Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Διαδικασία - ροσφυγή στο Δικαστήριο βάσει ρήτρας διαιτησίας - Μονομερής καταγγελία της συμβάσεως κατ' εφαρμογή των συμβατικών όρων - Δικαίωμα στην απόδοση προκαταβολών, προσαυξημένων με τόκους βάσει συμβατικού επιτοκίου - Αβάσιμο του αιτήματος περί καταβολής αποζημιώσεως
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 181 (νυν άρθρο 238 ΕΚ)]
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-41/98,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον E. de March, επικουρούμενο από τον A. Dal Ferro, avvocato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
ενάγουσα,
κατά
Tecnologie Vetroresina SpA (TVR), με έδρα τη Ρώμη (Ιταλία), εκπροσωπούμενη από τον G. Merla, avvocato,
εναγομένης,
που έχει ως αντικείμενο αγωγή που άσκησε η Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 181 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 238 ΕΚ), ζητώντας να υποχρεωθεί η Tecnologie Vetroresina SpA, αφενός, να επιστρέψει το ποσό των 77 558,80 ECU, που της είχε προκαταβάλει η Επιτροπή στο πλαίσιο της συμβάσεως αριθ. BREU-0114-Ι (A), προσαυξημένο με τους συμβατικούς τόκους από 1ης Φεβρουαρίου 1990, και, αφετέρου, να καταβάλει το ποσό των 7 700 ECU προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη η Επιτροπή,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Gulmann (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, J.-P. Puissochet και R. Schintgen, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: H. A. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 11ης Μα_ου 2000,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Ιουνίου 2000,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Φεβρουαρίου 1998, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει ρήτρας διαιτησίας κατά το άρθρο 181 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 238 ΕΚ), αγωγή κατά της εταιρίας η Tecnologie Vetroresina SpA (στο εξής: TVR), διώκουσα να υποχρεωθεί η τελευταία, αφενός, να επιστρέψει το ποσό των 77 558,80 ECU, που της είχε προκαταβάλει η Επιτροπή στο πλαίσιο της συμβάσεως BREU-0114-Ι (A) (στο εξής: σύμβαση), προσαυξημένο με τους συμβατικούς τόκους, ήτοι 24,97 ECU ημερησίως από 1ης Φεβρουαρίου 1990, και, αφετέρου, να καταβάλει το ποσό των 7 700 ECU προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη η Επιτροπή.
2 Η σύμβαση συνήφθη στις 21 Δεκεμβρίου 1989 μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, εκπροσωπούμενης από την Επιτροπή, και της TVR, στο πλαίσιο χρηματοδοτικής στηρίξεως βάσει του ειδικού προγράμματος έρευνας και τεχνολογικής αναπτύξεως στους τομείς των τεχνολογιών της μεταποιητικής βιομηχανίας και των εφαρμογών προηγμένων υλικών (πρόγραμμα BRITE/EURAM) για τα έτη 1989 έως 1992, το οποίο θεσπίστηκε με την απόφαση 89/237/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 1989 (ΕΕ L 98, σ. 18).
3 Με την ως άνω σύμβαση, η οποία συνήφθη για διάρκεια 36 μηνών από 1ης Ιανουαρίου 1990, η TVR ανέλαβε την υποχρέωση, έναντι καταβολής οικονομικής ενισχύσεως εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, να καταρτίσει ερευνητικό σχέδιο περιγραφόμενο σε συνημμένο στη σύμβαση παράρτημα.
4 Σύμφωνα με τα άρθρα 1, παράγραφος 3, και 10, παράγραφος 2, της συμβάσεως, η TVR συνήψε δύο εταιρικές συμβάσεις στις 21 Μα_ου 1990 με το Imperial College of Science and Technology and Medicine (στο εξής: ICSTM) και στις 30 Μα_ου 1990 με το DSM Limburg BV, αντίστοιχα, για τους σκοπούς εκτελέσεως ενός μέρους του σχεδίου.
5 Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, η σύναψη των εταιρικών συμβάσεων δεν απαλλάσσει την TVR από τις υποχρεώσεις της και από την ευθύνη της έναντι της Επιτροπής αναφορικά με την εκτέλεση της συμβάσεως.
6 Τα άρθρα 6, παράγραφος 1, της συμβάσεως και 6, παράγραφος 1, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως επιβάλλουν στην TVR την υποχρέωση να υποβάλλει στην Επιτροπή εξαμηνιαίες εκθέσεις σχετικά με την πρόοδο των εργασιών, καθώς και ενδιάμεση έκθεση μετά την παρέλευση των δεκαπέντε πρώτων μηνών εκτελέσεως της συμβάσεως, εντός ενός μήνα από τη λήξη κάθε συγκεκριμένης περιόδου. Επιπλέον, η TVR οφείλει να υποβάλει τελική επιστημονική έκθεση εντός προθεσμίας δύο μηνών από την περάτωση, διακοπή ή παύση των χρηματοδοτουμένων από την Επιτροπή εργασιών.
7 Κατά το άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2, της συμβάσεως και το άρθρο 36, παράγραφος 1, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, η TVR οφείλει να υποβάλλει στην Επιτροπή ετησίους καταλόγους των δαπανών εντός ενός μήνα από τη λήξη κάθε συγκεκριμένης περιόδου, καθώς και πλήρη συγκεφαλαιωτικό κατάλογο των πραγματοποιηθεισών δαπανών εντός τριών μηνών από την περάτωση, διακοπή ή παύση των χρηματοδοτουμένων από την Επιτροπή εργασιών. Δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 4, της συμβάσεως, οι κατάλογοι των δαπανών πρέπει να υποβάλλονται επίσης στην Επιτροπή από κάθε αντισυμβαλλόμενο εταίρο μέσω της TVR.
8 Κατά το άρθρο 4 της συμβάσεως, η συνολική χρηματοδοτική εισφορά της Επιτροπής συνίσταται σε αρχική προκαταβολή 460 000 ECU, ακολουθούν δε περιοδικές καταβολές εντός δύο μηνών από την έγκριση των εξαμηνιαίων εκθέσεων προόδου των εργασιών και των καταλόγων περί δαπανών. άντως, κατά το άρθρο 39 του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, οι κατάλογοι δαπανών μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ελέγχου ακόμη και μετά την εξόφλησή τους εκ μέρους της Επιτροπής και τούτο επί διάστημα δύο ετών μετά την καταγγελία ή τη λήξη της συμβάσεως.
9 Το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο d, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως ορίζει ότι η Επιτροπή μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση σε περίπτωση αθετήσεως, εκ μέρους ενός αντισυμβαλλομένου, οποιασδήποτε από τις συμβατικές υποχρεώσεις του, εκτός αν η αθέτηση δικαιολογείται από εύλογους και βάσιμους λόγους τεχνικής ή οικονομικής φύσεως, κατόπιν οχλήσεως κοινοποιουμένης με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής και εφόσον δεν χωρήσει εκτέλεση εντός ενός μήνα.
10 Το άρθρο 8, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του ιδίου παραρτήματος προβλέπει ότι, σε περίπτωση εφαρμογής του ως άνω άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο d, η Επιτροπή έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την επιστροφή του συνόλου ή μέρους των καταβληθέντων ως οικονομικής εισφοράς ποσών, λαμβάνοντας υπόψη, επιεικώς και ευλόγως, τη φύση και τα αποτελέσματα των πραγματοποιηθεισών εργασιών καθώς και την ωφέλειά τους για την Επιτροπή.
11 Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος, μπορούν να απαιτηθούν τόκοι από την ημερομηνία κατά την οποία ο αντισυμβαλλόμενος έλαβε τα καταβληθέντα ποσά με το επιτόκιο που εφαρμόζει το Ευρωπαϊκό Ταμείο νομισματικής συνεργασίας για τις συναλλαγές του σε ECU, προσαυξημένο κατά 2 %, επιτόκιο που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα.
12 Κατά το άρθρο 12 του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί οποιασδήποτε διαφοράς σχετικά με τη σύμβαση, η οποία διέπεται, δυνάμει του άρθρου 11 αυτής, από το ιταλικό δίκαιο.
13 Η Επιτροπή κατέβαλε στις 21 Δεκεμβρίου 1989 στην TVR προκαταβολή ύψους 460 000 ECU.
14 Στις 22 Ιουλίου 1991, παρά την αρχική καθυστέρηση εκτελέσεως του σχεδίου, οφειλόμενη σε εσωτερικές δυσχέρειες του ICSTM, κατέβαλε στην TVR το ποσό των 128 418,20 ECU με βάση πρακτικά αφορώντα την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου έως 31 Οκτωβρίου 1990.
15 Η TVR υπέβαλε στις 13 Νοεμβρίου 1991 στην Επιτροπή έκθεση προόδου των εργασιών για την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου έως 31 Οκτωβρίου 1991.
16 Με έγγραφο της 2ας Δεκεμβρίου 1991, η Επιτροπή επισήμανε στην TVR ότι, αναφορικά με την τρίτη εξαμηνιαία έκθεση, η περίοδος που έπρεπε να καλύπτεται ήταν εκείνη μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 30ής Ιουνίου 1991. Η Επιτροπή της υπενθύμισε επίσης ότι όφειλε να μην αμελήσει την ενδιάμεση έκθεση.
17 Με έγγραφο της 20ής Ιανουαρίου 1992, η Επιτροπή διευκρίνισε στην TVR ότι, καίτοι η ημερομηνία υποβολής της ενδιάμεσης εκθέσεως μετατέθηκε για τον Σεπτέμβριο του 1991 λόγω δυσχερειών που ανέκυψαν κατά την αρχική φάση του σχεδίου, η ως άνω έκθεση δεν της είχε ακόμα διαβιβαστεί. Κατόπιν αυτού, υπενθύμισε στην TVR την υποχρέωσή της να λάβει πάραυτα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου το σχέδιο να μην προσκρούσει σε σοβαρά προβλήματα από επιστημονικής και χρηματοδοτικής απόψεως.
18 Έχοντας διαπιστώσει καθυστερήσεις στην ανακοίνωση των περιοδικών εκθέσεων περί της προόδου των εργασιών, όπως προέβλεπε το άρθρο 8, παράγραφος 1, της συμβάσεως, η Επιτροπή κάλεσε, με έγγραφο της 23ης Ιανουαρίου 1992, την TVR να της αποστείλει το συντομότερο τις ως άνω εκθέσεις και της υπενθύμισε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο d, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, η Επιτροπή είχε τη δυνατότητα να καταγγείλει τη σύμβαση σε περίπτωση μη εκτελέσεως εκ μέρους αντισυμβαλλομένου μιας των συμβατικών υποχρεώσεών του.
19 Η TVR υπέβαλε στις 30 Ιανουαρίου 1992 στην Επιτροπή σειρά εγγράφων, μεταξύ των οποίων ιδίως την ενδιάμεση έκθεση.
20 Η Επιτροπή ανέθεσε σε εξωτερικό πραγματογνώμονα, και συγκεκριμένα στον καθηγητή Goedel, να διενεργήσει έλεγχο της πραγματοποιηθείσας εργασίας εκ μέρους της TVR. Στο από 6 Φεβρουαρίου 1992 δελτίο αξιολογήσεως, ο ως άνω πραγματογνώμων διατύπωσε αρνητική γνωμοδότηση επί των αποτελεσμάτων που είχαν προκύψει μέχρι την ημερομηνία εκείνη.
21 Με έγγραφο της 25ης Μαρτίου 1992, η Επιτροπή ενημέρωσε την TVR για την πρόθεσή της να καταγγείλει τη σύμβαση λόγω, ιδίως, της ολοσχερούς ελλείψεως συντονισμού μεταξύ των εταίρων, αδικαιολόγητων καθυστερήσεων κατά την εκτέλεση των εργασιών και διαπιστωμένης ελλείψεως αποτελεσμάτων κατά τη σύσκεψη αξιολογήσεως προσχεδίου.
22 Με έγγραφο της 15ης Απριλίου 1992 που απηύθυνε στην Επιτροπή, η TVR υποστήριξε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις καταγγελίας της συμβάσεως. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι πραγματοποίησε το ερευνητικό έργο της σύμφωνα με το αναθεωρημένο χρονοδιάγραμμα.
23 Με έγγραφο της 10ης Ιουνίου 1992, η Επιτροπή κάλεσε την TVR να της υποβάλει τους πλήρεις συγκεφαλαιωτικούς καταλόγους των διενεργηθεισών δαπανών όλων των συμβαλλομένων εταίρων για το έτος 1991 και για την περίοδο μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 31ης Μα_ου 1992, χρονικά διαστήματα για τα οποία δεν είχε ακόμη πραγματοποιηθεί καμία πληρωμή. Η Επιτροπή υπενθύμισε στη TVR ότι, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο d, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, σε περίπτωση μη ικανοποιήσεως του αιτήματός της, θα ετύγχανε εφαρμογής το άρθρο 8, παράγραφος 4, του ιδίου παραρτήματος.
24 Τον Σεπτέμβριο του 1992 η Επιτροπή ενέκρινε ιδίως τον συγκεφαλαιωτικό κατάλογο των πραγματοποιηθεισών δαπανών που της είχε αποστείλει η TVR στις 2 Ιουλίου 1992. άντως, στις 23 Μαρτίου 1993 η Επιτροπή απηύθυνε στην εναγομένη λογιστικό σημείωμα με το οποίο μειώνονταν αισθητά τα αφορώντα τη μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 31 Μα_ου 1992 περίοδο ποσά στα οποία αναφερόταν το ως άνω λογιστικό έγγραφο. Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή απαίτησε, παρά τις διαμαρτυρίες της TVR, την επιστροφή ποσού 109 444,80 ECU που αντιστοιχούσε στη διαφορά μεταξύ των ήδη καταβληθέντων στην εναγομένη ποσών και του ημίσεος του εγκεκριμένου κόστους, δεδομένου ότι το επιλέξιμο κόστος βαρύνει την Επιτροπή μέχρι ύψους 50 %, σύμφωνα προς το άρθρο 3, παράγραφος 2, της συμβάσεως.
25 Τον Αύγουστο του 1993 η Επιτροπή ανέθεσε στην εταιρία Reconta Ernst & Young τη διενέργεια ελέγχου του επιδίκου σχεδίου για την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1990 έως 31ης Δεκεμβρίου 1992. Η έκθεση ελέγχου, συνταχθείσα στις 8 Σεπτεμβρίου 1994, κατέληγε στο συμπέρασμα ότι το κόστος βάσει τιμολογίων που εξέδωσε η TVR ήταν, εκτός ορισμένων εξαιρέσεων, άψογο από απόψεως λογιστικών κανόνων και όρων της συμβάσεως. Όσον αφορά το κόστος των εργατικών χειρών, ήταν κατώτερο και εκείνου με το οποίο είχε επιβαρυνθεί στην πραγματικότητα η εναγομένη.
26 Με έγγραφο της 6ης Ιουνίου 1995, η Επιτροπή γνωστοποίησε στην TVR ότι μείωνε σε 77 588,80 ECU το ύψος του ποσού, την επιστροφή του οποίου αξίωνε.
27 Η TVR δεν επέστρεψε κανένα ποσό.
Επί του παραδεκτού
28 Η TVR προβάλλει ένσταση απαραδέκτου του αιτήματος της Επιτροπής σχετικά με τη μερική επιστροφή της προκαταβολής, προσαυξημένης με συμβατικούς τόκους, και την αποκατάσταση της ζημίας. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή όφειλε να ζητήσει από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της καταγγελίας της συμβάσεως λόγω μη εκτελέσεως. Επομένως, η σύμβαση έπρεπε να θεωρείται πάντοτε ως ισχύουσα και παράγουσα τα αποτελέσματά της. Συνακόλουθα, η Επιτροπή δεν μπορούσε να επωφεληθεί των περί επιστροφής συνεπειών κατά το άρθρο 1458 του codice civile (στο εξής: ιταλικός αστικός κώδικας), κατά μείζονα μάλιστα λόγο που η εκ μέρους της Επιτροπής κινηθείσα συμβατική διαδικασία καταγγελίας δεν τελεσφόρησε.
29 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το αίτημα περί επιστροφής και αποκαταστάσεως της ζημίας θεμελιώνεται στην εκ μέρους της καταγγελία της συμβάσεως, η οποία επήλθε κατ' εφαρμογήν της περί λύσεως αυτής ρήτρας του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο d, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, Υπό τις περιστάσεις αυτές, το αίτημα περί αναγνωρίσεως της καταγγελίας της συμβάσεως εξυπακούεται ότι εμπεριέχεται στα αιτήματα περί επιστροφής της χρηματοδοτήσεως και αποκαταστάσεως της ζημίας.
30 Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί, αφενός, ότι, οσάκις ο νόμος ή η σύμβαση προβλέπουν τη δυνατότητα των αντισυμβαλλομένων να καταγγείλουν μονομερώς τη σύμβαση σε περίπτωση αθετήσεως συμβατικής υποχρεώσεως, οποιοσδήποτε συμβαλλόμενος στη σύμβαση που έχει το δικαίωμα αυτό μπορεί, ενδεχομένως, να προσφύγει σε δικαστήριο αιτούμενος την αναγνώριση, με αναγνωριστική απόφαση, της χωρήσασας αυτεπαγγέλτως καταγγελίας [βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις του Corte suprema di cassazione (ανώτατο ιταλικό ακυρωτικό) της 12ης Δεκεμβρίου 1979, αριθ. 6489, Mass. Foro it. 1979, σ. 1309, και της 5ης Απριλίου 1990, αριθ. 2802, Mass. Foro it. 1990, σ. 406].
31 Έχει σημασία να υπομνηστεί, αφετέρου, ότι το Corte suprema di cassazione δέχεται ότι μη διατυπωθέν αίτημα μπορεί να θεωρηθεί ως εξυπακουόμενο και δυνάμει περιλαμβανόμενο στην αγωγή, εφόσον συνδέεται κατ' ανάγκη με το αντικείμενο και τη βάση της αγωγής (βλ., ιδίως, απόφαση του Corte suprema di cassazione της 14ης Ιουνίου 1991, αριθ. 6727, Mass. Foro it. 1991, σ. 582).
32 Εν προκειμένω, η Επιτροπή διευκρινίζει, με το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο, ότι έκανε χρήση της κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο d, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως ρήτρας λόγω της μη εκτελέσεως της συμβάσεως εκ μέρους της TVR και ότι η τελευταία της απηύθυνε ορισμένα τελικά έγγραφα, ιδίως τους συγκεφαλαιωτικούς καταλόγους των δαπανών, οι οποίοι έπρεπε, δυνάμει της συμβάσεως, να της είχαν υποβληθεί εντός τριών μηνών από τη διακοπή των χρηματοδοτουμένων από την Επιτροπή εργασιών. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι στη συνέχεια κάλεσε την TVR, επειδή δεν ενέκρινε όλα τα προσδιοριζόμενα από την εναγομένη ποσά, να της επιστρέψει μέρος των ποσών που της είχαν προκαταβληθεί για την εκτέλεση της συμβάσεως. Με τη βάση αυτή, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο, ιδίως, να υποχρεώσει την TVR, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 8, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, να της επιστρέψει εν μέρει τα ως χρηματοδοτική εισφορά εισπραχθέντα ποσά.
33 Δοθέντος ότι η Επιτροπή ζητεί την υπέρ αυτής εφαρμογή των περί επιστροφής συνεπειών, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, στηριζόμενη στη μεσολαβήσασα, όπως ισχυρίζεται, καταγγελία εν συνεχεία της κινήσεως της διαδικασίας καταγγελίας, όπως προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο d, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, το αίτημά της προϋποθέτει κατ' ανάγκην ότι το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η καταγγελία έλαβε όντως χώρα.
34 Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι εν προκειμένω η Επιτροπή υπέβαλε σιωπηρώς αίτημα περί αναγνωρίσεως ότι η καταγγελία χώρησε αυτεπαγγέλτως κατ' εφαρμογήν της οικείας διαδικασίας καταγγελίας.
35 Επομένως, η ένσταση απαραδέκτου δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
Επί της καταγγελίας της συμβάσεως
36 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι κατήγγειλε αυτεπαγγέλτως τη σύμβαση με το αιτιολογικό, ιδίως, ότι η TVR είχε καθυστερήσει σημαντικά την εκτέλεση των εργασιών και αποδείχθηκε ανίκανη να ασκήσει αποδεκτώς τον ρόλο της ως κυρίου αντισυμβαλλομένου. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, με έγγραφο της 23ης Ιανουαρίου 1992, όχλησε κατ' αρχάς την TVR, ακολούθως δε, ενώπιον της απραξίας της TVR, κατήγγειλε τη σύμβαση με συστημένη επιστολή της 25ης Μαρτίου 1992. Η Επιτροπή προσθέτει ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το έγγραφο αυτό πρέπει να θεωρηθεί στην πραγματικότητα ως έγγραφο οχλήσεως, η σύμβαση λύθηκε αυτοδικαίως μετά την εκπνοή ενός μήνα που ακολούθησε το ως άνω έγγραφο, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο d, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως και τα άρθρα 1454 και 1456 του ιταλικού αστικού κώδικα, οπότε θα περίττευε αίτημα για δικαστική αναγνώριση της λύσεως της συμβάσεως. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή παραιτήθηκε από το αίτημά της να αναγνωριστεί ότι το έγγραφο της 23ης Ιανουαρίου 1992 συνιστούσε έγγραφο οχλήσεως και διευκρίνισε ότι η λύση επήλθε αυτοδικαίως λόγω της απραξίας της TVR μετά την κοινοποιηθείσα με έγγραφο της 25ης Μαρτίου 1992 όχληση.
37 Η TVR αντικρούει ότι το ως άνω έγγραφο οχλήσεως, στο οποίο απάντησε με έγγραφο της 15ης Απριλίου 1992, αμφισβητώντας σημείο προς σημείο τις φερόμενες αθετήσεις που κατήγγειλε η Επιτροπή, δεν ακολούθησε επίσημο έγγραφο καταγγελίας της συμβάσεως. Κατόπιν αυτού, επειδή η σύμβαση ουδέποτε καταγγέλθηκε με επίσημη δήλωση προς τούτο, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί επί της λύσεως της συμβάσεως.
38 Τα επιχειρήματα της TVR είναι απορριπτέα.
39 Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το έγγραφο οχλήσεως της 25ης Μαρτίου 1992 ακολούθησε εν πάση περιπτώσει έγγραφο από το οποίο προέκυπτε σαφώς ότι η Επιτροπή θεωρούσε τη σύμβαση ως καταγγελθείσα. ράγματι, με έγγραφο της 10ης Ιουνίου 1992, η Επιτροπή υπενθύμισε στην TVR ότι την είχε ενημερώσει, με έγγραφο της 25ης Μαρτίου 1992, για την απόφασή της να καταγγείλει τη σύμβαση. Επιπλέον, η Επιτροπή κάλεσε την TVR να της υποβάλει τους πλήρεις συγκεφαλαιωτικούς καταλόγους των πραγματοποιηθεισών δαπανών όλων των συμβαλλομένων εταίρων για την περίοδο μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1991 και 31ης Μα_ου 1992. Σύμφωνα δε με το άρθρο 5, παράγραφοι 2 και 4, της συμβάσεως, οι εν λόγω συγκεφαλαιωτικοί κατάλογοι πρέπει να υποβάλλονται στην Επιτροπή εντός τριών μηνών μετά την περάτωση, διακοπή ή παύση των χρηματοδοτουμένων από την Επιτροπή εργασιών.
40 Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, παρά το έγγραφο οχλήσεως της 25ης Μαρτίου 1992, η TVR δεν φρόντισε να εκτελέσει εντός της ταχθείσας μηνιαίας προθεσμίας ορισμένες εργασίες, οι οποίες, σύμφωνα με τις συμβατικές διατάξεις, έπρεπε να είχαν ήδη περατωθεί. Έτσι, με το μνημονευόμενο στη σκέψη 37 της παρούσας αποφάσεως έγγραφο της 15ης Απριλίου 1992, η TVR αναγνώρισε η ίδια ότι εξακολουθούσε πάντοτε να μην έχει ολοκληρωθεί η κατασκευή υποδείγματος εγκαταστάσεως προς ινοποίηση διά περιελίξεως. Σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως, το υπόδειγμα αυτό έπρεπε να έχει πραγματοποιηθεί προ του τέλους του εικοστού τετάρτου μηνός διαρκείας της συμβάσεως, ήτοι στις 31 Δεκεμβρίου 1991. Συναφώς, επιβάλλεται να υπογραμμιστεί ότι πρέπει να λογίζεται ως σοβαρή η καθυστέρηση ορισμένων μηνών στην υλοποίηση του κυρίου αντικειμένου της συμβάσεως, κατά μείζονα δε λόγο που η TVR δεν ειδοποίησε, κατά παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 2, της συμβάσεως, την Επιτροπή σχετικά με την καθυστέρηση αυτή.
41 ροφανώς, λοιπόν, συνέτρεχαν οι τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την καταγγελία της συμβάσεως.
42 Εν όψει των προεκτεθέντων, αναγνωρίζεται ότι η σύμβαση καταγγέλθηκε το αργότερο την ημέρα κατά την οποία η TVR έλαβε το από 10 Ιουνίου 1992 έγγραφο της Επιτροπής.
Επί της επιστροφής της προκαταβολής
43 Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εκ μέρους της Επιτροπής λόγω αθετήσεως εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου των υποχρεώσεών του, η Επιτροπή έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την επιστροφή του συνόλου ή μέρους των ποσών που είχε καταβάλει ως χρηματοδοτική εισφορά, λαμβάνοντας υπόψη, επιεικώς και ευλόγως, τη φύση και τα αποτελέσματα των πραγματοποιηθεισών εργασιών καθώς και την ωφέλειά τους για την Επιτροπή.
44 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, εν όψει των δικαιολογητικών που προσκόμισε η TVR καθώς και της εκθέσεως ελέγχου που συνέταξε η εταιρία Reconta Ernst & Young, η TVR οφείλει να της επιστρέψει ποσό 77 588,80 ECU. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι αξιολόγησε το πραγματοποιηθέν από τη TVR έργο σε δύο επίπεδα· ανέθεσε στην εταιρία Reconta Ernst & Young οικονομική αξιολόγηση και στον καθηγητή Goedel τεχνική αξιολόγηση. Υπογραμμίζει ότι η διενεργήσασα τον έλεγχο εταιρία είχε απλώς τη δυνατότητα να προβεί σε δημοσιοοικονομικό έλεγχο, ο οποίος διαφέρει από τεχνική αξιολόγηση. Με άλλους λόγους, ο λογιστικός έλεγχος επιτρέπει να εκτιμηθεί το κόστος μιας εργατοώρας αλλ' όχι να προσδιοριστεί αν είναι εύλογο από τεχνικής απόψεως να αφιερώνονται 10 ώρες για εργασία που απαιτεί μόλις δύο ώρες. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η οικονομική εκτίμηση πρέπει να συνοδεύεται από τεχνική εκτίμηση, η οποία εν προκειμένω, πραγματοποιήθηκε από τον καθηγητή Goedel, ο οποίος κατέληξε σε αρνητικά συμπεράσματα.
45 Η TVR ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή αντιφάσκει εφόσον ενέκρινε αρχικά τον πλήρη συγκεφαλαιωτικό κατάλογο των πραγματοποιηθεισών δαπανών, ακολούθως δε αξίωσε την επιστροφή του ποσού των 109 444,80 ECU. Η έλλειψη συνοχής της Επιτροπή καθίσταται ακόμη σοβαρότερη υπό την έννοια ότι ακολούθως περιορίζει το αίτημά της περί επιστροφής σε ποσό ύψους 77 588,80 ECU, παρά τα αποτελέσματα του λογιστικού ελέγχου εκ μέρους της εταιρίας Reconta Ernst & Young, σύμφωνα με τα οποία η TVR καθίσταται οφειλέτρια ποσού κατ' ανώτατο όριο 22 000 000 ITL. Η TVR υποστηρίζει επίσης ότι η Επιτροπή δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο ικανό να αποδείξει ότι ο αριθμός των ωρών που αφιερώθηκαν στην πραγματικότητα στο σχέδιο ήταν υπερβολικός. Επειδή πρόκειται για τεχνική αξιολόγηση, η TVR επισημαίνει ότι, κατά την άποψή της, ο καθηγητής Goedel δεν εξέτασε το ζήτημα των ωρών εργασίας.
46 Κατ' αρχάς, επιβάλλεται η απόρριψη του συμπεράσματος που συνάγει η TVR από τη φερόμενη αντίφαση της συμπεριφοράς της Επιτροπής, η οποία αρχικά ενέκρινε τον πλήρη συγκεφαλαιωτικό κατάλογο των δαπανών για να τον απορρίψει στη συνέχεια. ράγματι, το άρθρο 39 του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως ορίζει ότι οι κατάλογοι των αναληφθεισών δαπανών μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο επαληθεύσεων, έστω και μετά την εκ μέρους της Επιτροπής εξόφλησή τους, και τούτο κατά τη διάρκεια δύο ετών μετά την καταγγελία ή τη λήξη της συμβάσεως. Επομένως, η Επιτροπή μπορεί, ενδεχομένως, να διορθώσει την εκ μέρους της προγενέστερη εκκαθάριση των δαπανών, εντός των προαναφερθέντων χρονικών ορίων. Αυτό ακριβώς έπραξε η Επιτροπή εν προκειμένω.
47 Ακολούθως, επιβάλλεται και η απόρριψη του συμπεράσματος που συνάγει η TVR από τη φερόμενη έλλειψη συνοχής της Επιτροπής, η οποία συνέχισε να αξιώνει την επιστροφή ποσού 77 558,80 ECU, σε αντίθεση προς τα αποτελέσματα του λογιστικού ελέγχου. ράγματι, ο έλεγχος αυτός συνίσταται κατ' ουσίαν σε επαλήθευση της αντιστοιχίας μεταξύ του βάσει τιμολογίων κόστους και εκείνου με το οποίο επιβαρύνθηκε στην πραγματικότητα η ενδιαφερόμενη επιχείρηση, όπως αυτά προκύπτουν από τα λογιστικά έγγραφά της. Έτσι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι αποδεικνύεται απόλυτη αντιστοιχία μεταξύ του βάσει τιμολογίων κόστους και εκείνου με το οποίο πράγματι επιβαρύνθηκε η ενδιαφερόμενη επιχείρηση, το γεγονός αυτό ουδόλως προδικάζει την τεχνική εξέταση της αντιστοιχίας του βάσει τιμολογίων κόστους προς τις συμβατικές παροχές, όπως αυτές που παρεσχέθησαν από την εν λόγω επιχείρηση.
48 Μένει λοιπόν να ελεγχθεί αν η δικογραφία περιλαμβάνει αποδεικτικά στοιχεία ικανά να θέσουν εν αμφιβόλω το δικαίωμα περί επιστροφής που επικαλείται η Επιτροπή.
49 Με την ενδιάμεση έκθεση της 30ής Ιανουαρίου 1992 και το έγγραφο της 15ης Απριλίου 1992, η TVR εξήγησε την κατάσταση προόδου των εργασιών με τις οποίες ευθυνόταν δυνάμει της συμβάσεως. Με το έγγραφο της 29ης Μαρτίου 1993, η TVR ανέλυσε λεπτομερώς το κόστος που κατέβαλε σε συνάρτηση με τις διάφορες προβλεπόμενες από τη σύμβαση πράξεις. Με το έγγραφό της 6ης Ιουνίου 1995, με το οποίο διόρθωσε την προηγούμενη εκκαθάριση του επιστρεπτέου κόστους, η Επιτροπή ανέλυσε λεπτομερώς το κόστος αυτό με την ίδια τάξη που το έπραξε και η TVR.
50 Όπως προκύπτει από τα έγγραφα αυτά, σε όλες τις περιπτώσεις που η Επιτροπή δεν αναγνώρισε παρά εν μέρει δαπάνες που ενέγραψε σε λογαριασμούς η TVR, οι συναφείς εργασίες δεν είχαν περατωθεί σύμφωνα με τη σύμβαση ή, ακόμη, το επιφορτισμένο με το συγκεκριμένο έργο προσωπικό υπερέβαινε το συμβατικό όριο. Στη μόνη περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή αρνήθηκε οποιαδήποτε επιστροφή επρόκειτο για κόστος σχετιζόμενο με εργασίες, οι οποίες έπρεπε, δυνάμει της συμβάσεως, να εκτελεστούν όχι από την TVR αλλά από ένα εκ των εταιρικών συμβαλλομένων της, ήτοι το ICSTM.
51 Άρα, προφανώς τα στοιχεία της δικογραφίας δεν είναι ικανά να θέσουν εν αμφιβόλω το δικαίωμα περί επιστροφής που επικαλείται η Επιτροπή.
52 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα της Επιτροπής περί επιστροφής και να υποχρεωθεί η εναγομένη να της επιστρέψει το ποσό των 77 558,80 ECU.
Επί των τόκων
53 Η Επιτροπή ζητεί επίσης να υποχρεωθεί η TVR στην καταβολή των συμβατικών τόκων επί του ποσού των 77 558,80 ECU από 1ης Φεβρουαρίου 1990.
54 Η TVR δεν ανέπτυξε κανένα επιχείρημα επί του σημείου αυτού.
55 Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εκ μέρους της Επιτροπής, ο αντισυμβαλλόμενος οφείλει να επιστρέψει όχι μόνον τα ποσά που του είχε καταβάλει η Επιτροπή προκαταβολικώς, αλλά και τους τόκους με συμβατικό επιτόκιο επί των ως άνω ποσών, από την ημερομηνία από την οποία έλαβε τα ποσά αυτά. Το εφαρμοστέο επιτόκιο είναι εκείνο του οποίου κάνει χρήση το Ευρωπαϊκό Ταμείο νομισματικής συνεργασίας για τις συναλλαγές του σε ECU και δημοσιεύεται την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα, προσαυξημένο κατά 2 %.
56 Οφείλουσα να επιστρέψει στην Επιτροπή το συνολικό ποσό των 77 558,80 ECU ως κύρια οφειλή, η TVR οφείλει, επομένως, να της καταβάλει επίσης, ως παρεπόμενη οφειλή, τους συμβατικούς τόκους επί του ως άνω ποσού από την 1η Φεβρουαρίου 1990, ημερομηνία κατά την οποία δεν αμφισβητείται ότι είχε λάβει την προκαταβολή των 460 000 ECU.
Επί της αποκαταστάσεως της ζημίας
57 Στηριζόμενη στο άρθρο 1453 του ιταλικού αστικού κώδικα, η Επιτροπή ζητεί επιπλέον να υποχρεωθεί η TVR να της καταβάλει το ποσό των 7 700 ECU προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από τη μη εκτέλεση της συμβάσεως.
58 Συναφώς, η Επιτροπή διευκρινίζει, πρώτον, ότι ορισμένοι από τους υπαλλήλους της διέθεσαν σημαντικό αριθμό ωρών προκειμένου να ελέγξουν τη δραστηριότητα της εναγομένης και να απαιτήσουν επανειλημμένα να τηρήσει τις προβλεπόμενες για τη σύνταξη των επιστημονικών εκθέσεων προθεσμίες. Δεύτερον, η Επιτροπή υποχρεώθηκε να προσφύγει στις υπηρεσίες εταιρίας ελέγχου προκειμένου να ελέγξει την εργασία της TVR από λογιστικής απόψεως. Τρίτον, η Επιτροπή δεν κατέστη δυνατό να επωφεληθεί των πλεονεκτημάτων που προβλέπει το άρθρο 19 του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως και να κάνει έτσι χρήση των κτηθεισών γνώσεων χάρη στις έρευνες που είχε χρηματοδοτήσει ή της εκμεταλλεύσεως των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας που θα είχαν ενδεχομένως χορηγηθεί με την ευκαιρία αυτή. Τέταρτον, συνάπτοντας σύμβαση με πρόσωπο που αθέτησε τις δεσμεύσεις του, η Επιτροπή υπέστη ζημία σε επίπεδο αξιοπιστίας έναντι όλων των δυνάμει ενδιαφερομένων να συμβληθούν μαζί της προσώπων.
59 Η TVR αντικρούει ότι δεν αποδείχθηκε η φερόμενη ζημία της Επιτροπής.
60 ροκαταρκτικώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 11 αυτής, η σύμβαση διέπεται από το ιταλικό δίκαιο.
61 Ακόμη και αν υποτεθεί ότι το άρθρο 1453 του ιταλικού αστικού κώδικα, το οποίο αναγνωρίζει στον συμβαλλόμενο το δικαίωμα να ζητήσει από τον αθετήσαντα τις υποχρεώσεις του αντισυμβαλλόμενο να αποκαταστήσει τη ζημία του, τυγχάνει εφαρμογής μόνον σε περίπτωση δικαστικής λύσεως της συμβάσεως, γεγονός παραμένει ότι, δυνάμει του άρθρου 1218 του ιδίου κώδικα, ο οφειλέτης που δεν εκπληρώνει ορθά την οφειλόμενη παροχή υποχρεούται σε αποζημίωση αν δεν αποδεικνύεται ότι η μη εκπλήρωση οφείλεται σε αδυναμία εκτελέσεως της παροχής για μη δυνάμενη να του καταλογιστεί αιτία.
62 Επομένως, πρέπει να ελεχθεί αν η Επιτροπή μπόρεσε να αποδείξει το υποστατό της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη.
63 Όσον αφορά τα έξοδα που φέρεται ότι προκλήθηκαν από την επιπλέον υποχρεωτική εργασία των υπαλλήλων της Επιτροπής στα πλαίσια της διαχειρίσεως της συμβάσεως, πρέπει να τονιστεί ότι, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 4, παράγραφος 3, της συμβάσεως και 8, παράγραφος 2, στοιχείο d, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, η Επιτροπή είχε την ευχέρεια να αντλήσει εγκαίρως τις συνέπειες από τη μη τήρηση εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου της των δεσμεύσεων που αυτός είχε αναλάβει και να τερματίσει, προ της κανονικής λήξεως και μονομερώς, τη συμβατική σχέση (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 10ης Ιουνίου 1999 στην υπόθεση C-334/97, Επιτροπή κατά Montorio, Συλλογή 1999, σ. Ι-3387, σκέψη 53).
64 Εφόσον η Επιτροπή ανέχθηκε επί ορισμένο χρόνο τη μη εκπλήρωση εκ μέρους της TVR των δεσμεύσεών της προτού καταγγείλει τη σύμβαση, τα επιπλέον έξοδα διαχειρίσεως της συμβάσεως που αφορούν την ως άνω περίοδο δεν μπορούν να αποτελέσουν ζημία βαρύνουσα την TVR.
65 Όσον αφορά τη φερόμενη ζημία που απορρέει από τις αμοιβές των ελεγκτών, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ουδέποτε η Επιτροπή αποπειράθηκε να συνδέσει με σχέση αιτίου και αιτιατού τη συμπεριφορά της TVR και την ανάγκη λογιστικού ελέγχου. Υπό τις περιστάσεις αυτές, οι αμοιβές των ελεγκτών δεν μπορούν σε κάθε περίπτωση να καταλογιστούν στην TVR.
66 Όσον αφορά τις λοιπές προβληθείσες από την Επιτροπή αιτιάσεις περί ζημίας, η Επιτροπή δεν απέδειξε, κατά τρόπο ακριβή και πειστικό, το υποστατό της ζημίας.
67 Επομένως, το αίτημα της Επιτροπής για την καταβολή αποζημιώσεως είναι απορριπτέο.
Επί της ανταγωγής
68 Η TVR ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί ότι η Επιτροπή οφείλει να εκτελέσει τη σύμβαση και, συνακόλουθα, να την υποχρεώσει να καταβάλει τα αναγκαία ποσά προκειμένου να φέρει σε πέρας τη σύμβαση.
69 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, δεδομένου ότι η συμβατική σχέση λύθηκε νομοτύπως λόγω αθετήσεως εκ μέρους της TVR των συμβατικών υποχρεώσεών της, ουδεμία υπέχει πλέον υποχρέωση έναντι αυτής.
70 Εφόσον έγινε δεκτή η αγωγή της Επιτροπής, επιβάλλεται η απόρριψη της ανταγωγής της TVR.
71 Κατ' εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1103/97 του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 1997, σχετικά με ορισμένες διατάξεις που αφορούν την εισαγωγή του ευρώ (ΕΕ L 162, σ. 1), επιβάλλεται η αντικατάσταση της αναφοράς στο ECU με την αναφορά στο ευρώ και με την ισοτιμία ενός ευρώ για κάθε ECU.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
72 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του αντιδίκου. Επειδή η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της TVR και η τελευταία ηττήθηκε επί της ουσίας των ισχυρισμών της, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Υποχρεώνει την Tecnologie Vetroresina SpA (TVR) να καταβάλει στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το ποσό των 77 558,80 ευρώ, προσαυξημένο με τους τόκους βάσει συμβατικού επιτοκίου από 1ης Φεβρουαρίου 1990 και μέχρι πλήρους εξοφλήσεως του χρέους.
2) Απορρίπτει την αγωγή κατά τα λοιπά.
3) Απορρίπτει την ανταγωγή της Tecnologie Vetroresina SpA (TVR).
4) Καταδικάζει την Tecnologie Vetroresina SpA (TVR) στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy