Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Εκτέλεση των οδηγιών - Μη αμφισβητούμενη παράβαση
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 169 (νυν άρθρο 226 ΕΚ)]
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-239/98,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την C. Tufvesson, νομικό σύμβουλο, και τον B. Mongin, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον C. Gσmez de la Cruz, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από την K. Rispal-Bellanger, υποδιευθύντρια στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τον C. Chavance, γραμματέα εξωτερικών υποθέσεων στην ίδια διεύθυνση, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Γαλλίας, 8 B, boulevard Joseph II,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας (και μη θέτοντας σε ισχύ) και μη κοινοποιώντας όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για την πλήρη συμμόρφωσή της προς την οδηγία 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής) (ΕΕ L 228, σ. 1), και προς την οδηγία 92/96/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Νοεμβρίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 79/267/ΕΟΚ και 90/619/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία σχετικά με την ασφάλεια ζωής) (ΕΕ L 360, σ. 1), και, ιδίως, μη μεταφέροντας στο εσωτερικό δίκαιο τις εν λόγω οδηγίες όσον αφορά τα ταμεία αλληλοασφαλίσεως που διέπονται από τον κώδικα αλληλοασφαλίσεως, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και τις εν λόγω οδηγίες,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. A. O. Edward, πρόεδρο τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida (εισηγητή), L. Sevσn, J.-P. Puissochet και P. Jann, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: S. Alber
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 7ης Ιουλίου 1999,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Σεπτεμβρίου 1999,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Ιουλίου 1998, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ), προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας (και μη θέτοντας σε ισχύ) και μη κοινοποιώντας όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για την πλήρη συμμόρφωσή της προς την οδηγία 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής) (ΕΕ L 228, σ. 1), και προς την οδηγία 92/96/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Νοεμβρίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 79/267/ΕΟΚ και 90/619/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία σχετικά με την ασφάλεια ζωής) (ΕΕ L 360, σ. 1), και, ιδίως, μη μεταφέροντας στο εσωτερικό δίκαιο τις εν λόγω οδηγίες όσον αφορά τα ταμεία αλληλοασφαλίσεως που διέπονται από τον κώδικα αλληλοασφαλίσεως, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και τις εν λόγω οδηγίες.
2 Όπως προκύπτει από την πρώτη αιτιολογική σκέψη τόσο της οδηγίας 92/49 όσο και της οδηγίας 92/96, αντικείμενο αμφοτέρων είναι η ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς στον τομέα της ασφαλίσεως όσον αφορά την ελευθερία εγκαταστάσεως και την παροχή υπηρεσιών, προκειμένου να διευκολύνεται, σε σχέση με τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους εντός της Κοινοτήτας, η ανάληψη δεσμεύσεων και η κάλυψη κινδύνων εντός της Κοινότητας.
3 Σύμφωνα με την πέμπτη αιτιολογική σκέψη τους, οι οδηγίες αυτές καθιερώνουν την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών και των συστημάτων προληπτικού ελέγχου επιτρέποντας τη χορήγηση ενιαίας άδειας, ισχύουσας σε ολόκληρη την Κοινότητα, και την εφαρμογή της αρχής του ελέγχου από το κράτος μέλος καταγωγής.
4 Σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας 92/49 [που έχει αντικαταστήσει το άρθρο 8 της πρώτης οδηγίας 73/239/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973 (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 157)]:
«1. Το κράτος μέλος καταγωγής απαιτεί από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ζητούν τη χορήγηση άδειας:
α) να υιοθετούν μία από τις ακόλουθες μορφές:
(...)
- όσον αφορά τη Γαλλική Δημοκρατία: sociιtι anonyme, sociιtι d'assurance mutuelle, institution de prevoyance rιgie par le code de la sιcurite sociale, institution de prιvoyance rιgie par le code rural καθώς και mutuelles rιgies par le code de la mutualitι».
5 Το άρθρο 5 της οδηγίας 92/96 [που έχει αντικαταστήσει το άρθρο 8 της πρώτης οδηγίας 79/267/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Μαρτίου 1979 (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/002, σ. 57)] περιλαμβάνει την ίδια διάταξη.
6 Σύμφωνα με τα άρθρα 57, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 92/49 και 51, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 92/96, τα κράτη μέλη θεσπίζουν, το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 1993, τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωσή τους προς τις οδηγίες 92/49 και 92/96 και τις θέτουν σε ισχύ το αργότερο την 1η Ιουλίου 1994. Ενημερώνουν, εν προκειμένω, αμέσως την Επιτροπή.
7 Με έγγραφο της 31ης Μαρτίου 1995, η Επιτροπή επέστησε την προσοχή των γαλλικών αρχών επί του γεγονότος ότι τόσο με τον νόμο 94/678, της 8ης Αυγούστου 1994, περί της πρόσθετης ασφαλιστικής καλύψεως των μισθωτών και περί μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο των οδηγιών 92/49 και 92/96 της 18ης Ιουνίου και της 10ης Νοεμβρίου 1992 του Συμβουλίου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (JORF της 10ης Αυγούστου 1994, αριθ. 184, σ. 11 655), όσο και με τον νόμο 94/679, της 8ης Αυγούστου 1994, περί διαφόρων διατάξεων οικονομικής και φορολογικής φύσεως (JORF της 10ης Αυγούστου 1994, αριθ. 184, σ. 11 668), δεν είχαν μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο οι οδηγίες 92/49 και 92/96 όσον αφορά τα ταμεία αλληλοασφαλίσεως που διέπονται από τον κώδικα αλληλοασφαλίσεως.
8 Απαντώντας στο έγγραφο αυτό, οι γαλλικές αρχές διασαφήνισαν, στις 8 Ιουνίου 1995, ότι επρόκειτο συντόμως να κατατεθεί στο γαλλικό Κοινοβούλιο σχέδιο νόμου για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των οδηγιών αυτών όσον αφορά τα ασφαλιστικά ταμεία που διέπονται από τον κώδικα αλληλοασφαλίσεως.
9 Δεδομένου ότι κανένα νομοθέτημα δεν είχε θεσπιστεί, η Επιτροπή, με έγγραφο οχλήσεως της 31ης Ιανουαρίου 1996, κάλεσε, σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 169 της Συνθήκης διαδικασία, τη Γαλλική Δημοκρατία να υποβάλει, εντός προθεσμίας δύο μηνών, τις παρατηρήσεις της σχετικά με τη μη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των οδηγιών 92/49 και 92/96 όσον αφορά το προμνημονευθέν σημείο.
10 Με την απάντησή τους της 2ας Ιουλίου 1996, οι γαλλικές αρχές διευκρίνισαν ότι η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των εν λόγω οδηγιών όσον αφορά τον κώδικα αλληλοασφαλίσεως βρισκόταν σε προπαρασκευαστικό στάδιο.
11 Στις 5 Μαρτίου 1997 η Επιτροπή απηύθυνε στη Γαλλική Δημοκρατία αιτιολογημένη γνώμη καλώντας την να λάβει, εντός προθεσμίας δύο μηνών, τα μέτρα που ήσαν αναγκαία για την πλήρη συμμόρφωσή της προς τις οδηγίες 92/49 και 92/96.
12 Στις 18 Νοεμβρίου 1997 οι γαλλικές αρχές, υπενθυμίζοντας, μεταξύ άλλων, τις αρχές που διέπουν το γαλλικό δίκαιο περί αλληλοασφαλίσεως, ανακοίνωσαν στην Επιτροπή σχέδιο μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο των οδηγιών 92/49 και 92/96, πράγμα που θα καθιστούσε δυνατή την εφαρμογή τους επί των αλληλοασφαλιζομένων ομάδων που εμπίπτουν στις διατάξεις του κώδικα περί αλληλοασφαλίσεως και, στις 3 Δεκεμβρίου 1997, την πληροφόρησαν ότι ανελάμβαναν τη δέσμευση να καταθέσουν, στις αρχές του 1998, σχέδιο νόμου περί καθορισμού των γενικών αρχών και προς μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο αυτών των δύο οδηγιών. Οι κανονιστικές διατάξεις σχετικά με τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των σχετικών με τεχνικές προδιαγραφές και προληπτικό έλεγχο κανόνων των οδηγιών 92/49 και 92/96 επρόκειτο να εξαγγελθούν πριν από τα τέλη του 1998.
13 Στις 11 Φεβρουαρίου 1998 οι γαλλικές αρχές εξέθεσαν στην Επιτροπή τις ιδιαιτερότητες της αλληλοασφαλίσεως και την ενημέρωσαν σχετικά με τους προσανατολισμούς τους για τη μεταφορά των οδηγιών 92/49 και 92/96 στον τομέα αυτόν.
14 Στις 11 Μαρτίου 1998 η Γαλλική Κυβέρνηση πληροφόρησε την Επιτροπή για τους νέους προσανατολισμούς της, σύμφωνα με τους οποίους θα γινόταν διάκριση, στο εσωτερικό δίκαιο, μεταξύ, αφενός, των δραστηριοτήτων αλληλοασφαλίσεως που ασκούνται υπό τη μορφή παροχών εις χρήμα ή εις είδος και που διέπονται από τους σχετικούς με τον προληπτικό έλεγχο κανόνες των οδηγιών 92/49 και 92/96 και, αφετέρου, των δραστηριοτήτων των ταμείων αλληλοασφαλίσεως που δεν αφορούν την ασφάλιση και που θα έπρεπε να ασκούνται από θυγατρικές.
15 Με έγγραφο της 6ης Μαου 1998, η Επιτροπή υπέμνησε στις γαλλικές αρχές ότι θεωρούσε ότι η ιδιαιτερότητα των γαλλικών ταμείων αλληλοασφαλίσεως μπορούσε να διασφαλιστεί με ταυτόχρονη εξασφάλιση της πλήρους εφαρμογής επ' αυτών των οδηγιών 92/49 και 92/96.
16 Στις 7 Ιουλίου 1998 η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
17 Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή διαπιστώνει, κατ' αρχάς, ότι η μεταφορά από τη Γαλλική Δημοκρατία στο εσωτερικό δίκαιο των οδηγιών 92/49 και 92/96 είναι ατελής εφόσον δεν καλύπτει τα ταμεία αλληλοασφαλίσεως που διέπονται από τον κώδικα αλληλοασφαλίσεως.
18 Στη συνέχεια, η Επιτροπή υπογραμμίζει, ιδίως, ότι η παράλειψη μιας τέτοιας μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο έχει ως συνέπεια το γεγονός ότι:
- τα γαλλικά ταμεία αλληλοασφαλίσεως δεν υπόκεινται στις επιταγές σχετικά με τον προληπτικό και οικονομικό έλεγχο των οδηγιών 92/49 και 92/96 (κατάλληλες τεχνικές προδιαγραφές, περιθώριο φερεγγυότητας)·
- η κυρίως ειπείν ασφαλιστική τους δραστηριότητα δεν έχει νομικώς διαχωριστεί από τις δραστηριότητες σχετικά με «κοινωνικού χαρακτήρα έργα» αναφορικά, μεταξύ άλλων, με τη φαρμακευτική, τα κέντρα διορθώσεως ανωμαλιών της οράσεως, τα κέντρα διακοπών και την εκμίσθωση αιθουσών για συνεδριάσεις, και τούτο κατά παράβαση της αρχής της ειδικεύσεως των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που έχει καθιερωθεί με τις οδηγίες 92/49 και 92/96, αρχής που επιβάλλει οι εμπορικές δραστηριότητες και τα κοινωνικά έργα των ταμείων αλληλοασφαλίσεως να μην πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της ίδιας νομικής οντότητας·
- το σύστημά τους μεταφοράς χαρτοφυλακίων δεν είναι σύμφωνο προς αυτό των οδηγιών 92/49 και 92/96·
- το σύστημα αντασφαλίσεως δεν είναι σύμφωνο προς τις επιταγές της Συνθήκης.
19 Με το υπόμνημά της αντικρούσεως, η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται, κατ' αρχάς, ότι, στο μέτρο που από το δικόγραφο της προσφυγής προκύπτει ότι η Επιτροπή έχει διευρύνει το αντικείμενο της διαφοράς, αφού καταλαμβάνει και το συμβιβαστό των μηχανισμών αντασφαλίσεως βάσει της εθνικής νομοθεσίας, που εφαρμόζεται επί των διεπομένων από τον κώδικα αλληλοασφαλίσεως ταμείων αλληλοασφαλίσεως, με το κοινοτικό δίκαιο [δηλαδή με την οδηγία 64/225/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1964, περί καταργήσεως των περιορισμών στο δικαίωμα εγκαταστάσεως και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα της αντασφαλίσεως και της αντεκχωρήσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 36)], και τούτο μολονότι η αιτίαση αυτή ουδόλως της προσαύθηκε κατά την προ της ασκήσεως ένδικης προσφυγής διαδικασία, η προσφυγή είναι απαράδεκτη.
20 Συναφώς, η Επιτροπή με το υπόμνημά της απαντήσεως ισχυρίστηκε και επαναβεβαίωσε κατά την προφορική διαδικασία ότι η αιτίαση που διατυπώθηκε με το έγγραφο οχλήσεως, την αιτιολογημένη γνώμη και το δικόγραφο της προσφυγής ουδέποτε μεταβλήθηκε και ότι τόσο ολόκληρη η προ της ασκήσεως ένδικης προσφυγής διαδικασία όσο και το περιλαμβάνον συγκεκριμένα αιτήματα μέρος του δικογράφου της προσφυγής έχουν πάντοτε σχέση με το γεγονός ότι η Γαλλική Δημοκρατία δεν θέσπισε ή, εν πάση περιπτώσει, δεν κοινοποίησε τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των οδηγιών 92/49 και 92/96 καθόσον αφορά τα ταμεία αλληλοασφαλίσεως που διέπονται από τον κώδικα αλληλοασφαλίσεως. Εξάλλου, κατά την προφορική διαδικασία, η Επιτροπή παραδέχθηκε ότι, αντίθετα προς ό,τι είχε, κακώς, ισχυριστεί με το δικόγραφο της προσφυγής, η μη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των οδηγιών 92/49 και 92/96 δεν έχει συνέπειες επί της αντασφαλίσεως, εφόσον οι κοινοτικές υποχρεώσεις που επιβάλλονται σχετικώς στα κράτη μέλη δεν απορρέουν από τις οδηγίες αυτές, αλλά από την οδηγία 64/225 την οποία η Επιτροπή ουδέποτε μνημόνευσε στο δικόγραφο της προσφυγής της.
21 Στη συνέχεια, η Γαλλική Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι το άρθρο 6 της οδηγίας 92/49 και το άρθρο 5 της οδηγίας 92/96 έχουν συμπεριλάβει στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής τους τα ταμεία αλληλοασφαλίσεως που διέπονται από τον κώδικα αλληλοασφαλίσεως και ότι οι σχετικές με τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο διατάξεις δεν έχουν, εν προκειμένω, καταστεί εφαρμόσιμες. Η ίδια κυβέρνηση προσθέτει ότι οι σχετικές με τη συμπερίληψη αυτή λεπτομέρειες συζητούνται ακόμη μεταξύ των γαλλικών αρχών και των αρχών των οικείων ταμείων αλληλοασφαλίσεως, εφόσον τα τελευταία θεωρούν ότι η εφαρμογή των οδηγιών 92/49 και 92/96 επί των δραστηριοτήτων τους θα διακύβευε την ιδιαιτερότητά τους ως ταμείων αλληλοασφαλίσεως. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Γαλλική Κυβέρνηση κατέθεσε στη δικογραφία έκθεση σχετικά με τα ταμεία αλληλοασφαλίσεως και το κοινοτικό δίκαιο, καταρτισθείσα τον Μάιο του 1999 κατ' εντολήν της κυβερνήσεως (Rapport Rocard), όπου υπογραμμιζόταν η ανάγκη μιας το ταχύτερο δυνατό μεταφοράς στο γαλλικό δίκαιο των οδηγιών 92/49 και 92/96.
22 Αρκεί να επισημανθεί ότι η Γαλλική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι δεν έχουν εισέτι θεσπιστεί οι διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των οδηγιών 92/49 και 92/96 καθόσον αφορά τα ταμεία αλληλοασφαλίσεως.
23 Υπό τις συνθήκες αυτές, η ασκηθείσα από την Επιτροπή προσφυγή κρίνεται βάσιμη.
24 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Γαλλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για την πλήρη συμμόρφωσή της προς τις οδηγίες 92/49 και 92/96 και, ιδίως, μη μεταφέροντας στο εσωτερικό δίκαιο τις εν λόγω οδηγίες όσον αφορά τα ταμεία αλληλοασφαλίσεως που διέπονται από τον κώδικα αλληλοασφαλίσεως, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις εν λόγω οδηγίες.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
25 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή έχει υποβάλει σχετικό αίτημα και η Γαλλική Δημοκρατία ηττήθηκε όσον αφορά την ουσία των ισχυρισμών της, πρέπει αυτή να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Γαλλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για την πλήρη συμμόρφωσή της προς την οδηγία 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής), και προς την οδηγία 92/96/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Νοεμβρίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 79/267/ΕΟΚ και 90/619/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία σχετικά με την ασφάλεια ζωής), και, ιδίως, μη μεταφέροντας στο εσωτερικό της δίκαιο τις εν λόγω οδηγίες όσον αφορά τα ταμεία αλληλοασφαλίσεως που διέπονται από τον κώδικα αλληλοασφαλίσεως, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις εν λόγω οδηγίες.
2) Καταδικάζει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy