Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Κοινωνική πολιτική - Προσέγγιση των νομοθεσιών - Μεταβιβάσεις επιχειρήσεων - Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων - Οδηγία 77/187 - Δυνατότητα εφαρμογής της στην περίπτωση μεταβιβάσεως μεταξύ εταιριών ενός και του αυτού ομίλου
(Οδηγία 77/187 του Συμβουλίου)
2 Κοινωνική πολιτική - Προσέγγιση των νομοθεσιών - Μεταβιβάσεις επιχειρήσεων - Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων - Οδηγία 77/187 - Πεδίο εφαρμογής - Εταιρία ανήκουσα σε όμιλο εταιριών η οποία αναθέτει με υπεργολαβία σε άλλη εταιρία του ιδίου ομίλου συμβάσεις έργων - Εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής - Προϋποθέσεις
(Οδηγία 77/187 του Συμβουλίου)
Περίληψη
1 Η οδηγία 77/187, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, μπορεί να εφαρμοστεί σε μεταβίβαση μεταξύ δύο εταιριών του ιδίου ομίλου.
Πράγματι, αντίθετα προς τα ισχύοντα στο δίκαιο του ανταγωνισμού, κατά την εφαρμογή της οδηγίας, η ενότητα της συμπεριφοράς της μητρικής εταιρίας και των θυγατρικών της ουδαμώς δικαιολογείται να υπερισχύσει του τυπικού διαχωρισμού που υφίσταται μεταξύ των εταιριών αυτών, οι οποίες έχουν χωριστές νομικές προσωπικότητες. Η λύση αυτή, η οποία θα κατέληγε στην εξαίρεση των μεταβιβάσεων μεταξύ εταιριών του αυτού ομίλου από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, θα αντέκειτο στον ίδιο τον σκοπό της οδηγίας, η οποία αποβλέπει στην κατά το δυνατό διασφάλιση της διατηρήσεως των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβολής του επιχειρηματία, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να παραμένουν στην υπηρεσία του νέου επιχειρηματία υπό τους ίδιους όρους με αυτούς που είχαν συμφωνηθεί με τον εκχωρητή.
2 Η οδηγία 77/187, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, εφαρμόζεται στην περίπτωση κατά την οποία εταιρία ανήκουσα σε όμιλο εταιριών αποφασίζει να αναθέσει με υπεργολαβία σε άλλη εταιρία του ιδίου ομίλου συμβάσεις έργων, εφόσον η πράξη συνοδεύεται από μεταβίβαση μιας οικονομικής μονάδας από τη μία εταιρία στην άλλη. Η έννοια της οικονομικής μονάδας αναφέρεται σε ένα οργανωμένο σύνολο προσώπων και στοιχείων που καθιστά δυνατή την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας και επιδιώκει ίδιο σκοπό.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-234/98,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Industrial Tribunal, Leeds (Ηνωμένο Βασίλειο), προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
G. C. Allen κ.λπ.
και
Amalgamated Construction Co. Ltd,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 171),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. A. O. Edward, πρόεδρο τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida, C. Gulmann, J.-P. Puissochet (εισηγητή) και P. Jann, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- οι G. C. Allen κ.λπ., εκπροσωπούμενοι από τους J. Hendy, QC, M. Ford, barrister, κατ' εντολήν της L. Christian, solicitor,
- η Amalgamated Construction Co. Ltd, εκπροσωπούμενη από τους P. Duffy, QC, G. Clarke, barrister, κατ' εντολήν των Watson Burton, solicitors,
- η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την M. Ewing, του Treasury Solicitor's Department, επικουρούμενη από την K. Smith, barrister,
- η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Κ. Rispal-Bellanger, υποδιευθύντρια στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και την A. de Bourgoing, chargι de mission στην ίδια διεύθυνση,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους C. Docksey και P. Hillenkamp, νομικούς συμβούλους,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των G. C. Allen κ.λπ., της Amalgamated Construction Co. Ltd, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 16ης Ιουνίου 1999,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Ιουλίου 1999,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 5ης Μαου 1998, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 3 Ιουλίου 1998, το Industrial Tribunal, Leeds, υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 171, στο εξής: οδηγία).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφορών μεταξύ, αφενός, του G. C. Allen και είκοσι τριών άλλων εργατών ορυχείου και, αφετέρου, της Amalgamated Construction Co. Ltd (στο εξής: ACC).
3 Η ACC είναι βρετανική εταιρία της οποίας η δραστηριότητα στον τομέα των ορυχείων συνίσταται, από εικοσαετίας, στη διάνοιξη υπογείων διόδων και στοών για λογαριασμό των ιδιοκτητών ανθρακωρυχείων ώστε να καθίσταται δυνατή η πρόσβαση στο μετάλλευμα και η εξόρυξή του. Προς τούτο, οι ιδιοκτήτες των ορυχείων προκηρύσσουν τακτικά μειοδοτικούς διαγωνισμούς για την εκτέλεση ενός συγκεκριμένου συνόλου εργασιών. Καίτοι δεν υφίσταται συναφώς καμία εγγύηση, οι συναπτόμενες συμβάσεις τείνουν να ανανεώνονται επ' αόριστον, ως εκ τούτου δε η ACC ουδέποτε απώλεσε, στο πλαίσιο νέου μειοδοτικού διαγωνισμού, σύμβαση σε έργο που είχε ήδη αναλάβει με προηγούμενο διαγωνισμό.
4 Η ACC είναι θυγατρική της AMCO Corporation plc (στο εξής: όμιλος AMCO), που κατέχει το 100 % του κεφαλαίου της. Ο όμιλος AMCO περιλαμβάνει περί τις δώδεκα εταιρίες, μεταξύ των οποίων και μία άλλη κατά 100 % θυγατρική, την AM Mining Services Ltd (στο εξής: AMS). Η AMS συστάθηκε το 1993 με σκοπό την εκτέλεση εργασιών σε σχέση με το κλείσιμο φρεάτων ορυχείων, όπως η συντήρηση και η σφράγιση αεραγωγών. Προς τον σκοπό αυτόν, προσέλαβε δικό της εργατικό δυναμικό, οι όροι εργασίας του οποίου διαφέρουν από αυτούς που ισχύουν στην ACC και είναι, ιδίως, πολύ λιγότερο ευνοϋκοί για τους μισθωτούς. Καίτοι η ACC και η AMS αποτελούν δύο χωριστές νομικές οντότητες, οι διευθυντές τους είναι οι ίδιοι, οι δε υπηρεσίες διοικήσεως και υποστηρίξεως είναι οργανωμένες από κοινού στο πλαίσιο του ομίλου AMCO.
5 Η AMS διεύρυνε σταδιακά το φάσμα των δραστηριοτήτων της επιτυγχάνοντας να της ανατεθούν βοηθητικές εργασίες σε έργα διανοίξεως υπογείων διόδων, όπως ο καθαρισμός και η συντήρηση στοών. Ειδικότερα, ανέλαβε τέτοιες νέες δραστηριότητες στα ανθρακωρυχεία Prince of Wales του Yorkshire. Η ACC ήταν ήδη παρούσα στα ανθρακωρυχεία αυτά, όπου εκτελούσε εργασίες διανοίξεως υπογείων διόδων για λογαριασμό της βρετανικής κρατικής εταιρίας άνθρακα British Coal και, στη συνέχεια, μετά την ιδιωτικοποίηση της τελευταίας και την πώληση μέρους των περιουσιακών της στοιχείων, για λογαριασμό της RJB Mining (UK) Ltd (στο εξής: RJB).
6 Τον Αύγουστο του 1994 και, κατόπιν, τον Μάρτιο του 1995, η ACC, της οποίας οι συμβάσεις έληγαν, υπέβαλε προσφορές για νέες συμβάσεις σχετικά με εργασίες διανοίξεως υπογείων διόδων στα ανθρακωρυχεία Prince of Wales. Οι προσφορές προέβλεπαν κάθε φορά ότι οι εργασίες θα ανατίθενταν με υπεργολαβία στην AMS, το εργατικό κόστος της οποίας ήταν χαμηλότερο από εκείνο της ACC. Οι συμβάσεις ανατέθηκαν στην ACC. Ωστόσο, η ACC, επειδή η ανάθεση της υπεργολαβίας στην AMS συνεπαγόταν μείωση του όγκου δραστηριότητάς της, απέλυσε ορισμένους μισθωτούς που απασχολούσε στο εργοτάξιο αυτό πληροφορώντας τους ότι μπορούσαν να αναπροσληφθούν από την AMS μετά από διακοπή ενός Σαββατοκύριακου.
7 Το 1994 και το 1995, οι μισθωτοί που απολύθηκαν από την ACC εισέπραξαν αποζημιώσεις λόγω απολύσεως και κατόπιν προσλήφθηκαν από την AMS. Ωστόσο, καθώς, και τις δύο φορές, η ACC περάτωσε τις δικές της εργασίες διανοίξεως υπογείων διόδων αφού η AMS είχε αρχίσει τις δικές της, ήταν δύσκολο, στη διάρκεια αυτής της μεταβατικής περιόδου, να καθοριστεί αν οι συγκεκριμένοι μισθωτοί εργάζονταν για λογαριασμό της μιας ή της άλλης εταιρίας.
8 Ως υπεργολάβος εργασιών διανοίξεως υπογείων διόδων, η AMS είχε στη διάθεσή της το σύνολο των εγκαταστάσεων και εξοπλισμών τις οποίες η British Coal και, κατόπιν, η RJB έθεταν έως τότε στη διάθεση της ACC, όπως οι εγκαταστάσεις υγιεινής, το εστιατόριο και ο αναγκαίος εξοπλισμός για την απομάκρυνση των μπαζών, τη μεταφορά των υλικών ή τις υπόγειες εκσκαφές.
9 Ωστόσο, στη συνέχεια, η RJB διατύπωσε επιφυλάξεις ως προς τους όρους εργασίας που ίσχυαν στους διαφόρους εργολάβους, μεταξύ των οποίων και η AMS, θεωρώντας ότι δεν παρείχαν κίνητρο στο προσωπικό των επιχειρήσεων αυτών. Καθ' υπόδειξη της RJB, η ACC αποφάσισε τότε να μην αναθέσει με υπεργολαβία στην AMS τη νέα σύμβαση που είχε κατακυρωθεί σ' αυτήν και να την εκτελέσει η ίδια. Προς τον σκοπό αυτόν, αναπροσέλαβε τους πρώην μισθωτούς της που είχαν προσληφθεί στην AMS - της οποίας οι συμβάσεις υπεργολαβίας έληγαν - μεταξύ των οποίων και οι G. C. Allen κ.λπ. Η αναπρόσληψη αυτή έγινε με όρους απασχολήσεως καλύτερους μεν από αυτούς της AMS, λιγότερο όμως ευνοϋκούς από αυτούς που προσέφερε η ACC πριν από το 1994 ή το 1995.
10 Οι G. C. Allen κ.λπ., θεωρώντας ότι είχαν δικαίωμα να τύχουν των όρων απασχολήσεως που η ACC τούς παρείχε μέχρι την αποχώρησή τους και την πρόσληψή τους στην AMS, προσέφυγαν ενώπιον του Industrial Tribunal. Προς στήριξη των αιτημάτων τους, υποστήριξαν ότι, σύμφωνα με τον νόμο Transfer of Undertakings (Protection of Employment) Regulations 1981, με τον οποίο μεταφέρθηκε η οδηγία στο εθνικό δίκαιο, είχε γίνει διπλή μεταβίβαση επιχειρήσεως, αρχικά από την ACC στην AMS και, κατόπιν, από την AMS στην ACC. Η τελευταία αρνήθηκε ότι έλαβε χώρα τέτοια μεταβίβαση.
11 Το Industrial Tribunal, Leeds, θεωρώντας ότι η λύση της διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία της οδηγίας, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Μπορεί η οδηγία περί κεκτημένων δικαιωμάτων (77/187/ΕΟΚ) να εφαρμοστεί στην περίπτωση δύο εταιριών του ιδίου ομίλου εταιριών οι οποίες έχουν κοινό ιδιοκτήτη, κοινή διοίκηση και γραφεία και ασχολούνται με το ίδιο έργο, ή αποτελούν οι εταιρίες αυτές μία ενιαία επιχείρηση από πλευράς εφαρμογής της οδηγίας; Ειδικότερα, συντρέχει περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως κατά την έννοια της οδηγίας όταν μια εταιρία Α μεταβιβάζει ουσιώδες τμήμα του εργατικού δυναμικού της σε μια εταιρία Β του ιδίου ομίλου εταιριών;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, βάσει ποιων κριτηρίων καθορίζεται αν συντρέχει περίπτωση τέτοιας μεταβιβάσεως; Ειδικότερα, ερωτάται αν υφίσταται μεταβίβαση επιχειρήσεως υπό τις ακόλουθες περιστάσεις:
α) Επί ορισμένο χρονικό διάστημα οι εμπλεκόμενοι εργαζόμενοι απολύθηκαν από την εταιρία Α, τυπικώς ως υπεράριθμοι, και προσλήφθηκαν από τη συνεργαζόμενη εταιρία Β, η οποία ασκεί δραστηριότητα ή μέρος της δραστηριότητας της εταιρίας Α, σε γεωγραφικώς χωριστή περιοχή, που συνίσταται συγκεκριμένα στη διάνοιξη στοών ορυχείων.
β) Δεν έλαβε χώρα μεταβίβαση γραφείων, διοικήσεως, υποδομής, υλικού ή περιουσιακών στοιχείων μεταξύ της εταιρίας Α και της εταιρίας Β, τα περισσότερα δε σημαντικά περιουσιακά στοιχεία που χρησιμοποιούν αμφότερες οι εταιρίες παρέχονται από τρίτον, τον έχοντα την εκμετάλλευση των ορυχείων.
γ) Η εταιρία Α παραμένει ο μοναδικός αντισυμβαλλόμενος του ως άνω τρίτου πελάτη, ο οποίος της ανέθεσε εργασίες σε κατασκευαστικά έργα τα οποία πραγματοποιούνταν το ένα ευθύς κατόπιν του άλλου.
δ) Η μετακίνηση των εργαζομένων από την εταιρία Α στην εταιρία Β ελάχιστα ή ουδόλως συνέπιπτε χρονικώς με την έναρξη και/ή τη λήξη των συμβάσεων υπό το κράτος των οποίων πραγματοποιήθηκαν τα έργα.
ε) Η εταιρία Α και η εταιρία Β έχουν κοινή διοίκηση και χρησιμοποιούν τα ίδια γραφεία.
στ) Αφού απασχολήθηκαν από την εταιρία Β, οι εργαζόμενοι πραγματοποίησαν εργασίες για αμφότερες τις εταιρίες Α και Β ανάλογα με τις ανάγκες της τοπικής διευθύνσεως που είναι υπεύθυνη και για τις δύο εταιρίες.
ζ) Οι αναληφθείσες εργασίες ήταν συνεχείς και ουδέποτε υπήρξε αναστολή των δραστηριοτήτων ή αλλαγή στον τρόπο εκτελέσεώς τους.»
Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου ερωτήματος
12 Με το πρώτο σκέλος του πρώτου ερωτήματός του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν η οδηγία μπορεί να εφαρμοστεί σε μεταβίβαση μεταξύ δύο επιχειρήσεων του αυτού ομίλου οι οποίες έχουν κοινούς ιδιοκτήτες, κοινή διοίκηση και κοινά γραφεία και ασχολούνται με το ίδιο έργο.
13 Οι G. C. Allen κ.λπ., η Γαλλική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Επιτροπή προτείνουν να δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό. Επισημαίνουν ότι το άρθρο 2 της οδηγίας ορίζει τον «εκχωρητή» και τον «εκδοχέα» ως, αντιστοίχως, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβιβάσεως, χάνει ή αποκτά την ιδιότητα του επιχειρηματία στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα εγκαταστάσεως. Όμως, καίτοι ανήκουν στον ίδιο όμιλο, δύο θυγατρικές εταιρίες δεν παύουν να αποτελούν δύο διαφορετικές νομικές οντότητες που αναλαμβάνουν διαφορετικές συμβατικές υποχρεώσεις η καθεμία έναντι των μισθωτών της.
14 Αντιθέτως, η ACC θεωρεί ότι η οδηγία δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση μεταβιβάσεως μεταξύ δύο εταιριών που έχουν κοινούς ιδιοκτήτες, κοινή διοίκηση και κοινά στελέχη και δεν διαθέτουν καμία πραγματική αυτονομία, η μία έναντι της άλλης, προς χάραξη της πολιτικής τους στην αγορά. Στην πραγματικότητα, οι εταιρίες αυτές θεωρούνται ως ενιαία επιχείρηση στο πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού (απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1996, C-73/95 P, Συλλογή 1996, σ. Ι-5457). Όμως, η ανάγκη λήψεως υπόψη της οικονομικής πραγματικότητας επιβάλλει, ομοίως, να θεωρούνται δύο θυγατρικές εταιρίες του είδους αυτού ως ένας και μοναδικός εργοδότης κατά την έννοια της οδηγίας.
15 Σύμφωνα με το οικείο άρθρο 1, παράγραφος 1, η οδηγία εφαρμόζεται επί των μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων σε άλλον επιχειρηματία, κατόπιν συμβατικής εκχωρήσεως ή συγχωνεύσεως. Κατά το άρθρο 2, στοιχεία αα και ββ, της οδηγίας, ως «εκχωρητής» και ως «εκδοχέας» νοούνται, αντιστοίχως, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβιβάσεως υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, χάνει ή αποκτά την ιδιότητα του επιχειρηματία στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα εγκαταστάσεως.
16 Η οδηγία εφαρμόζεται, επομένως, εφόσον υπάρχει μεταβολή, κατόπιν συμβατικής εκχωρήσεως ή συγχωνεύσεως, του φυσικού ή νομικού προσώπου που είναι υπεύθυνο για την εκμετάλλευση της επιχειρήσεως και το οποίο, ως εκ τούτου, συνομολογεί τις υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των μισθωτών που εργάζονται στην επιχείρηση, χωρίς να εξετάζεται το αν μεταβιβάζεται η κυριότητα της επιχειρήσεως (αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1987, 287/86, Ny Mψlle Kro, Συλλογή 1987, σ. 5465, σκέψη 12, και της 10ης Φεβρουαρίου 1988, 324/86, Tellerup, λεγομένη «Daddy's Dance Hall», Συλλογή 1988, σ. 739, σκέψη 9).
17 Επομένως, σκοπός της οδηγίας είναι να καλύπτει όλες τις νομικές μεταβολές του προσώπου του εργοδότη, εφόσον, εξάλλου, πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις που ορίζει, και, συνεπώς, η οδηγία μπορεί να εφαρμοστεί σε μεταβίβαση μεταξύ δύο θυγατρικών εταιριών του αυτού ομίλου, οι οποίες αποτελούν χωριστά νομικά πρόσωπα, κάθε ένα από τα οποία έχει συνάψει ιδιαίτερες σχέσεις εργασίας με τους μισθωτούς του. Το γεγονός ότι οι εν λόγω εταιρίες έχουν όχι μόνον κοινούς ιδιοκτήτες αλλά και κοινή διεύθυνση και κοινά γραφεία και ασχολούνται με το ίδιο έργο δεν έχει εν προκειμένω σημασία.
18 Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από την προμνησθείσα απόφαση Viho κατά Επιτροπής, στις σκέψεις 15 έως 17 της οποίας το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ) δεν εφαρμόζεται στις σχέσεις μεταξύ μητρικής εταιρίας και των θυγατρικών της εταιριών όταν οι εταιρίες αυτές αποτελούν ενιαία οικονομική μονάδα, εντός της οποίας οι θυγατρικές δεν διαθέτουν πραγματική αυτονομία κατά τη χάραξη της πολιτικής τους στην αγορά, αλλά εφαρμόζουν τις οδηγίες που τους δίνει η μητρική εταιρία, η οποία τις ελέγχει κατά 100 %.
19 Πράγματι, αυτή η έννοια της επιχειρήσεως είναι ειδική έννοια του δικαίου του ανταγωνισμού και απορρέει από το ότι, ελλείψει συμπτώσεως οικονομικά ανεξαρτήτων βουλήσεων, οι σχέσεις στο εσωτερικό μιας οικονομικής μονάδας δεν μπορούν να συνιστούν συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ επιχειρήσεων, περιορίζουσα τον ανταγωνισμό υπό την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
20 Κατά την εφαρμογή της οδηγίας, η ενότητα της συμπεριφοράς της μητρικής εταιρίας και των θυγατρικών της ουδαμώς δικαιολογείται να υπερισχύσει του τυπικού διαχωρισμού που υφίσταται μεταξύ των εταιριών αυτών, οι οποίες έχουν χωριστές νομικές προσωπικότητες. Πράγματι, η λύση αυτή, η οποία θα κατέληγε στην εξαίρεση των μεταβιβάσεων μεταξύ εταιριών του αυτού ομίλου από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, θα αντέκειτο στον ίδιο τον σκοπό της οδηγίας, η οποία αποβλέπει, κατά το Δικαστήριο, στην κατά το δυνατό διασφάλιση της διατηρήσεως των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβολής του επιχειρηματία, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να παραμένουν στην υπηρεσία του νέου επιχειρηματία υπό τους ίδιους όρους με αυτούς που είχαν συμφωνηθεί με τον εκχωρητή (βλ., μεταξύ άλλων, προμνησθείσες αποφάσεις Ny Mψlle Kro, σκέψη 12, και Daddy's Dance Hall, σκέψη 9).
21 Συνεπώς, στο πρώτο σκέλος του πρώτου ερωτήματος προσήκει η απάντηση ότι η οδηγία μπορεί να εφαρμοστεί σε μεταβίβαση μεταξύ δύο εταιριών του ιδίου ομίλου οι οποίες έχουν κοινούς ιδιοκτήτες, κοινή διεύθυνση και κοινά γραφεία και ασχολούνται με το ίδιο έργο.
Επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου ερωτήματος και επί του δευτέρου ερωτήματος
22 Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου ερωτήματος και με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, ποια είναι τα κριτήρια που καθορίζουν την ύπαρξη μεταβιβάσεως και αν στην υπό κρίση περίπτωση πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις.
23 Η οδηγία αποσκοπεί στην εξασφάλιση της συνέχειας των υφισταμένων στο πλαίσιο μιας οικονομικής μονάδας εργασιακών σχέσεων, ανεξαρτήτως της αλλαγής του ιδιοκτήτη. Το αποφασιστικό κριτήριο για την ύπαρξη μεταβιβάσεως κατά την έννοια της οδηγίας αυτής είναι το αν η εν λόγω μονάδα διατηρεί την ταυτότητά της, πράγμα που προκύπτει ιδίως από την πραγματική συνέχιση της εκμεταλλεύσεως ή την επανάληψή της (αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 1986, 24/85, Spijkers, Συλλογή 1986, σ. 1119, σκέψεις 11 και 12, και της 11ης Μαρτίου 1997, C-13/95, Sόzen, Συλλογή 1997, σ. Ι-1259, σκέψη 10).
24 Πρώτον, για να έχει εφαρμογή η οδηγία, η μεταβίβαση πρέπει να αφορά οικονομική μονάδα επί μονίμου βάσεως οργανωμένη, της οποίας η δραστηριότητα δεν περιορίζεται στην εκτέλεση συγκεκριμένου έργου (απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 1995, C-48/94, Rygaard, Συλλογή 1995, σ. Ι-2745, σκέψη 20). Η έννοια της μονάδας αναφέρεται επομένως σε οργανωμένο σύνολο προσώπων και στοιχείων που καθιστά δυνατή την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας και επιδιώκει ίδιο σκοπό (προμνησθείσα απόφαση Sόzen, σκέψη 13).
25 Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει, με γνώμονα τα προμνησθέντα ερμηνευτικά στοιχεία, αν η συνιστάμενη στη διάνοιξη υπογείων διόδων δραστηριότητα της ACC στον χώρο των ανθρακωρυχείων Prince of Wales ήταν οργανωμένη με τη μορφή οικονομικής μονάδας προτού η επιχείρηση αυτή αναθέσει με υπεργολαβία τη δραστηριότητα αυτή στην AMS.
26 Δεύτερον, προκειμένου να καθοριστεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις της μεταβιβάσεως οικονομικής μονάδας, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που χαρακτηρίζουν την επίμαχη πράξη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται ιδίως το είδος της επιχειρήσεως ή της εγκαταστάσεως περί της οποίας πρόκειται, η μεταβίβαση ή όχι ενσωμάτων στοιχείων, όπως τα κτίρια και τα κινητά, η αξία των άυλων στοιχείων κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως, η αναπρόσληψη ή όχι του μεγαλύτερου μέρους του προσωπικού από τον νέο επιχειρηματία, η μεταβίβαση ή όχι της πελατείας καθώς και ο βαθμός ομοιότητας των ασκουμένων δραστηριοτήτων πριν και μετά τη μεταβίβαση και η διάρκεια της τυχόν αναστολής των δραστηριοτήτων αυτών. Εντούτοις, τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν παρά επιμέρους πτυχές της συνολικής αξιολογήσεως που επιβάλλεται και, επομένως, δεν μπορούν να εκτιμώνται μεμονωμένα (βλ., μεταξύ άλλων, τις προμνησθείσες αποφάσεις Spijkers, σκέψη 13, και Sόzn, σκέψη 14).
27 Έτσι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, το γεγονός και μόνον ότι η υπηρεσία που παρέχει η εργολήπτρια επιχείρηση έργων διανοίξεως υπογείων διόδων και η υπηρεσία που παρέχει, στη συνέχεια, η επιχείρηση στην οποία ανατέθηκαν οι εργασίες αυτές με υπεργολαβία είναι ομοειδείς δεν επιτρέπει να συναχθεί ότι υπάρχει μεταβίβαση οικονομικής μονάδας από την πρώτη στη δεύτερη επιχείρηση. Πράγματι, μια μονάδα δεν μπορεί να ταυτίζεται αποκλειστικά με τη δραστηριότητα την οποία ασκεί. Η ταυτότητά της προκύπτει επίσης από άλλα στοιχεία όπως το προσωπικό της, η στελέχωσή της, η οργάνωση των εργασιών της, οι μέθοδοι εκμεταλλεύσεως ή ακόμα, ενδεχομένως, τα μέσα εκμεταλλεύσεως που διαθέτει (προμνησθείσα απόφαση Sόzen, σκέψη 15· αποφάσεις της 10ης Δεκεμβρίου 1998, C-127/96, C-229/96 και C-74/97, Hernαndez Vidal κ.λπ., Συλλογή 1998, σ. Ι-8179, σκέψη 30, και C-173/96 και C-247/96, Hidalgo κ.λπ., Συλλογή 1998, σ. Ι-8237, σκέψη 30).
28 Όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 26 της παρούσας αποφάσεως, το εθνικό δικαστήριο, κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που χαρακτηρίζουν την εν λόγω πράξη, πρέπει ιδίως να λαμβάνει υπόψη του το είδος της επιχειρήσεως ή της εγκαταστάσεως περί της οποίας πρόκειται. Επομένως, η σημασία που πρέπει να δοθεί αντιστοίχως στα διάφορα κριτήρια της υπάρξεως μεταβιβάσεως κατά την έννοια της οδηγίας ποικίλλει κατ' ανάγκην ανάλογα με την ασκούμενη δραστηριότητα, και δη ανάλογα με τις μεθόδους παραγωγής ή εκμεταλλεύσεως που χρησιμοποιούνται στην εν λόγω επιχείρηση, εγκατάσταση ή τμήμα εγκαταστάσεως. Ειδικότερα, εφόσον μια οικονομική μονάδα μπορεί, σε ορισμένους τομείς, να λειτουργεί χωρίς σημαντικά ενσώματα ή άυλα περιουσιακά στοιχεία, η διατήρηση της ταυτότητας μιας τέτοιας μονάδας μετά την πράξη της οποίας αποτελεί το αντικείμενο δεν μπορεί, εξ ορισμού, να εξαρτάται από την εκχώρηση τέτοιων στοιχείων (προμνησθείσες αποφάσεις Sόzen, σκέψη 18, Hernαndez Vidal κ.λπ., σκέψη 31, και Hidalgo κ.λπ., σκέψη 31).
29 Το Δικαστήριο έκρινε, συνεπώς, ότι, στο μέτρο που, σε ορισμένους τομείς στους οποίους η δραστηριότητα στηρίζεται κυρίως στο εργατικό δυναμικό, ένα σύνολο εργαζομένων τους οποίους ενώνει σταθερά μια κοινή δραστηριότητα μπορεί να αντιστοιχεί σε οικονομική μονάδα, μια τέτοια μονάδα μπορεί να διατηρεί την ταυτότητά της και μετά τη μεταβίβασή της, όταν ο νέος επιχειρηματίας δεν αρκείται στη συνέχιση της εν λόγω δραστηριότητας, αλλά, επιπλέον, προσλαμβάνει σημαντικό τμήμα, από άποψη αριθμού και ικανοτήτων, του προσωπικού στο οποίο ο προκάτοχός του είχε αναθέσει ειδικά το έργο αυτό. Στην περίπτωση αυτή, ο νέος επιχειρηματίας αποκτά όντως το οργανωμένο σύνολο στοιχείων το οποίο θα του παράσχει τη δυνατότητα να συνεχίσει επί μονίμου βάσεως τις δραστηριότητες ή ορισμένες δραστηριότητες της εκχωρούσας επιχειρήσεως (προμνησθείσες αποφάσεις Sόzen, σκέψη 21, Hernαndez Vidal κ.λπ., σκέψη 32, και Hidalgo κ.λπ., σκέψη 32).
30 Ασφαλώς, στην υπόθεση της κύριας δίκης, η διάνοιξη υπογείων στοών ανθρακωρυχείου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δραστηριότητα στηριζόμενη κυρίως στο εργατικό δυναμικό, στο μέτρο που απαιτεί σημαντικό εξοπλισμό και εγκαταστάσεις. Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει, εντούτοις, ότι, στον τομέα των ανθρακωρυχείων, συνηθίζεται να παρέχει ο ίδιος ο ιδιοκτήτης του ανθρακωρυχείου τα σημαντικότερα περιουσιακά στοιχεία που είναι απαραίτητα για την πραγματοποίηση των εργασιών διανοίξεως των στοών. Έτσι, η AMS, η οποία ανέλαβε την υπεργολαβία, είχε στη διάθεσή της τον εξοπλισμό τον οποίο η RJB έθετε προηγουμένως στη διάθεση της ACC. Το γεγονός ότι η κυριότητα των περιουσιακών στοιχείων που είναι απαραίτητα για την εκμετάλλευση της επιχειρήσεως δεν μεταβιβάστηκε στον νέο επιχειρηματία δεν συνιστά εμπόδιο για την ύπαρξη μεταβιβάσεως (βλ. προμνησθείσες αποφάσεις Ny Mψlle Kro και Daddy's Dance Hall και απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1992, C-209/91, Watson Rask και Christensen, Συλλογή 1992, σ. Ι-5755). Υπό τις συνθήκες αυτές, το γεγονός ότι δεν έγινε καμία εκχώρηση περιουσιακών στοιχείων μεταξύ της ACC και της AMS δεν έχει καθοριστική σημασία.
31 Ούτε το γεγονός ότι η ACC παρέμεινε πάντα μόνη αντισυμβαλλομένη της RJB και ανέθεσε με υπεργολαβία τις συμβάσεις έργων στην AMS μπορεί, αυτό καθεαυτό, να αποκλείσει την ύπαρξη μεταβιβάσεως κατά την έννοια της οδηγίας. Πράγματι, αφενός, η μεταβίβαση ή μη της πελατείας από τον εκχωρητή στον εκδοχέα δεν αποτελεί παρά ένα στοιχείο μεταξύ άλλων που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη προς εκτίμηση της υπάρξεως μεταβιβάσεως (προμνησθείσα απόφαση Spijkers, σκέψη 13). Αφετέρου, η οδηγία αυτή εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις μεταβολής, στο πλαίσιο συμβατικών σχέσεων, του φυσικού ή νομικού προσώπου που έχει την ευθύνη της εκμεταλλεύσεως της επιχειρήσεως και το οποίο συνομολογεί τις υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των μισθωτών της επιχειρήσεως (βλ., ιδίως, απόφαση της 7ης Μαρτίου 1996, C-171/94 και C-172/94, Merckx και Neuhuys, Συλλογή 1996, σ. Ι-1253, σκέψη 28).
32 Όσον αφορά την έλλειψη χρονικής συμπτώσεως μεταξύ της αναπροσλήψεως των μισθωτών της ACC από την AMS και της ενάρξεως ή της λήξεως των συμβάσεων, πρέπει να παρατηρηθεί, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, ότι η μεταβίβαση επιχειρήσεως αποτελεί περίπλοκη νομική και υλική πράξη, η ολοκλήρωση της οποίας μπορεί να απαιτήσει κάποιο χρονικό διάστημα. Επιπλέον, σύμφωνα με την απόφαση περί παραπομπής, η απόλυση των μισθωτών της ACC και η πρόσληψή τους από την AMS συνδέονταν σαφώς με την απόφαση της ACC να αναθέσει με υπεργολαβία τις εν λόγω εργασίες στην AMS. Εξάλλου, όταν η ACC αποφάσισε να ασκήσει εκ νέου η ίδια τη δραστηριότητα διανοίξεως υπογείων διόδων, αναπροσέλαβε τους μισθωτούς που είχαν προσληφθεί από την AMS. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να αποδοθεί ιδιαίτερη σημασία στην έλλειψη χρονικής συμπτώσεως μεταξύ της ενάρξεως της εκτελέσεως των εργασιών που ανέλαβε με υπεργολαβία η AMS και της προσλήψεως των εργαζομένων της ACC από την AMS.
33 Εξάλλου, έστω και αν μια πρόσκαιρη αναστολή της δραστηριότητας της επιχειρήσεως δεν μπορεί, αυτή καθεαυτή, να αποκλείσει την ύπαρξη μεταβιβάσεως (βλ. προμνησθείσα απόφαση Ny Mψlle Kro, σκέψη 19), η αδιάλειπτη συνέχιση των εργασιών, χωρίς διακοπή ή αλλαγή στην εκτέλεσή τους, δεν παύει να αποτελεί ένα από τα συνηθέστερα χαρακτηριστικά των μεταβιβάσεων επιχειρήσεως.
34 Το γεγονός ότι η ACC και η AMS έχουν κοινή διοίκηση και κοινά γραφεία και ότι δεν έγινε καμία μεταφορά στελεχών διοικήσεως από τη μία εταιρία στην άλλη δεν εμποδίζει την ύπαρξη μεταβιβάσεως, εφόσον η πράξη μεταξύ των δύο θυγατρικών εταιριών αφορούσε όντως μια οικονομική μονάδα κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου.
35 Το αιτούν δικαστήριο αναφέρθηκε επίσης στο γεγονός ότι οι μισθωτοί που απολύθηκαν από την ACC και αναπροσλήφθηκαν από την AMS εργάζονταν, στη συνέχεια, αδιακρίτως στη μία ή την άλλη εταιρία αναλόγως των αναγκών της τοπικής διοικήσεως που διευθύνει τις δύο εταιρίες. Ωστόσο, όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 40 των προτάσεών του, το Δικαστήριο δεν διαθέτει επαρκή στοιχεία ώστε να αποφανθεί επ' αυτού. Εν πάση περιπτώσει, αν, όπως αφήνει να εννοηθεί η απόφαση περί παραπομπής και όπως ανέφεραν οι G. C. Allen κ.λπ. κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η κατάσταση αυτή επικρατούσε κατά την αρχική περίοδο, όταν οι συνιστάμενες στη διάνοιξη υπογείων διόδων εργασίες της ACC και της AMS εκτελούνταν παράλληλα, το στοιχείο αυτό δεν είναι ικανό να επηρεάσει την ύπαρξη μεταβιβάσεως, για τους ίδιους λόγους που εκτίθενται ανωτέρω στη σκέψη 32 της παρούσας αποφάσεως.
36 Η ACC υποστηρίζει, ωστόσο, ότι τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης είναι, εν πάση περιπτώσει, ανάλογα εκείνων τα οποία αφορούσε η προμνησθείσα απόφαση Rygaard, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπάρχει μεταβίβαση επιχειρήσεως κατά την έννοια της οδηγίας όταν ο πρώτος επιχειρηματίας θέτει στη διάθεση του δευτέρου επιχειρηματία ορισμένους εργαζομένους και υλικό ώστε να καταστεί δυνατή η εκτέλεση ορισμένων εργασιών.
37 Ασφαλώς, με την απόφαση Rygaard, το Δικαστήριο έκρινε ότι η περίπτωση μιας επιχειρήσεως η οποία μεταβιβάζει σε άλλη επιχείρηση ένα από τα εργοτάξιά της, με σκοπό την αποπεράτωση του σχετικού έργου, περιοριζόμενη να θέσει στη διάθεση της τελευταίας ορισμένους εργαζομένους και υλικό για την εκτέλεση των ήδη αρξαμένων εργασιών δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Ωστόσο, η περίπτωση αυτή διαφέρει από την υπό κρίση υπόθεση, στο μέτρο που στην AMS ανατέθηκε η υπεργολαβία ολοκλήρων συμβάσεων έργου. Επιπλέον, στη σκέψη 21 της προμνησθείσας αποφάσεως Rygaard, το Δικαστήριο πρόσθεσε ότι η μεταβίβαση εργοταξίου με σκοπό την αποπεράτωση του σχετικού έργου μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αν συνοδεύεται από μεταβίβαση ενός οργανωμένου συνόλου στοιχείων που παρέχουν τη δυνατότητα συνεχίσεως των δραστηριοτήτων ή ορισμένων δραστηριοτήτων της εκχωρούσας επιχειρήσεως επί μονίμου βάσεως. Έτσι, το γεγονός ότι η ACC ανέθεσε με υπεργολαβία στην AMS την εκτέλεση καθορισμένων μόνον έργων διανοίξεως υπογείων διόδων δεν αρκεί προς αποκλεισμό της εφαρμογής της οδηγίας, αν αποδεικνύεται ότι, με την ευκαιρία της πράξεως αυτής, η AMS απέκτησε από την ACC τα οργανωμένα μέσα που της επέτρεπαν να ασκήσει επί μονίμου βάσεως τη δραστηριότητα διανοίξεως υπογείων διόδων στα ανθρακωρυχεία Prince of Wales.
38 Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει, με γνώμονα το σύνολο των ανωτέρω ερμηνευτικών στοιχείων, αν συντελέστηκε μεταβίβαση στην υπόθεση της κύριας δίκης.
39 Συνεπώς, στο δεύτερο σκέλος του πρώτου ερωτήματος και στο δεύτερο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι η οδηγία εφαρμόζεται στην περίπτωση κατά την οποία εταιρία ανήκουσα σε όμιλο εταιριών αποφασίζει να αναθέσει με υπεργολαβία σε άλλη εταιρία του ιδίου ομίλου συμβάσεις έργων διανοίξεως υπογείων διόδων ορυχείου, εφόσον η πράξη συνοδεύεται από μεταβίβαση μιας οικονομικής μονάδας από τη μία εταιρία στην άλλη. Η έννοια της οικονομικής μονάδας αναφέρεται σε ένα οργανωμένο σύνολο προσώπων και στοιχείων που καθιστά δυνατή την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας και επιδιώκει ίδιο σκοπό.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
40 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Γαλλική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με απόφαση της 5ης Μαου 1998 το Industrial Tribunal, Leeds, αποφαίνεται:
1) Η οδηγία 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, μπορεί να εφαρμοστεί σε μεταβίβαση μεταξύ δύο εταιριών του ιδίου ομίλου οι οποίες έχουν κοινούς ιδιοκτήτες, κοινή διεύθυνση και κοινά γραφεία και ασχολούνται με το ίδιο έργο.
2) Η οδηγία 77/187 εφαρμόζεται στην περίπτωση κατά την οποία εταιρία ανήκουσα σε όμιλο εταιριών αποφασίζει να αναθέσει με υπεργολαβία σε άλλη εταιρία του ιδίου ομίλου συμβάσεις έργων διανοίξεως υπογείων διόδων ορυχείου, εφόσον η πράξη συνοδεύεται από μεταβίβαση μιας οικονομικής μονάδας από τη μία εταιρία στην άλλη. Η έννοια της οικονομικής μονάδας αναφέρεται σε ένα οργανωμένο σύνολο προσώπων και στοιχείων που καθιστά δυνατή την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας και επιδιώκει ίδιο σκοπό.
Full & Egal Universal Law Academy