Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. ροσφυγή λόγω παραβάσεως - Δικαίωμα δράσης της Επιτροπής - Διακριτική ευχέρεια
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 169 (νυν άρθρο 226 ΕΚ)]
2. ροσφυγή λόγω παραβάσεως - Διαδικασία πριν από την άσκηση της προσφυγής - Αντικείμενο - ροσδιορισμός του αντικειμένου της διαφοράς με την αιτιολογημένη γνώμη
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 169 (νυν άρθρο 226 ΕΚ)]
3. εριβάλλον - Ρύπανση των υδάτων - Οδηγία 76/464 - Υποχρέωση καταρτίσεως ειδικών προγραμμάτων για τη μείωση της ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες - εριεχόμενο
(Οδηγία 76/464 του Συμβουλίου, άρθρα 2, 6 και 7, και παράρτημα, κατάλογοι Ι και ΙΙ)
Περίληψη
1. Η Επιτροπή, στο πλαίσιο του άρθρου 169 της Συνθήκης (νυν άρθρου 226 ΕΚ), διαθέτει διακριτική ευχέρεια για την άσκηση προσφυγής λόγω παραβάσεως και δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να εκτιμήσει τη σκοπιμότητα ασκήσεώς της.
( βλ. σκέψη 20 )
2. Στο πλαίσιο εκδικάσεως προσφυγής λόγω παραβάσεως, ο σκοπός της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας έγκειται στο να παρασχεθεί στο οικείο κράτος μέλος η δυνατότητα, αφενός, να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο και, αφετέρου, να προβάλει λυσιτελώς τους αμυντικούς του ισχυρισμούς κατά των αιτιάσεων που διατυπώνει η Επιτροπή. Το αντικείμενο της προσφυγής που ασκείται κατ' εφαρμογή του άρθρου 169 της Συνθήκης (νυν άρθρου 226 ΕΚ) οριοθετείται από την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, την οποία προβλέπει η διάταξη αυτή. Συνεπώς, το δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορεί να στηρίζεται σε αιτιάσεις άλλες πλην εκείνων που διατυπώθηκαν κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία.
( βλ. σκέψη 23 )
3. ροκύπτει σαφώς από το καθεστώς που καθιερώνει η οδηγία 76/464, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητας, και από το γράμμα της πρώτης περιπτώσεως του πρώτου εδαφίου του καταλόγου ΙΙ του παραρτήματός της ότι, μέχρι να καθορισθούν οι οριακές τιμές για τις ουσίες του καταλόγου Ι, οι ουσίες αυτές πρέπει να θεωρηθούν προσωρινά ως ουσίες εμπίπτουσες στον κατάλογο ΙΙ, των οποίων το καθεστώς προβλέπεται στο άρθρο 7 της οδηγίας. Μολονότι είναι αληθές ότι ο καθορισμός εκ μέρους του Συμβουλίου των οριακών τιμών αποβολής αποσκοπεί στην εξάλειψη της ρυπάνσεως των υδάτων από τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο Ι, ενώ το προβλεπόμενο από το άρθρο 7 της οδηγίας 76/464 καθεστώς αφορά μόνον την κατάρτιση προγραμμάτων που περιέχουν ποιοτικούς στόχους προκειμένου να μειωθεί η ρύπανση, η εξάλειψη αυτή, που αναφέρει το άρθρο 2 της εν λόγω οδηγίας, δεν μπορεί να υλοποιηθεί από το γεγονός και μόνον του καθορισμού των οριακών αυτών τιμών, διότι, τελικώς, εξαρτάται εξ ολοκλήρου από το επίπεδο των οριακών τιμών που έχουν γίνει δεκτές. Επομένως, η προσωρινή υπαγωγή των ουσιών που εμπίπτουν στον κατάλογο Ι στο καθεστώς που προβλέπεται για τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο ΙΙ δεν αποτελεί εξαίρεση από τον σκοπό της οδηγίας.
Εξάλλου, η οδηγία 76/464 προβλέποντας δεσμευτικώς τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνουν τα κράτη μέλη σε περίπτωση μη καθορισμού από το Συμβούλιο των οριακών τιμών αποβολής για τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο Ι, δεν απαλλάσσει το κράτος μέλος από την τήρηση των επιβαλλομένων υποχρεώσεων εν αναμονή της θεσπίσεως μέτρων από το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 6.
( βλ. σκέψεις 32-33, 35 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-152/98,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον H. van Lier, επικουρούμενο από τον J. Stuyck, avocat, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου των Κάτω Χωρών, εκπροσωπουμένου από τον Μ. A. Fierstra και την C. Wissels, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, προβαίνοντας σε ανεπαρκή μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 7, παράγραφοι 1 έως 3, της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μα_ου 1976, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 138), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία και από το άρθρο 189 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 249 ΕΚ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Gulmann, πρόεδρο τμήματος, J.-P. Puissochet, R. Schintgen, F. Macken και N. Colneric (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, προϊσταμένη τμήματος,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 30ής Νοεμβρίου 2000, κατά την οποία το Βασίλειο των Κάτω Χωρών εκπροσωπήθηκε από τον J. S. van den Oosterkamp και η Επιτροπή από τον H. van Lier, επικουρούμενο από τον J. Stuyck,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Ιανουαρίου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Απριλίου 1998, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ), προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, προβαίνοντας σε ανεπαρκή μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 7, παράγραφοι 1 έως 3, της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μα_ου 1976, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 138), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία και από το άρθρο 189 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 249 ΕΚ).
Κανονιστικό πλαίσιο
2 Η οδηγία 76/464 έχει ως αντικείμενο, σύμφωνα με την πρώτη αιτιολογική σκέψη της, την προστασία του υδάτινου περιβάλλοντος της Κοινότητας από τη ρύπανση, ιδίως αυτή που προκαλείται από ορισμένες ανθεκτικές τοξικές και βιοσυσσωρεύσιμες ουσίες.
3 H οδηγία 76/464 καθιερώνει, συναφώς, διάκριση μεταξύ δύο κατηγοριών επικινδύνων ουσιών, τις οποίες το παράρτημα της οδηγίας ταξινομεί σε οικογένειες και ομάδες ουσιών αντιστοίχως στον κατάλογο Ι και στον κατάλογο ΙΙ.
4 Ο κατάλογος Ι, που περιέχει το παράρτημα της οδηγίας 76/464 (στο εξής: κατάλογος Ι), περιλαμβάνει ορισμένες μεμονωμένες ουσίες που ανήκουν σε οικογένειες και ομάδες ουσιών, απαριθμούμενες στον εν λόγω κατάλογο και επιλεγόμενες κυρίως βάσει της τοξικότητάς τους, της ανθεκτικότητάς τους στο περιβάλλον και της βιοσυσσωρεύσεώς τους.
5 Από τα άρθρα 2 και 3 της οδηγίας 76/464 προκύπτει ότι το καθεστώς των ουσιών που εμπίπτουν στον κατάλογο Ι αποσκοπεί στην εξάλειψη της ρυπάνσεως των υδάτων από τις ουσίες αυτές, των οποίων οι απορρίψεις πρέπει να υπόκεινται σε προηγούμενη άδεια της αρμοδίας αρχής του ενδιαφερομένου κράτους μέλους. Η άδεια πρέπει να καθορίζει τα πρότυπα αποβολής όταν τούτο είναι αναγκαίο για τους σκοπούς εφαρμογής της οδηγίας.
6 Το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 2 της οδηγίας 76/464 προβλέπει για τις ουσίες αυτές ότι το Συμβούλιο, αποφαινόμενο κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, θεσπίζει οριακές τιμές, τις οποίες δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα πρότυπα αποβολής, καθώς και ποιοτικούς στόχους που θεσπίζονται κυρίως βάσει της τοξικότητας, της ανθεκτικότητας στο περιβάλλον και της συσσωρεύσεως των εν λόγω ουσιών στους ζώντες οργανισμούς και στα ιζήματα.
7 Η Επιτροπή, με ανακοίνωση της 22ας Ιουνίου 1982 προς το Συμβούλιο, πρότεινε έναν κατάλογο 129 ουσιών που έχουν προτεραιότητα, σχετικά με τις επικίνδυνες ουσίες δυνάμενες να εμφαίνονται στον κατάλογο Ι (ΕΕ C 176, σ. 3). Το Συμβούλιο έλαβε υπό σημείωση την ανακοίνωση αυτή με ψήφισμα της 7ης Φεβρουαρίου 1983, περί καταπολεμήσεως της ρυπάνσεως των υδάτων (EE C 46, σ. 17). Εν συνεχεία, τρεις επιπλέον ουσίες προστέθηκαν στον κατάλογο αυτόν, γεγονός που ανεβάζει σε 132 τον συνολικό αριθμό των εν λόγω ουσιών. Οι μεμονωμένες αυτές ουσίες που ανήκουν στις οικογένειες και ομάδες των ουσιών του καταλόγου Ι μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο μέτρων του Συμβουλίου που καθορίζουν οριακές τιμές αποβολής και ποιοτικούς στόχους, βάσει του άρθρου 6 της οδηγίας 76/464. Ωστόσο, για 114 από τις 132 αυτές ουσίες δεν θεσπίστηκαν ακόμη οριακές τιμές σε κοινοτικό επίπεδο.
8 Ο κατάλογος ΙΙ, που περιέχει το παράρτημα της οδηγίας 76/464 (στο εξής: κατάλογος ΙΙ), περιλαμβάνει ουσίες έχουσες επιβλαβή επίδραση στο υδάτινο περιβάλλον, η οποία δύναται πάντως να περιορισθεί σε ορισμένη ζώνη και που εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά του αποδέκτη και της τοποθεσίας στην οποία βρίσκονται.
9 Κατά τον κατάλογο ΙΙ, πρώτο εδάφιο:
«Ο κατάλογος ΙΙ περιλαμβάνει:
- ουσίες που αποτελούν μέρος των οικογενειών και ομάδων ουσιών που απαριθμούνται στον κατάλογο Ι και για τις οποίες οι οριακές τιμές που προβλέπονται στο άρθρο 6 της οδηγίας δεν έχουν καθορισθεί,
- ορισμένες μεμονωμένες ουσίες και ορισμένες κατηγορίες ουσιών που αποτελούν μέρος των οικογενειών και των ομάδων ουσιών που απαριθμούνται κατωτέρω,
[...]».
10 Οι οικογένειες και οι ομάδες ουσιών που αναφέρει ο κατάλογος ΙΙ, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, ανέρχονται σε οκτώ. Η πρώτη κατηγορία αποτελείται από μεταλλοειδή και μέταλλα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται το τιτάνιο, το βόριο, το ουράνιο, το τελούριο και ο άργυρος, καθώς και από ενώσεις αυτών. Η τέταρτη κατηγορία περιλαμβάνει ενώσεις οργανοπυριτικές τοξικές ή ανθεκτικές και ουσίες που μπορούν να παράγουν τέτοιου είδους ενώσεις εντός των υδάτων, εξαιρέσει των βιολογικώς αβλαβών ή αυτών που μετατρέπονται γρήγορα εντός του ύδατος σε αβλαβείς ουσίες.
11 Το καθεστώς των ουσιών που εμπίπτουν στον κατάλογο ΙΙ αποσκοπεί, βάσει του άρθρου 2 της οδηγίας 76/464, στη μείωση της ρυπάνσεως των υδάτων από τις ουσίες αυτές με κατάλληλα μέτρα.
12 Συναφώς, το άρθρο 7 της οδηγίας 76/464 ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Για τη μείωση της ρυπάνσεως των υδάτων, που προβλέπονται στο άρθρο 1, από τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο ΙΙ, τα κράτη μέλη καταρτίζουν προγράμματα για την πραγματοποίηση των οποίων εφαρμόζουν ιδίως τα μέσα που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3.
2. Για όλες τις απορρίψεις που πραγματοποιούνται στα ύδατα που προβλέπονται στο άρθρο 1, οι οποίες δύνανται να περιέχουν ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο, απαιτείται προηγούμενη άδεια της αρμόδιας αρχής του ενδιαφερομένου κράτους μέλους, που καθορίζει τα πρότυπα αποβολής. Τα πρότυπα αυτά βασίζονται στους ποιοτικούς στόχους που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 3.
3. Τα προγράμματα που προβλέπονται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνουν ποιοτικούς στόχους για τα ύδατα, οι οποίοι θεσπίζονται σύμφωνα με τις τυχόν οδηγίες του Συμβουλίου.
4. Τα προγράμματα δύνανται επίσης να περιλαμβάνουν ειδικές διατάξεις για τη σύνθεση και τη χρήση ουσιών η ομάδων ουσιών καθώς και προϊόντων, λαμβάνουν δε υπόψη τις τελευταίες οικονομικώς εφικτές τεχνικές εξελίξεις.
5. Τα προγράμματα θέτουν τα χρονικά όρια πραγματοποιήσεώς τους.
6. Τα προγράμματα και τα αποτελέσματα της εφαρμογής τους ανακοινώνονται περιληπτικώς στην Επιτροπή.
7. Η Επιτροπή, μαζί με τα κράτη μέλη, οργανώνει συστηματικούς συγκριτικούς ελέγχους των προγραμμάτων για την εξασφάλιση επαρκούς συντονισμού κατά την πραγματοποίησή τους. Αν η Επιτροπή το κρίνει αναγκαίο, υποβάλλει για τον σκοπό αυτό στο Συμβούλιο προτάσεις επί του θέματος.»
13 Η οδηγία δεν τάσσει καμία προθεσμία για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο. Ωστόσο, το άρθρο 12, παράγραφος 2, ορίζει ότι η Επιτροπή, αν είναι δυνατόν εντός 27 μηνών από την κοινοποίηση της εν λόγω οδηγίας, διαβιβάζει στο Συμβούλιο τις πρώτες προτάσεις, καταρτιζόμενες βάσει συγκριτικής εξετάσεως των προγραμμάτων των κρατών μελών. Η Επιτροπή, κρίνοντας ότι τα κράτη μέλη δεν ήταν σε θέση να της παράσχουν εντός της προθεσμίας αυτής πρόσφορα στοιχεία, πρότεινε, με επιστολή της 3ης Νοεμβρίου 1976, να θεωρηθεί η μεν 15η Σεπτεμβρίου 1981 ως ημερομηνία λήξεως προθεσμίας για την κατάρτιση των προγραμμάτων, η δε 15η Σεπτεμβρίου 1986 ως ημερομηνία θέσεώς τους σε εφαρμογή.
14 To άρθρο 20, παράγραφος 1, της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 1996, σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρυπάνσεως (EE L 257, σ. 26), προβλέπει μεταβατικές διατάξεις σχετικά με το καθεστώς που καθιερώνει το άρθρο 7, παράγραφος 2 της οδηγίας 76/464. Για ορισμένες υφιστάμενες εγκαταστάσεις, το καθεστώς αυτό διατηρείται σε ισχύ εφόσον τα κράτη μέλη δεν έχουν λάβει τα μέτρα χορηγήσεως αδείας και ελέγχου που προβλέπει το άρθρο 5 της οδηγίας 96/61. Διαθέτουν, συναφώς, προθεσμία οκτώ ετών από την ημερομηνία θέσεως σε εφαρμογή της οδηγίας αυτής, ήτοι από τις 30 Οκτωβρίου 1999.
15 Κατά τον επίδικο χρόνο, είχε δρομολογηθεί η έκδοση κειμένου το οποίο έμελλε να καταστεί η οδηγία 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2000, για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων (ΕΕ L 327 σ. 1, στο εξής: νέα οδηγία-πλαίσιο). Βάσει του άρθρου 24 της νέας οδηγίας-πλαισίου, τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες διατάξεις για να συμμορφωθούν προς αυτήν το αργότερο στις 22 Δεκεμβρίου 2003.
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
16 H Επιτροπή έστειλε στις 15 Φεβρουαρίου 1994 έγγραφο οχλήσεως στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών. Με το έγγραφο αυτό, του καταλόγιζε την παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει από την οδηγία 76/464, και ιδίως από το άρθρο 7, παράγραφοι 1 έως 3, μη θεσπίζοντας ποιοτικούς στόχους για τη λεκάνη του ποταμού Σκάλδη.
17 Μη ικανοποιημένη από την απάντηση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, η Επιτροπή εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη στις 23 Δεκεμβρίου 1996. Η Επιτροπή όρισε την προθεσμία συμμορφώσεως προς την αιτιολογημένη γνώμη σε δύο μήνες από την επίδοσή της.
18 Δεδομένου ότι οι ολλανδικές αρχές δεν έδωσαν συνέχεια στην εν λόγω γνώμη, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
Επί του παραδεκτού
19 Η Ολλανδική Κυβέρνηση αμφισβήτησε τη σκοπιμότητα της προσφυγής, για τον λόγο ότι η οδηγία 96/91 θα καταστήσει ανίσχυρη σε σημαντικούς βιομηχανικούς τομείς τη διάκριση μεταξύ των ουσιών που εμπίπτουν στον κατάλογο Ι και εκείνων που εμπίπτουν στον κατάλογο ΙΙ. Η ολλανδική νομοθεσία συνάδει ήδη προς τις διατάξεις της οδηγίας 96/61. Επιπλέον, η νέα οδηγία-πλαίσιο, με την καθιέρωση καταλόγου ουσιών που έχουν προτεραιότητα, προβλέπει συνδυασμένη προσέγγιση των συστημάτων οριακών τιμών εκπομπών, γεγονός που καθιστά αλυσιτελείς τις υποχρεώσεις που προβλέπει η οδηγία 76/464.
20 Το επιχείρημα αυτό δεν ευσταθεί. Επιβάλλεται να υπογραμμιστεί ότι η Επιτροπή, στο πλαίσιο του άρθρου 169 της Συνθήκης, διαθέτει διακριτική ευχέρεια για την άσκηση προσφυγής λόγω παραβάσεως και δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να εκτιμήσει τη σκοπιμότητα ασκήσεώς της.
21 Επιπλέον, επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η διάπραξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται κατά το πέρας της προθεσμίας που τάσσεται με την αιτιολογημένη γνώμη (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 25ης Μα_ου 2000, C-384/97, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 2000, σ. Ι-3823, σκέψη 35). Ακόμη κι αν η οδηγία 96/61 και η νέα οδηγία-πλαίσιο είχαν αλλάξει την προσέγγιση της Κοινότητας όσον αφορά τις στρατηγικές καταπολεμήσεως της ρυπάνσεως των υδάτων, τούτο ουδόλως επηρεάζει τις υποχρεώσεις του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, όπως παρουσιάζονται κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας.
22 Εξάλλου, όσον αφορά το αντικείμενο της προσφυγής, επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 92, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, μπορεί οποτεδήποτε να εξετάσει το απαράδεκτο για λόγους δημοσίας τάξεως.
23 Κατά πάγια νομολογία, ο σκοπός της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας έγκειται στο να παρασχεθεί στο οικείο κράτος μέλος η δυνατότητα, αφενός, να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο και, αφετέρου, να προβάλει λυσιτελώς τους αμυντικούς του ισχυρισμούς κατά των αιτιάσεων που διατυπώνει η Επιτροπή. Το αντικείμενο της προσφυγής που ασκείται κατ' εφαρμογή του άρθρου 169 της Συνθήκης οριοθετείται από την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, την οποία προβλέπει η διάταξη αυτή. Συνεπώς, το δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορεί να στηρίζεται σε αιτιάσεις άλλες πλην εκείνων που διατυπώθηκαν κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία (βλ., υπ' αυτήν την έννοια, τις αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1984, 51/83, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1984, σ. 2793, σκέψη 4, της 11ης Ιουνίου 1998, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, C-206/96, Συλλογή 1998, σ. Ι-3401, σκέψη 13, και της 21ης Σεπτεμβρίου 1999, C-392/96, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, Συλλογή 1999, σ. Ι-5901, σκέψη 51).
24 Εν προκειμένω, η Επιτροπή, με το έγγραφο οχλήσεως της 15ης Φεβρουαρίου 1994, καταλόγισε στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών ότι παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 76/464 «μη θεσπίζοντας δεσμευτικούς ποιοτικούς στόχους για τον Σκάλδη, όσον αφορά τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο ΙΙ του παραρτήματος της οδηγίας 76/464». Η αιτιολογημένη γνώμη στηρίζεται επίσης σε στοιχεία σχετικά με τη λεκάνη του Σκάλδη. Αντιθέτως, με το δικόγραφο της προσφυγής, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει γενικότερα ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 7 της εν λόγω οδηγίας. Η προσαπτόμενη παράβαση πρέπει επομένως να εννοηθεί ως αφορώσα το σύνολο της ολλανδικής επικρατείας.
25 Δεδομένου ότι η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία αφορούσε μόνον τη λεκάνη του Σκάλδη, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, στον βαθμό που δεν αφορά παράβαση από το Βασίλειο των Κάτω Χωρών των υποχρεώσεων που επιβάλλει το άρθρο 7 της οδηγίας 76/464 όσον αφορά τη λεκάνη του Σκάλδη.
Επί της ουσίας
Υποχρέωση θεσπίσεως ποιοτικών στόχων για τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο ΙΙ, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση
Επιχειρήματα των διαδίκων
26 Η Επιτροπή προσάπτει στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών ότι δεν θέσπισε ποιοτικούς στόχους σχετικά με τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο Ι και για τις οποίες δεν θεσπίστηκαν ακόμη σε κοινοτικό επίπεδο οριακές τιμές. Κατά τη γνώμη της, η προκληθείσα από τις εν λόγω ουσίες ρύπανση πρέπει να καταπολεμηθεί με τα προβλεπόμενα από το άρθρο 7 της οδηγίας 76/464 μέσα και όχι με τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 3 έως 6 αυτής.
27 Η Ολλανδική Κυβέρνηση φρονεί ότι, βάσει της διατυπώσεως του καταλόγου ΙΙ, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, οι ουσίες του καταλόγου Ι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του καταλόγου ΙΙ μόνον εφόσον η Επιτροπή και το Συμβούλιο παραιτήθηκαν ρητώς από τη θέσπιση οριακών τιμών.
28 Ισχυρίζεται ότι η οδηγία 76/464 διακρίνει σαφώς μεταξύ των ιδιαιτέρως επικινδύνων για το υδάτινο περιβάλλον ουσιών, που αναφέρει ο κατάλογος Ι, και των επιβλαβών για το υδάτινο περιβάλλον ουσιών, που εμπίπτουν στον κατάλογο ΙΙ. Βάσει του άρθρου 2 της οδηγίας 76/464, η ρύπανση του υδάτινου περιβάλλοντος από τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο Ι πρέπει να εξαλειφθεί με τη λήψη των προβλεπομένων στα άρθρα 3 έως 6 της ίδιας οδηγίας μέτρων, ενώ η ρύπανση από τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο ΙΙ πρέπει μόνο να μειωθεί με την εφαρμογή του προβλεπόμενου από το άρθρο 7 της οδηγίας καθεστώτος.
29 Η υπαγωγή στο εν λόγω καθεστώς των ουσιών που εμπίπτουν στον κατάλογο Ι, για τις οποίες δεν θεσπίστηκαν ακόμη οριακές τιμές σε κοινοτικό επίπεδο, συνιστά εξαίρεση από τον σκοπό της οδηγίας, η οποία δικαιολογείται μόνον αν το Συμβούλιο και η Επιτροπή είχαν ρητώς κοινοποιήσει την πρόθεσή τους να μη θεσπίσουν οριακές τιμές.
30 Εξάλλου, η προταθείσα από την Επιτροπή, με την προσφυγή της, ερμηνεία έχει συνέπεια αντίθετη προς την οικονομία της οδηγίας 76/464. Ο κατάλογος Ι περιλαμβάνει όχι μόνον τις 132 ουσίες που κατά την Επιτροπή έχουν προτεραιότητα, αλλά όλες αυτές που ανήκουν στις οικογένειες και στις ομάδες ουσιών που αναφέρει ο κατάλογος αυτός. Θα ήταν επομένως αδύνατο για τα κράτη μέλη να θεσπίσουν ποιοτικούς στόχους σχετικά με δεκάδες χιλιάδες ουσιών.
31 Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ισχυρίζεται εξάλλου ότι η βραδύτητα της διαδικασίας επιτεύξεως των στόχων της οδηγίας 76/464 οφείλεται στην πρακτική των κοινοτικών οργάνων. Τα κράτη μέλη ουδόλως ευθύνονται για το γεγονός ότι πολλές προτάσεις της Επιτροπής για οδηγίες που θεσπίζουν οριακές τιμές για τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο Ι δεν ευδοκίμησαν.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
32 Όσον αφορά την ερμηνεία του καταλόγου ΙΙ, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 76/464 και ιδίως την έννοια των επικινδύνων ουσιών για τις οποίες οι οριακές τιμές «δεν καθορίστηκαν», το Δικαστήριο έχει ήδη τονίσει ότι προκύπτει σαφώς από το καθεστώς που καθιερώνει η οδηγία αυτή και από το γράμμα της εν λόγω περιπτώσεως ότι, μέχρι να καθορισθούν οι οριακές τιμές για τις ουσίες του καταλόγου Ι, οι ουσίες αυτές πρέπει να θεωρηθούν προσωρινά ως ουσίες εμπίπτουσες στον κατάλογο ΙΙ, των οποίων το καθεστώς προβλέπεται στο άρθρο 7 της οδηγίας (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 21ης Ιανουαρίου 1999, C-207/97, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1999, σ. Ι-275, σκέψεις 34 και 35, και της 11ης Νοεμβρίου 1999, C-184/97, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1999, σ. Ι-7837, σκέψη 27).
33 Όσον αφορά τον σκοπό της οδηγίας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, μολονότι είναι αληθές ότι ο καθορισμός εκ μέρους του Συμβουλίου των οριακών τιμών αποβολής αποσκοπεί στην εξάλειψη της ρυπάνσεως των υδάτων από τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο Ι, ενώ το προβλεπόμενο από το άρθρο 7 της οδηγίας 76/464 καθεστώς αφορά μόνον την κατάρτιση προγραμμάτων που περιέχουν ποιοτικούς στόχους προκειμένου να μειωθεί η ρύπανση, η εξάλειψη αυτή, που αναφέρει το άρθρο 2 της εν λόγω οδηγίας, δεν μπορεί να υλοποιηθεί από το γεγονός και μόνον του καθορισμού των οριακών αυτών τιμών, διότι, τελικώς, εξαρτάται εξ ολοκλήρου από το επίπεδο των οριακών τιμών που έχουν γίνει δεκτές (βλ., συναφώς, την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 39). Επομένως, η προσωρινή υπαγωγή των ουσιών που εμπίπτουν στον κατάλογο Ι στο καθεστώς που προβλέπεται για τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο ΙΙ δεν αποτελεί εξαίρεση από τον σκοπό της οδηγίας.
34 Η ερμηνεία αυτή δεν αναιρείται από το επιχείρημα της Ολλανδικής Κυβερνήσεως ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών έπρεπε, αν αυτή γινόταν δεκτή, να καθορίσει προγράμματα περιέχοντα ποιοτικούς στόχους για αόριστο αριθμό ουσιών. Όπως υπογραμμίζει ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 36 των προτάσεών του, η απορρέουσα από την οδηγία 76/464 υποχρέωση ισχύει μόνο για τις 114 ουσίες που έχουν προτεραιότητα, για τις οποίες το Συμβούλιο δεν θέσπισε ακόμη οριακές τιμές και οι οποίες ενδέχεται να περιέχονται στα ολλανδικά ύδατα, εν προκειμένω στα ύδατα της λεκάνης του Σκάλδη.
35 Όσον αφορά τη φερομένη παράλειψη των κοινοτικών οργάνων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως το τόνισε το Δικαστήριο στη σκέψη 45 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Γερμανίας, η οδηγία προβλέπει δεσμευτικώς τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνουν τα κράτη μέλη σε περίπτωση μη καθορισμού από το Συμβούλιο των οριακών τιμών αποβολής για τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο Ι. Επομένως, η οδηγία δεν απαλλάσσει το κράτος μέλος από την τήρηση των επιβαλλομένων υποχρεώσεων εν αναμονή της θεσπίσεως μέτρων από το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 6.
36 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υποχρεούνταν, κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 της οδηγίας 76/464, να καταρτίσει προγράμματα ποιοτικών στόχων, σχετικά με τις ουσίες που έχουν προτεραιότητα και για τις οποίες οι οριακές τιμές δεν θεσπίστηκαν ακόμη σε κοινοτικό επίπεδο. Η απόφαση ως προς το αν οι ισχύουσες νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των άρθρων 3 έως 6 της οδηγίας αυτής, όπως υποστηρίζει η Ολλανδική Κυβέρνηση, παρέλκει, διότι, εν πάση περιπτώσει, η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δεν κατάρτισε μέχρι την ημερομηνία αυτή τέτοια προγράμματα.
37 Συνεπώς, η επιχειρηματολογία της Ολλανδικής Κυβερνήσεως πρέπει να απορριφθεί.
Υποχρέωση θεσπίσεως ποιοτικών στόχων για τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο ΙΙ, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση
Επιχειρήματα των διαδίκων
38 Η Επιτροπή προσάπτει στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών ότι δεν θέσπισε ακόμη ποιοτικούς στόχους ούτε για ορισμένες ουσίες της πρώτης κατηγορίας ουσιών που εμπίπτουν στον κατάλογο ΙΙ, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, δηλαδή για το τιτάνιο, το βόριο, το ουράνιο, το τελούριο και τον άργυρο, ούτε για τις ουσίες της τέταρτης κατηγορίας που εμπίπτουν στην περίπτωση αυτή.
39 Η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι ουσίες που εμπίπτουν στην τέταρτη κατηγορία δεν καθορίζονται σαφώς. Και άλλα κράτη μέλη συνάντησαν τις ίδιες δυσκολίες καθορισμού. Εξάλλου, για τις ουσίες αυτές της τέταρτης κατηγορίας, καθώς και για ορισμένες ουσίες που εμπίπτουν στην πρώτη κατηγορία, όπως το βόριο, το τελούριο, ο άργυρος, το ουράνιο και το τιτάνιο, βρέθηκε σε αδυναμία να εντοπίσει, ακόμη και στη διεθνή βιβλιογραφία, επιστημονικώς αποδεδειγμένες τιμές δυνάμενες να χρησιμοποιηθούν ως βάση για τη θέσπιση ποιοτικών στόχων.
40 Κατά την προφορική διαδικασία, η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστήριξε επίσης ότι το άρθρο 7 της οδηγίας 76/464 επιβάλλει την κατάρτιση ποιοτικών στόχων για τα πρότυπα αποβολής που καθορίζονται στα πλαίσια των προβλεπομένων στο άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής αδειών, ενώ τίποτε δεν αποδεικνύει την ύπαρξη τέτοιας υποχρεώσεως για τα προγράμματα, τα οποία αφορούν μόνον τους ποιοτικούς στόχους για τα ύδατα.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
41 Επιβάλλεται να υπομνηστεί κατ' αρχάς ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δεν αμφισβητεί ότι δεν θέσπισε ποιοτικούς στόχους για το τιτάνιο, το βόριο, το ουράνιο, το τελούριο, τον άργυρο και για τις ουσίες που εμπίπτουν στην τέταρτη κατηγορία κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας. Όπως έχει κρίνει ήδη το Δικαστήριο, δεν ασκεί επιρροή το αν η παράβαση κράτους μέλους οφείλεται σε τεχνικές δυσχέρειες τις οποίες το κράτος αυτό αντιμετώπισε (βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 1ης Οκτωβρίου 1998, C-71/97, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 1998, σ. Ι-5991, σκέψη 15, και της 1ης Φεβρουαρίου 2001, C-333/99, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2001, σ. Ι-1025, σκέψη 36).
42 Οι φερόμενες επιστημονικές δυσχέρειες σχετικά με τον καθορισμό των ουσιών που εμπίπτουν στην τέταρτη κατηγορία των ουσιών που αναφέρονται στον κατάλογο ΙΙ, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, καθώς και με τη θέσπιση των οριακών τιμών για τις ουσίες αυτές και για ορισμένες από αυτές που εμπίπτουν στην πρώτη κατηγορία, συνιστούν τέτοια τεχνική δυσχέρεια, μη δυνάμενη να θέσει υπό αμφισβήτηση την υποχρέωση μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 76/464. Η Ολλανδική Κυβέρνηση μπορούσε να επικοινωνήσει με την Επιτροπή ή να πραγματοποιήσει εγκαίρως επιστημονικές έρευνες.
43 Όσον αφορά το επιχείρημα της Ολλανδικής Κυβερνήσεως σχετικά με την υποχρέωση καταρτίσεως ποιοτικών στόχων μόνο για τα πρότυπα αποβολής που καθορίζονται στα πλαίσια των προβλεπομένων στο άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 76/464 αδειών, επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής προγράμματα πρέπει να περιέχουν, βάσει της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου, ποιοτικούς στόχους για τα ύδατα. Ο στόχοι αυτοί σκοπούν στη μείωση της ρυπάνσεως. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η ποιότητα του υδάτινου περιβάλλοντος συνδέεται στενά με την περιεκτικότητα σε ρυπογόνες ουσίες. Συνεπώς, με τα εν λόγω προγράμματα, πρέπει να θεσπιστούν ποιοτικοί στόχοι όσον αφορά την παρουσία ρυπογόνων ουσιών. Συνεπώς, το επιχείρημα της Ολλανδικής Κυβερνήσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
44 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, μη λαμβάνοντας για τη λεκάνη του Σκάλδη όλα τα αναγκαία για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 7 της οδηγίας 76/464 μέτρα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
45 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή διατύπωσε σχετικό αίτημα και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ηττήθηκε ως προς τους κυριότερους ισχυρισμούς του, επιβάλλεται να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, μη λαμβάνοντας για τη λεκάνη του ποταμού Σκάλδη όλα τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 7 της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μα_ου 1976, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
2) Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3) Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών φέρει τα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy