Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
ροσφυγή λόγω παραβάσεως - Εξέταση του βασίμου από το Δικαστήριο - Κατάσταση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη - Κατάσταση κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 169 (νυν άρθρο 226 ΕΚ)]
Περίληψη
$$Στο πλαίσιο προσφυγής βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης (νυν άρθρου 226 ΕΚ), η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή έχει κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη, οι δε μεταβολές που επέρχονται στη συνέχεια δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο.
( βλ. σκέψη 25 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-261/98,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον F. de Sousa Fialho, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον C. Gómez de la Cruz, μέλος της ιδίας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
ορτογαλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον L. Fernandes, διευθυντή της νομικής υπηρεσίας της γενικής διευθύνσεως Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων του Υπουργείου Εξωτερικών, τη Μ. Telles Romãο, νομικό της ιδίας υπηρεσίας, και τον J. Lopes Fernandes, διευθυντή του νομικού γραφείου του εθνικού ινστιτούτου ύδατος, 1, Rua da Cova da Moura, Λισαβόνα,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να διαπιστωθεί ότι η ορτογαλική Δημοκρατία, παραλείποντας να καταρτίσει και/ή να ανακοινώσει περιληπτικώς τα προγράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως, τα οποία περιλαμβάνουν ποιοτικούς στόχους, και τα αντίστοιχα αποτελέσματα όσον αφορά τις 99 πρωτεύουσες ουσίες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο ΙΙ του παραρτήματος της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μα_ου 1976, περί της ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 138), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 7 της οδηγίας 76/464 και το άρθρο 189, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 249, παράγραφος 3, ΕΚ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Schintgen, πρόεδρο τμήματος, G. Hirsch και Β. Σκουρή (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Saggio
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 9ης Μαρτίου 2000,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Ιουλίου 1998, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ), προσφυγή με την οποία ζητεί να διαπιστωθεί ότι η ορτογαλική Δημοκρατία, παραλείποντας να καταρτίσει και/ή να ανακοινώσει περιληπτικώς τα προγράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως, τα οποία περιλαμβάνουν ποιοτικούς στόχους, και τα αντίστοιχα αποτελέσματα όσον αφορά τις 99 πρωτεύουσες ουσίες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο ΙΙ του παραρτήματος της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μα_ου 1976, περί της ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 138, στο εξής: οδηγία), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 7 της οδηγίας και το άρθρο 189, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 249, παράγραφος 3, ΕΚ).
Το κανονιστικό πλαίσιο
2 Σύμφωνα με την πρώτη αιτιολογική σκέψη της, η οδηγία έχει αντικείμενο την προστασία του υδάτινου περιβάλλοντος της Κοινότητας από τη ρύπανση, ιδίως αυτή που προκαλείται από ορισμένες ανθεκτικές τοξικές και βιοσυσσωρεύσιμες ουσίες, οι οικογένειες και οι ομάδες των οποίων απαριθμούνται στο παράρτημά της.
3 ρος τούτο, η οδηγία διακρίνει μεταξύ δύο κατηγοριών επικινδύνων ουσιών, οι οποίες περιλαμβάνονται αντιστοίχως στον κατάλογο Ι και στον κατάλογο ΙΙ του εν λόγω παραρτήματος.
4 Ο κατάλογος Ι περιλαμβάνει τις ουσίες που είναι ιδιαίτερα επιβλαβείς για το υδάτινο περιβάλλον, λόγω της τοξικότητάς τους, της ανθεκτικότητάς τους στο περιβάλλον και της βιοσυσσωρεύσεώς τους στο περιβάλλον όπου εκχέονται.
5 Ο κατάλογος ΙΙ περιλαμβάνει, σύμφωνα με την πρώτη περίπτωση, τις ουσίες που αποτελούν μέρος των οικογενειών και ομάδων ουσιών που απαριθμούνται στον κατάλογο Ι, για τις οποίες όμως οι οριακές τιμές αποβολής του άρθρου 6 της οδηγίας δεν έχουν ακόμη καθοριστεί από το Συμβούλιο. Επί του παρόντος, οι ουσίες αυτές αποτελούν μέρος του καταλόγου ΙΙ, πρώτη περίπτωση, ενώ 99 ουσίες εμπίπτουν στον κατάλογο Ι (στο εξής: 99 πρωτεύουσες ουσίες).
6 εραιτέρω, ο κατάλογος ΙΙ περιλαμβάνει, σύμφωνα με τη δεύτερη περίπτωση, ορισμένες ουσίες των οποίων οι βλαβερές συνέπειες στο υδάτινο περιβάλλον μπορούν να περιοριστούν σε ορισμένη ζώνη και εξαρτώνται από τα χαρακτηριστικά των υδάτων αποδοχής και από την τοποθεσία τους.
7 Τα άρθρα 3 έως 6 της οδηγίας περιλαμβάνουν κανόνες σχετικά με τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο Ι. Οι κανόνες αυτοί εξαρτούν οποιαδήποτε απόρριψη των ουσιών αυτών από προηγούμενη άδεια καθορίζουσα τα πρότυπα αποβολής που δεν μπορούν να υπερβαίνουν ορισμένες οριακές τιμές, οι οποίες καθορίζονται από το Συμβούλιο το οποίο αποφαίνεται μετά από πρόταση της Επιτροπής.
8 Το άρθρο 7 της οδηγίας ορίζει:
«1. Για τη μείωση της ρυπάνσεως των υδάτων, που προβλέπονται στο άρθρο 1, από τις ουσίες του καταλόγου ΙΙ, τα κράτη μέλη καταρτίζουν προγράμματα για την πραγματοποίηση των οποίων εφαρμόζουν ιδίως τα μέσα που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3.
2. (...)
3. Τα προγράμματα που προβλέπονται στην παράγραφο 1, περιλαμβάνουν ποιοτικούς στόχους για τα ύδατα, οι οποίοι θεσπίζονται σύμφωνα με τις τυχόν οδηγίες του Συμβουλίου.
4. Τα προγράμματα δύνανται επίσης να περιλαμβάνουν ειδικές διατάξεις για τη σύνθεση και τη χρήση ουσιών ή ομάδων ουσιών καθώς και προϊόντων, λαμβάνουν δε υπόψη τις τελευταίες οικονομικώς εφικτές τεχνικές εξελίξεις.
5. Τα προγράμματα θέτουν τα χρονικά όρια πραγματοποιήσεώς τους.
6. Τα προγράμματα και τα αποτελέσματα της εφαρμογής τους ανακοινώνονται περιληπτικώς στην Επιτροπή.
7. Η Επιτροπή, μαζί με τα κράτη μέλη, οργανώνει συστηματικούς συγκριτικούς ελέγχους των προγραμμάτων για την εξασφάλιση επαρκούς συντονισμού κατά την πραγματοποίησή τους. Αν η Επιτροπή το κρίνει αναγκαίο, υποβάλλει για τον σκοπό αυτό στο Συμβούλιο προτάσεις επί του θέματος.»
9 Η οδηγία δεν προβλέπει καμία προθεσμία για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο. αρ' όλ' αυτά, το άρθρο 12, παράγραφος 2, προβλέπει ότι η Επιτροπή διαβιβάζει, αν είναι δυνατό εντός προθεσμίας 27 μηνών από της κοινοποιήσεως της οδηγίας, τις πρώτες προτάσεις που υποβλήθηκαν βάσει συγκριτικού ελέγχου των καταρτισθέντων από τα κράτη μέλη προγραμμάτων. Η Επιτροπή, θεωρώντας ότι τα κράτη μέλη δεν ήσαν ακόμα σε θέση να της προσκομίσουν χρήσιμα στοιχεία εντός της προθεσμίας αυτής, με έγγραφο της 3ης Νοεμβρίου 1976, τους προέτεινε την ημερομηνία της 15ης Σεπτεμβρίου 1981 για την κατάρτιση των προγραμμάτων και τη 15η Σεπτεμβρίου 1986 για τη θέση τους σε εφαρμογή.
10 Σύμφωνα με τα άρθρα 392 και 395 της πράξεως σχετικά με τις προϋποθέσεις προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της ορτογαλικής Δημοκρατίας και τις προσαρμογές των Συνθηκών (ΕΕ 1985, L 302, σ. 23), η οδηγία κατέστη υποχρεωτική για την ορτογαλική Δημοκρατία την 1η Ιανουαρίου 1986.
Ιστορικό της διαφοράς και η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
11 Με έγγραφα της 26ης Σεπτεμβρίου 1989 και της 4ης Απριλίου 1990, τα οποία απηύθυνε στην ορτογαλική Κυβέρνηση, η Επιτροπή ζήτησε συνοπτικές πληροφορίες περί των προγραμμάτων μειώσεως της ρυπάνσεως από τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο ΙΙ του παραρτήματος της οδηγίας.
12 Επειδή δεν δόθηκε απάντηση στα έγγραφα αυτά και η Επιτροπή δεν διέθετε άλλες πληροφορίες, με έγγραφο της 2ας Απριλίου 1991 προσήψε, σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 169 της Συνθήκης διαδικασία, στην ορτογαλική Δημοκρατία ότι δεν κατάρτισε προγράμματα με σκοπό τη μείωση της ρυπάνσεως που προκαλείται από τις 99 πρωτεύουσες ουσίες, οι οποίες αναφέρονται στο παράρτημα της επιστολής αυτής, και όχλησε τις πορτογαλικές αρχές να της υποβάλουν, εντός προθεσμίας ενός μήνα, τις παρατηρήσεις τους σχετικά με αυτές τις παραβάσεις του άρθρου 7 της οδηγίας.
13 Ως απάντηση, η ορτογαλική Κυβέρνηση διαβίβασε στις 25 Απριλίου 1991 στην Επιτροπή αντίγραφο της συμβάσεως που συνάφθηκε στις 20 Νοεμβρίου 1990 μεταξύ της γενικής διευθύνσεως ποιότητας του περιβάλλοντος και ιδιωτικής επιχειρήσεως, για την πραγματοποίηση σε εθνικό επίπεδο μελέτης περί των παραγομένων χημικών ουσιών, εισαγομένων ή εξαγομένων. Με πρόσθετη επιστολή της 25ης Ιουνίου 1992, η ορτογαλική Κυβέρνηση προσκόμισε έγγραφο με τίτλο «Levantamento nacional dos quantitativos de produçãο, importacãο e exportaçãο de produtos químicos» (εθνική μελέτη υπολογισμού των ποσοτήτων των παραγομένων χημικών ουσιών, εισαγομένων και εξαγομένων), παρουσιάζοντας τα αποτελέσματα της μελέτης αυτής, καθώς και έγγραφο με τίτλο «Directiva 76/464/CEE - Programas de reduçãο de poluiçãο» (Οδηγία 76/464/EOK - ρογράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως), το οποίο υποτίθεται ότι συνόψιζε τα προγράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως που είχαν καταρτιστεί σύμφωνα με την οδηγία.
14 Η Επιτροπή, κρίνοντας ότι η απάντηση της ορτογαλικής Κυβερνήσεως δεν ήταν ικανοποιητική, απηύθυνε στις 25 Μα_ου 1993 στην ορτογαλική Δημοκρατία αιτιολογημένη γνώμη καλώντας τη να λάβει τα μέτρα που είναι αναγκαία για να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία εντός δίμηνης προθεσμίας από της κοινοποιήσεως της αιτιολογημένης αυτής γνώμης.
15 Με επιστολή της 9ης Ιουνίου 1993, η ορτογαλική Κυβέρνηση απάντησε σ' αυτήν την αιτιολογημένη γνώμη υποβάλλοντας, μεταξύ άλλων, έγγραφο με τίτλο «Programas de reduçãο de poluiçãο» (ρογράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως), το οποίο περιελάμβανε νέο κατάλογο προγραμμάτων μειώσεως της ρυπάνσεως των υδάτων, τα οποία βρίσκονταν στο στάδιο καταρτίσεως ή σχεδιασμού. Με έγγραφα της 26ης Αυγούστου 1993, της 21ης Ιουνίου 1994, της 12ης Δεκεμβρίου 1994 και της 29ης Μα_ου 1995, εστάλησαν συμπληρωματικές απαντήσεις περιλαμβάνουσες, μεταξύ άλλων, πρόγραμμα σχετικά με την περιοχή της Alcanena και προκαταρκτική μελέτη του συστήματος επεξεργασίας και τελικού προορισμού των λυμάτων του Matosinhos. Εξάλλου, η ορτογαλική Κυβέρνηση ανήγγειλε μία μελέτη περί των επικινδύνων ουσιών που απορρίπτονται στην ορτογαλία καθώς και μελέτη με αντικείμενο τη συλλογή και ανάλυση των υφισταμένων στοιχείων περί της παρουσίας επικινδύνων ουσιών στο υδάτινο περιβάλλον.
16 Με έγγραφο της 30ής Μα_ου 1996, η ορτογαλική Κυβέρνηση ανήγγειλε την έναρξη ενός εξωτερικού διαγωνισμού με αντικείμενο μελέτη περί της μολύνσεως των υδάτων στην ορτογαλία από τα φυτοφάρμακα και άλλες επικίνδυνες ουσίες. Η ορτογαλική Κυβέρνηση διαβίβασε επίσης στην Επιτροπή έγγραφο με τίτλο «Implementaçãο do artigo 7ο da directiva 76/464/CEE - Ponto da situaçãο em Marçο 1996 - Relatório para a Comissãο europeia» (Εφαρμογή του άρθρου 7 της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ - Η κατάσταση ως είχε τον Μάρτιο 1996 - Έκθεση για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή,) που περιελάμβανε χρονοδιάγραμμα των πράξεων εφαρμογής του άρθρου 7 της οδηγίας, από το οποίο προέκυπτε ότι τα προς κατάρτιση προγράμματα μειώσεως θα ολοκληρώνονταν στο τέλος του 1997 για τα χρώμια, τέλος του 1998 για τα μέταλλα και τέλος του 2000 για τους «διάφορους βιομηχανικούς τομείς».
17 Τέλος, με έγγραφο της 5ης Δεκεμβρίου 1996, η ορτογαλική Κυβέρνηση διαβίβασε στην Επιτροπή πρόγραμμα ελέγχου της ρυπάνσεως της λεκάνης του rio Guadiana, το πρωτόκολλο συνεργασίας για τη μελέτη των υδάτινων πόρων του Alentejo, το υπόμνημα εξυγιάνσεως και αποφράξεως του rio Alviela, το πρόγραμμα ελέγχου των υπογείων υδάτων και την πρόταση αναδιαρθρώσεως του δικτύου εποπτείας των υδάτινων πόρων.
18 Η Επιτροπή, κρίνοντας ότι καμία από τις απαντήσεις αυτές δεν ήταν πλήρως ικανοποιητική, άσκησε την παρούσα προσφυγή.
Επί της ουσίας
19 Η Επιτροπή, αναλύοντας την παρούσα κατάσταση της ορτογαλίας όσον αφορά την πλήρωση των απορρεουσών από το άρθρο 7 της οδηγίας υποχρεώσεων, ισχυρίζεται ότι οι πορτογαλικές αρχές αποφάσισαν να εφαρμόσουν μια ενιαία στρατηγική ανά υδρογραφική ζώνη/λεκάνη και/ή συγκεκριμένο τομέα παρά μια στρατηγική ανά ουσία, όπως προβλέπει η οδηγία.
20 Σύμφωνα με την Επιτροπή, μετά τις έρευνες που πραγματοποίησαν, οι πορτογαλικές αρχές αναγνωρίζουν ότι υφίστανται πράγματι στην ορτογαλία 26 ουσίες, παραγόμενες επί τόπου ή εισαγόμενες, που περιλαμβάνονται στον κατάλογο των 99 πρωτευουσών ουσιών, στον οποίο αναφέρεται η αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής. άντως, το χρονοδιάγραμμα δράσεων μειώσεως της ρυπάνσεως, το οποίο εκπονήθηκε τον Μάρτιο του 1996 και περιλαμβάνεται στο έγγραφο «Εφαρμογή του άρθρου 7 της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ - Η κατάσταση ως είχε τον Μάρτιο 1996 - Έκθεση για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή», επιβεβαιώνει ότι ο καθορισμός των υφισταμένων επικινδύνων ουσιών στην ορτογαλία δεν έχει ολοκληρωθεί, ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν εκδοθεί τα σχέδια μειώσεως της ρυπάνσεως που έχει προκληθεί από τις 99 πρωτεύουσες ουσίες, ότι η ρύπανση αυτή προέρχεται από βιομηχανικούς τομείς ή διάφορες πηγές και ότι δεν έχουν ακόμη καθοριστεί όλοι οι ποιοτικοί στόχοι.
21 εραιτέρω, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, μεταξύ των 26 ουσιών η ύπαρξη των οποίων στην ορτογαλία επιβεβαιώθηκε από την ορτογαλική Κυβέρνηση, μόνον για 18 από αυτές έχουν καθοριστεί ποιοτικοί στόχοι. Για τις 18 αυτές ουσίες, δεν υφίστανται πληροφορίες ως προς τον καθορισμό προτύπων αποβολής. Εξάλλου, ορισμένα μέτρα μειώσεως της ρυπάνσεως, που βρίσκονται διάσπαρτα σε διάφορες επί εθελοντικής βάσεως συμφωνίες συναφθείσες μεταξύ των αρχών και των βιομηχανικών ενώσεων, δεν καθορίζουν περαιτέρω ποιοτικούς στόχους.
22 Τέλος, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα ελάχιστα προγράμματα που εκπόνησαν οι πορτογαλικές αρχές για ορισμένες υδρογραφικές λεκάνες/ζώνες είτε βρίσκονται στο στάδιο σχεδίου (Matosinhos), είτε δεν καθορίζουν ούτε ποιοτικούς στόχους (Alviela, Agueda) ούτε πρότυπα αποβολής (Alcanena), είτε ακόμα δεν αφορούν τις ουσίες που αποτελούν μέρος των 99 πρωτευουσών ουσιών. Επιπλέον, η εκτέλεση των προγραμμάτων αυτών ουδέποτε σχεδιάστηκε προσηκόντως.
23 Επομένως, η Επιτροπή καταλήγει ότι η ορτογαλική Δημοκρατία δεν κατάρτισε τα προγράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως των υδάτων τα οποία περιλαμβάνουν ποιοτικούς στόχους για τις 99 πρωτεύουσες ουσίες και, επικουρικώς, ότι δεν κοινοποίησε τα προγράμματα αυτά και τα αποτελέσματα της εφαρμογής τους στην Επιτροπή, παραβιάζοντας έτσι τις διατάξεις του άρθρου 7 της οδηγίας και μη τηρώντας ως εκ τούτου τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη.
24 Η ορτογαλική Κυβέρνηση, αναφερόμενη στα ήδη διαβιβασθέντα στην Επιτροπή στοιχεία κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασίας και στα διάφορα μέτρα που έχουν ληφθεί έκτοτε, δέχεται ότι οι πραγματοποιηθείσες προσπάθειες δεν είναι ακόμα επαρκείς για την πλήρη συμμόρφωση προς τις προβλεπόμενες στο άρθρο 7 της οδηγίας απαιτήσεις. άντως, η ορτογαλική Κυβέρνηση φρονεί ότι τα μέτρα αυτά αποδεικνύουν ότι η ορτογαλική Δημοκρατία κατέβαλε σοβαρές προσπάθειες για να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία και υπογραμμίζει ότι τα διάφορα μέτρα για τη θέση σε εφαρμογή της οδηγίας έχουν ληφθεί ή βρίσκονται στο στάδιο εκπονήσεως.
25 Υπενθυμίζεται, εκ προοιμίου, ότι, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή παρουσιάζεται κατά τη λήξη της προθεσμίας που έταξε η αιτιολογημένη γνώμη και οι μεταβολές που επέρχονται στη συνέχεια δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 17ης Σεπτεμβρίου 1996, C-289/94, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1996, σ. Ι-4405, σκέψη 20, και της 3ης Ιουλίου 1997, C-60/96, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1997, σ. Ι-3827, σκέψη 15).
26 Εν προκειμένω, η ταχθείσα με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμία έληξε στις 25 Ιουλίου 1993.
27 Από τον φάκελο της υποθέσεως προκύπτει ότι η ορτογαλική Κυβέρνηση διαβίβασε, πρώτον, στην Επιτροπή, στις 25 Ιουνίου 1992, τα αποτελέσματα μιας τεχνικής μελέτης περί των παραγομένων χημικών ουσιών, εισαγομένων ή εξαγομένων σε εθνικό επίπεδο. άντως, όπως αναγνωρίζει η ίδια η ορτογαλική Κυβέρνηση με το έγγραφο της 25ης Ιουνίου 1992, η μελέτη αυτή αποτελεί απλώς προπαρασκευαστική πράξη γενικού χαρακτήρα. Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πρόγραμμα υπό την έννοια του άρθρου 7 της οδηγίας.
28 Δεύτερον, όσον αφορά το έγγραφο με τίτλο «Οδηγία 76/464/ΕΟΚ - ρογράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως», επίσης διαβιβασθέν στις υπηρεσίες της Επιτροπής στις 25 Ιουνίου 1992, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφοι 3 και 5, της οδηγίας, τα αναφερόμενα προγράμματα, αφενός, περιλαμβάνουν ποιοτικούς στόχους για τα ύδατα, αφετέρου, καθορίζουν προθεσμίες για τη θέση τους σε εφαρμογή.
29 άντως, διαπιστώνεται ότι τα πέντε προγράμματα που περιλαμβάνει το έγγραφο αυτό, εκτός από το ότι αφορούν μόνον ορισμένες περιοχές, περιγράφουν πολύ γενικά τα σχέδια που πρέπει να ολοκληρωθούν, χωρίς να παρέχουν καμία ένδειξη ούτε ως προς τους επιδιωκόμενους ποιοτικούς στόχους ως προς τις ουσίες που αφορά η πρώτη περίπτωση του καταλόγου ΙΙ ούτε ως προς τις προθεσμίες θέσεως σε εφαρμογή των σχεδίων αυτών.
30 Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ούτε το έγγραφο αυτό συνιστά πρόγραμμα υπό την έννοια του άρθρου 7 της οδηγίας.
31 Τρίτον, το αυτό ισχύει για το έγγραφο με τίτλο «ρογράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως» που διαβιβάστηκε στην Επιτροπή στις 9 Ιουνίου 1993. Συγκεκριμένα, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 16 των προτάσεών του, το έγγραφο αυτό είναι ένας απλός κατάλογος, που αναφέρει μόνον τον τίτλο, την υδρογραφική λεκάνη αναφοράς, την ενδιαφερόμενη κοινότητα και τον υπολογισμό των δαπανών των σχεδίων, χωρίς να αναφέρει τίποτα για το περιεχόμενό τους, τους στόχους τους και τη διάρκειά τους.
32 Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι, ακόμα και αν υποτεθεί ότι έχουν πράγματι ληφθεί τα μέτρα που κοινοποίησε η ορτογαλική Κυβέρνηση στην Επιτροπή μετά την πάροδο της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, η ίδια η ορτογαλική Κυβέρνηση αναγνωρίζει με το υπόμνημα αντικρούσεως ότι οι πραγματοποιηθείσες προσπάθειες δεν είναι ακόμα επαρκείς για την πλήρη συμμόρφωση προς τις προβλεπόμενες στο άρθρο 7 της οδηγίας απαιτήσεις.
33 Συνεπώς, κρίνεται ότι η ορτογαλική Δημοκρατία, παραλείποντας να καταρτίσει τα προγράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως των υδάτων, τα οποία περιλαμβάνουν ποιοτικούς στόχους για τη μείωση της ρυπάνσεως από τις ουσίες που εμπίπτουν στην πρώτη περίπτωση του καταλόγου ΙΙ του παραρτήματος της οδηγίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 7 της εν λόγω οδηγίας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
34 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή διατύπωσε σχετικό αίτημα και η ορτογαλική Δημοκρατία ηττήθηκε, επιβάλλεται να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η ορτογαλική Δημοκρατία, παραλείποντας να καταρτίσει τα προγράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως των υδάτων, τα οποία περιλαμβάνουν ποιοτικούς στόχους για τη μείωση της ρυπάνσεως από τις ουσίες που εμπίπτουν στην πρώτη περίπτωση του καταλόγου ΙΙ του παραρτήματος της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μα_ου 1976, περί της ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 7 της εν λόγω οδηγίας.
2) Καταδικάζει την ορτογαλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy