Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγορών - Ζάχαρη - Τιμές παρεμβάσεως και παράγωγες τιμές παρεμβάσεως - Καταληκτική ημερομηνία για τον καθορισμό των τιμών παρεμβάσεως - Μη τήρηση της προθεσμίας - Συνέπειες
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 1785/81 και 1188/97)
2. Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγορών - Ζάχαρη - Κατάτμηση των τιμών σε περιφέρειες - Ελλειμματικές ζώνες - Κανονισμός καθορίζων την παράγωγη τιμή παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης για όλες τις ζώνες της Ιταλίας για μια περίοδο εμπορίας - Αιτιολόγηση - Υποχρέωση - εριεχόμενο
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 190 (νυν άρθρο 253 ΕΚ)· κανονισμός 1188/97 του Συμβουλίου]
3. Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγορών - Ζάχαρη - Κατάτμηση των τιμών σε περιφέρειες - Ελλειμματικές ζώνες - Κανονισμός καθορίζων την παράγωγη τιμή παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης για όλες τις ζώνες της Ιταλίας για μια περίοδο εμπορίας - ρόβλεψη ελλειμματικής καταστάσεως εφοδιασμού - Κύρος του κανονισμού
(Κανονισμός 1188/97 του Συμβουλίου, άρθρο 1, στοιχ. στ_)
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-160/98,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Giudice di pace di Genova (Ιταλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Eridania SpA
και
Azienda Agricola San Luca di Rumagnoli Viannj,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το κύρος του άρθρου 1, στοιχείο στ_, του κανονισμού (ΕΚ) 1188/97 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1997, για τον καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 1997/98, των παραγώγων τιμών παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης, της τιμής παρεμβάσεως της ακατέργαστης ζάχαρης, των ελαχίστων τιμών τεύτλων Α και τεύτλων Β, καθώς και του ποσού της επιστροφής για την αντιστάθμιση των εξόδων αποθεματοποιήσεως (ΕΕ L 170, σ. 3), και του κανονισμού (ΕΟΚ) 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 177, σ. 4), όπως διαμορφώθηκε μετά την έκδοση του κανονισμού (ΕΚ) 1101/95 του Συμβουλίου, της 24ης Απριλίου 1995 (ΕΕ L 110, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από την F. Macken, πρόεδρο τμήματος, την N. Colneric (εισηγητή) και τους C. Gulmann, J.-P. Puissochet και Β. Σκουρή, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Eridania SpA, εκπροσωπούμενη από τους C. Cacciapuoti και Ι. Vigliotti, avvocati, και B. O'Connor, solicitor,
- το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενο από τους Ι. Díez Parra και J.-P. Hix,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον F. P. Ruggeri Laderchi,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του Συμβουλίου, εκπροσωπουμένου από τον F. P. Ruggeri Laderchi, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον L. Visaggio, κατά τη συνεδρίαση της 15ης Φεβρουαρίου 2001,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά την ίδια συνεδρίαση,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 28ης Μαρτίου 1998, που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 22 Απριλίου 1998, ο Giudice di Pace di Genova υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς το κύρος του άρθρου 1, στοιχείο στ_, του κανονισμού (ΕΚ) 1188/97 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1997, για τον καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 1997/98, των παραγώγων τιμών παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης, της τιμής παρεμβάσεως της ακατέργαστης ζάχαρης, των ελαχίστων τιμών τεύτλων Α και τεύτλων Β, καθώς και του ποσού της επιστροφής για την αντιστάθμιση των εξόδων αποθεματοποιήσεως (ΕΕ L 170, σ. 3), και του κανονισμού (ΕΟΚ) 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 177, σ. 4), όπως διαμορφώθηκε μετά την έκδοση του κανονισμού (ΕΚ) 1101/95 του Συμβουλίου, της 24ης Απριλίου 1995 (ΕΕ L 110, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 1785/81).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Eridania SpA (στο εξής: Eridania), παραγωγού ζάχαρης στην Ιταλία, και της Azienda Agricola San Luca di Rumagnoli Viannj (στο εξής: Agricola), επιχείρηση που εφοδίασε την Eridania με ζαχαρότευτλα, ως προς το βάσιμο του χαρακτηρισμού της Ιταλίας ως ελλειμματικής ζώνης για την περίοδο εμπορίας 1997/98 και, συνεπώς, ως προς την εφαρμογή της παράγωγης τιμής παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης για τις ζώνες αυτού του κράτους μέλους καθώς και των ελαχίστων επαυξημένων τιμών που πρέπει να καταβληθούν στους παραγωγούς τεύτλων.
Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
Επί του κανονισμού 1785/81
3 Στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (στο εξής: ΚΟΑ της ζάχαρης), ο κανονισμός 1785/81 θέσπισε, στον τίτλο του Ι, καθεστώς τιμών και, στον τίτλο του ΙΙΙ, καθεστώς ποσοστώσεων.
4 _Οσον αφορά το καθεστώς των ποσοστώσεων, μια βασική ποσότητα εγχώριας παραγωγής χορηγείται σε κάθε κράτος μέλος και κατανέμεται μεταξύ των εγχωρίων παραγωγών υπό μορφή ποσοστώσεων παραγωγής Α και Β. Για τις δύο αυτές ποσοστώσεις ισχύει εγγύηση διαθέσεως - υπό τη μορφή της τιμής παρεμβάσεως για τη λευκή ζάχαρη - τόσο στην κοινοτική αγορά όσο και στις τρίτες χώρες.
5 Σχετικά με το καθεστώς των τιμών, το άρθρο 3, παράγραφοι 1, 4 και 5, του κανονισμού 1785/81 ορίζει τα εξής:
«1. Για τη λευκή ζάχαρη, ορίζεται ετησίως:
α) μία τιμή παρεμβάσεως για τις μη ελλειμματικές ζώνες·
β) μία παράγωγη τιμή παρεμβάσεως για κάθε μία ελλειμματική ζώνη.
[...]
4. Η τιμή παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης ορίζεται πριν από την 1η Αυγούστου για την περίοδο εμπορίας που αρχίζει την 1η Ιουλίου του επόμενου έτους, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 43, παράγραφος 2, της Συνθήκης.
[...]
5. Το Συμβούλιο, με ειδική πλειοψηφία μετά από πρόταση της Επιτροπής, ορίζει κάθε χρόνο [...] τις παράγωγες τιμές παρεμβάσεως ταυτόχρονα με την τιμή παρεμβάσεως για τη λευκή ζάχαρη.
[...]»
6 Για να δοθούν δίκαιες εγγυήσεις στους παραγωγούς τεύτλων, ορίζεται ετησίως ελάχιστη τιμή τεύτλου, συγχρόνως με την τιμή της ζάχαρης, ανάλογα με τη βασική τιμή που έχει καθοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού 1785/81. Ως προς τις ελάχιστες τιμές για τα τεύτλα, το άρθρο 5, παράγραφοι 1 έως 4, του ιδίου κανονισμού προβλέπει:
«1. Κάθε χρόνο ορίζεται ταυτόχρονα με την τιμή παρεμβάσεως λευκής ζάχαρης μία ελάχιστη τιμή για τα τεύτλα Α και μία ελάχιστη τιμή για τα τεύτλα Β.
[...]
2. Η ελάχιστη τιμή για τα τεύτλα Α είναι ίση με το 98 % της βασικής τιμής των τεύτλων.
[...] η ελάχιστη τιμή τεύτλου Β είναι ίση με το 68 % της βασικής τιμής τεύτλων.
3. Για τις ζώνες για τις οποίες ορίζεται παράγωγη τιμή παρεμβάσεως λευκής ζάχαρης, οι ελάχιστες τιμές τεύτλων Α και τεύτλων Β αυξάνονται κατά ένα ποσό ίσο με τη διαφορά μεταξύ της παραγώγου τιμής παρεμβάσεως της εν λόγω ζώνης και της τιμής παρεμβάσεως, πολλαπλασιαζόμενο με ένα συντελεστή 1,30.
4. Κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού, νοούνται ως τεύτλα Α και τεύτλα Β όλα τα τεύτλα που μεταποιούνται αντίστοιχα σε ζάχαρη Α ή σε ζάχαρη Β [...].»
7 Σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1785/81:
«1. [...] οι ζαχαροβιομήχανοι υποχρεούνται, κατά την αγορά τεύτλων
[...]
να καταβάλουν τουλάχιστον μία ελάχιστη τιμή [...].
2. Η ελάχιστη τιμή που προβλέπεται στην παράγραφο 1 αντιστοιχεί:
α) όσον αφορά τις μη ελλειμματικές ζώνες:
- για τα τεύτλα που θα μεταποιηθούν σε ζάχαρη Α, στην ελάχιστη τιμή του τεύτλου Α,
- για τα τεύτλα που θα μεταποιηθούν σε ζάχαρη Β, στην ελάχιστη τιμή του τεύτλου Β·
β) όσον αφορά τις ελλειμματικές ζώνες:
- για τα τεύτλα που θα μεταποιηθούν σε ζάχαρη Α, στην ελάχιστη τιμή του τεύτλου Α επαυξημένη σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 3,
- για τα τεύτλα που θα μεταποιηθούν σε ζάχαρη Β, στην ελάχιστη τιμή του τεύτλου Β επαυξημένη σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 3.»
8 Συνεπώς, στις ζώνες που θεωρούνται ελλειμματικές υπό την έννοια της ΚΟΑ της ζάχαρης εφαρμόζονται οι παράγωγες τιμές παρεμβάσεως δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφοι 1, στοιχείο β_, και 5, του κανονισμού 1785/81 και οι ελάχιστες τιμές των τεύτλων, επαυξημένες σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 3, του ιδίου κανονισμού.
9 Το σύστημα αυτό είναι κοινώς γνωστό με την ονομασία «κατάτμηση σε περιφέρειες» και επιτρέπει τον καθορισμό υψηλοτέρων τιμών για τις ελλειμματικές ζώνες από τις αντίστοιχες τιμές για τις μη ελλειμματικές ζώνες.
Επί των κανονισμών που αφορούν την περίοδο 1997/98
10 Στις 25 Ιουνίου 1997 το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 1187/97, για τον καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 1997/98, ορισμένων τιμών στον τομέα της ζάχαρης και του αντιπροσωπευτικού ποιοτικού τύπου τεύτλων (ΕΕ L 170, σ. 1). Ο ως άνω κανονισμός καθορίζει, αφενός, με το άρθρο 1, παράγραφος 2, την τιμή παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης σε 63,19 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα (kg) και, αφετέρου, με το άρθρο 2, τη βασική τιμή των τεύτλων σε 47,67 ECU ανά τόνο.
11 Αυθημερόν το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 1188/97. Κατά το άρθρο 1, στοιχείο στ_, του κανονισμού αυτού, η παράγωγη τιμή παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης καθορίζεται, για όλες τις ζώνες της Ιταλίας, η οποία κατατάχθηκε στις ελλειμματικές ζώνες της Κοινότητας, σε 65,53 ECU ανά 100 kg. Το άρθρο 3 του ιδίου κανονισμού καθόρισε την ελάχιστη τιμή των τεύτλων Α σε 46,72 ECU ανά τόνο και την ελάχιστη τιμή των τεύτλων Β σε 32,42 ECU ανά τόνο. Σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 1785/81, οι ελάχιστες τιμές που εφαρμόζονται στην Ιταλία αντιστοιχούν στα ποσά αυτά προσαυξημένα κατά 3 042 ECU.
12 Στη δεύτερη και στην τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1188/97 εκτίθενται τα εξής:
«[...] το άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1785/81 προβλέπει ότι οι παράγωγες τιμές παρέμβασης της λευκής ζάχαρης πρέπει να οριστούν για κάθε μία από τις ελλειμματικές ζώνες· [...] για τον καθορισμό αυτό, ενδείκνυται να ληφθούν υπόψη οι περιφερειακές διαφορές των τιμών ζάχαρης που μπορούν να υπολογισθούν, σε περίπτωση κανονικής συγκομιδής και ελεύθερης κυκλοφορίας της ζάχαρης, βάσει των κανονικών συνθηκών διαμόρφωσης των τιμών της αγοράς·
[...] προβλέπεται ελλειμματική κατάσταση εφοδιασμού στις ζώνες παραγωγής της Ιταλίας, της Ιρλανδίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ισπανίας, της ορτογαλίας και της Φινλανδίας».
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
13 Για τον εφοδιασμό μιας από τις εγκαταστάσεις της, η Eridania συνήψε με την Agricola, για την περίοδο παραγωγής ζάχαρης 1997/98, σύμβαση με αντικείμενο την καλλιέργεια ζαχαροτεύτλων. Η σύμβαση αυτή προέβλεπε ότι τα τεύτλα πωλούνται στις τιμές και υπό τους όρους που καθορίζουν οι κοινοτικοί και/ή οι εθνικοί κανόνες και/ή η διεπαγγελματική συμφωνία για το 1997/98.
14 Συνεπώς, η Eridania κατέβαλε τις ελάχιστες τιμές για τα τεύτλα, προσαυξημένες δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 1785/81, εφόσον οι τιμές αυτές ήταν υψηλότερες των ελαχίστων τιμών που ίσχυαν στις μη ελλειμματικές ζώνες.
15 Στην κύρια δίκη η Eridania ζητεί με την αγωγή της την επιστροφή του ποσού των 1 224 242 ιταλικών λιρών (ITL) που κατέβαλε στην Agricola ως προσαύξηση της τιμής των τεύτλων λόγω της κατατμήσεως σε περιφέρειες.
16 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, ως προς την κατάσταση της αγοράς της ζάχαρης στην Ιταλία, ότι το κράτος μέλος αυτό παρουσίαζε στο παρελθόν ανεπαρκή παραγωγή σε σχέση με την κατανάλωση. Χάρη στην αναδιάρθρωση της ιταλικής βιομηχανίας κατά τη διάρκεια των είκοσι πέντε τελευταίων ετών, η κατάσταση αυτή μεταβλήθηκε πάντως προοδευτικά, ώστε από το 1990 δεν συντρέχουν πλέον οι προϋποθέσεις για την κατάτμηση σε περιφέρειες. Ο κανονισμός 1101/95 διατήρησε το σύστημα της κατατμήσεως σε περιφέρειες για τις περιόδους 1995/96 και 1996/97 παρά τις πληροφορίες που διέθεταν οι κοινοτικές αρχές.
17 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Giudice di pace di Genova, συμμεριζόμενος τις αμφιβολίες της Eridania ως προς το κύρος της διατηρήσεως του συστήματος της κατατμήσεως σε περιφέρειες για την Ιταλία, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Είναι έγκυρος ο κανονισμός (ΕΚ) 1188/97, της 25ης Ιουνίου 1997 (EE της 28ης Ιουνίου 1997), και ειδικότερα το άρθρο 1, στοιχείο στ_, αυτού, κυρίως από την άποψη του άρθρου 3, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού 1785/81 και του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΚ, καθώς και της ορθής εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών, όπως αυτά εκτέθηκαν στο σημείο Ι "κυρίως" του σκεπτικού της παρούσας διατάξεως;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, είναι έγκυρος ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1785/81, της 30ής Ιουνίου 1981 (ΕΕ της 1ης Ιουλίου 1981), όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, και ειδικότερα τα άρθρα 3, παράγραφος 1, 5, παράγραφος 3, και 6, παράγραφος 2, αυτού, από την άποψη των άρθρων 40 και 30 έως 36 της Συνθήκης ΕΟΚ, και είναι κατά συνέπεια έγκυρος ο κανονισμός (ΕΚ) 1188/97, και ειδικότερα το άρθρο 1, στοιχείο στ_, αυτού, αν ληφθεί υπόψη η επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε στο σημείο ΙΙ "επικουρικώς" του σκεπτικού της παρούσας διατάξεως;»
18 ρέπει να υπομνησθεί, εκ προοιμίου, ότι στις 6 Ιουλίου 2000 το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση C-289/97, Eridania (Συλλογή 2000, σ. Ι-5409, στο εξής: απόφαση της 6ης Ιουλίου 2000), με την οποία απάντησε σε ερωτήματα ανάλογα προς εκείνα που έχουν ανακύψει στην υπόθεση της κύριας δίκης. Με έγγραφο της 25ης Σεπτεμβρίου 2000, το Δικαστήριο κάλεσε τον Giudice di pace di Genova να διευκρινίσει αν, λαμβανομένης υπόψη της αποφάσεως αυτής, εμμένει στην παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Με έγγραφο της 20ής Οκτωβρίου 2000, το αιτούν δικαστήριο ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι, ενόψει ιδίως του γεγονότος ότι οι δύο υποθέσεις αφορούν διαφορετικές περιόδους εμπορίας, εμμένει στην ως άνω αίτηση.
Επί του πρώτου ερωτήματος
Επί της εκπρόθεσμης εκδόσεως του κανονισμού 1188/97 και της ελλείψεως αιτιολογίας της κατατμήσεως σε περιφέρειες που εφαρμόστηκε στην Ιταλία
19 _Οσον αφορά το πρώτο ερώτημα, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο έχει ήδη απαντήσει με την απόφαση της 6ης Ιουλίου 2000, καθόσον, στην υπόθεση εκείνη, η Eridania είχε ήδη καταγγείλει την κατ' αυτήν εκπρόθεσμη έκδοση του κανονισμού (ΕΚ) 1580/96 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουλίου 1996, για τον καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 1996/97, των παραγώγων τιμών παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης, της τιμής παρεμβάσεως της ακατέργαστης ζάχαρης, των ελαχίστων τιμών τεύτλων A και τεύτλων Β, καθώς και του ποσού της επιστροφής για την αντιστάθμιση των εξόδων αποθεματοποιήσεως (ΕΕ L 206, σ. 9), κατά παράβαση του άρθρου 3, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού 1785/81, καθώς και την έλλειψη αιτιολογίας του ως άνω κανονισμού όσον αφορά την εφαρμογή της κατατμήσεως σε περιφέρειες στην Ιταλία.
20 Το Δικαστήριο αποφάνθηκε, με τη σκέψη 34 της αποφάσεως της 6ης Ιουλίου 2000, ότι η καταληκτική ημερομηνία της 1ης Αυγούστου που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού 1785/81 δεν αποτελεί ημερομηνία λήξεως προθεσμίας αναγκαστικού δικαίου και, συνεπώς, η μη τήρηση της προθεσμίας αυτής δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα το ανίσχυρο του κανονισμού 1580/96 επειδή ο κανονισμός αυτός καθόρισε τις τιμές παρεμβάσεως μετά την 1η Αυγούστου.
21 _Οσον αφορά την έλλειψη αιτιολογίας, το Δικαστήριο προέβη σε λεπτομερή εξέταση και επισήμανε, με τη σκέψη 44 της ίδιας αποφάσεως, ότι η αιτιολογία του κανονισμού 1580/96, ενόψει του καθορισμού της Ιταλίας ως ελλειμματικής ζώνης για την περίοδο εμπορίας 1996/97, αρκεί προς πλήρωση των απαιτήσεων αιτιολογίας που έχουν τεθεί με τη νομολογία του Δικαστηρίου.
22 Η ως άνω ανάλυση του Δικαστηρίου στην απόφαση της 6ης Ιουλίου 2000, σχετικά με τον κανονισμό 1580/96, ισχύει και για τον κανονισμό 1188/97. Συγκεκριμένα, εκτός από το γεγονός ότι αφορούν διαφορετικές περιόδους εμπορίας - την περίοδο 1996/97 ο κανονισμός 1580/96 και την περίοδο 1997/98 ο κανονισμός 1188/97 -, οι δύο αυτοί κανονισμοί είναι ταυτόσημοι: αμφότεροι εκδόθηκαν μετά την παρέλευση των προθεσμιών που προβλέπει προς τούτο το άρθρο 3, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού 1785/81 και η αιτιολογία τους, όπως προκύπτει από τη δεύτερη και την τρίτη αιτιολογική τους σκέψη, είναι ταυτόσημη.
23 Δεδομένου ότι η Eridania δεν προέβαλε συναφώς άλλα επιχειρήματα πλην εκείνων τα οποία εξέτασε το Δικαστήριο στην απόφαση της 6ης Ιουλίου 2000, αρκεί το Δικαστήριο να παραπέμψει συναφώς, εν είδει απαντήσεως, στην ως άνω απόφαση και να επαναλάβει την απάντησή του ως προς το ζήτημα αυτό.
Επί της προβλέψεως ελλειμματικής καταστάσεως κατά την περίοδο εμπορίας 1997/98
24 Εν συνεχεία, το πρώτο ερώτημα αφορά την ορθή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που οδήγησαν στην πρόβλεψη ελλειμματικής καταστάσεως για την Ιταλία κατά την περίοδο εμπορίας 1997/98. _Οσον αφορά τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία περιλαμβάνονται στη διάταξη περί παραπομπής, στο σκέλος αυτό δεν δόθηκε απάντηση με την απόφαση της 6ης Ιουλίου 2000, στην οποία το Δικαστήριο εξέτασε μόνον αν η πρόβλεψη ελλειμματικής καταστάσεως κατά την περίοδο εμπορίας 1996/97 ήταν βάσιμη.
Επιχειρήματα των διαδίκων
25 Θεωρώντας την ανερχόμενη σε 65,53 ECU ανά 100 kg παράγωγη τιμή παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης εντελώς αδικαιολόγητη, προδήλως εσφαλμένη και αυθαίρετη, η Eridania φρονεί ότι το Συμβούλιο αγνόησε ή, εν πάση περιπτώσει, αλλοίωσε τα πραγματικά στοιχεία.
26 Η Eridania ισχυρίζεται ότι κατά τις περιόδους εμπορίας 1993/94, 1994/95 και 1996/97 σημειώθηκε πλεονασματική παραγωγή. Κατά την Eridania, ήταν εντελώς αδύνατο, υπό τις συνθήκες αυτές, να προβλεφθεί ότι η περίοδος εμπορίας 1997/98 θα ήταν ελλειμματική στην Ιταλία.
27 Η Eridania αναφέρεται σε έγγραφο της 16ης Ιουνίου 1997 με το οποίο ο αρμόδιος για θέματα γεωργικής πολιτικής Ιταλός υπουργός (στο εξής: Υπουργός) επισήμανε στην Επιτροπή ότι, για την περίοδο εμπορίας 1997/98, η παραγωγή ζάχαρης αναμενόταν ότι θα ήταν μεγαλύτερη της προβλεφθείσας. Καίτοι υπογράμμισε τη δυσχέρεια συγκεκριμένης προβλέψεως του επιπέδου παραγωγής, λόγω του ως γνωστόν αστάθμητου χαρακτήρα των εθνικών αποδόσεων, ο Υπουργός ισχυρίστηκε πάντως ότι το επίπεδο παραγωγής δεν αναμενόταν να υπερβεί το άθροισμα των ποσοστώσεων παραγωγής Α και Β, ήτοι τους 1 568 250 τόνους. Η Eridania προσάπτει στο Συμβούλιο ότι δεν έλαβε υπόψη το έγγραφο αυτό όταν εξέδωσε, στις 25 Ιουνίου 1997, τον κανονισμό 1188/97. Εν πάση περιπτώσει, θα έπρεπε να ζητήσει διευκρινίσεις από τον Υπουργό, αφού μάλιστα, από μηνών ήδη, οι εκπρόσωποι της ιταλικής βιομηχανίας επαναλάμβαναν, στηριζόμενοι σε έγγραφα, ότι η Ιταλία θα παρουσίαζε πλεόνασμα.
28 Η Eridania στηρίζεται επίσης στο έγγραφο της 3ης Ιουλίου 1997, που απηύθυνε ο Υπουργός στην Επιτροπή και από το οποίο προκύπτει σαφώς ότι η παραγωγή που έπρεπε να ληφθεί υπόψη ανερχόταν σε 1 568 000 τόνους.
29 Κατά την Eridania, ο κανονισμός 1188/97 έπρεπε να τροποποιηθεί κατόπιν του τελευταίου αυτού εγγράφου. Η Eridania υπογραμμίζει εν προκειμένω ότι τόσο οι εκπρόσωποι της ιταλικής βιομηχανίας ζάχαρης όσο και η Comité européen des fabricants de sucre (Ευρωπαϊκή Επιτροπή αραγωγών Ζάχαρης, στο εξής: CEFS) είχαν απευθύνει στις κοινοτικές αρχές, πριν από την έκδοση του κανονισμού αυτού, έγγραφα αποδεικνύοντα σαφώς ότι η περίοδος εμπορίας 1997/98 επρόκειτο να εμφανίσει μεγάλα πλεονάσματα.
30 Το Συμβούλιο ισχυρίζεται, όσον αφορά την κατάλληλη ημερομηνία για την εκτίμηση των στοιχείων, ότι η διαδικασία καταρτίσεως της προβλέψεως είναι διαρκής. Εν πάση περιπτώσει, το Συμβούλιο οφείλει να λαμβάνει υπόψη τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα αριθμητικά στοιχεία κατά τον χρόνο του καθορισμού των τιμών.
31 Το Συμβούλιο παρατηρεί ότι, για την περίοδο εμπορίας 1997/98, από τα αριθμητικά στοιχεία προέκυπτε ότι η κατάσταση στην Ιταλία θα ήταν ελλειμματική. Τα στοιχεία που είχε κοινοποιήσει η Ιταλική Κυβέρνηση μέχρι τον χρόνο εκδόσεως του κανονισμού 1188/97, δηλαδή μέχρι τις 25 Ιουνίου 1997, έδειχναν προβλεπόμενη παραγωγή ζάχαρης 1 440 000 τόνων, με την προσθήκη 10 000 τόνων εκ μεταφοράς από την περίοδο εμπορίας 1996/97, και κατανάλωση 1 483 000 τόνων, συνεπώς προβλεπόμενο έλλειμμα 33 000 τόνων.
32 Το Συμβούλιο αμφισβητεί ότι ο Υπουργός μετέβαλε, με το έγγραφο της 16ης Ιουνίου 1997, την πρόβλεψη παραγωγής 1 440 000 τόνων για την περίοδο εμπορίας 1997/98. Καίτοι στο ως άνω έγγραφο αναφερόταν ότι το επίπεδο παραγωγής δεν μπορούσε να υπερβεί το ανώτατο όριο των 1 568 250 τόνων, το έγγραφο αυτό δεν περιείχε ακριβή αριθμητική πρόβλεψη για την παραγωγή ούτε αίτηση προς την Επιτροπή να αντικαταστήσει με νέα πρόβλεψη την αριθμητική πρόβλεψη που είχε κοινοποιηθεί προηγουμένως.
33 Το Συμβούλιο προσθέτει εξάλλου ότι ούτε επί τη ευκαιρία της κοινοποιήσεως των προβλεπομένων αριθμητικών στοιχείων για την περίοδο εμπορίας 1997/98 για την Ιταλία, κατά τη σύνοδο της επιτροπής διαχειρίσεως της ζάχαρης στις 18 Ιουνίου 1997, η ιταλική αντιπροσωπεία υπέβαλε άλλα ακριβέστερα αριθμητικά στοιχεία.
34 Ο Υπουργός ζήτησε από την Επιτροπή, με έγγραφο της 3ης Ιουλίου 1997, την αντικατάσταση της αριθμητικής προβλέψεως των 1 440 000 τόνων σχετικά με την παραγωγή ζάχαρης στην Ιταλία για την περίοδο εμπορίας 1997/98 με πρόβλεψη 1 568 000 τόνων. Ωστόσο, ο κανονισμός 1188/97 είχε ήδη εκδοθεί και η περίοδος εμπορίας είχε αρχίσει.
35 Συναφώς, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι ο καθορισμός των τιμών πρέπει, κατ' αρχήν, να λαμβάνει χώρα πριν από την έναρξη της περιόδου εμπορίας και ότι τα στοιχεία που κοινοποιούνται μεταγενέστερα δεν μπορούν να λαμβάνονται υπόψη για την πρόβλεψη της καταστάσεως. _Ετσι, δεν ήταν δυνατόν να μετατεθεί η απόφαση καθορισμού των τιμών σε χρόνο μεταγενέστερο της ενάρξεως της περιόδου εμπορίας.
36 Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι, κατά την ημερομηνία εκδόσεως του κανονισμού 1188/97, στις 25 Ιουνίου 1997, από όλα τα διαθέσιμα στοιχεία προέκυπτε πρόβλεψη παραγωγής 1 440 000 τόνων.
37 Η Επιτροπή δέχεται ωστόσο ότι, με έγγραφο της 30ής Μα_ου 1997, η Associazione Nazionale tra gli Industriali dello Zucchero, dell'Alcool e del Lievito (εθνική ένωση Ιταλών βιομηχάνων ζάχαρης, οινοπνεύματος και ζυθοζύμης, στο εξής: Assozucchero) είχε γνωστοποιήσει, στηριζόμενη σε μελέτη του ανεπιστημίου της Bologna, ότι η μέση απόδοση στην Ιταλία καθιστούσε δυνατή την πρόβλεψη παραγωγής 1 568 000 τόνων για την περίοδο εμπορίας 1997/98, λαμβανομένων υπόψη των καλλιεργούμενων εκτάσεων. άντως, σύμφωνα με τις πληροφορίες της Επιτροπής, η Associazione nazionale bieticoltori (εθνική ένωση καλλιεργητών τεύτλων) είχε αμφισβητήσει ρητώς, με έγγραφο της 23ης Ιουνίου 1997, τα πορίσματα της προαναφερθείσας μελέτης.
38 Η Επιτροπή αναφέρει ότι ένας από τους εκπροσώπους της ζήτησε από τα κράτη μέλη, κατά τη σύνοδο της επιτροπής διαχειρίσεως της ζάχαρης της 11ης Ιουνίου 1997, να προβούν σε όλους τους αναγκαίους ελέγχους και να διατυπώσουν προβλέψεις με βάση πρόσφατα στοιχεία. Οι ιταλικές αρχές δήλωσαν, με επιστολή της 16ης Ιουνίου 1997, ότι τους ήταν αδύνατο να παράσχουν νέα στοιχεία όσον αφορά την ιταλική παραγωγή και συγχρόνως τάχθηκαν υπέρ του καθορισμού περιφερειακών τιμών. Κατά τη σύνοδο της επιτροπής διαχειρίσεως της ζάχαρης της 18ης Ιουνίου 1997, οι ιταλικές αρχές δεν αμφισβήτησαν τα αριθμητικά στοιχεία που είχε υποβάλει η Επιτροπή, διατηρώντας έτσι έως τις 2 Ιουλίου 1997 πρόβλεψη παραγωγής ύψους 1 440 000 τόνων. Μόλις στις 3 Ιουλίου 1997 με έγγραφό τους οι ιταλικές αρχές αναθεώρησαν προς τα άνω την εκτίμηση της παραγωγής.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
39 Στην ουσία, η Eridania προσάπτει στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή ότι στηρίχθηκαν για την πρόβλεψη της παραγωγής σε αριθμητικά στοιχεία μη ανταποκρινόμενα στην πραγματικότητα, καθόσον τα δύο αυτά θεσμικά όργανα δεν έλαβαν υπόψη την αναθεώρηση της προβλέψεως στην οποία προέβη ο Υπουργός με το έγγραφο της 16ης Ιουνίου 1997 και η οποία συγκεκριμενοποιήθηκε με την επιστολή του της 3ης Ιουλίου 1997, ούτε τα έγγραφα που κοινοποίησαν οι εκπρόσωποι της ιταλικής βιομηχανίας ζάχαρης και η CEFS, τα οποία τεκμηρίωναν σαφώς ότι η περίοδος εμπορίας 1997/98 επρόκειτο να εμφανίσει μεγάλα πλεονάσματα.
40 Εκ προοιμίου, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως το Δικαστήριο έκρινε στη σκέψη 47 της αποφάσεως της 6ης Ιουλίου 2000, το Συμβούλιο και η Επιτροπή καλούνται να εξετάσουν τη σχέση μεταξύ των όγκων μιας μη ακόμη συλλεγείσας παραγωγής και μιας καταναλώσεως που δεν έχει ακόμη αρχίσει και πρέπει επομένως να προβούν σε προβολές, βάσει στοιχείων που έχουν κοινοποιηθεί από τα κράτη μέλη, οι οποίες αφορούν συγχρόνως την τρέχουσα περίοδο, όσον αφορά την εξέλιξη της καταναλώσεως, και τις προοπτικές της επερχομένης περιόδου όσον αφορά την εξέλιξη της διαθέσιμης παραγωγής.
41 Ειδικότερα, προκειμένου για την ημερομηνία μέχρι την οποία πρέπει να γίνουν οι προβλέψεις αυτές, πρέπει να τονισθεί ότι, όπως ισχυρίστηκε το Συμβούλιο, οι τιμές παρεμβάσεως και οι ελάχιστες τιμές πρέπει να καθορίζονται προ της ενάρξεως της περιόδου εμπορίας, ήτοι προ της 1ης Ιουλίου, ημερομηνίας που καθορίστηκε από το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1785/81.
42 Εν προκειμένω, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 1188/97 στις 25 Ιουνίου 1997 και επομένως τήρησε την ημερομηνία της 1ης Ιουλίου 1997, κατά την οποία άρχισε η περίοδος εμπορίας 1997/98.
43 Τότε το Συμβούλιο διέθετε τα αριθμητικά στοιχεία που του είχαν κοινοποιήσει τα κράτη μέλη κατ' εφαρμογήν του κανονισμού (ΕΚ) 779/96 της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 1996, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού 1785/81 του Συμβουλίου όσον αφορά τις ανακοινώσεις στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 106, σ. 9).
44 Σύμφωνα με τα αριθμητικά στοιχεία που κοινοποίησε κατά τα ανωτέρω η Ιταλική Κυβέρνηση στην Επιτροπή, η κυβέρνηση αυτή εκτιμούσε την κατανάλωση σε 1 483 000 τόνους, τα ίδια δε αριθμητικά στοιχεία διέθετε και το Συμβούλιο. Εξάλλου, τα στοιχεία αυτά δεν αμφισβητήθηκαν από την Eridania.
45 Στις 25 Ιουνίου 1997 το Συμβούλιο διέθετε επίσης εκτίμηση της παραγωγής ανερχόμενη σε 1 450 000 τόνους, η οποία απαρτιζόταν, αφενός, από πρόβλεψη παραγωγής 1 440 000 τόνων για την περίοδο εμπορίας 1997/98 και, αφετέρου, από μεταφορά 10 000 τόνων από την προηγούμενη περίοδο εμπορίας. Η εν λόγω εκτίμηση υποβλήθηκε από την Ιταλική Κυβέρνηση κατά τη σύνοδο της επιτροπής διαχειρίσεως της ζάχαρης της 9ης Απριλίου 1997.
46 Στηριζόμενο στα αριθμητικά αυτά στοιχεία, το Συμβούλιο ορθώς προέβλεψε ελλειμματική κατάσταση στην Ιταλία για την περίοδο εμπορίας 1997/98.
47 Ασφαλώς, δεν αμφισβητείται ότι, με επιστολή της 16ης Ιουνίου 1997, ο Υπουργός γνωστοποίησε στην Επιτροπή ότι οι προβλέψεις για την εσοδεία θα αναθεωρούνταν πιθανώς προς τα άνω. Ωστόσο, δεν μπορεί να προσάπτεται στο Συμβούλιο ότι δεν αναθεώρησε την εκτίμησή του. ράγματι, η Ιταλική Κυβέρνηση ανέφερε απλώς στην εν λόγω επιστολή της ότι η Ιταλία δεν επρόκειτο, εν πάση περιπτώσει, να υπερβεί την ποσότητα των 1 568 250 τόνων, η οποία αντιστοιχεί στο άθροισμα των ποσοστώσεων Α και Β που είχαν χορηγηθεί στην Ιταλία, αλλά δεν παρέσχε ακριβή αριθμητικά στοιχεία λόγω του, ως γνωστόν, αστάθμητου χαρακτήρα της εθνικής αποδόσεως. Εξάλλου, η Eridania δεν αμφισβήτησε αυτή την έλλειψη αριθμητικής προβλέψεως.
48 Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν διατύπωσε νέες αριθμητικές προβλέψεις στην τελευταία σύνοδο της επιτροπής διαχειρίσεως της ζάχαρης στις 18 Ιουνίου 1997, η οποία αφιερώθηκε σε έναν τελευταίο έλεγχο των προβλέψεων.
49 Κατά συνέπεια, η Επιτροπή διέθετε, κατά την ημερομηνία εκδόσεως του κανονισμού 1188/97 από το Συμβούλιο, μόνον τα επίσημα αριθμητικά στοιχεία που είχαν υποβληθεί κατ' εφαρμογήν του κανονισμού 779/96 και δεν είχε κανένα λόγο να τροποποιήσει την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου, την οποία είχε διατυπώσει στα τέλη Μαρτίου 1997 (ΕΕ 1997, C 101, σ. 6).
50 Η εκτίμηση αυτή της τρέχουσας παραγωγής και της μέλλουσας καταναλώσεως καθώς και, εν συνεχεία, η πρόταση κατατάξεως της Ιταλίας στις ελλειμματικές ζώνες δεν μπορούν να ακυρωθούν με το αιτιολογικό ότι διάφορες επαγγελματικές οργανώσεις παραγωγών ζάχαρης είχαν επανειλημμένως ενημερώσει την Επιτροπή για τον εντελώς εξωπραγματικό χαρακτήρα των προβλέψεων παραγωγής που περιλαμβάνονταν στις ανακοινώσεις της Ιταλικής Κυβερνήσεως.
51 Δεν αμφισβητείται ότι, όπως προκύπτει από τη λεπτομερή ανάλυση στην οποία προέβη ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 34 έως 36 των προτάσεών του, η Επιτροπή και το Συμβούλιο είχαν ενημερωθεί με πολυάριθμες επιστολές της Assozucchero και της CEFS ότι, από τον Ιανουάριο 1997, οι Ιταλοί παραγωγοί ζάχαρης προέβλεπαν παραγωγή ανερχόμενη σε 1 560 000 τόνους, η οποία συνεπώς υπερέβαινε την προβλεπόμενη κατανάλωση των 1 483 000 τόνων.
52 Ομοίως, οι βιομήχανοι ζάχαρης αμφισβήτησαν εντόνως τις προτάσεις της Επιτροπής που διατυπώθηκαν τον Μάρτιο 1997 και στηρίζονταν στην πρόβλεψη ελλείμματος. Κατά τη σύνοδο της 14ης Απριλίου 1997 της ομάδας ισομερούς εκπροσωπήσεως της συμβουλευτικής επιτροπής ζάχαρης, η οποία συστάθηκε, δυνάμει του άρθρου 40 του κανονισμού 1785/81, με την απόφαση 87/75/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 7ης Ιανουαρίου 1987 (EE L 45, σ. 16), ο εκπρόσωπος της ιταλικής βιομηχανίας ζάχαρης δήλωσε ότι δεν επιτρεπόταν να προτείνει η Επιτροπή τον κατά περιφέρειες καθορισμό της τιμής της ζάχαρης στην Ιταλία, δεδομένου ότι η παραγωγή στο κράτος μέλος αυτό παρουσιαζόταν πλεονασματική. _Οπως τόνισε η ίδια η Επιτροπή, η Assozucchero, με επιστολή της 30ής Μα_ου 1997, η οποία στηριζόταν σε μελέτη του ανεπιστημίου της Bologna, είχε αναφέρει εκ νέου ως ποσότητα προβλεπομένης παραγωγής τους 1 568 000 τόνους.
53 Εντούτοις, αντίθετες προς τις πολυάριθμες αυτές προτάσεις περί χαρακτηρισμού της Ιταλίας ως πλεονασματικής ζώνης ήταν οι προτάσεις των εκπροσώπων των παραγωγών τεύτλων.
54 Ενόψει της καταστάσεως αυτής, η Επιτροπή δεν είχε άλλη εναλλακτική δυνατότητα παρά να δεχθεί τα αριθμητικά στοιχεία που παρέσχε η Ιταλική Κυβέρνηση. ράγματι, η κυβέρνηση αυτή, υποβάλλοντας τα στοιχεία αυτά, εκπλήρωσε υποχρέωση επιβαλλόμενη από τον κανονισμό 779/96 και δεν μπορούσε, στο πλαίσιο αυτό, παρά να ενεργήσει συμμορφούμενη αυστηρώς προς την υποχρέωση έντιμης συνεργασίας που επιβάλλει το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 10 ΕΚ).
55 Ο χαρακτηρισμός της Ιταλίας ως ελλειμματικής ζώνης δεν μπορεί να θεωρηθεί ανίσχυρος ούτε με το αιτιολογικό ότι το Συμβούλιο αρνήθηκε να μεταβάλει την εκτίμησή του κατόπιν της κοινοποιήσεως εκ μέρους των ιταλικών αρχών, στις 3 Ιουλίου 1997, των αριθμητικών στοιχείων που προέβλεπαν παραγωγή 1 568 000 τόνων.
56 ράγματι, πρέπει να επισημανθεί ότι, αφενός, στο Συμβούλιο εναπόκειται να καθορίζει τις τιμές παρεμβάσεως προ της ενάρξεως της περιόδου εμπορίας, δηλαδή προ της 1ης Ιουλίου. Αφετέρου, αλλαγή των τιμών μετά την έναρξη της περιόδου εμπορίας δεν επιτρέπεται.
57 Κατά συνέπεια, το Συμβούλιο δεν είχε, εν πάση περιπτώσει, την υποχρέωση να αναθεωρήσει την εκτίμησή του και να τροποποιήσει τον κανονισμό 1188/97.
58 Από το σύνολο των προεκτεθεισών διαπιστώσεων προκύπτει ότι από την εξέταση της εκτιμήσεως της παραγωγής ζάχαρης για την περίοδο εμπορίας 1997/98, στην οποία προέβη η Επιτροπή κατά τον χρόνο του καθορισμού της εφαρμοστέας στην Ιταλία τιμής παρεμβάσεως και την οποία το Συμβούλιο υιοθέτησε άνευ τροποποιήσεων στον κανονισμό 1188/97, δεν προκύπτει κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του εν λόγω κανονισμού.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
59 αρέλκει πλέον η λεπτομερής εξέταση του δευτέρου ερωτήματος, δεδομένου ότι το Δικαστήριο εξέτασε ήδη το ίδιο κατ' ουσία ερώτημα με την απόφαση της 6ης Ιουλίου 2000 και έκρινε ότι δεν συντρέχουν στοιχεία ικανά να θίξουν το κύρος του κανονισμού 1785/81. ράγματι, ούτε οι ιδιαίτερες περιστάσεις της περιόδου εμπορίας 1997/98 ούτε τα επιχειρήματα της Eridania, πανομοιότυπα με εκείνα που είχαν προβληθεί στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση, είναι ικανά να μεταβάλουν σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό την απάντηση του Δικαστηρίου.
60 Συνεπώς, στα υποβληθέντα από το αιτούν δικαστήριο δύο ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι από την εξέτασή τους δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος των κανονισμών 1188/97 και 1785/81.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
61 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν το Συμβούλιο και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 28ης Μαρτίου 1998 ο Giudice di pace di Genova, αποφαίνεται:
Από την εξέταση των υποβληθέντων ερωτημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του κανονισμού (ΕΚ) 1188/97 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1997, για τον καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 1997/98, των παραγώγων τιμών παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης, της τιμής παρεμβάσεως της ακατέργαστης ζάχαρης, των ελαχίστων τιμών τεύτλων Α και τεύτλων Β, καθώς και του ποσού της επιστροφής για την αντιστάθμιση των εξόδων αποθεματοποιήσεως, και του κανονισμού (ΕΟΚ) 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΚ) 1101/95 του Συμβουλίου, της 24ης Απριλίου 1995.
Full & Egal Universal Law Academy