Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Εκτέλεση των οδηγιών - Μη αμφισβητούμενη παράβαση
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 169 (νυν άρθρο 226 ΕΚ)]
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-185/98,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη Μαρία Πατακιά, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τις Αικατερίνη Σαμώνη-Ράντου, ειδική νομική σύμβουλο ΒΒ, προϋσταμένη στην ειδική νομική υπηρεσία Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων του Υπουργείου Εξωτερικών, και Νανά Δαφνίου, νομικό συνεργάτη ΒΒ στην ίδια υπηρεσία, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ελλάδος, 117, Val Sainte-Croix,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη έχοντας θεσπίσει και, επικουρικώς, κοινοποιήσει στην Επιτροπή εμπροθέσμως τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 92/101/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1992, για την τροποποίηση της οδηγίας 77/91/ΕΟΚ όσον αφορά τη σύσταση της ανώνυμης εταιρίας και τη διατήρηση και τις μεταβολές του κεφαλαίου της (ΕΕ L 347, σ. 64), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και την εν λόγω οδηγία,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. J. G. Kapteyn (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, J. L. Murray και H. Ragnemalm, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Φεβρουαρίου 1999,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Μαου 1998, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ), προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη έχοντας θεσπίσει και, επικουρικώς, κοινοποιήσει στην Επιτροπή εμπροθέσμως τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 92/101/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1992, για την τροποποίηση της οδηγίας 77/91/ΕΟΚ όσον αφορά τη σύσταση της ανώνυμης εταιρίας και τη διατήρηση και τις μεταβολές του κεφαλαίου της (ΕΕ L 347, σ. 64, στο εξής: οδηγία), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και την εν λόγω οδηγία.
2 Κατά το άρθρο 3 της οδηγίας, τα κράτη μέλη θεσπίζουν, πριν από την 1η Ιανουαρίου 1994, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την οδηγία και ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.
3 Μη έχοντας λάβει καμία ανακοίνωση της Ελληνικής Κυβερνήσεως σχετικά με τη μεταφορά της οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη, η Επιτροπή, με έγγραφο οχλήσεως της 13ης Απριλίου 1994 , ζήτησε από την Ελληνική Κυβέρνηση να υποβάλει συναφώς τις παρατηρήσεις της.
4 Επειδή η Ελληνική Κυβέρνηση δεν απάντησε στο έγγραφο αυτό, η Επιτροπή τής απηύθυνε, με έγγραφο της 28ης Μαου 1996, αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία επαναλάμβανε τις παρατηρήσεις που περιείχε το έγγραφο οχλήσεως και καλούσε την Ελληνική Κυβέρνηση να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη γνώμη εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίησή της.
5 Οι ελληνικές αρχές απάντησαν στην αιτιολογημένη γνώμη με έγγραφο της 13ης Μαρτίου 1997, με το οποίο πληροφόρησαν την Επιτροπή ότι το προεδρικό διάταγμα με το οποίο επρόκειτο να μεταφερθεί η οδηγία στο ελληνικό δίκαιο ήταν ήδη έτοιμο και απέμενε πλέον μόνο η υπογραφή του από τους αρμόδιους υπουργούς και η εξέτασή του από το Συμβούλιο της Επικρατείας.
6 Η Επιτροπή, επειδή δεν έλαβε στη συνέχεια καμία ανακοίνωση περί μέτρων μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή.
7 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν μετέφερε εμπροθέσμως την οδηγία στην ελληνική νομοθεσία, άρα παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη και την εν λόγω οδηγία.
8 Η Ελληνική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί ότι η οδηγία δεν έχει μεταφερθεί πλήρως και εμπροθέσμως στην ελληνική νομοθεσία. Επισημαίνει πάντως ότι, όσον αφορά το σχέδιο προεδρικού διατάγματος προς εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς την οδηγία, δεν απομένει παρά η γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, την οποία θα ακολουθήσει η υπογραφή από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
9 Δεδομένου ότι η μεταφορά της οδηγίας δεν πραγματοποιήθηκε εμπροθέσμως, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να κριθεί βάσιμη.
10 Κατά συνέπεια, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη έχοντας θεσπίσει εμπροθέσμως τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί προς την οδηγία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
11 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε και η Επιτροπή είχε υποβάλει σχετικό αίτημα, η Ελληνική Δημοκρατία πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(τέταρτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Ελληνική Δημοκρατία, μη έχοντας θεσπίσει εμπροθέσμως τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 92/101/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1992, για την τροποποίηση της οδηγίας 77/91/ΕΟΚ όσον αφορά τη σύσταση της ανώνυμης εταιρίας και τη διατήρηση και τις μεταβολές του κεφαλαίου της, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy