Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Κοινωνική πολιτική - ήΑνδρες και γυναίκες εργαζόμενοι - Ισότητα αμοιβών - νΙση μεταχείριση ανδρών και γυναικών στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως - Επιδόματα οικογενειακών βαρών και γάμου που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των συντάξεων - Μη αναδρομική κατάργηση των προϋποθέσεων που δημιουργούν δυσμενείς διακρίσεις - Παράβαση κράτους μέλους - Δικαιολογία - Δεν υπάρχει
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 119 (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ)· οδηγίες του Συμβουλίου 75/117, άρθρο 3, και 79/7, άρθρο 4 § 1]
Περίληψη
$$Παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 119 της Συνθήκης (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ), 3 της οδηγίας 75/117 και 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 ένα κράτος μέλος που δεν καταργεί αναδρομικώς από την ημερομηνία που άρχισε έναντι αυτού η ισχύς των διατάξεων αυτών ρυθμίσεις οι οποίες, όσον αφορά τη χορήγηση στους μισθωτούς επιδομάτων οικογενειακών βαρών ή επιδόματος γάμου, τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του ύψους των συντάξιμων αποδοχών, θέτουν για τις έγγαμες εργαζόμενες ειδικές προϋποθέσεις που δεν θέτουν για τους άρρενες εγγάμους εργαζομένους.
Εν προκειμένω, το γεγονός ότι οι επίμαχες δυσμενείς διακρίσεις απορρέουν από συλλογικές συμβάσεις στη διαπραγμάτευση των οποίων η ενδιαφερόμενη κυβέρνηση δεν λαμβάνει μέρος δεν μπορεί να απαλλάξει την κυβέρνηση αυτή από την υποχρέωση να θεσπίσει τις πρόσθετες διατάξεις που είναι επιβεβλημένες για να εξασφαλιστεί η τήρηση των επιταγών που απορρέουν από τους κοινοτικούς κανόνες. Εφόσον οι γενεσιουργοί δυσμενών διακρίσεων προϋποθέσεις συνεχίζουν να έχουν συνέπειες για την αμοιβή και τον υπολογισμό των συντάξεων των ενδιαφερομένων εργαζομένων, η κυβέρνηση αυτή δεν μπορεί να απαλλαγεί από την πιο πάνω υποχρέωση ούτε με το να επικαλεστεί τη δυνατότητα άμεσης εφαρμογής των συνταγματικών διατάξεων στον τομέα αυτόν.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-187/98,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Δ. Γκουλούση, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον C. Gσmez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπουμένης από την Ι. Γαλάνη-Μαραγκουδάκη, αναπληρωτή ειδικό νομικό σύμβουλο στην ειδική νομική υπηρεσία, τμήμα ευρωπαϋκού κοινοτικού δικαίου, του Υπουργείου Εξωτερικών, και τη Σ. Βώδινα, ειδικό επιστημονικό συνεργάτη στην ίδια υπηρεσία, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ελλάδος, 117, Val Sainte-Croix,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να διαπιστωθεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη καταργώντας αναδρομικώς από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος στην Ελλάδα των άρθρων 119 της Συνθήκης ΕΚ (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ), 3 της οδηγίας 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητος των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 42), και 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160), ρυθμίσεις οι οποίες, όσον αφορά τη χορήγηση στους μισθωτούς επιδομάτων οικογενειακών βαρών ή επιδόματος γάμου, τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του ύψους των συντάξιμων αποδοχών, θέτουν για τις έγγαμες εργαζόμενες ειδικές προϋποθέσεις που δεν θέτουν για τους άρρενες εγγάμους εργαζομένους, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις πιο πάνω διατάξεις του κοινοτικού δικαίου,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. J. G. Kapteyn, προεδρεύοντα του έκτου τμήματος, G. Hirsch και H. Ragnemalm (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: N. Fennelly
γραμματέας: H. A. Rόhl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 19ης Μαου 1999, κατά την οποία η Επιτροπή εκπροσωπήθηκε από τον Δ. Γκουλούση και η Ελληνική Κυβέρνηση από τη Σ. Βώδινα και την Ε.-Μ. Μάμουνα, πάρεδρο στην ειδική νομική υπηρεσία, τμήμα ευρωπαϋκού κοινοτικού δικαίου, του Υπουργείου Εξωτερικών,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Ιουλίου 1999,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Μαου 1998, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ) προσφυγή με αντικείμενο να διαπιστωθεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη καταργώντας αναδρομικώς από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος στην Ελλάδα των άρθρων 119 της Συνθήκης ΕΚ (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ), 3 της οδηγίας 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητος των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 42), και 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160), ρυθμίσεις οι οποίες, όσον αφορά τη χορήγηση στους μισθωτούς επιδομάτων οικογενειακών βαρών ή επιδόματος γάμου, τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του ύψους των συντάξιμων αποδοχών, θέτουν για τις έγγαμες εργαζόμενες ειδικές προϋποθέσεις που δεν θέτουν για τους άρρενες εγγάμους εργαζομένους, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις πιο πάνω διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική ρύθμιση
2 Το άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 75/117 ορίζει ότι η αρχή της ίσης αμοιβής των εργαζομένων ανδρών και γυναικών συνεπάγεται, για την ίδια εργασία ή για εργασία στην οποία αποδίδεται ίση αξία, την κατάργηση, ως προς όλα τα στοιχεία αμοιβής και όλους τους όρους αμοιβής, κάθε διακρίσεως λόγω φύλου.
3 Κατά το άρθρο 3 της ίδιας οδηγίας, τα κράτη μέλη καταργούν τις μεταξύ ανδρών και γυναικών διακρίσεις που απορρέουν από νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις και είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης αμοιβής.
4 Δυνάμει του άρθρου 4 της εν λόγω οδηγίας, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε οι διατάξεις που περιλαμβάνονται σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας, μισθολόγια ή συμφωνίες περί μισθών ή σε ατομικές συμβάσεις εργασίας και που είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης αμοιβής να είναι άκυρες, να μπορούν να κηρυχθούν άκυρες ή να μπορούν να τροποποιηθούν.
5 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 ορίζει:
«Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση και ιδιαίτερα όσον αφορά:
- το πεδίο εφαρμογής των συστημάτων και τους όρους πρόσβασης στα συστήματα αυτά,
- την υποχρέωση καταβολής εισφορών και τον υπολογισμό των εισφορών,
- τον υπολογισμό των παροχών, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων λόγω συζύγου και προστατευομένου προσώπου, και τις προϋποθέσεις διαρκείας και διατηρήσεως του δικαιώματος επί των παροχών.»
Η εθνική ρύθμιση
6 Το άρθρο 4 του ισχύοντος από τις 11 Ιουνίου 1975 Ελληνικού Συντάγματος ορίζει, στην παράγραφό του 1, ότι οι Έλληνες πολίτες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και, στην παράγραφό του 2, ότι οι τελευταίοι, άνδρες και γυναίκες, έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις.
7 Δυνάμει του άρθρου 22, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του Ελληνικού Συντάγματος, όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας.
8 Κατά το άρθρο 116 του εν λόγω Συντάγματος:
«1. Διατάξεις υφιστάμενες που είναι αντίθετες προς το άρθρο 4 παράγραφος 2 εξακολουθούν να ισχύουν ώσπου να καταργηθούν με νόμο, το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 1982.
2. Αποκλίσεις από τους ορισμούς της παραγράφου 2 του άρθρου 4 επιτρέπονται μόνο για σοβαρούς λόγους, στις περιπτώσεις που ορίζει ειδικά ο νόμος.
3. Κανονιστικές υπουργικές αποφάσεις, καθώς και διατάξεις συλλογικών συμβάσεων ή διαιτητικών αποφάσεων για τη ρύθμιση αμοιβής της εργασίας που είναι αντίθετες προς τις διατάξεις του άρθρου 22 παράγραφος 1 εξακολουθούν να ισχύουν έως την αντικατάστασή τους, που συντελείται το αργότερο μέσα σε τρία έτη από την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος.»
9 Το άρθρο 4, παράγραφος 5, του νόμου 1414/1984, ο οποίος αφορά την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των φύλων στις εργασιακές σχέσεις, ορίζει ότι τα επιδόματα γάμου και τέκνου, που καθιερώνονται για πρώτη φορά ή αναρρυθμίζονται, χορηγούνται του λοιπού στο ακέραιο σε κάθε εργαζόμενο σύζυγο ή γονέα ανεξαρτήτως φύλου.
10 Από το άρθρο 15 του ίδιου νόμου προκύπτει επίσης ότι οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων, συλλογικών συμβάσεων εργασίας, διαιτητικών ή υπουργικών αποφάσεων, εσωτερικών κανονισμών ή οργανισμών επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων, οι όροι ατομικών συμβάσεων, καθώς και οι διατάξεις που διέπουν την άσκηση ανεξαρτήτου επαγγέλματος καταργούνται εφόσον είναι αντίθετες προς τις διατάξεις του εν λόγω νόμου.
11 Ο νόμος 1483/1984, o οποίος αφορά την προστασία και τη διευκόλυνση των εργαζομένων με οικογενειακές υποχρεώσεις, απαγορεύει κάθε διάκριση λόγω φύλου όσον αφορά την πρόσβαση σε εργασία, τη διατήρηση της εργασίας αυτής και την επαγγελματική σταδιοδρομία των εργαζομένων.
12 Το άρθρο 2, παράγραφος 2, του νόμου 46/1975, ο οποίος έθεσε σε εφαρμογή στην Ελλάδα τη διεθνή σύμβαση 100/1951 της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας, ορίζει ότι οι διατάξεις συλλογικών συμβάσεων εργασίας, ατομικών συμβάσεων ή διαιτητικών αποφάσεων που καθορίζουν, με κριτήριο το φύλο, κατώτερη αμοιβή για εργασία ίδιας αξίας είναι ανίσχυρες.
13 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι περισσότερες συλλογικές συμβάσεις στην Ελλάδα περιείχαν διατάξεις γενεσιουργούς διακρίσεων εις βάρος των εγγάμων εργαζομένων γυναικών όσον αφορά τις προϋποθέσεις χορηγήσεως επιδομάτων οικογενειακών βαρών και γάμου. Ως παράδειγμα, υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της Δημοσίας Επιχειρήσεως Ηλεκτρισμού (στο εξής: ΔΕΗ), οι έγγαμες εργαζόμενες στην επιχείρηση δικαιούνταν, αφενός, επιδόματος γάμου μόνον αν ο σύζυγός τους δεν μπορούσε να διαθρέψει τον εαυτό του και, αφετέρου, επιδόματος οικογενειακών βαρών μόνον αν η συντήρηση των τέκνων βάρυνε κυρίως τη μητέρα [ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας της 4ης Οκτωβρίου 1973, η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή με την απόφαση 2842/442/1973 του Υπουργού Απασχολήσεως (ΦΕΚ ΒΒ 1274/25.10.1973) και κυρώθηκε με το νομοθετικό διάταγμα 210/1974 (ΦΕΚ ΑΑ 364/7.12.1974)].
14 Κατά την Επιτροπή, η δυσμενής αυτή διάκριση καταργήθηκε από 1ης Οκτωβρίου 1983 καθόσον έκτοτε το επίδομα γάμου χορηγείται στο έγγαμο γυναικείο προσωπικό της ΔΕΗ, σύμφωνα με την ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας της 27ης Σεπτεμβρίου 1983 που συνήφθη μεταξύ της γενικής ομοσπονδίας του προσωπικού της ΔΕΗ και της τελευταίας (ΑΥΕ 17692/1983, ΦΕΚ ΒΒ 657/18.11.1983). Ωστόσο, η ρύθμιση αυτή δεν έχει αναδρομική ισχύ.
15 Η Επιτροπή προσθέτει ότι η εθνική γενική συλλογική σύμβαση του 1989 κατάργησε τη διάκριση εις βάρος των εγγάμων εργαζομένων γυναικών, το δε επίδομα γάμου χορηγείται έκτοτε στις τελευταίες υπό τις ίδιες προϋποθέσεις και με τον ίδιο συντελεστή που χορηγείται στους άρρενες εγγάμους εργαζομένους, αλλά η εξομοίωση αυτή παράγει αποτελέσματα μόνον από την 1η Ιανουαρίου 1989 και δεν έχει αναδρομική ισχύ.
Η προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασία
16 Έχοντας λάβει καταγγελίες μελών του γυναικείου προσωπικού της ΔΕΗ και ενός ψυχιατρικού νοσοκομείου της Αττικής με αντικείμενο την εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας μη τήρηση της αρχής της ίσης αμοιβής των εργαζομένων ανδρών και γυναικών, η Επιτροπή πληροφορήθηκε τις διατάξεις ελληνικών ρυθμίσεων και τις ελληνικές διοικητικές πρακτικές που εισάγουν ή διατηρούν διακρίσεις λόγω φύλου όσον αφορά τη χορήγηση επιδομάτων οικογενειακών βαρών ή επιδομάτων γάμου.
17 Μη έχοντας λάβει απάντηση των ελληνικών αρχών στην αίτησή της πληροφοριών, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως κατ' εφαρμογήν του άρθρου 169 της Συνθήκης και, επομένως, απηύθυνε στην Ελληνική Δημοκρατία, στις 9 Νοεμβρίου 1992, έγγραφο οχλήσεως, καλώντας την να της υποβάλει εντός προθεσμίας δύο μηνών τις παρατηρήσεις της ως προς τη μη τήρηση της εν λόγω αρχής της ίσης αμοιβής.
18 Δεδομένου ότι η από 22 Μαρτίου 1993 απάντηση της Ελληνικής Κυβερνήσεως, η οποία αφορούσε μόνον τη φερόμενη διάκριση που απορρέει από τον Κανονισμό Καταστάσεως Προσωπικού της ΔΕΗ, δεν κρίθηκε ικανοποιητική από την Επιτροπή, η τελευταία, στις 19 Ιουνίου 1995, απηύθυνε στην Ελληνική Δημοκρατία αιτιολογημένη γνώμη με την οποία της ζήτησε να διορθώσει, εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της γνώμης αυτής, την κατάσταση σχετικά με την οποία διατυπώθηκε εις βάρος της η αιτίαση ότι δεν έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 119 της Συνθήκης και από τις οδηγίες 75/117 και 79/7.
19 Με το από 6 Οκτωβρίου 1995 έγγραφό της, η Ελληνική Κυβέρνηση αμφισβήτησε το βάσιμο των αιτιάσεων της Επιτροπής.
20 Θεωρώντας ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί εντός της ταχθείσας προθεσμίας προς την αιτιολογημένη γνώμη, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
Επί της ουσίας
21 Η Επιτροπή προβάλλει κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας την αιτίαση ότι δεν κατάργησε αναδρομικώς τις διατάξεις συλλογικών συμβάσεων εργασίας και διαιτητικών αποφάσεων ή άλλων πράξεων οι οποίες εξαρτούσαν τη χορήγηση επιδομάτων οικογενειακών βαρών και γάμου στις έγγαμες εργαζόμενες από προϋποθέσεις που δεν τάσσονταν για τους άρρενες εγγάμους εργαζομένους.
22 Κατά την Επιτροπή, το να ταχθούν για τη χορήγηση των εν λόγω επιδομάτων προϋποθέσεις γενεσιουργοί δυσμενών διακρίσεων στερεί τις έγγαμες εργαζόμενες μέρους της αμοιβής τους κατά τη διάρκεια της σχετικής περιόδου και είναι ασυμβίβαστο με το άρθρο 119 της Συνθήκης και την οδηγία 75/117.
23 Επιπλέον, τα προαναφερθέντα επιδόματα λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του ποσού της συντάξεως που καταβάλλεται από το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων και, επομένως, η μη καταβολή των εν λόγω επιδομάτων έχει καθοριστική σημασία για τον υπολογισμό του ποσού της συντάξεως. Δυσμενής διάκριση στον τομέα αυτόν είναι αντίθετη προς την οδηγία 79/7 και ειδικότερα προς το άρθρο της 4, παράγραφος 1.
24 Η Επιτροπή υποστηρίζει, αφενός, ότι ήταν επιβεβλημένο όπως η εις βάρος των εγγάμων εργαζομένων γυναικών διάκριση όσον αφορά τη χορήγηση των περί ων πρόκειται επιδομάτων καταργηθεί από την 1η Ιανουαρίου 1981, ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του άρθρου 119 της Συνθήκης και της οδηγίας 75/117 έναντι της Ελληνικής Δημοκρατίας, και, αφετέρου, ότι η δυσμενής διάκριση όσον αφορά τις συντάξεις έπρεπε να καταργηθεί από τις 23 Δεκεμβρίου 1984, ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της οδηγίας 79/7.
25 Επιπλέον, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, σύμφωνα με την απόφαση 10/1976 του Δευτεροβαθμίου Διοικητικού Διαιτητικού Δικαστηρίου Αθηνών (ΑΥΑ 21378/4372/1976, ΦΕΚ ΒΒ 671/20.5.1976), σε συνδυασμό με τις αποφάσεις 9/1978 (ΑΥΕ 9200/17211/1978, ΦΕΚ ΒΒ 183/3.3.1978) και 100/1979 (ΑΥΕ 18925/1979, ΦΕΚ ΒΒ 1137/27.12.1979) του ίδιου δικαστηρίου, οι οποίες επέχουν θέση εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, οι γυναίκες μισθωτοί δικαιούνται επιδόματος γάμου όταν ο σύζυγός τους δεν εργάζεται και δεν συνταξιοδοτείται, ενώ η προϋπόθεση αυτή δεν τίθεται για τους άνδρες μισθωτούς. Η ρύθμιση αυτή διατηρήθηκε σε ισχύ μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1988 με τις επόμενες εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις (ε.γ.σ.σ.ε. του 1988, ΑΥΕ 10855/1988, ΦΕΚ ΒΒ 40/1.2.1988, ε.γ.σ.σ.ε. του 1989).
26 Η Επιτροπή ισχυρίζεται επίσης ότι η απόφαση 42/1981 του Δευτεροβαθμίου Διαιτητικού Δικαστηρίου Πειραιώς, περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως, η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή με την απόφαση του Υπουργού Εργασίας 16170/1981 (ΦΕΚ ΒΒ 472/11.8.1981), ορίζει στην παράγραφο 10, στοιχείο αα, ότι τα κατώτατα όρια των βασικών μισθών των εγγάμων ανδρών μισθωτών προσαυξάνονται με επίδομα γάμου (ίσο με το 10 % του βασικού μισθού), ασχέτως του αν η σύζυγός τους ασκεί αμειβόμενη δραστηριότητα ή συνταξιοδοτείται, αλλά δεν προβλέπει τη χορήγηση επιδόματος τέκνων. Η διάταξη αυτή διατηρήθηκε σε ισχύ και εφαρμοζόταν τουλάχιστον μέχρι το 1992.
27 Κατά την Επιτροπή, η γενική αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω φύλου η οποία διατυπώνεται σε διατάξεις του Ελληνικού Συντάγματος δεν αρκεί για να κατοχυρωθεί στην πράξη το σχετικό δικαίωμα, όπως άλλωστε αποδεικνύεται από την ύπαρξη, σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας, αντιθέτων προς την αρχή αυτή διατάξεων, οι οποίες εξακολούθησαν να εφαρμόζονται πολλά έτη μετά την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος.
28 Όσον αφορά τις αποφάσεις εθνικών δικαστηρίων που η Ελληνική Κυβέρνηση επικαλείται με το υπόμνημά της αντικρούσεως, η Επιτροπή τονίζει ότι η νομολογία αυτή σημαίνει ότι η εφαρμογή των κανόνων του κοινοτικού δικαίου εξασφαλίζεται μόνον υπέρ των εργαζομένων γυναικών που προσφεύγουν στα ελληνικά δικαστήρια και δικαιώνονται από αυτά.
29 Τελικά, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η ύπαρξη κανόνων του εθνικού ή του κοινοτικού δικαίου οι οποίοι καθιερώνουν γενικές αρχές που οι ιδιώτες δικαιούνται να επικαλούνται κατά των εθνικών αρχών ενώπιον των δικαστηρίων του οικείου κράτους μέλους δεν είναι αρκετή ώστε η νομοθεσία του κράτους αυτού να θεωρηθεί σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο, τη στιγμή που υφίστανται ειδικές κανονιστικές διατάξεις στον σχετικό τομέα (δηλαδή η ρύθμιση περί των εργασιακών σχέσεων) οι οποίες περιέχουν ρήτρα αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο. Είναι αναγκαίο να τροποποιηθεί η σχετική διάταξη κάθε συλλογικής συμβάσεως εργασίας ή άλλης ρυθμίσεως, έτσι ώστε τα επιδόματα οικογενειακών βαρών να χορηγηθούν στις έγγαμες εργαζόμενες αναδρομικώς. Η Επιτροπή τονίζει επίσης ότι οι διατάξεις του νόμου 1414/1984 δεν έχουν αναδρομική ισχύ.
30 Η Ελληνική Κυβέρνηση ισχυρίζεται εκ προοιμίου ότι, στην παρούσα διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως κράτους μέλους, σημειώθηκαν σημαντικές καθυστερήσεις εκ μέρους της Επιτροπής. Συγκεκριμένα, ενώ η Επιτροπή απευθύνθηκε για πρώτη φορά στις ελληνικές αρχές στις 30 Σεπτεμβρίου 1991, το δικόγραφο της προσφυγής της φέρει ημερομηνία 11 Μαου 1998.
31 Όσον αφορά την ουσία της υποθέσεως, η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ευθύς εξ αρχής ότι στην Ελλάδα ισχύει ένα σύνολο νομικών κανόνων το οποίο καθιστά δυνατό να εξασφαλιστεί η αρχή της ίσης αμοιβής ανδρών και γυναικών για εργασία ίδιας αξίας. Η ρύθμιση αυτή θεωρεί ανίσχυρη κάθε αντίθετη προς την αρχή αυτή ρήτρα συλλογικών συμβάσεων εργασίας και εξασφαλίζει σε κάθε εργαζόμενο τη δυνατότητα να προσφύγει στα ελληνικά δικαστήρια για να αξιώσει την τήρηση της αρχής αυτής.
32 Στηριζόμενη ιδίως στα άρθρα 22, παράγραφος 1, και 116, παράγραφος 3, του Ελληνικού Συντάγματος, καθώς και στις διατάξεις του νόμου 1414/1984, η Ελληνική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η νομική δέσμευση για την εφαρμογή του άρθρου 119 της Συνθήκης από την 1η Ιανουαρίου 1981 ίσχυε σε έννομη τάξη η οποία ήδη λειτουργούσε με βάση την αρχή της ισότητας των φύλων όσον αφορά την αμοιβή από εργασία. Συναφώς, η Ελληνική Κυβέρνηση υπενθυμίζει την απόφαση της 21ης Μαου 1985, 248/83, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1985, σ. 1459), στην οποία το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τις εγγυήσεις που απορρέουν από τον γερμανικό θεμελιώδη νόμο και από το υφιστάμενο σύστημα παροχής εννόμου προστασίας, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν ήταν υποχρεωμένη να θέσει σε εφαρμογή νέα νομοθετικά μέτρα για τη μεταφορά της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70).
33 Η Ελληνική Κυβέρνηση ισχυρίζεται στη συνέχεια ότι τα ελληνικά δικαστήρια έχουν διευκρινίσει με πολλές αποφάσεις ότι οι κανονιστικές διατάξεις και οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας που εισάγουν διακρίσεις λόγω φύλου όσον αφορά τη χορήγηση επιδομάτων οικογενειακών βαρών είναι αντίθετες τόσο με το Ελληνικό Σύνταγμα όσο και με το άρθρο 119 της Συνθήκης και την οδηγία 75/117 (βλ., π.χ., την απόφαση 3/1995 του Αρείου Πάγου).
34 Εξάλλου, η Ελληνική Κυβέρνηση αναφέρει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την απόφασή του 1947/1983 επιδίκασε σε εργαζόμενη τις αποδοχές που δικαιούνταν να ζητήσει αναδρομικώς.
35 Όσον αφορά τα επιδόματα οικογενειακών βαρών, η Ελληνική Κυβέρνηση διατείνεται ότι δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη η ανάλυση της νομικής τους φύσεως από τα ελληνικά δικαστήρια, τα οποία συνεχίζουν να διερωτώνται αν τα επιδόματα αυτά πρέπει να χορηγούνται στον σύζυγο ή στη σύζυγο ή αν οφείλονται στο ακέραιο και στους δύο συζύγους.
36 Αν πρέπει να θεωρηθεί ότι τα επιδόματα οικογενειακών βαρών υπάγονται στην έννοια της αμοιβής κατά το άρθρο 119 της Συνθήκης, το οικονομικό και κοινωνικό κόστος που θα συνεπάγεται για την Ελληνική Δημοκρατία η υποχρέωση καταβολής στο ακέραιο των επιδομάτων αυτών στους δύο συζύγους θα είναι τεράστιο και η Ελληνική Δημοκρατία θα υποχρεωθεί ενδεχομένως να ζητήσει από τους εργοδότες και τους εργαζομένους να υπολογίσουν εκ νέου και να καταβάλουν εργοδοτικές και ασφαλιστικές εισφορές παρελθόντων ετών, επιταγή η οποία θα είναι ιδιαιτέρως ανεπιεικής και αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας.
37 Τέλος, η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι δεν είναι πάντοτε δυνατό, με νομοθετικές απαγορεύσεις ή επιταγές, να συγκρατηθούν κοινωνικές συμπεριφορές ή πιέσεις ορισμένων ομάδων και να εμποδιστεί το ενδεχόμενο η συλλογική αυτονομία να καταλήξει στη διατήρηση κανόνων και πρακτικών που δεν ανταποκρίνονται στις κοινοτικές και στις συνταγματικές επιταγές. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ισχυρίστηκε ότι οι επίμαχες διατάξεις αφορούν τομέα στον οποίο το κράτος δεν μπορεί να επέμβει. Μολονότι οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθίστανται εκτελεστές με υπουργικές αποφάσεις, ο Υπουργός Εργασίας δεν έχει την εξουσία να τροποποιήσει τις διατάξεις τους ή το περιεχόμενό τους, πολλώ δε μάλλον αναδρομικώς.
38 Εκ προοιμίου, όσον αφορά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασίας, αρκεί να υπομνηστεί ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο στην απόφαση της 16ης Μαου 1991, C-96/89, Επιτροπή κατά Κάτω Ξωρών (Συλλογή 1991, σ. Ι-2461, σκέψη 15), οι κανόνες του άρθρου 169 της Συνθήκης πρέπει να εφαρμόζονται χωρίς η Επιτροπή να υποχρεούται να τηρεί συγκεκριμένη προθεσμία.
39 Είναι αλήθεια ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, η υπερβολική διάρκεια της προβλεπομένης από το άρθρο 169 της Συνθήκης διαδικασίας που προηγείται της ασκήσεως προσφυγής είναι δυνατό να καταστήσει για το καθού κράτος δυσχερέστερη την αντίκρουση των επιχειρημάτων της Επιτροπής και έτσι να προσβάλει τα δικαιώματα άμυνας (προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Ξωρών, σκέψη 16). Ωστόσο, εν προκειμένω, και χωρίς να είναι αναγκαίο να αποφανθεί το Δικαστήριο ως προς το αν είναι υπερβολική η διάρκεια της διαδικασίας που προηγήθηκε της ασκήσεως προσφυγής, η Ελληνική Κυβέρνηση δεν προσκόμισε στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι η ασυνήθιστη διάρκεια της διαδικασίας αυτής είχε επιπτώσεις στον τρόπο που οργάνωσε την άμυνά της.
40 Όσον αφορά την ουσία της υποθέσεως, πρέπει πρώτα να υπομνηστεί, αφενός, ότι στην κατά το άρθρο 119, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης έννοια της αμοιβής υπάγονται όλα τα τωρινά ή μελλοντικά οφέλη σε χρήμα ή σε είδος, αρκεί να παρέχονται, έστω και εμμέσως, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο λόγω της εργασίας του τελευταίου (βλ., ιδίως, την απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1999, C-167/97, Seymour-Smith και Perez, Συλλογή 1999, σ. Ι-623, σκέψη 23).
41 Συνεπώς, επιδόματα οικογενειακών βαρών και γάμου, όπως τα επίμαχα στην παρούσα υπόθεση, υπάγονται στην έννοια αυτή, οπότε προϋποθέσεις γενεσιουργοί δυσμενών διακρίσεων όσον αφορά τη χορήγηση των επιδομάτων αυτών είναι αντίθετες προς το άρθρο 119 της Συνθήκης και την οδηγία 75/117.
42 Αφετέρου, το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 απαγορεύει στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως κάθε διάκριση που βασίζεται, είτε άμεσα είτε έμμεσα, στο φύλο σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση και ιδιαίτερα όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως και τους όρους προσβάσεως στα συστήματα αυτά.
43 Όπως ορθώς τόνισε η Επιτροπή, το να ταχθούν γενεσιουργοί δυσμενών διακρίσεων προϋποθέσεις για τη χορήγηση επιδομάτων οικογενειακών βαρών και γάμου έχει επιπτώσεις και όσον αφορά τις συντάξεις κοινωνικής ασφαλίσεως που στο μέλλον θα οφείλονται στους εργαζομένους. Δυσμενής διάκριση στον τομέα αυτόν είναι αντίθετη προς το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7.
44 Εν προκειμένω, οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας και οι διαιτητικές αποφάσεις που προβλέπουν τη χορήγηση επιδομάτων οικογενειακών βαρών και γάμου αποκλειστικώς στους άρρενες εγγάμους εργαζομένους συνιστούν ευθεία διάκριση λόγω φύλου, αντίθετη προς το άρθρο 119 της Συνθήκης και προς το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7.
45 Δεύτερον, όσον αφορά τις δυσχέρειες που η Ελληνική Κυβέρνηση επικαλείται σχετικά με την τήρηση της αρχής της ισότητας κατά τη χορήγηση επιδομάτων οικογενειακών βαρών, πρέπει να επισημανθεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί δυσκολίες στην πράξη ή διοικητικές δυσχέρειες για να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και των προθεσμιών που τάσσουν οι κοινοτικές οδηγίες. Το ίδιο ισχύει για τις οικονομικές δυσχέρειες που στα κράτη μέλη απόκειται να υπερβαίνουν λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα (βλ., υπό την ίδια έννοια, την απόφαση της 5ης Ιουλίου 1990, C-42/89, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1990, σ. Ι-2821, σκέψη 24).
46 Τρίτον, όσον αφορά το νομικό καθεστώς των ελληνικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας και την αυτονομία της οποίας απολαύουν οι κοινωνικοί εταίροι όταν διαπραγματεύονται τις εν λόγω συμβάσεις, από τη νομολογία προκύπτει ότι επιτρέπεται στα κράτη μέλη να αφήνουν πρωτίστως στους κοινωνικούς εταίρους τη φροντίδα να γίνει πραγματικότητα η αρχή της ίσης αμοιβής (απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1985, 143/83, Επιτροπή κατά Δανίας, Συλλογή 1985, σ. 427, σκέψη 8).
47 Εντούτοις, η ευχέρεια αυτή δεν τα απαλλάσσει από την υποχρέωση να εξασφαλίσουν, με κατάλληλα νομοθετικά, κανονιστικά ή διοικητικά μέτρα, ότι όλοι οι εργαζόμενοι της Κοινότητας θα μπορούν να τύχουν, σε όλη της την έκταση, της προστασίας που προβλέπει η οδηγία. Η κρατική εγγύηση πρέπει να εκδηλώνεται σε όλες τις περιπτώσεις ελλείψεως αποτελεσματικής προστασίας που διασφαλίζεται με άλλον τρόπο, όποιος και αν είναι ο λόγος της ελλείψεως αυτής, και ιδίως όταν οι περί ων πρόκειται εργαζόμενοι δεν είναι συνδικαλισμένοι, όταν ο σχετικός τομέας δεν αποτελεί αντικείμενο συλλογικής συμβάσεως ή ακόμη όταν συλλογική σύμβαση δεν διασφαλίζει την αρχή της ίσης αμοιβής σε όλη της την έκταση (προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 8).
48 Στην παρούσα υπόθεση, ούτε οι επίμαχες συλλογικές συμβάσεις και διαιτητικές αποφάσεις ούτε και οι νόμοι 1414/1984 και 1483/1984 προβλέπουν αναδρομική κατάργηση των διακρίσεων εις βάρος των εγγάμων εργαζομένων γυναικών. Κατά συνέπεια, οι εν λόγω εργαζόμενοι στερήθηκαν, κατά τη διάρκεια της σχετικής περιόδου, μέρους της αμοιβής τους. Επιπλέον, η μη καταβολή στους τελευταίους των επιδομάτων τα οποία δικαιούνταν να ζητήσουν εξακολουθεί να έχει συνέπειες για τον υπολογισμό του ποσού των συντάξεών τους.
49 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται, δυνάμει του άρθρου 3 της οδηγίας 75/117, να καταργήσουν τις μεταξύ ανδρών και γυναικών διακρίσεις που απορρέουν από αντίθετες προς την αρχή της ίσης αμοιβής νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις και οφείλουν, σύμφωνα με το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας, να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε οι διατάξεις που περιέχονται σε συλλογικές συμβάσεις και είναι αντίθετες προς την αρχή αυτή να μπορούν να κηρυχθούν άκυρες ή να τροποποιηθούν.
50 Το γεγονός ότι η Ελληνική Κυβέρνηση δεν μετέχει στη διαπραγμάτευση των συλλογικών συμβάσεων δεν μπορεί να την απαλλάξει από την υποχρέωση να θεσπίσει τις πρόσθετες διατάξεις που είναι επιβεβλημένες για να εξασφαλιστεί η τήρηση των επιταγών που απορρέουν από τους κοινοτικούς κανόνες.
51 Τέλος, όσον αφορά την εγγύηση ισότητας δικαιωμάτων της οποίας οι Έλληνες πολίτες απολαύουν δυνάμει του Ελληνικού Συντάγματος, πρέπει να επισημανθεί ότι, με το να επικαλείται τη δυνατότητα άμεσης εφαρμογής των συνταγματικών διατάξεων στον τομέα αυτόν, η Ελληνική Κυβέρνηση δεν μπορεί να απαλλαγεί από την υποχρέωσή της να προσαρμόσει την εθνική της νομοθεσία στις επιταγές του κοινοτικού δικαίου.
52 Βέβαια, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι η ρητή αναγνώριση, από τον γερμανικό θεμελιώδη νόμο, της ισότητας δικαιωμάτων μεταξύ ανδρών και γυναικών, όπως και ο ρητός αποκλεισμός κάθε διακρίσεως λόγω φύλου και η αναγνώριση της ισότητας προσβάσεως όλων των Γερμανών υπηκόων στις θέσεις εργασίας στη δημόσια υπηρεσία, διατυπωθείσες κατά τέτοιον τρόπο ώστε να έχουν άμεση εφαρμογή, σε συνδυασμό με την ύπαρξη συστήματος παροχής εννόμου προστασίας, αποτελούν πρόσφορη εγγύηση για να γίνει πραγματικότητα στον τομέα της δημόσιας διοικήσεως η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που διατυπώνεται στην οδηγία 76/207. Το Δικαστήριο εκτίμησε ότι, κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος της οδηγίας αυτής, ο στόχος της είχε ήδη επιτευχθεί στη Γερμανία όσον αφορά τις θέσεις εργασίας στη δημόσια υπηρεσία και την ελεύθερη πρόσβαση όλων των Γερμανών υπηκόων στα ανεξάρτητα επαγγέλματα, οπότε, έστω και μόνο για τον λόγο αυτόν, η εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας δεν απαιτούσε νέες νομοθετικές διατάξεις (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψεις 18 και 19).
53 Εντούτοις, όπως ορθώς τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 27 και 28 των προτάσεών του, το νομικό πλαίσιο των δύο υποθέσεων είναι θεμελιωδώς διαφορετικό. Συγκεκριμένα, στην προαναφερθείσα υπόθεση Επιτροπή κατά Γερμανίας, η Επιτροπή δεν απέδειξε ούτε καν επιχείρησε να αποδείξει την ύπαρξη στη γερμανική δημόσια διοίκηση νομικών ή πραγματικών διακρίσεων λόγω φύλου και δεν αμφισβητήθηκε ότι, κατά την έναρξη ισχύος της οδηγίας 76/207 στη Γερμανία, ο στόχος της οδηγίας αυτής είχε ήδη επιτευχθεί σ' αυτό το κράτος μέλος όσον αφορά τις θέσεις εργασίας στη δημόσια υπηρεσία. Αντιθέτως, εν προκειμένω από τη σκέψη 48 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι οι γενεσιουργοί δυσμενών διακρίσεων προϋποθέσεις για τη χορήγηση επιδομάτων οικογενειακών βαρών και γάμου εξακολουθούν να έχουν συνέπειες για την αμοιβή των εγγάμων εργαζομένων γυναικών, καθώς και για τον υπολογισμό των συντάξεών τους.
54 Μολονότι οι διατάξεις του Ελληνικού Συντάγματος έχουν άμεση εφαρμογή, η ειδική ελληνική ρύθμιση στον σχετικό τομέα δεν ανταποκρίνεται στις επιταγές της νομολογίας του Δικαστηρίου, κατά την οποία οι αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας των ιδιωτών απαιτούν μη διφορούμενη διατύπωση που να παρέχει τη δυνατότητα στους ενδιαφερόμενους να γνωρίζουν σαφώς και επακριβώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και στα δικαστήρια να εξασφαλίζουν την τήρησή τους (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 10).
55 Συνεπώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη καταργώντας αναδρομικώς από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος στην Ελλάδα των άρθρων 119 της Συνθήκης, 3 της οδηγίας 75/117 και 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7, ρυθμίσεις οι οποίες, όσον αφορά τη χορήγηση στους μισθωτούς επιδομάτων οικογενειακών βαρών ή επιδόματος γάμου, τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του ύψους των συντάξιμων αποδοχών, θέτουν για τις έγγαμες εργαζόμενες ειδικές προϋποθέσεις που δεν θέτουν για τους άρρενες εγγάμους εργαζομένους, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις πιο πάνω διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
56 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Ελληνικής Δημοκρατίας στα δικαστικά έξοδα και η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Ελληνική Δημοκρατία, μη καταργώντας αναδρομικώς από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος στην Ελλάδα των άρθρων 119 της Συνθήκης ΕΚ (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ), 3 της οδηγίας 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητος των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών, και 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, ρυθμίσεις οι οποίες, όσον αφορά τη χορήγηση στους μισθωτούς επιδομάτων οικογενειακών βαρών ή επιδόματος γάμου, τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του ύψους των συντάξιμων αποδοχών, θέτουν για τις έγγαμες εργαζόμενες ειδικές προϋποθέσεις που δεν θέτουν για τους άρρενες εγγάμους εργαζομένους, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις πιο πάνω διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy