Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Ελευθερία εγκαταστάσεως - Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών - Πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής - Οδηγία 92/49 - Πεδίο εφαρμογής - Ασφαλίσεις που περιλαμβάνονται σε εκ του νόμου προβλεπόμενο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, τις οποίες παρέχουν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις ιδίω κινδύνω - Εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής - Εθνική ρύθμιση εξαιρούσα από το πεδίο εφαρμογής του νόμου περί μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο τα ασφαλιστικά ταμεία ή τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που καλύπτουν εργατικά ατυχήματα - Συνιστά παράβαση
(Οδηγία 92/49 του Συμβουλίου, άρθρα 2 § 2 και 55)
Περίληψη
$$Το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/49, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239 και 88/357 (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής), πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως του άρθρου 55 της οδηγίας, το οποίο αναφέρεται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που παρέχουν στο έδαφος των κρατών μελών, ιδίω κινδύνω, υποχρεωτική ασφάλιση κατά των εργατικών ατυχημάτων και από το οποίο προκύπτει ότι, εφόσον πρόκειται για ειδική διάταξη παρεκκλίνουσα από το γενικό καθεστώς της οδηγίας αυτής, οι ασφαλίσεις αυτές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Επομένως, η οδηγία 92/49 έχει εφαρμογή στις ασφαλίσεις που περιλαμβάνονται σε εκ του νόμου προβλεπόμενο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως και τις οποίες οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις παρέχουν ιδίω κινδύνω.
Κατά συνέπεια, ένα κράτος μέλος, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ διάταξη η οποία εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής του εθνικού νόμου με τον οποίο η οδηγία 92/49 μεταφέρθηκε στο εσωτερικό δίκαιο κάθε ασφαλιστικό ταμείο και κάθε ασφαλιστική επιχείρηση που καλύπτουν τα εργατικά ατυχήματα, ακόμα και όταν τα ταμεία ή οι επιχειρήσεις αυτές επιδιώκουν κερδοσκοπικό σκοπό ιδίω κινδύνω, παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία.
(βλ. σκέψεις 35-36, 44 και διατακτ.)
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-206/98,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την C. Tufvesson, νομικό σύμβουλο, και τον B. Mongin, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον C. Gσmez de la Cruz, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου του Βελγίου, εκπροσωπουμένου από τον J. Devadder, γενικό σύμβουλο στη γενική διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας για την Ανάπτυξη, και την A. Snoecx, αναπληρωτή σύμβουλο στην ίδια διεύθυνση, επικουρούμενους από τον D. Waelbroeck, δικηγόρο Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία του Βελγίου, 4, rue des Girondins,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ το άρθρο 2 του νόμου της 9ης Ιουλίου 1975, σχετικά με τον έλεγχο των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, όπως τροποποποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 12ης Αυγούστου 1994 (Moniteur belge της 16ης Σεπτεμβρίου 1994, σ. 23525), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής)(ΕΕ L 228, σ. 1), καθώς και από τη Συνθήκη ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. C. Moitinho de Almeida (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, C. Gulmann, J.-P. Puissochet, G. Hirsch και F. Macken, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Saggio
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 27ης Οκτωβρίου 1999,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 20ής Ιανουαρίου 2000,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Ιουνίου 1998, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ), προσφυγή με αίτημα να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ το άρθρο 2 του νόμου της 9ης Ιουλίου 1975, σχετικά με τον έλεγχο των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, όπως τροποποποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 12ης Αυγούστου 1994 (Moniteur belge της 16ης Σεπτεμβρίου 1994, σ. 23525), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής)(ΕΕ L 228, σ. 1), καθώς και από τη Συνθήκη ΕΚ.
Το κοινοτικό δίκαιο
2 Το άρθρο 2 της οδηγίας 92/49 ορίζει τα εξής:
«1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις ασφαλίσεις και τις επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ.
2. Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται ούτε στις ασφαλίσεις και πράξεις ούτε στις επιχειρήσεις και οργανισμούς που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ, ούτε στους οργανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας.»
3 Το άρθρο 37 της οδηγίας 92/49 προβλέπει τα εξής:
«Το πρώτο και δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2, η παράγραφος 3 του άρθρου 12 και τα άρθρα 13 και 15 της οδηγίας 88/357/ΕΟΚ διαγράφονται.»
4 Το άρθρο 55 της οδηγίας 92/49 διευκρινίζει:
«Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που εφαρμόζουν στο έδαφός τους, με δική τους ευθύνη, την υποχρεωτική ασφάλεια των εργατικών ατυχημάτων στο έδαφός τους, την τήρηση των ειδικών διατάξεων που προβλέπονται στην εθνική τους νομοθεσία σχετικά με την ασφάλεια αυτή, με εξαίρεση τις διατάξεις τις σχετικές με τη χρηματοπιστωτική εποπτεία, που υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους μέλους καταγωγής.»
5 Το άρθρο 1 της πρώτης οδηγίας 73/239/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973, περί συντονισμού των νομοθετικών κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και την άσκηση αυτής (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 157), ορίζει τα ακόλουθα:
«Η παρούσα οδηγία αφορά την ανάληψη της μη μισθωτής δραστηριότητος της πρωτασφαλίσεως που ασκείται από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι οποίες είναι εγκατεστημένες σε ένα κράτος μέλος ή επιθυμούν να εγκατασταθούν σε αυτό, προκειμένου για τους κλάδους που ορίζονται στο παράρτημα της παρούσης οδηγίας, καθώς και την άσκηση της δραστηριότητος αυτής.»
6 Το άρθρο 2, σημείο 1, στοιχείο δδ, της οδηγίας 73/239 διευκρινίζει ότι η οδηγία δεν αφορά τις ασφαλίσεις που περιλαμβάνονται σε εκ του νόμου προβλεπόμενο σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων.
7 Το άρθρο 12, παράγραφοι 2 και 3, της δεύτερης οδηγίας 88/357/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1988, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής, και τη θέσπιση των διατάξεων που σκοπό έχουν να διευκολύνουν την πραγματική άσκηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 73/239 (ΕΕ L 172, σ. 1), προβλέπει τα εξής:
«2. Οι διατάξεις του παρόντος τίτλου δεν ισχύουν για τις πράξεις και επιχειρήσεις ούτε για τους οργανισμούς που εξαιρούνται από την πρώτη οδηγία, ούτε και για τους κινδύνους που καλύπτουν οι οργανισμοί δημοσίου δικαίου οι αναφερόμενοι στο άρθρο 4 της ίδιας οδηγίας.
Οι διατάξεις του παρόντος τίτλου δεν εφαρμόζονται στις ασφαλιστικές συμβάσεις που καλύπτουν κινδύνους καταταγμένους στους ακόλουθους αριθμούς του σημείου Α του παραρτήματος της πρώτης οδηγίας:
- αριθ. 1:
όσον αφορά τα εργατικά ατυχήματα,
- αριθ. 10:
μη συμπεριλαμβανομένης της ευθύνης του μεταφορέα,
- αριθ. 12:
όσον αφορά τις αυτοκινούμενες λέμβους και τα σκάφη τα οποία το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, κατά τον χρόνο της κοινοποίησης της παρούσας οδηγίας, υπάγει στο ίδιο καθεστώς με τα αυτοκινούμενα χερσαία οχήματα,
- αριθ. 13:
όσον αφορά την αστική ευθύνη από την πυρηνική ενέργεια και την αστική ευθύνη από φαρμακευτικά προϋόντα,
- αριθ. 9 και 13:
όσον αφορά την υποχρεωτική ασφάλιση οικοδομικών εργασιών.
Το Συμβούλιο θα εξετάσει τις εξαιρέσεις αυτές την 1η Ιουλίου 1998 το αργότερο.
3. Έως ότου επιτευχθεί ο συντονισμός που αναφέρεται στο άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, της πρώτης οδηγίας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μπορεί να διατηρήσει την απαγόρευση σώρευσης στο έδαφός της, υπό καθεστώς παροχής υπηρεσιών, της ασφάλισης ασθένειας με άλλους κλάδους.»
8 Η κοινή δήλωση της Επιτροπής και του Συμβουλίου σχετικά με το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 88/357, που προσαρτήθηκε στα πρακτικά του Συμβουλίου κατά την έκδοση της οδηγίας, έχει ως εξης:
«Το Συμβούλιο και η Επιτροπή διαπιστώνουν ότι το άρθρο 12, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, ουδόλως μεταβάλλει το γεγονός ότι η ασφάλιση των εργατικών ατυχημάτων, όπως αυτή εφαρμόζεται στο Βέλγιο, εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο δδ, της πρώτης οδηγίας περί συντονισμού.»
9 Το άρθρο 1, σημείο 3, της πρώτης οδηγίας 79/267/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Μαρτίου 1979, περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη της δραστηριότητος της πρωτασφαλίσεως ζωής και την άσκηση αυτής (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/002, σ. 57), ορίζει τα εξής:
«Η παρούσα οδηγία αφορά την ανάληψη και την άσκηση των κατωτέρω μη μισθωτών δραστηριοτήτων πρωτασφαλίσεως που ασκούνται από επιχειρήσεις οι οποίες είναι εγκατεστημένες σ' ένα κράτος μέλος ή επιθυμούν να εγκατασταθούν σε αυτό:
3. των εργασιών που εξαρτώνται από τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής και καθορίζονται ή προβλέπονται από τη νομοθεσία των κοινωνικών ασφαλίσεων, εφ' όσον ασκούνται ή διευθύνονται, σύμφωνα με τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους, από ασφαλιστικές επιχειρήσεις υπό ίδιο κίνδυνο.»
10 Το άρθρο 2, σημείο 4, της οδηγίας αυτής προβλέπει τα ακόλουθα:
«Η παρούσα οδηγία δεν αφορά:
4. τις ασφαλίσεις που περιλαμβάνονται σε νομικό σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων, υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 1, στοιχείο 3.»
Το βελγικό δίκαιο
11 Το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο a, του νόμου της 9ης Ιουλίου 1975 σχετικά με τον έλεγχο των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, όπως τροποποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 12ης Αυγούστου 1994, προβλέπει τα εξής:
«§ 2. Ο παρών νόμος δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες επιχειρήσεις:
2_ τα κοινά ασφαλιστικά ταμεία, τις ιδιωτικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις σταθερού ασφαλίστρου, τους δημόσιους ασφαλιστικούς φορείς, όσον αφορά τις πράξεις που μνημονεύονται:
a) στον νόμο της 10ης Απριλίου 1971 περί εργατικών ατυχημάτων [και στον νόμο της 3ης Ιουλίου 1967 περί αποκαταστάσεως των βλαβών που προξενούνται από εργατικά ατυχήματα, από ατυχήματα κατά τη μετακίνηση προς και από τον τόπο εργασίας και από επαγγελματικές νόσους στον δημόσιο τομέα]».
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
12 Με έγγραφο οχλήσεως της 27ης Δεκεμβρίου 1995, η Επιτροπή πληροφόρησε τις βελγικές αρχές ότι το άρθρο 2 του νόμου της 9ης Ιουλίου 1975, σχετικά με τον έλεγχο των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, όπως τροποποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 12ης Αυγούστου 1994, δεν είναι σύμφωνο προς την οδηγία 92/49, καθόσον εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής του εθνικού νόμου περί μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο όλα τα ασφαλιστικά ταμεία ή τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που καλύπτουν τα εργατικά ατυχήματα, ακόμα και όταν τα εν λόγω ταμεία ή οι εν λόγω επιχειρήσεις επιδιώκουν ιδίω κινδύνω κερδοσκοπικό σκοπό.
13 Οι βελγικές αρχές απάντησαν στις 23 Φεβρουαρίου 1996 υποστηρίζοντας ότι η επίμαχη διάταξη δεν αντέβαινε στο κοινοτικό δίκαιο διότι τα εργατικά ατυχήματα στο Βέλγιο θεωρείται ότι εντάσσονται στο εκ του νόμου προβλεπόμενο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως και, ως εκ τούτου, εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/49. Με έγγραφο της 13ης Μαου 1996, οι βελγικές αρχές επιβεβαίωσαν τη θέση τους.
14 Στις 17 Ιουνίου 1997, η Επιτροπή απηύθυνε στο Βασίλειο του Βελγίου αιτιολογημένη γνώμη, καλώντας το να λάβει, εντός δύο μηνών, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 92/49.
15 Με την από 16 Φεβρουαρίου 1998 απάντησή τους, οι βελγικές αρχές υποστήριξαν ότι:
- η οδηγία 73/239 δεν αφορά τις ασφαλίσεις που περιλαμβάνονται σε εκ του νόμου προβλεπόμενο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως [άρθρο 2, σημείο 1, στοιχείο δδ, της εν λόγω οδηγίας]·
- το άρθρο 12, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 88/357 επιβεβαιώνει ότι οι ειδικές διατάξεις περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών δεν ισχύουν για τις πράξεις και επιχειρήσεις ούτε για τους οργανισμούς που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 73/239. Η δήλωση που προσαρτήθηκε στα πρακτικά του Συμβουλίου κατά τη θέσπιση της διατάξεως αυτής διαλύει κάθε αμφιβολία ως προς τη δέουσα ερμηνεία του άρθρου 2, σημείο 1, στοιχείο δδ, της οδηγίας 73/239·
- η οδηγία 92/49 καταργεί μεν το άρθρο 12, παράγραφοι 2, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, και 3 της οδηγίας 88/357 (άρθρο 37 της οδηγίας 92/49), παραμένουν όμως σε ισχύ η προμνησθείσα δήλωση και τα άρθρα 12, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, και 1 της οδηγίας 88/357. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/49 προβλέπει ρητώς ότι η οδηγία αυτή δεν εφαρμόζεται ούτε στις ασφαλίσεις και πράξεις ούτε στις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 73/239.
16 Με την από 24 Μαρτίου 1998 συμπληρωματική απάντησή τους στην αιτιολογημένη γνώμη, οι βελγικές αρχές υποστήριξαν ότι οι οδηγίες περί ασφαλίσεων εκτός της ασφάλειας ζωής δεν εφαρμόζονται στα εκ του νόμου προβλεπόμενα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, ότι το βελγικό βασικό σύστημα όσον αφορά τα εργατικά ατυχήματα εμπίπτει στην εξαίρεση του τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως και ότι, εν πάση περιπτώσει, όσον αφορά το βελγικό σύστημα πρέπει να ισχύσουν οι παρεκκλίσεις που προβλέπουν τα άρθρα 55 και 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρα 45 ΕΚ και 86, παράγραφος 2, ΕΚ). Οι βελγικές αρχές υποστήριξαν επίσης ότι η εφαρμογή των κανόνων περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο βελγικό σύστημα θα έθετε σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα του συστήματος.
17 Θεωρώντας μη ικανοποιητική την απάντηση της Βελγικής Κυβερνήσεως, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
Επί του παραδεκτού
18 Η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή διευκρινίζει στο δικόγραφο της προσφυγής της ότι το «εκ του νόμου προβλεπόμενο βελγικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως που καλύπτει τον κίνδυνο εργατικού ατυχήματος εμπίπτει στην εξαίρεση του τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως» και ότι προσάπτει στο Βέλγιο μόνον ότι «το βασικό και υποχρεωτικό σύστημα ασφαλίσεως κατά των εργατικών ατυχημάτων εξακολουθεί να εξαιρείται από τις διατάξεις περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών». Αυτό που προσάπτεται στο καθού είναι μόνον «η εξαίρεση των επιχειρήσεων που ασκούν δραστηριότητα, ιδίω κινδύνω, στον κλάδο ασφαλίσεως κατά των εργατικών ατυχημάτων από το πεδίο εφαρμογής της τρίτης οδηγίας περί ασφαλίσεων εκτός της ασφάλειας ζωής».
19 Όμως, κατά την εν λόγω κυβέρνηση, το υποχρεωτικό σύστημα ασφαλίσεως κατά των εργατικών ατυχημάτων, όπως προβλέπεται από τη βελγική νομοθεσία, εμπίπτει ακριβώς στο βασικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως. Συνεπώς, η προσφυγή αφορά μόνο την εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/49 των ασφαλίσεων κατά των εργατικών ατυχημάτων, πλην των «βασικών και υποχρεωτικών» ασφαλίσεων, όταν οι ασφαλίσεις αυτές προσφέρονται από ιδιωτικές επιχειρήσεις επιδιώκουσες κερδοσκοπικό σκοπό και ενεργούσες ιδίω κινδύνω. Λαμβανομένου υπόψη του ότι το συμπληρωματικό σύστημα ασφαλίσεως κατά των εργατικών ατυχημάτων εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/49, η προσφυγή στερείται αντικειμένου.
20 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή, προσάπτοντας, με το υπόμνημα απαντήσεως, στο Βασίλειο του Βελγίου ότι δεν έχει υπαγάγει τις υποχρεωτικές και βασικές ασφαλίσεις κατά των εργατικών ατυχημάτων στις διατάξεις της οδηγίας 92/49, μετέβαλε το αντικείμενο της διαφοράς κατά παράβαση του άρθρου 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
21 Συναφώς, αρκεί να παρατηρηθεί ότι από το δικόγραφο της προσφυγής προκύπτει σαφώς ότι η προσφυγή αφορά τις ασφαλίσεις κατά των εργατικών ατυχημάτων στο πλαίσιο του υποχρεωτικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως. Κατά την Επιτροπή, οι ασφαλίσεις αυτές, όταν προσφέρονται από ασφαλιστικές επιχειρήσεις ενεργούσες ιδίω κινδύνω, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών περί ασφαλίσεων.
22 Συνεπώς, η προσφυγή είναι παραδεκτή.
Επί της ουσίας
23 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/49 προσδιορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας, το οποίο παραπέμπει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 73/239, της οποίας το άρθρο 2, σημείο 1, στοιχείο δδ, εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της τις ασφαλίσεις που περιλαμβάνονται σε εκ του νόμου προβλεπόμενο σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων. Ωστόσο, οι διατάξεις αυτές πρέπει να ερμηνεύονται ως αναφερόμενες στις ασφαλιστικές δραστηριότητες που ασκούνται από δημόσιους οργανισμούς κοινωνικής ασφαλίσεως μη επιδιώκοντες κερδοσκοπικό σκοπό. Κατά την Επιτροπή, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/49 οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που καλύπτουν τον κίνδυνο εργατικού ατυχήματος, ακόμα και στο πλαίσιο εκ του νόμου προβλεπομένου συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, όταν οι επιχειρήσεις αυτές επιδιώκουν κερδοσκοπικό σκοπό ιδίω κινδύνω, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των ασφαλίσεων κατά των εργατικών ατυχημάτων στο Βέλγιο.
24 Κατά την Επιτροπή, η ερμηνεία αυτή είναι η μόνη ικανή να συμβιβάσει το άρθρο 2, παράγραφος 2, με το άρθρο 55 της οδηγίας 92/49. Συγκεκριμένα, η τελευταία αυτή διάταξη προβλέπει χωρίς αμφισημία ότι οι υποχρεωτικές ασφαλίσεις κατά των εργατικών ατυχημάτων εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/49 όταν προσφέρονται από ιδιωτικές επιχειρήσεις ενεργούσες ιδίω κινδύνω.
25 Εξάλλου, το καθεστώς αυτό ανταποκρίνεται στο καθεστώς που καθιερώνει η οδηγία 79/267 (άρθρα 1, σημείο 3, και 2, σημείο 4) και η Συμφωνία μεταξύ της Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας [απόφαση 91/370/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1991, περί συνάψεως της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την πρωτασφάλιση εκτός από την ασφάλιση ζωής (ΕΕ L 205, σ. 2)].
26 Η Βελγική Κυβέρνηση αμφισβητεί την παράβαση.
27 Υποστηρίζει ότι τα εργατικά ατυχήματα εμπίπτουν στο βασικό και υποχρεωτικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως προκύπτει όχι μόνον από τη βελγική νομοθεσία, αλλά και από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73). Όμως, οι ασφαλίσεις που περιλαμβάνονται σε εκ του νόμου προβλεπόμενο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/49.
28 Συνεπώς, κατά την κυβέρνηση αυτή, το άρθρο 55 της οδηγίας 92/49 δεν αναφέρεται στα εθνικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, εκτός εάν αντιφάσκει προς τις βασικές διατάξεις των οδηγιών περί ασφαλίσεων. Εξάλλου, το άρθρο αυτό, αν ερμηνευόταν κατά την έννοια που αναφέρει η Επιτροπή, θα ήταν ανίσχυρο.
29 Συγκεκριμένα, η οδηγία 92/49 στηρίζεται μόνο στο άρθρο 57, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 47, παράγραφος 2, ΕΚ) και στο άρθρο 66 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 55 ΕΚ), η δε Κοινότητα ουδεμία αρμοδιότητα έχει βάσει των διατάξεων αυτών να ρυθμίζει τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως.
30 Κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, η μόνη δυνατή ερμηνεία του άρθρου 55 της οδηγίας 92/49 είναι ότι η διάταξη αυτή αφορά μόνον τις ασφαλίσεις κατά των εργατικών ατυχημάτων που δεν εμπίπτουν στα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως.
31 Η εν λόγω κυβέρνηση προσθέτει ότι η ερμηνεία των περί ασφαλίσεων οδηγιών την οποία υποστηρίζει επιβεβαιώνεται από την κοινή δήλωση του Συμβουλίου και της Επιτροπής σχετικά με το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 88/357, σύμφωνα με την οποία η ασφάλιση κατά των εργατικών ατυχημάτων, όπως αυτή ισχύει στο Βέλγιο, καλύπτεται από την εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 2, σημείο 1, στοιχείο δδ, της οδηγίας 73/239, διάταξη η οποία ουδέποτε τροποποιήθηκε.
32 Τέλος, η Βελγική Κυβέρνηση διατείνεται ότι η κοινωνική εποπτεία την οποία ασκεί επί των ασφαλιστικών επιχειρήσεων δεν μπορεί να ασκηθεί παρά μόνον έναντι των επιχειρήσεων εκείνων που είναι εγκατεστημένες στο Βέλγιο. Επ' αυτού, επικαλείται την ανάγκη υπάρξεως ιδιαίτερα αυστηρών κανόνων, ιδίως όσον αφορά την οικονομική ισορροπία των επιχειρήσεων, την εξαίρεση των συνεταιριστικών εταιριών των εν λόγω ασφαλιστικών επιχειρήσεων, τη χωριστή διαχείριση, την παρέμβαση των κοινωνικών εταίρων ως προς την άδεια λειτουργίας ή την ανάκλησή της, την υποχρέωση εγγυοδοσίας καθώς και τον έλεγχο των ασφαλίστρων και των όρων των συμβάσεων.
33 Αυτή η προστασία του θύματος και των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα, την οποία εξασφαλίζει η βελγική νομοθεσία, δεν αποτελεί αντικείμενο των οδηγιών περί ασφαλίσεων εκτός της ασφάλειας ζωής.
34 Επικουρικώς, η Βελγική Κυβέρνηση θεωρεί ότι μπορεί να επικαλεστεί τις εξαιρέσεις των άρθρων 55 και 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης, στο μέτρο που η εφαρμογή των κανόνων περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών εμποδίζει την καλή λειτουργία του συστήματος υποχρεωτικής ασφαλίσεως κατά των εργατικών ατυχημάτων στο Βέλγιο.
35 Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το άρθρο 55 της οδηγίας 92/49 αναφέρεται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που παρέχουν στο έδαφος των κρατών μελών, ιδίω κινδύνω, υποχρεωτική ασφάλιση κατά των εργατικών ατυχημάτων. Στην περίπτωση αυτή, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτήσουν την τήρηση των ειδικών διατάξεων που προβλέπει η εθνική τους νομοθεσία σχετικά με την ασφάλιση αυτή, με εξαίρεση τις διατάξεις τις σχετικές με τη χρηματοοικονομική εποπτεία, που εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους μέλους καταγωγής.
36 Από το άρθρο 55 της οδηγίας 92/49, το οποίο, όπως και το άρθρο 54 της οδηγίας αυτής που αφορά τις ασφαλίσεις υγείας, συνιστά ειδική διάταξη παρεκκλίνουσα από το γενικό καθεστώς της οδηγίας αυτής, προκύπτει ότι οι ασφαλίσεις αυτές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
37 Η Βελγική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις οι οποίες, στο Βέλγιο, παρέχουν ασφάλιση κατά των εργατικών ατυχημάτων το πράττουν ιδίω κινδύνω. Υποστηρίζει, εντούτοις, ότι το άρθρο 55 της οδηγίας 92/49 πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά, υπό την έννοια ότι αφορά μόνον εκείνες τις ασφαλίσεις κατά των εργατικών ατυχημάτων οι οποίες δεν υπάγονται στα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως.
38 Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η ερμηνεία αυτή δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στο κείμενο του άρθρου 55 της οδηγίας 92/49 και ότι οι λόγοι που θα τη δικαιολογούσαν, τους οποίους επικαλείται η Βελγική Κυβέρνηση, δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί.
39 Πρώτον, οι επίδικες ασφαλιστικές επιχειρήσεις ασκούν οικονομική δραστηριότητα παροχής υπηρεσιών, η οποία μπορεί να εναρμονιστεί με την έκδοση οδηγίας βάσει των άρθρων 57, παράγραφος 2, και 66 της Συνθήκης. Το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος έχει ενσωματώσει τις ασφαλίσεις αυτές στο υποχρεωτικό σύστημά του κοινωνικής ασφαλίσεως δεν κωλύει μια τέτοια εναρμόνιση.
40 Δεύτερον, η κοινή δήλωση του Συμβουλίου και της Επιτροπής σχετικά με το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 88/357 αναφέρεται σε οδηγία την οποία τροποποίησε η οδηγία 92/49. Εν πάση περιπτώσει, η δήλωση αυτή, η οποία ουδαμού αντικατοπτρίζεται στο κείμενο του άρθρου 55 της οδηγίας 92/49, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την ερμηνεία του άρθρου αυτού (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1991, C-292/89, Antonissen, Συλλογή 1991, σ. Ι-745, σκέψη 18, και της 29ης Μαου 1997, C-329/95, VAG Sverige, Συλλογή 1997, σ. Ι-2675, σκέψη 23).
41 Τρίτον, το βελγικό σύστημα των ασφαλίσεων κατά εργατικών ατυχημάτων δεν μπορεί να αποτελέσει στοιχείο ερμηνείας του άρθρου 55 της οδηγίας 92/49 υπέρ της εκδοχής που υποστηρίζει η Βελγική Κυβέρνηση. Πράγματι, ο κοινοτικός νομοθέτης θεώρησε μεν ότι η χρηματοοικονομική εποπτεία εκ μέρους του κράτους μέλους καταγωγής συμβιβαζόταν με τις απαιτήσεις των εν λόγω ασφαλίσεων, αλλά ότι, αντιθέτως, οι απαιτήσεις αυτές δικαιολογούσαν, κατά τα λοιπά, την υπαγωγή των ασφαλίσεων αυτών στις ειδικές διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους μέλους εντός του οποίου παρέχονται και, ιδίως, αυτές τις οποίες επικαλείται η καθής κυβέρνηση, οι οποίες αποβλέπουν στην εξασφάλιση της επιτεύξεως των κοινωνικών στόχων των ασφαλίσεων κατά εργατικών ατυχημάτων.
42 Επιπλέον, η οδηγία 92/49 προβλέπει τη δυνατότητα των κρατών μελών να απαιτούν να κοινοποιούνται στις αρμόδιες αρχές οι γενικοί και ειδικοί όροι των υποχρεωτικών ασφαλίσεων (άρθρο 30, παράγραφος 2), καθώς και να επιβάλλουν στις επιχειρήσεις που λειτουργούν στο έδαφός τους, υπό καθεστώς εγκαταστάσεως ή υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, την προσχώρηση και τη συμμετοχή, με τους ίδιους όρους που ισχύουν για τις επιχειρήσεις που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σ' αυτά τα κράτη μέλη, σε κάθε σύστημα που αποσκοπεί στην εγγύηση της καταβολής των ζητουμένων αποζημιώσεων στους ασφαλισμένους και τους ζημιωθέντες τρίτους (άρθρο 45, παράγραφος 2).
43 Τέλος, το άρθρο 40 της οδηγίας 92/49 προβλέπει μέτρα για την εξασφάλιση της τηρήσεως, εκ μέρους επιχειρήσεων που έχουν υποκατάστημα ή λειτουργούν υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο έδαφος κράτους μέλους, των κανόνων που ισχύουν στο κράτος αυτό και, ιδίως, σε περίπτωση κατεπείγοντος, μέτρα για την πρόληψη μη συννόμων πράξεων.
44 Συνεπώς, το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/49 πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως του άρθρου 55, οπότε η οδηγία 92/49 έχει εφαρμογή στις ασφαλίσεις που περιλαμβάνονται σε εκ του νόμου προβλεπόμενο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως και τις οποίες οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις παρέχουν ιδίω κινδύνω.
45 Όσον αφορά την επιχειρηματολογία που αντλείται από τα άρθρα 55 και 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης, αρκεί η παρατήρηση ότι, σε έναν τομέα ο οποίος, όπως εν προκειμένω, αποτελεί αντικείμενο εναρμονίσεως, στο πλαίσιο της οποίας ο κοινοτικός νομοθέτης έχει λάβει υπόψη του τα γενικά συμφέροντα που επικαλείται η Βελγική Κυβέρνηση, δεν μπορεί να γίνει επίκληση των διατάξεων αυτών, και μάλιστα κατά τρόπο αντιβαίνοντα στους κανόνες της εν λόγω εναρμονίσεως.
46 Ενόψει όλων των ανωτέρω, πρέπει να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ το άρθρο 2 του νόμου της 9ης Ιουλίου 1975 σχετικά με τον έλεγχο των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, όπως τροποποποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 12ης Αυγούστου 1994, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 92/49.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
47 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή έχει ζητήσει την καταδίκη του Βασιλείου του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα, το δε τελευταίο ηττήθηκε, το Βασίλειο του Βελγίου πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Το Βασίλειο του Βελγίου, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ το άρθρο 2 του νόμου της 9ης Ιουλίου 1975, σχετικά με τον έλεγχο των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, όπως τροποποποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 12ης Αυγούστου 1994, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής).
2) Καταδικάζει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy