Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Προσέγγιση των νομοθεσιών - Προστασία των καταναλωτών στον τομέα της καταναλωτικής πίστεως - Οδηγία 87/102 - Πεδίο εφαρμογής - Σύμβαση εγγυήσεως συναφθείσα για την εξασφάλιση της επιστροφής πιστώσεως - Αποκλείεται
(Οδηγία 87/102 του Συμβουλίου)
Περίληψη
$$Η οδηγία 87/102, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη, έχει την έννοια ότι δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της σύμβαση εγγυήσεως συναφθείσα για την εξασφάλιση της επιστροφής πιστώσεως αν ούτε ο εγγυητής ούτε ο δικαιούχος της πιστώσεως ενήργησαν στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους δραστηριότητας.
Το διττό γεγονός ότι η οδηγία, αφενός, περιλαμβάνει τις εγγυήσεις στον κατάλογο των όρων της συμβάσεως πιστώσεως που κρίνονται ουσιώδεις ως προς τον δανειζόμενο και, αφετέρου, δεν περιέχει καμία ρητή διάταξη σχετικά με το καθεστώς της εγγυήσεως ή άλλης μορφής ασφάλειας δείχνει ότι η εν λόγω οδηγία, προβλέποντας τις εγγυήσεις που αποσκοπούν στην εξασφάλιση της επιστροφής της πιστώσεως μόνον υπό το πρίσμα της προστασίας των καταναλωτών, είχε την πρόθεση να αποκλείσει τη σύμβαση εγγυήσεως από το πεδίο εφαρμογής της.
Επιπλέον, επέκταση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας στις συμβάσεις εγγυήσεως δεν μπορεί να θεμελιωθεί μόνο στον επικουρικό χαρακτήρα αυτών σε σχέση προς την κύρια υποχρέωση της οποίας εγγυώνται την εκτέλεση, εφόσον μια τέτοια ερμηνεία δεν έχει έρεισμα στο γράμμα της οδηγίας αυτής ούτε στην οικονομία και τους σκοπούς αυτής.
(βλ. σκέψεις 22, 26-27 και διατακτ. )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-208/98,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Landgericht Potsdam (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Berliner Kindl Brauerei AG
και
Andreas Siepert,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη (ΕΕ L 42, σ. 48),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. C. Moitinho de Almeida, πρόεδρο του έκτου τμήματος, προεδρεύοντα του πέμπτου τμήματος, L. Sevσn (εισηγητή), C. Gulmann, J.-P. Puissochet και M. Wathelet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Lιger
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Berliner Kindl Brauerei AG, εκπροσωπούμενη από τον K. Groίkopf, δικηγόρο Warnemόnde,
- ο A. Siepert, εκπροσωπούμενος από τον O. Zδnker, δικηγόρο Rostock,
- η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον E. Rφder, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, και τον A. Dittrich, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης,
- η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Devadder, διευθυντή διοικήσεως της νομικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας με τις Αναπτυσσόμενες Ξώρες, και την R. Foucart, γενική διευθύντρια της ίδιας υπηρεσίας,
- η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον S. Ortνz Vaamonde, abogado del Estado,
- η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από την K. Rispal-Bellanger, υποδιευθύντρια στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και την R. Loosli-Surrans, chargι de mission στην ίδια διεύθυνση,
- η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την T. Pynnδ, νομική σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον U. Wφlker, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Berliner Kindl Brauerei AG, εκπροσωπούμενης από τον T. Lόbbig, δικηγόρο Βερολίνου, του A. Siepert, εκπροσωπούμενου από τον δικηγόρο O. Zδnker, της Γερμανικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον A. Dittrich, της Ισπανικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον S. Ortνz Vaamonde, της Γαλλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από την R. Loosli-Surrans, και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον U. Wφlker, κατά τη συνεδρίαση της 10ης Ιουνίου 1999,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Οκτωβρίου 1999,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 27ης Απριλίου 1998, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 2 Ιουνίου 1998, το Landgericht Potsdam υπέβαλε στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη (ΕΕ L 42, σ. 48, στο εξής: οδηγία).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Berliner Kindl Brauerei AG (στο εξής: ζυθοποιείο) και του A. Siepert σχετικά με την εκτέλεση συμβάσεως εγγυήσεως που συνήψε ο τελευταίος υπέρ του ζυθοποιείου.
Η εφαρμοστέα κανονιστική ρύθμιση
3 Το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, στοιχεία αα και γγ, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας προβλέπει:
«1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις συμβάσεις πίστωσης.
2. Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας:
α) "καταναλωτής" είναι κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, με τις δικαιοπραξίες που καλύπτει η παρούσα οδηγία, επιδιώκει σκοπούς που μπορούν να θεωρηθούν άσχετοι με την επαγγελματική δραστηριότητά του·
(...)
γ) "σύμβαση πίστωσης" είναι η σύμβαση δυνάμει της οποίας πιστωτικός φορέας χορηγεί ή υπόσχεται να χορηγήσει σε καταναλωτή πίστωση με τη μορφή προθεσμίας πληρωμής, δανείου ή οποιασδήποτε άλλης παρόμοιας χρηματοδοτικής διευκόλυνσης.»
4 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο σττ, της οδηγίας αποκλείει από το πεδίο εφαρμογής της τις συμβάσεις πίστωσης που αφορούν ποσά κατώτερα των 200 ECU ή ανώτερα των 20 000 ECU.
5 Το άρθρο 4, παράγραφοι 1, 2, στοιχεία αα, ββ, πρώτο εδάφιο, και γγ, καθώς και παράγραφος 3, της οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 90/88/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Φεβρουαρίου 1990 (ΕΕ L 61, σ. 14), ορίζει:
«1. Οι συμβάσεις πίστωσης καταρτίζονται εγγράφως. Ο καταναλωτής λαμβάνει αντίτυπο της έγγραφης σύμβασης.
2. Στην έγγραφη σύμβαση αναφέρεται:
α) το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο·
β) οι προϋποθέσεις τυχόν τροποποίησης του συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου.
(...)
γ) περιγραφή του ποσού, του αριθμού και της περιοδικότητας ή των ημερομηνιών των δόσεων τις οποίες πρέπει να καταβάλλει ο καταναλωτής για την εξόφληση του δανείου και την πληρωμή των τόκων και των λοιπών εξόδων, καθώς και το συνολικό ποσό αυτών των δόσεων όταν αυτό είναι δυνατό·
(...)
3. Η έγγραφη σύμβαση πρέπει επίσης να περιλαμβάνει και τα άλλα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης.
Ως παράδειγμα, στο παράρτημα της οδηγίας αυτής περιέχεται κατάλογος των στοιχείων τα οποία τα κράτη μέλη μπορούν να θεωρήσουν ουσιώδη και να απαιτήσουν να συμπεριλαμβάνονται στην έγγραφη σύμβαση.»
6 Σύμφωνα με το σημείο 1 του εν λόγω παραρτήματος, τα στοιχεία αυτά είναι, μεταξύ άλλων, για τις συμβάσεις πίστωσης για τη χρηματοδότηση της προμήθειας αγαθών ή της παροχής υπηρεσιών, εκτός των διευκρινίσεων ως προς το αντικείμενο της σύμβασης και των καθ' εαυτών προϋποθέσεων χρηματοδοτήσεως, υπό στοιχείο vi, η «περιγραφή της τυχόν απαιτούμενης εγγύησης», και, υπό στοιχείο vii, η «τυχόν προθεσμία υπαναχώρησης».
7 Το άρθρο 15 της οδηγίας ορίζει:
«Η παρούσα οδηγία δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ αυστηρότερες διατάξεις για την προστασία των καταναλωτών, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις τους δυνάμει της Συνθήκης.»
8 Στη Γερμανία, η οδηγία μεταφέρθηκε στο εσωτερικό δίκαιο με τον Verbraucherkreditgesetz, της 17ης Δεκεμβρίου 1990 (νόμος περί της καταναλωτικής πίστεως, BGBl. I, σ. 2840, στο εξής: VerbrKrG), ο οποίος, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 15 της οδηγίας, εκτείνει το πεδίο εφαρμογής του, σύμφωνα με τα άρθρα του 1 και 3, παράγραφος 1, σημείο 2, στις πιστώσεις που χορηγούνται σε φυσικό πρόσωπο και αν προορίζονται για την ανάληψη επαγγελματικής δραστηριότητας, υπό τον όρον ότι, στην τελευταία περίπτωση, το ποσό δεν υπερβαίνει τις 100 000 DEM. Το άρθρο 7 του VerbrKrG προβλέπει, επιπλέον, ότι η πράξη με την οποία ένας καταναλωτής συνάπτει σύμβαση πιστώσεως αρχίζει να ισχύει μόνον αν ο τελευταίος δεν ανακάλεσε την εν λόγω πράξη εντός προθεσμίας μιας εβδομάδας από την ημερομηνία κατά την οποία έλαβε την εκ μέρους του χορηγού των χρημάτων είδηση με την οποία καθίστανται γνωστές σ' αυτόν η ύπαρξη και οι λεπτομέρειες του δικαιώματος καταγγελίας.
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
9 Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι ο A. Siepert εγγυήθηκε έναντι του ζυθοποιείου, για ποσό 90 000 DEM, την επιστροφή των δανείων που αυτό χορήγησε σε τρίτο πρόσωπο για τη δημιουργία εστιατορίου, όπου αυτή η δέσμευση δεν είχε σχέση με την επαγγελματική δραστηριότητα αυτού που την ανέλαβε. Το Landgericht παρατηρεί εξάλλου ότι ο A. Siepert δεν είχε ενημερωθεί για το δικαίωμά του καταγγελίας σύμφωνα με το άρθρο 7 του VerbrKrG, αλλ' ότι, κατά τη διάρκεια συζητήσεως τον Ιούνιο 1994 μ' έναν επιστάτη του ζυθοποιείου κατέστησε σ' αυτό γνωστό ότι ανακαλεί τη δήλωσή του περί εγγυήσεως.
10 Επειδή ο κύριος οφειλέτης δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του, το ζυθοποιείο κατήγγειλε τα δάνεια που είχαν χορηγηθεί σ' αυτόν και πέτυχε να υποχρεωθεί αυτός, με απόφαση του Landgericht Rostock της 25ης Ιουλίου 1997, στην καταβολή εντόκως του ποσού των 28 952,43 DEM. Ως εγγυητής, ο A. Siepert υποχρεώθηκε στην πληρωμή του ιδίου ποσού, με απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 1997, εκδοθείσα ερήμην αυτού.
11 Αφού ο A. Siepert άσκησε ανακοπή κατά της αποφάσεως αυτής, το Landgericht Potsdam αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη (ΕΕ L 42, της 12ης Φεβρουαρίου 1987, σ. 48), σύμβαση εγγυήσεως, που συνήφθη από φυσικό πρόσωπο μη ενεργούν στο πλαίσιο της επαγγγελματικής του δραστηριότητας, αν αυτή εγγυάται την επιστροφή χρέους που ο κύριος οφειλέτης δεν ανέλαβε στο πλαίσιο της ήδη ασκουμένης από αυτόν επαγγγελματικής δραστηριότητας;»
12 Με το ερώτημά του, το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν η οδηγία έχει την έννοια ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της σύμβαση εγγυήσεως συναφθείσα για να εξασφαλισθεί η επιστροφή πιστώσεως αν ούτε ο εγγυητής ούτε ο δικαιούχος της πιστώσεως ενήργησαν στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους δραστηριότητας.
13 Το ζυθοποιείο καθώς και η Γερμανική, η Βελγική και η Φινλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι η οδηγία δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στις συμβάσεις εγγυήσεως, ιδίως λόγω του ότι αυτές δεν είναι συμβάσεις πιστώσεως υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, της οδηγίας, αλλά συνιστούν μονομερείς δεσμεύσεις για την εξασφάλιση της επιστροφής μιας πιστώσεως. Πράγματι, κατά το ζυθοποιείο καθώς και κατά τη γνώμη της Γερμανικής και Φινλανδικής Κυβερνήσεως, από την έκθεση της Επιτροπής, της 11ης Μαου 1995, σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 87/102 [COM(95) 117 τελικό στο εξής: έκθεση], της οποίας η παράγραφος 345 αναφέρει ότι η οδηγία δεν αφορά τις εγγυήσεις, προκύπτει ότι η σύμβαση εγγυήσεως αποκλείεται του πεδίου εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας.
14 Η Γερμανική και η Φινλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζουν επιπλέον ότι η οδηγία επιδιώκει να εξασφαλίσει ότι ο λαμβάνων πίστωση διαθέτει, κατά την ημερομηνία της συνάψεως της συμβάσεως πιστώσεως, κατάλληλη πληροφόρηση ως προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτήν και, επομένως, να τον προστατεύσει από επαχθείς δεσμεύσεις. Αντιθέτως, η οδηγία δεν περιέχει διατάξεις δυνάμενες να προστατεύσουν τον εγγυητή τον οποίο αφορά πρωτίστως η φερεγγυότητα του κύριου οφειλέτη. Εξάλλου, οι εν λόγω κυβερνήσεις αμφισβητούν ότι από τον επικουρικό χαρακτήρα μιας τέτοιας δεσμεύσεως μπορεί να συναχθεί ότι η σύμβαση εγγυήσεως εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
15 Ο A. Siepert, η Ισπανική και η Γαλλική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, θεωρούν αντιθέτως ότι η σύμβαση εγγυήσεως, ιδίως λόγω της στενής σχέσεως που έχει με τη σύμβαση πιστώσεως της οποίας εγγυάται την εκτέλεση, μπορεί να καλύπτεται από την οδηγία. Κατά την Επιτροπή, το γεγονός ότι η οδηγία σιωπεί ως προς το καθεστώς των προσώπων τα οποία, παρέχοντας την εγγύησή τους ή αναλαμβάνοντας δέσμευση ως συνοφειλέτες, μετέχουν στη σύμβαση πιστώσεως στο πλευρό του δανειζόμενου αποτελεί πράγματι ακούσιο κενό.
16 Η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή διευκρινίζουν συναφώς ότι, για να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας τόσο η κύρια σύμβαση όσο και η σύμβαση εγγυήσεως, πρέπει να συνάπτονται από φυσικά πρόσωπα ενεργούντα για άλλο σκοπό εκτός της εμπορικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας. Ο επικουρικός χαρακτήρας της εγγυήσεως καταλήγει, ιδίως, στον αποκλεισμό από το εν λόγω πεδίο εφαρμογής των συμβάσεων εγγυήσεως που συνάφθηκαν για πιστώσεις που δεν προορίζονται για την κατανάλωση υπό την έννοια της εν λόγω οδηγίας.
17 Εκ προοιμίου πρέπει να τονισθεί ότι, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, της οδηγίας, το πεδίο εφαρμογής της περιορίζεται στις συμβάσεις πιστώσεως που νοούνται ως συμβάσεις δυνάμει των οποίων «πιστωτικός φορέας χορηγεί ή υπόσχεται να χορηγήσει σε καταναλωτή πίστωση με τη μορφή προθεσμίας πληρωμής, δανείου ή οποιασδήποτε άλλης παρόμοιας χρηματοδοτικής διευκόλυνσης».
18 Δεν αμφισβητείται ότι η σύμβαση εγγυήσεως δεν είναι σύμβαση πιστώσεως υπό την έννοια της διατάξεως αυτής. Επίσης, εφόσον το γράμμα της δεν στηρίζει την ερμηνεία ότι η σύμβαση εγγυήσεως καλύπτεται από την οδηγία, πρέπει συνεπώς να εξετασθεί αν η οικονομία και οι σκοποί της τελευταίας συνεπάγονται ότι μια τέτοια σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της.
19 Πρώτον, ως προς την οικονομία της οδηγίας πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο της 4, παράγραφος 3, προβλέπει ότι η σύμβαση πιστώσεως, καταρτισθείσα εγγράφως, περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως, ως παράδειγμα δε το παράρτημα της οδηγίας αναφέρει, στο σημείο 1, στοιχείο vi, «την τυχόν απαιτουμένη εγγύηση». Επομένως, η μνεία αυτών στη σύμβαση πιστώσεως αποσκοπεί να εξασφαλίζει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη της συμβάσεως αυτής, δηλαδή ο δανειζόμενος και ο δανειστής, έχουν πλήρη γνώση των εγγυήσεων που αποτελούν προϋπόθεση για τη σύναψη της συμβάσεως. Πάντως, δεν μπορεί να συναχθεί από τη διάταξη αυτή, ελλείψει οποιασδήποτε ρητής διατάξεως προς τον σκοπό αυτό της οδηγίας, ότι αυτή διέπει επίσης το καθεστώς της συμβάσεως εγγυήσεως έναντι των μερών που συνήψαν τη σύμβαση πιστώσεως.
20 Όσον αφορά τους σκοπούς της οδηγίας, από τις αιτιολογικές της σκέψεις προκύπτει ότι αυτή εκδόθηκε με τον διπλό σκοπό να εξασφαλίσει, αφενός, τη δημιουργία κοινής αγοράς στον τομέα της κοινοτικής πίστεως (τρίτη έως πέμπτη αιτιολογική σκέψη) και, αφετέρου, την προστασία των καταναλωτών που υπογράφουν τέτοιες πιστώσεις (έκτη, εβδόμη και ενάτη αιτιολογική σκέψη).
21 Πράγματι, στο πλαίσιο αυτής της προοπτικής προστασίας του καταναλωτή από τους επαχθείς πιστωτικούς όρους και για να καθίσταται σ' αυτόν δυνατό να έχει πλήρη γνώση των όρων της μελλοντικής εκτελέσεως της υπογραφείσας συμβάσεως, το άρθρο 4 της οδηγίας απαιτεί να έχει, κατά τη σύναψη αυτής, ο δανειζόμενος όλα τα στοιχεία που μπορούν να έχουν επίπτωση στο περιεχόμενο της δεσμεύσεώς του, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι εγγυήσεις.
22 Επομένως, το διττό γεγονός ότι η οδηγία, αφενός, περιλαμβάνει τις εγγυήσεις στον κατάλογο των στοιχείων της συμβάσεως πιστώσεως που κρίνονται ουσιώδη ως προς τον δανειζόμενο και, αφετέρου, δεν περιέχει καμία ρητή διάταξη σχετικά με το καθεστώς της εγγυήσεως ή άλλης μορφής ασφάλειας δείχνει ότι η εν λόγω οδηγία, προβλέποντας τις εγγυήσεις που αποσκοπούν στην εξασφάλιση της επιστροφής της πιστώσεως μόνον υπό το πρίσμα της προστασίας των καταναλωτών, είχε την πρόθεση να αποκλείσει τη σύμβαση εγγυήσεως από το πεδίο εφαρμογής της.
23 Επιπλέον, η ερμηνεία αυτή ενισχύεται, αφενός, από τη διαπίστωση, στο σημείο 345 της εκθέσεως, ότι η οδηγία «δεν αφορά τις εγγυήσεις» και, αφετέρου, από το γεγονός ότι, στο σημείο 16 του ψηφίσματος του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου, της 11ης Μαρτίου 1997, επί της εκθέσεως αυτής (ΕΕ C 115, σ. 27), επισημαίνεται ότι «κατά την επέκταση ορισμένων από τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην οδηγία 87/102/ΕΟΚ σε εγγυητές θα πρέπει να ληφθούν υπόψη πραγματικές διαφορές σε σύγκριση με τον πρώτο δανειολήπτη».
24 Επομένως, η οδηγία, με την οικονομία της και τους σκοπούς της, αποκλίνει από την οδηγία 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την προστασία των καταναλωτών κατά τη σύναψη συμβάσεων εκτός εμπορικού καταστήματος (ΕΕ L 372, σ. 31). Πράγματι, η τελευταία αυτή οδηγία, η οποία δεν περιέχει άλλον περιορισμό όσον αφορά το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής της ανάλογα με τα οικεία είδη συμβάσεως, είτε αφορούν την προμήθεια αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών, υπό τον όρον ότι οι καταναλωτές ενεργούν για σκοπό δυνάμενο να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητά τους, αποσκοπεί στην προστασία των τελευταίων παρέχοντάς τους γενικό δικαίωμα υπαναχωρήσεως από σύμβαση που δεν συνήφθη κατόπιν πρωτοβουλίας του πελάτη αλλά του εμπόρου, εφόσον ο πελάτης αυτός βρέθηκε ενδεχομένως σε αδυναμία να εκτιμήσει όλες τις συνέπειες της πράξεώς του. Ακριβώς βάσει του σκοπού αυτού της εν λόγω οδηγίας το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί εκ προοιμίου από το πεδίο εφαρμογής της σύμβαση υπέρ τρίτου, και ειδικότερα σύμβαση εγγυήσεως συναφθείσα στο πλαίσιο κατ' οίκον πωλήσεως (βλ. την απόφαση της 17ης Μαρτίου 1998, C-45/96, Dietzinger, Συλλογή 1998, σ. I-1199, σκέψη 19).
25 Επομένως, λόγω των σκοπών της που περιορίζονται σχεδόν αποκλειστικώς στην πληροφόρηση του κυρίου οφειλέτη επί του περιεχομένου της δεσμεύσεώς του και λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ουδόλως περιέχει διατάξεις δυνάμενες να προστατεύσουν λυσιτελώς την εγγύηση, η οποία αφορά κυρίως τη γνώση περί της φερεγγυότητας του δικαιούχου της πιστώσεως ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί η πιθανότητα της αμφισβητήσεώς της για τους σκοπούς της επιστροφής αυτής, πρέπει να θεωρηθεί ότι η οδηγία δεν προορίζεται για να εφαρμόζεται σε συμβάσεις εγγυήσεως.
26 Επιπλέον, επέκταση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας στις συμβάσεις εγγυήσεως δεν μπορεί να θεμελιωθεί μόνο στον επικουρικό χαρακτήρα αυτών σε σχέση προς την κύρια υποχρέωση της οποίας εγγυώνται την εκτέλεση, εφόσον μια τέτοια ερμηνεία δεν έχει έρεισμα στο γράμμα της οδηγίας αυτής, όπως κρίθηκε με τη σκέψη 18 της παρούσας αποφάσεως, ούτε στην οικονομία και τους σκοπούς αυτής.
27 Ενόψει των προεκτεθέντων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί ως απάντηση ότι η οδηγία έχει την έννοια ότι δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της σύμβαση εγγυήσεως συναφθείσα για την εξασφάλιση της επιστροφής πιστώσεως αν ούτε ο εγγυητής ούτε ο δικαιούχος της πιστώσεως ενήργησαν στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους δραστηριότητας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
28 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γερμανική, η Βελγική, η Γαλλική και η Φινλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, που κατέθεσν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό απόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 27ης Απριλίου 1998 το Landgericht Potsdam, αποφαίνεται:
Η οδηγία 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη, έχει την έννοια ότι δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της σύμβαση εγγυήσεως συναφθείσα για την εξασφάλιση της επιστροφής πιστώσεως αν ούτε ο εγγυητής ούτε ο δικαιούχος της πιστώσεως ενήργησαν στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους δραστηριότητας.
Full & Egal Universal Law Academy