Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Εκτέλεση των οδηγιών - Μη αμφισβητούμενη παράβαση
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 169)
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-79/98,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Gφtz zur Hausen, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου του Βελγίου, εκπροσωπουμένου από την Anni Snoecx, βοηθό σύμβουλο στη γενική διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας με τις αναπτυσσόμενες χώρες, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία του Βελγίου, 4, rue des Girondins,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, μη θεσπίζοντας όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για τη συμμόρφωσή του προς την οδηγία 94/69/ΕΚ της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1994, για εικοστή πρώτη προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο της οδηγίας 67/548/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση των επικίνδυνων ουσιών (ΕΕ L 381, σ. 1), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Gulmann (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida και J.-P. Puissochet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Lιger
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Ιουλίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 24 Μαρτίου 1998, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ, προσφυγή με αίτημα να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, παραλείποντας να θεσπίσει τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για τη συμμόρφωσή του προς την οδηγία 94/69/ΕΚ της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1994, για εικοστή πρώτη προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο της οδηγίας 67/548/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση των επικίνδυνων ουσιών (ΕΕ L 381, σ. 1, στο εξής: οδηγία), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
2 Σύμφωνα με το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας, τα κράτη μέλη όφειλαν να έχουν θέσουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για τη συμμόρφωσή τους προς την εν λόγω οδηγία το αργότερο μέχρι την 1η Σεπτεμβρίου 1996 και να ενημερώσουν περί αυτού αμέσως την Επιτροπή.
3 Κατά την εκπνοή της προθεσμίας αυτής, η Επιτροπή, μη έχοντας λάβει καμία γνωστοποίηση σχετικά με τη μεταφορά της οδηγίας στο βελγικό δίκαιο και μη διαθέτοντας, εξάλλου, κανένα στοιχείο που να της επιτρέπει να συναγάγει ότι το Βασίλειο του Βελγίου είχε συμμορφωθεί προς την υποχρέωση αυτή, όχλησε, στις 16 Ιανουαρίου 1997, τη Βελγική Κυβέρνηση ζητώντας της να υποβάλει τις σχετικές παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας δύο μηνών, σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 169 της Συνθήκης διαδικασία.
4 Επειδή δεν δόθηκε απάντηση στο έγγραφο αυτό, η Επιτροπή απηύθυνε στη Βελγική Κυβέρνηση, στις 3 Σεπτεμβρίου 1997, αιτιολογημένη γνώμη με την οποία την κάλεσε να λάβει τα αναγκαία προς συμμόρφωσή της μέτρα εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της εν λόγω γνώμης.
5 Με έγγραφο της 3ης Οκτωβρίου 1997, η Βελγική Κυβέρνηση απάντησε στην Επιτροπή ότι η οδηγία επρόκειτο να μεταφερθεί στο βελγικό δίκαιο με βασιλικό διάταγμα, το κείμενο του οποίου είχε επισυναφθεί στην απάντησή της, ότι το διάταγμα αυτό είχε υποβληθεί προς υπογραφή στους Υπουργούς Δημόσιας Υγείας και Περιβάλλοντος και ότι η υπογραφή από τον αρχηγό του κράτους καθώς και η δημοσίευση θα συντελούνταν το ταχύτερο δυνατό.
6 Δεδομένου ότι δεν της γνωστοποιήθηκε κανένα μέτρο επίσημης και οριστικής μεταφοράς της οδηγίας, η Επιτροπή αποφάσισε, στις 20 Μαρτίου 1998, να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.
7 Στο υπόμνημά του αντικρούσεως, το Βασίλειο του Βελγίου δεν αμφισβητεί το ότι η επίμαχη οδηγία δεν μεταφέρθηκε στο εθνικό δίκαιο εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Το εν λόγω βασίλειο περιορίζεται στο να αναφέρει ότι λαμβάνονται τα προς τούτο αναγκαία μέτρα, ότι το βασιλικό διάταγμα με το οποίο θα τεθούν σε εφαρμογή οι εν λόγω κοινοτικές διατάξεις πρόκειται να υποβληθεί προς υπογραφή στον Βασιλέα το ταχύτερο δυνατό και ότι το Δικαστήριο θα ενημερωθεί ευθύς ως το βασιλικό διάταγμα τεθεί σε ισχύ.
8 Δεδομένου ότι η μεταφορά της εν λόγω οδηγίας δεν πραγματοποιήθηκε εντός της ταχθείσας απ' αυτήν προθεσμίας, η ασκηθείσα από την Επιτροπή προσφυγή κρίνεται βάσιμη.
9 Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι το Βασίλειο του Βελγίου, μη θεσπίζοντας, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για τη συμμόρφωσή του προς την οδηγία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
10 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή το Βασίλειο του Βελγίου ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Το Βασίλειο του Βελγίου, μη θεσπίζοντας, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για τη συμμόρφωσή του προς την οδηγία 94/69/ΕΚ της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1994, για εικοστή πρώτη προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο της οδηγίας 67/548/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση των επικινδύνων ουσιών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy