 14ης Ιουνίου 1991, αριθ. 6727, Mass. Foro it. 1991, σ. 582).
22 Εν προκειμένω, η Επιτροπή διευκρινίζει, με το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο, ότι έκανε χρήση της κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο d, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως ρήτρας λόγω της μη εκτελέσεως της συμβάσεως εκ μέρους της TVR και ότι, συνάγοντας τις εκ της καταγγελίας αυτής συνέπειες, απαίτησε από την TVR την αναγκαία τεκμηρίωση προκειμένου να προσδιοριστούν τα εισπραχθέντα δυνάμει της συμβάσεως ποσά που η ως άνω εταιρία όφειλε να επιστρέψει. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι στη συνέχεια αξίωσε από την TVR να της επιστρέψει τα προκαταβληθέντα εν όψει της εκτελέσεως της συμβάσεως ποσά, πλην του ποσού που ισοδυναμεί με το εγκριθέν από την ίδια την Επιτροπή μέρος του κόστους της TVR. Με τη βάση αυτή, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο, ιδίως, να υποχρεώσει την TVR, κατ' εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, να της επιστρέψει εν μέρει τα ως χρηματοδοτική εισφορά εισπραχθέντα ποσά.
23 Δοθέντος ότι η Επιτροπή ζητεί την υπέρ αυτής εφαρμογή των περί επιστροφής συνεπειών, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, στηριζόμενη στη μεσολαβήσασα, όπως ισχυρίζεται, καταγγελία εν συνεχεία της κινήσεως της διαδικασίας καταγγελίας, όπως προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο d, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, το αίτημά της προϋποθέτει κατ' ανάγκην ότι το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η καταγγελία έλαβε όντως χώρα.
24 Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι εν προκειμένω η Επιτροπή υπέβαλε σιωπηρώς αίτημα περί αναγνωρίσεως ότι η καταγγελία χώρησε αυτεπαγγέλτως κατ' εφαρμογή της οικείας διαδικασίας καταγγελίας.
25 Επομένως, η ένσταση απαραδέκτου δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
Επί της καταγγελίας της συμβάσεως
26 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι κατήγγειλε αυτεπαγγέλτως τη σύμβαση με το αιτιολογικό ότι η TVR, η οποία είχε λάβει προκαταβολή ύψους 230 000 ECU, εκ των οποίων 165 000 προορίζονταν για το Brunel, ουδέποτε μερίμνησε ώστε το ως άνω ποσό να περιέλθει στην τελευταία, αθετώντας με τον τρόπο αυτό την υποχρέωση που υπείχε από το άρθρο 4, παράγραφος 3, της συμβάσεως. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, με συστημένη επιστολή της 15ης Απριλίου 1993, όχλησε κατ' αρχάς επισήμως την TVR, απαιτώντας να προβεί στην καταβολή του ποσού στο Brunel και ότι, ενώπιον της απραξίας της TVR, κατήγγειλε ακολούθως τη σύμβαση με συστημένη επιστολή της 31ης Ιανουαρίου 1994. Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή ισχυρίζεται μάλιστα ότι, επειδή η TVR δεν εκπλήρωσε την υποχρέωσή της εντός ενός μήνα από τη λήψη του εγγράφου της 15ης Απριλίου 1993, η σύμβαση λύθηκε αυτοδικαίως μετά την εκπνοή της ως άνω προθεσμίας. Επομένως, το έγγραφο της 31ης Ιανουαρίου 1994 επιβεβαίωσε απλώς την καταγγελία της συμβάσεως.
27 Κατά την TVR, οι προαπαιτούμενες προϋποθέσεις ουδέποτε συνέτρεξαν ούτε για την αποστολή του εγγράφου οχλήσεως της 15ης Απριλίου 1993 ούτε για τη δήλωση περί καταγγελίας που περιελάμβανε το έγγραφο της 31ης Ιανουαρίου 1994. ρος τούτο, διευκρινίζει ότι το συνολικό ποσό των 230 000 ECU διαβιβάστηκε από την Επιτροπή με τραπεζικό έμβασμα στην τράπεζα που είχε υποδείξει η TVR. Η τράπεζα αυτή πίστωσε με το ποσό των 65 000 ECU τραπεζικό λογαριασμό σε συνάλλαγμα που είχε ανοίξει η TVR και παρακράτησε το ποσό των 165 000 ECU ενόψει του ότι επρόκειτο να αποσταλεί με έμβασμα στο Brunel. άντως, το Brunel ουδέποτε έλαβε το παραμικρό ποσό. Εφόσον η τράπεζα παρακράτησε το ποσό των 165 000 ECU, χωρίς να πιστώσει τους λογαριασμούς της TVR, η ως άνω εταιρία δεν μπορεί να υποχρεωθεί να το αποδώσει δοθέντος ότι ουδέποτε της διατέθηκε το εν λόγω ποσό.
28 Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, επειδή η Επιτροπή μεταβίβασε μέσω τραπεζικού εμβάσματος το ποσό των 230 000 ECU στην τράπεζα που υπέδειξε η TVR, εκπλήρωσε ορθώς την υποχρέωσή της έναντι αυτής όσον αφορά την πληρωμή. Στο πλαίσιο της συμβατικής σχέσεως μεταξύ των δύο αυτών συμβαλλομένων, η TVR πρέπει να θεωρηθεί ως εισπράξασα το ως άνω ποσό.
29 Δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 3, της συμβάσεως, η TVR όφειλε να μεταβιβάσει αμέσως στο Brunel το ποσό που του αντιστοιχούσε σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως.
30 Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αμφισβητείται ότι το ποσό που έπρεπε να μεταβιβασθεί στο Brunel, ήτοι τα 165 000 ECU, ουδέποτε περιήλθε στον αποδέκτη του.
31 Ως εκ τούτου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η TVR αθέτησε την υποχρέωση, ουσιώδη άλλωστε κατά την οικονομία της συμβάσεως, που υπείχε δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 3, της συμβάσεως.
32 Ακόμη και αν υποτεθεί ότι η αθέτηση της ως άνω υποχρεώσεως, στο πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ της TVR και της τράπεζας που είχε επιφορτισθεί με τη μεταφορά, βαρύνει την τελευταία, το γεγονός αυτό δεν έχει επίπτωση στη συμβατική σχέση μεταξύ Επιτροπής και TVR, στο πλαίσιο της οποίας η ως άνω εταιρία όφειλε έναντι της Επιτροπής να μεταβιβάσει το ποσό των 165 000 ECU στο Brunel. ράγματι, το ενδεχόμενο πταίσμα της τράπεζας, πιθανή αιτία της μη εκτελέσεως της μεταφοράς, δεν μπορεί να αποκλείει την ευθύνη της TVR έναντι της Επιτροπής.
33 Επομένως, εν πάση περιπτώσει και σε αντίθεση προς όσα υποστηρίζει η TVR, συνέτρεχαν προφανώς οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την καταγγελία της συμβάσεως.
34 Εν όψει των προεκτεθέντων, αναγνωρίζεται ότι η σύμβαση καταγγέλθηκε το αργότερο την ημέρα κατά την οποία η TVR έλαβε το από 31 Ιανουαρίου 1994 έγγραφο της Επιτροπής.
Επί της επιστροφής της προκαταβολής
35 Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εκ μέρους της Επιτροπής λόγω αθετήσεως εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου των υποχρεώσεών του, η Επιτροπή έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την επιστροφή του συνόλου ή μέρους των ποσών που είχε καταβάλει ως χρηματοδοτική εισφορά, λαμβάνοντας υπόψη, επιεικώς και ευλόγως, τη φύση και τα αποτελέσματα των πραγματοποιηθεισών εργασιών καθώς και την ωφέλειά τους για την Επιτροπή.
36 Όσον αφορά το ποσό των 165 000 ECU που η TVR όφειλε να μεταβιβάσει στο Brunel ως προκαταβολή για τις εργασίες που επρόκειτο να πραγματοποιήσει το τελευταίο, η Επιτροπή ζητεί την πλήρη επιστροφή του.
37 Όπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα, ιδίως από τις σκέψεις 30 έως 34 της παρούσας αποφάσεως, το αίτημα της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτό.
38 Όσον αφορά το αίτημα περί επιστροφής του ποσού των 46 307 ECU, η Επιτροπή εκτιμά ότι, με βάση τα επιστημονικά πρακτικά, τους καταλόγους των δαπανών και τις λοιπές πληροφορίες που προσκόμισε η TVR, οι δαπάνες που πραγματοποίησε η TVR και μπορούν να αναληφθούν από την Επιτροπή ανέρχονται στο ποσό των 18 693 ECU. Επειδή η Επιτροπή κατέβαλε προκαταβολικώς 65 000 ECU στην εναγομένη, η τελευταία οφείλει, συνεπώς, να επιστρέψει το ποσό των 46 307 ECU.
39 Η TVR ζητεί την απόρριψη του αιτήματος αυτού με το αιτιολογικό ότι η προκαταβολή 65 000 ECU που κατέβαλε η Επιτροπή απορροφήθηκε εξ ολοκλήρου για την εκτέλεση της συμβάσεως. Η TVR ισχυρίζεται ότι, με την έκθεσή της ελέγχου, η εταιρία Reconta Ernst & Young υπογράμμισε ότι οι ώρες εργασίας που υπολόγισε η TVR αντιστοιχούσαν πλήρως στο πραγματοποιηθέν έργο και στο πραγματικό κόστος του. Σύμφωνα με τη διατύπωση της ως άνω εκθέσεως, το κόστος της ωριαίας εργασίας ήταν μάλιστα χαμηλότερο επειδή υπολογίστηκε με βάση πίνακα ισχύοντα για το 1991 και όχι του 1992, έτους κατά τη διάρκεια του οποίου έλαβαν χώρα οι εργασίες.
40 Επιβάλλεται κατ' αρχάς η υπογράμμιση ότι η έκθεση ελέγχου που επικαλείται η TVR δεν είναι εν πάση περιπτώσει λυσιτελής στην προκειμένη περίπτωση. ράγματι, η εν λόγω έκθεση αφορά αποκλειστικά την περίοδο μεταξύ 1ης Σεπτεμβρίου 1991 και 31 Αυγούστου 1992, ενώ η διαφορά μεταξύ των συμβαλλομένων αφορά το κόστος κατά την περίοδο από 1ης Σεπτεμβρίου 1992 έως 26 Μα_ου 1993.
41 Ακολούθως, έχει σημασία να υπογραμμιστεί ότι, όσον αφορά το κόστος της δεύτερης αυτής περιόδου που δεν εγκρίθηκε από την Επιτροπή, η TVR δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο αποδεικτικά στοιχεία ικανά να ανατρέψουν τους ισχυρισμούς της Επιτροπής. Ειδικότερα, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η ως άνω εταιρία δεν περιέλαβε στη δικογραφία κανένα λεπτομερές έγγραφο σχετικά με το κόστος που κατέβαλε για τις πραγματοποιηθείσες εργασίες και τη συγγραφή υποχρεώσεων. ράγματι, η TVR περιορίστηκε κατ' ουσίαν να προσκομίσει συνοπτικό τελικό υπολογισμό του κόστους για την περίοδο μεταξύ 1ης Σεπτεμβρίου 1991 και 26ης Μα_ου 1993.
42 Εν όψει της ανεπαρκείας των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε η εναγομένη, πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα περί επιστροφής των 46 307 ECU.
Επί των τόκων
43 Η Επιτροπή ζητεί επίσης να υποχρεωθεί η TVR στην καταβολή των συμβατικών τόκων επί των ποσών των 165 000 ECU και 46 307 ECU από 21ης Δεκεμβρίου 1991.
44 Η TVR δεν ανέπτυξε κανένα επιχείρημα επί του σημείου αυτού.
45 Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εκ μέρους της Επιτροπής, ο αντισυμβαλλόμενος οφείλει να επιστρέψει όχι μόνον τα ποσά που του είχε καταβάλει η Επιτροπή προκαταβολικώς, αλλά και τους τόκους με συμβατικό επιτόκιο επί των ως άνω ποσών, από την ημερομηνία από την οποία έλαβε τα ποσά αυτά. Το εφαρμοστέο επιτόκιο είναι εκείνο του οποίου κάνει χρήση το Ευρωπαϊκό Ταμείο νομισματικής συνεργασίας για τις συναλλαγές του σε ECU και δημοσιεύεται την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα, προσαυξημένο κατά 2 %.
46 Οφείλουσα να επιστρέψει στην Επιτροπή το συνολικό ποσό των 211 307 ECU ως κύρια οφειλή, η TVR οφείλει, επομένως, να της καταβάλει επίσης, ως παρεπόμενη οφειλή, τους συμβατικούς τόκους επί του ως άνω ποσού από τις 21 Δεκεμβρίου 1991, ημερομηνία κατά την οποία δεν αμφισβητείται ότι είχε λάβει την προκαταβολή των 230 000 ECU.
Επί της αποκαταστάσεως της ζημίας
47 Στηριζόμενη στο άρθρο 1453 του ιταλικού αστικού κώδικα, η Επιτροπή ζητεί επιπλέον να υποχρεωθεί η TVR να της καταβάλει το ποσό των 20 000 ECU προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από τη μη εκτέλεση της συμβάσεως.
48 Συναφώς, η Επιτροπή διευκρινίζει, πρώτον, ότι ορισμένοι από τους υπαλλήλους της διέθεσαν σημαντικό αριθμό ωρών προκειμένου να ελέγξουν τη δραστηριότητα της εναγομένης και να απαιτήσουν τις προβλεπόμενες από τη σύμβαση περιοδικές εκθέσεις. Δεύτερον, η Επιτροπή υποχρεώθηκε να προσφύγει στις υπηρεσίες εταιρίας ελέγχου προκειμένου να ελέγξει την εργασία της TVR από λογιστικής απόψεως. Τρίτον, η Επιτροπή δεν κατέστη δυνατό να επωφεληθεί των πλεονεκτημάτων που προβλέπει το άρθρο 19 του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως και να κάνει έτσι χρήση των κτηθεισών γνώσεων χάρη στις έρευνες που είχε χρηματοδοτήσει ή της εκμεταλλεύσεως των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας που θα είχαν ενδεχομένως χορηγηθεί με την ευκαιρία αυτή. Τέταρτον, συνάπτοντας σύμβαση με πρόσωπο που αθέτησε τις δεσμεύσεις του, η Επιτροπή υπέστη ζημία σε επίπεδο αξιοπιστίας έναντι όλων των δυνάμει ενδιαφερομένων να συμβληθούν μαζί της προσώπων.
49 Η TVR αντικρούει ότι δεν αποδείχθηκε η φερόμενη ζημία της Επιτροπής.
50 ροκαταρκτικώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 11 αυτής, η σύμβαση διέπεται από το ιταλικό δίκαιο.
51 Ακόμη και αν υποτεθεί ότι το άρθρο 1453 του ιταλικού αστικού κώδικα, το οποίο αναγνωρίζει στον συμβαλλόμενο το δικαίωμα να ζητήσει από τον αθετήσαντα τις υποχρεώσεις του αντισυμβαλλόμενο να αποκαταστήσει τη ζημία του, τυγχάνει εφαρμογής μόνον σε περίπτωση δικαστικής λύσεως της συμβάσεως, γεγονός παραμένει ότι, δυνάμει του άρθρου 1218 του ιδίου κώδικα, ο οφειλέτης που δεν εκπληρώνει ορθά την οφειλόμενη παροχή υποχρεούται σε αποζημίωση αν δεν αποδεικνύεται ότι η μη εκπλήρωση οφείλεται σε αδυναμία εκτελέσεως της παροχής για μη δυνάμενη να του καταλογιστεί αιτία.
52 Επομένως, πρέπει να ελεχθεί αν η Επιτροπή μπόρεσε να αποδείξει το υποστατό της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη.
53 Όσον αφορά τα έξοδα που φέρεται ότι προκλήθηκαν από την επιπλέον υποχρεωτική εργασία των υπαλλήλων της Επιτροπής στα πλαίσια της διαχειρίσεως της συμβάσεως, πρέπει να τονιστεί ότι, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 4, παράγραφος 3, της συμβάσεως και 8, παράγραφος 2, στοιχείο d, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, η Επιτροπή είχε την ευχέρεια να αντλήσει εγκαίρως τις συνέπειες από τη μη τήρηση εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου της των δεσμεύσεων που αυτός είχε αναλάβει και να τερματίσει, προ της κανονικής λήξεως και μονομερώς, τη συμβατική σχέση (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 10ης Ιουνίου 1999 στην υπόθεση C-334/97, Επιτροπή κατά Montorio, Συλλογή 1999, σ. Ι-3387, σκέψη 53).
54 Εφόσον η Επιτροπή ανέχθηκε για ορισμένη περίοδο, η οποία στην προκειμένη περίπτωση είναι αρκετά μακρά, τη μη εκπλήρωση εκ μέρους της TVR των δεσμεύσεών της προτού καταγγείλει τη σύμβαση, τα επιπλέον έξοδα διαχειρίσεως της συμβάσεως που αφορούν την ως άνω περίοδο δεν μπορούν να αποτελέσουν ζημία καταλογιστέα στην TVR.
55 Όσον αφορά τη φερόμενη ζημία που απορρέει από τις αμοιβές των ελεγκτών, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, για την περίοδο μεταξύ Σεπτεμβρίου 1991 και Αυγούστου 1992, επί της οποίας εκτείνεται ο έλεγχος, η Επιτροπή ήταν σε θέση να εγκρίνει, προτού μάλιστα λάβει την έκθεση ελέγχου, το σύνολο σχεδόν των δαπανών που είχε υπολογίσει η TVR. Όπως προκύπτει επίσης από τη δικογραφία, αρκετούς μήνες πριν αναλάβει η εταιρία Renconta Ernst & Young να διενεργήσει τον έλεγχο, η Επιτροπή είχε διευκρινίσει στην TVR ότι ο αναθεωρημένος τελικός υπολογισμός του κόστους που κατέβαλε κατά την ως άνω περίοδο μπορούσε να εγκριθεί από τεχνική άποψη. Υπό τις περιστάσεις αυτές, οι αμοιβές των ελεγκτών δεν μπορούν σε κάθε περίπτωση να καταλογιστούν στην TVR.
56 Όσον αφορά τις λοιπές προβληθείσες από την Επιτροπή αιτιάσεις περί ζημίας, η Επιτροπή δεν απέδειξε, κατά τρόπο ακριβή και πειστικό, το υποστατό της ζημίας.
57 Επομένως, το αίτημα της Επιτροπής για την καταβολή αποζημιώσεως είναι απορριπτέο.
58 Κατ' εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1103/97 του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 1997, σχετικά με ορισμένες διατάξεις που αφορούν την εισαγωγή του ευρώ (ΕΕ L 162, σ. 1), επιβάλλεται η αντικατάσταση της αναφοράς στο ECU με την αναφορά στο ευρώ και με την ισοτιμία ενός ευρώ για κάθε ECU.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
59 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του αντιδίκου. Επειδή η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της TVR και η τελευταία ηττήθηκε επί της ουσίας των ισχυρισμών της, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Υποχρεώνει την Tecnologie Vetroresina SpA (TVR) να καταβάλει στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το ποσό των 211 307 ευρώ, προσαυξημένο με τους τόκους βάσει συμβατικού επιτοκίου από 21ης Δεκεμβρίου 1991 και μέχρι πλήρους εξοφλήσεως του χρέους.
2) Απορρίπτει την αγωγή κατά τα λοιπά.
3) Καταδικάζει την Tecnologie Vetroresina SpA (TVR) στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy