Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Αναίρεση - Λόγοι - Έλεγχος από το Δικαστήριο του νομικού χαρακτηρισμού των πραγματικών περιστατικών - Επιτρέπεται
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 168 Α (νυν άρθρο 225 ΕΚ)]
2 Υπάλληλοι - Δικαιώματα και υποχρεώσεις - Ελευθερία εκφράσεως - Σεβασμός παρά την υποχρέωση πίστεως στις Κοινότητες - Διατύπωση από τον υπάλληλο παρατηρήσεων σχετικά με την έκθεση βαθμολογίας του
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 43, εδ. 2)
3 Αναίρεση - Λόγοι - Πλημμελές σκεπτικό αποφάσεως λόγω παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου - Διατακτικό βάσιμο για άλλους νομικούς λόγους - Απόρριψη
Περίληψη
1 Όταν το Πρωτοδικείο έχει εξακριβώσει ή εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ασκήσει, δυνάμει του άρθρου 168 Α της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 225 ΕΚ), έλεγχο όσον αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών αυτών περιστατικών και τις έννομες συνέπειες που συνήγαγε το Πρωτοδικείο.
2 Στην υποχρέωση πίστεως στις Κοινότητες, η οποία επιβάλλεται στους μονίμους υπαλλήλους από τον ΚΥΚ, δεν μπορεί να προσδίδεται έννοια αντίθετη προς την ελευθερία εκφράσεως.
Ο σεβασμός της ελευθερίας αυτής είναι ιδιαίτερα σημαντικός όταν ο υπάλληλος κάνει χρήση του δικαιώματος που του παρέχει το άρθρο 43, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ και διατυπώνει τις παρατηρήσεις που θεωρεί χρήσιμες σχετικά με την έκθεση βαθμολογίας που του κοινοποιείται.
Μολονότι δηλαδή είναι θεμιτό να επιβάλλεται στους μόνιμους υπαλλήλους η υποχρέωση να επιδεικνύουν περίσκεψη, όπως άλλωστε προβλέπεται ρητά στα άρθρα 12 και 21 του ΚΥΚ, η υποχρέωση αυτή δεν πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρά, όταν ο υπάλληλος ασκεί το δικαίωμα που του παρέχει το άρθρο 43, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ και επομένως η υποχρέωση αυτή μπορεί να θεωρηθεί ότι παραβιάζεται μόνον όταν ο υπάλληλος χρησιμοποιεί εκφράσεις που συνιστούν καθύβριση ή θίγουν σοβαρά τον σεβασμό που οφείλεται στον βαθμολογητή.
3 Αν από το σκεπτικό μιας αποφάσεως του Πρωτοδικείου προκύπτει παράβαση του κοινοτικού δικαίου, αλλά το διατακτικό παρίσταται βάσιμο για άλλους νομικούς λόγους, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορρίπτεται.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-150/98 P,
Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον M. Bermejo Garde, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον C. Gσmez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας της Επιτροπής, Centre Wagner, Kirchberg,
αναιρεσείουσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 17 Φεβρουαρίου 1998 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (τρίτο τμήμα) στην υπόθεση T-183/96, E κατά Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I-Α-67 και II-159), και με την οποία ζητείται η εξαφάνιση της αποφάσεως αυτής,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η
E, πρώην υπάλληλος της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, κάτοικος Βρυξελλών,
προσφεύγουσα πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Schintgen (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, G. Hirsch και H. Ragnemalm, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Ιουνίου 1999,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Απριλίου 1998, η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 17 Φεβρουαρίου 1998 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων στην υπόθεση T-183/96, E κατά Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I-Α-67 και II-159, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), και με την οποία το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 18ης Ιανουαρίου 1996 να επιβάλει στην Ε την πειθαρχική ποινή της τοποθετήσεως σε κατώτερο κλιμάκιο (στο εξής: απόφαση της ΟΚΕ) και καταδίκασε την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
2 Το ιστορικό της διαφοράς παρατίθεται στα σημεία 1 έως 12 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
3 Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η Ε προέβαλε τέσσερις λόγους ακυρώσεως, από τους οποίους ο πρώτος στηριζόταν σε διαδικαστική πλημμέλεια, ο δεύτερος σε πρόδηλα νομικά σφάλματα και κατάχρηση εξουσίας, ο τρίτος σε πρόδηλα πραγματικά σφάλματα και ο τέταρτος σε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
4 Το Πρωτοδικείο απέρριψε τους τρεις πρώτους λόγους, αλλά δέχτηκε τον τέταρτο.
5 Το Πρωτοδικείο δέχτηκε, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«39 Υπενθυμίζεται (...) ότι το άρθρο 12, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ αποσκοπεί στο να εξασφαλίσει ότι οι κοινοτικοί υπάλληλοι θα παρουσιάζουν, με τη συμπεριφορά τους, εικόνα αξιοπρέπειας σύμφωνη με την άψογη και κόσμια συμπεριφορά που δικαιούται κανείς να αναμένει από υπαλλήλους διεθνών οργανισμών (απόφαση του Πρωτοδικείου της 7ης Μαρτίου 1996, Τ-146/94, Williams κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1996, σ. ΙΙ-329, σκέψη 65). Εν προκειμένω, το επίμαχο σημείωμα της 10ης Ιανουαρίου 1995 χαρακτηρίζεται από επιθετικό τόνο και, κατά συνέπεια, το περιεχόμενό του δεν έχει την απαιτούμενη ευπρέπεια, πράγμα που άλλωστε αναγνώρισε η προσφεύγουσα με το δικόγραφο της προσφυγής της. Συγκεκριμένα, δεν αποτελούν ορθή συμπεριφορά υπαλλήλου, υπό την έννοια του άρθρου 12, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ, ορισμένες εκφράσεις, όπως "εργασία που δεν γνωρίζει ο ίδιος", "να μη σας νοιάζει", "προϋστάμενός μου πάντως δεν είστε εσείς", "περιοριστείτε στις αρμοδιότητές σας", "σταματήστε να με δυσφημείτε, να με συκοφαντείτε και να με προσβάλλετε", "κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας μου στη Διεύθυνση υπήρξα θύμα συκοφαντίας εκ μέρους του [βαθμολογητή]: στις 28 Μαρτίου 1994 έστειλε, πίσω από την πλάτη μου, ένα συκοφαντικό σημείωμα στον Υ, με το οποίο απαιτούσε την εκδίωξή μου, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα την κατάργηση της οργανικής μου θέσεως" ή "η έκθεση βαθμολογίας που συνέταξε [ο βαθμολογητής] αποτελεί προσωπική συκοφαντική και δυσφημιστική επίθεση εναντίον μου και βρίθει ψευδών ισχυρισμών". Υπό τις συνθήκες αυτές το Πρωτοδικείο κρίνει ότι ορθώς η διοίκηση θεώρησε ότι το εν λόγω σημείωμα έθιγε την αξιοπρέπεια του λειτουργήματος.
40 Για τους ίδιους λόγους, η διοίκηση βασίμως θεώρησε ότι το σημείωμα της προσφεύγουσας συνιστούσε παράβαση του άρθρου 21 του ΚΥΚ. Το προβλεπόμενο στο άρθρο 21 καθήκον επικουρίας και συμβουλεύσεως των ανωτέρων δεν ισχύει μόνο για την εκτέλεση των συγκεκριμένων εργασιών που έχουν ανατεθεί στον υπάλληλο, αλλά εκτείνεται σε όλες τις σχέσεις μεταξύ των υπαλλήλων και του θεσμικού οργάνου. Κατά συνέπεια, βάσει του καθήκοντος αυτού, ο υπάλληλος οφείλει γενικώς να απέχει από κάθε ενέργεια που θίγει την αξιοπρέπεια και τον σεβασμό που οφείλεται στο θεσμικό όργανο και στις αρχές του (προπαρατεθείσα απόφαση του Πρωτοδικείου της 26ης Νοεμβρίου 1991, Τ-146/94, Williams κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, σκέψη 72). Όπως διαπιστώθηκε στην προηγούμενη σκέψη, πολλοί από τους ισχυρισμούς που διατύπωσε η προσφεύγουσα στο σημείωμα της 10ης Ιανουαρίου 1995 θίγουν την αξιοπρέπεια του βαθμολογητή και τον σεβασμό που του οφείλεται.
41 Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι, ναι μεν η ελευθερία εκφράσεως είναι θεμελιώδες δικαίωμα του οποίου απολαύουν και οι κοινοτικοί υπάλληλοι (απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Δεκεμβρίου 1989, C-100/88, Oyowe και Traore κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 4285, σκέψη 16), πλην όμως τα άρθρα 12 και 21 του ΚΥΚ, όπως ερμηνεύθηκαν ανωτέρω, δεν αποτελούν εμπόδιο στην ελευθερία εκφράσεως των κοινοτικών υπαλλήλων, αλλ' απλώς θέτουν, προς το συμφέρον της υπηρεσίας, εύλογα όρια στην άσκηση του θεμελιώδους αυτού δικαιώματος. Κατά συνέπεια, όταν η προσφεύγουσα έκανε χρήση του προβλεπομένου από το άρθρο 43, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ δικαιώματός της να υποβάλει όλες τις παρατηρήσεις που θεωρούσε χρήσιμες σχετικά με την έκθεση βαθμολογίας που μόλις της είχε κοινοποιηθεί, όφειλε να ασκήσει το δικαίωμα αυτό κατά τρόπο που να συμβιβάζεται με τα άρθρα 12 και 21 του ΚΥΚ.
(...)
59 Εν προκειμένω, όπως διαπίστωσε το Πρωτοδικείο (...), το πραγματικό περιστατικό που καταλογίστηκε στην προσφεύγουσα είναι ότι άσκησε το δικαίωμά της προς υποβολή των παρατηρήσεών της επί της εκθέσεως βαθμολογίας χρησιμοποιώντας τόνο και εκφράσεις που δεν συμβιβάζονται με τις υποχρεώσεις αξιοπρέπειας του λειτουργήματος και σεβασμού προς τις αρχές του θεσμικού οργάνου. Δεν πρόκειται όμως για βαριά παράβαση των υποχρεώσεών της. Συγκεκριμένα, με το επίμαχο σημείωμα, η προσφεύγουσα δεν χρησιμοποίησε υβριστική διατύπωση και αιτιολόγησε τις αιτιάσεις της κατά του βαθμολογητή εκθέτοντας αφενός τη δική της αντίληψη για την εργασιακή της σχέση προς αυτόν και αφετέρου τη βαθιά δυσαρέσκειά της. Η παράβαση των άρθρων 12 και 21 του ΚΥΚ συνίσταται συνεπώς μόνο στο ότι η προσφεύγουσα χρησιμοποίησε υπερβολικό και επιθετικό ύφος και επομένως, όπως ομολόγησε η ίδια με το δικόγραφο της προσφυγής της, συμπεριφέρθηκε απρεπώς.
60 Υπό τις συνθήκες αυτές το Πρωτοδικείο κρίνει ότι ήταν προδήλως δυσανάλογο να επιβληθεί στην προσφεύγουσα η πειθαρχική ποινή της τοποθετήσεως σε πολύ χαμηλότερο κλιμάκιο. Συγκεκριμένα, πρόκειται για βαριά ποινή που σπανίως επιβάλλεται στους υπαλλήλους και που, για να μην είναι δυσανάλογη, πρέπει να αντιστοιχεί σε πραγματικά περιστατικά πολύ σοβαρότερα εκείνων της παρούσας υποθέσεως.»
Η αίτηση αναιρέσεως
6 Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, αναιρεσείουσα, ζητεί από το Δικαστήριο:
- να εξαφανίσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση,
- να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, και συγκεκριμένα να δεχθεί τα αιτήματα που υπέβαλε πρωτοδίκως η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή σχετικά με την πλήρη απόρριψη της προσφυγής της Ε,
- να αποφανθεί ότι καθένας από τους διαδίκους θα φέρει τα δικαστικά του έξοδα και
- να αναφέρει, στην απόφασή του, την Ε με το πλήρες όνομά της.
7 Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή προβάλλει τρεις λόγους αναιρέσεως, τους οποίους συνοψίζει ως εξής:
- εσφαλμένος νομικός χαρακτηρισμός των περιστατικών και μη προσήκουσα ερμηνεία των άρθρων 12 και 21 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (ΚΥΚ),
- έλλειψη αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και μη προσήκουσα ερμηνεία των άρθρων 86 και 87 του ΚΥΚ,
- εσφαλμένη εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας και μη προσήκουσα ερμηνεία των άρθρων 12 και 21 του ΚΥΚ.
8 Η Ε δεν κατέθεσε υπόμνημα αντικρούσεως.
9 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή βάλλει κυρίως κατά του ότι το Πρωτοδικείο χαρακτήρισε, με τη σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τις εκφράσεις και το ύφος που χρησιμοποίησε η Ε στο σημείωμα της 10ης Ιανουαρίου 1995 ως στοιχεία συνιστώντα απλώς έλλειψη ευπρέπειας, ενώ στην πραγματικότητα συνιστούν εκδήλωση ελλείψεως σεβασμού, η οποία οφείλεται στην υπερβολική και δυσανάλογη άσκηση της ελευθερίας εκφράσεως. Κατά την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, η άσκηση της ελευθερίας αυτής από τους υπαλλήλους των κοινοτικών οργάνων υπόκειται επιπλέον στους περιορισμούς που απορρέουν από την αρχή της καλής πίστεως μεταξύ των μερών και από το καθήκον σεβασμού του κύρους των προϋσταμένων, όπως προβλέπει ρητά το άρθρο 21 του ΚΥΚ. Επομένως, αν ληφθούν υπόψη οι εκφράσεις και το ύφος που χρησιμοποίησε η Ε στο σημείωμα της 10ης Ιανουαρίου 1995, καθώς και το σύνολο των συγκεκριμένων γεγονότων και περιστατικών της παρούσας υποθέσεως, το Πρωτοδικείο προέβη σε εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών από την άποψη των άρθρων 12 και 21 του ΚΥΚ.
10 Συναφώς, αποτελεί πάγια νομολογία ότι, όταν το Πρωτοδικείο έχει εξακριβώσει ή εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ασκήσει, δυνάμει του άρθρου 168 Α της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 225 ΕΚ), έλεγχο όσον αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών αυτών περιστατικών και τις έννομες συνέπειες που συνήγαγε το Πρωτοδικείο (βλ. την απόφαση της 1ης Ιουνίου 1994, C-136/92 P, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ., Συλλογή 1994, σ. Ι-1981, σκέψη 49).
11 Κατ' αρχάς επισημαίνεται ότι το Πρωτοδικείο, δεχόμενο με τις σκέψεις 39, 40 και 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η συμπεριφορά της Ε, μολονότι ήταν απλώς απρεπής, συνιστούσε εντούτοις παράβαση των άρθρων 12 και 21 του ΚΥΚ, προέβη σε νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που είχαν υποβληθεί στην κρίση του. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός, καθόσον η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο να ελέγξει τον νομικό αυτό χαρακτηρισμό.
12 Υπενθυμίζεται στη συνέχεια ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τα θεμελιώδη δικαιώματα αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των γενικών αρχών του δικαίου, για την τήρηση των οποίων μεριμνά το Δικαστήριο, και ότι η ελευθερία εκφράσεως, η οποία κατοχυρώνεται με το άρθρο 10 της Ευρωπαϋκής Συμβάσεως περί προασπίσεως των δικαιωμάτων του ανθρώπου, καταλέγεται μεταξύ των γενικών αυτών αρχών (βλ. απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1992, C-219/91, Ter Voort, Συλλογή 1992, σ. I-5485, σκέψεις 34 και 35).
13 Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι το Δικαστήριο, αποφαινόμενο επί υπαλληλικών υποθέσεων, έχει κρίνει ότι στην υποχρέωση πίστεως στις Κοινότητες, η οποία επιβάλλεται στους μονίμους υπαλλήλους από τον ΚΥΚ, δεν μπορεί να προσδίδεται έννοια αντίθετη προς την ελευθερία εκφράσεως (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Oyowe και Traore κατά Επιτροπής, σκέψη 16).
14 Ο σεβασμός της ελευθερίας αυτής είναι ιδιαίτερα σημαντικός όταν ο υπάλληλος κάνει χρήση του δικαιώματος που του παρέχει το άρθρο 43, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ και διατυπώνει τις παρατηρήσεις που θεωρεί χρήσιμες σχετικά με την έκθεση βαθμολογίας που του κοινοποιείται.
15 Μολονότι δηλαδή είναι θεμιτό να επιβάλλεται στους μόνιμους υπαλλήλους η υποχρέωση να επιδεικνύουν περίσκεψη, όπως άλλωστε προβλέπεται ρητά στα άρθρα 12 και 21 του ΚΥΚ, η υποχρέωση αυτή δεν πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρά, όταν ο υπάλληλος ασκεί το δικαίωμα που του παρέχει το άρθρο 43, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ. Επομένως, η υποχρέωση αυτή μπορεί να θεωρηθεί ότι παραβιάζεται μόνον όταν ο υπάλληλος χρησιμοποιεί εκφράσεις που συνιστούν καθύβριση ή θίγουν σοβαρά τον σεβασμό που οφείλεται στον βαθμολογητή.
16 Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο, χαρακτηρίζοντας, με τις σκέψεις 39 και 40 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ως παράβαση των άρθρων 12 και 21 του ΚΥΚ την καταλογιζόμενη στην Ε συμπεριφορά, η οποία συνίστατο στο ότι κατά τη διατύπωση των παρατηρήσεών της επί της εκθέσεως βαθμολογίας της χρησιμοποίησε επιθετικό και υπερβολικό ύφος, ενώ με τη σκέψη 59 της ίδιας αποφάσεως έκρινε ότι η Ε δεν είχε χρησιμοποιήσει υβριστική διατύπωση, υπέπεσε σε νομική πλάνη κατά τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που είχαν υποβληθεί στην κρίση του.
17 Εντούτοις, αν το σκεπτικό μιας αποφάσεως του Πρωτοδικείου ενέχει παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, αλλά το διατακτικό της αποφάσεως είναι βάσιμο για άλλους νομικούς λόγους, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορρίπτεται (βλ. απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1994, C-320/92 P, Finsider κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. Ι-5697, σκέψη 37).
18 Τούτο συμβαίνει εν προκειμένω, διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός των περιστατικών θα είχε οδηγήσει το Πρωτοδικείο στη διαπίστωση ότι δεν υπήρξε παράβαση των άρθρων 12 και 21 του ΚΥΚ, οπότε θα ήταν υποχρεωμένο να ακυρώσει την επίδικη απόφαση της ΟΚΕ.
19 Κατά συνέπεια, πρέπει, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως που προβάλλει η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
20 Η αναιρεσείουσα καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 118.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy