Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Γεωργία - _Ομοιες νομοθεσίες - ροστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προελεύσεως των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων - Καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2081/92 - Νομοθεσία απαγορεύουσα τη χρήση γεωγραφικής ενδείξεως στην περίπτωση ελλείψεως σχέσεως μεταξύ των χαρακτηριστικών του προϊόντος της γεωγραφικής τους προελεύσεως - Αποκλείεται
(Κανονισμός του Συμβουλίου 2081/92, άρθρο 2 § 2, στοιχ. β_)
Περίληψη
$$Η εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως η οποία απαγορεύει την ενέχουσα κίνδυνο παραπλανήσεως χρήση μιας ενδείξεως γεωγραφικής προελεύσεως στην περίπτωση της οποίας δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ των χαρακτηριστικών του προϊόντος και της γεωγραφικής του προελεύσεως δεν αντιβαίνει προς τον κανονισμό 2081/92, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων.
ράγματι, κατά το άρθρο του 2, παράγραφος 2, στοιχείο β_, ο κανονισμός 2081/92 δεν αφορά παρά μόνον τις γεωγραφικές ενδείξεις στην περίπτωση των οποίων υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ, αφενός, συγκεκριμένης ποιότητας, της φήμης ή άλλου χαρακτηριστικού του προϊόντος και, αφετέρου, της συγκεκριμένης γεωγραφικής του προελεύσεως. Οι απλές ενδείξεις γεωγραφικής προελεύσεως στην περίπτωση των οποίων δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ των χαρακτηριστικών του προϊόντος και της γεωγραφικής του προελεύσεως, δεν εμπίπτουν στον ορισμό αυτό, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να τύχουν της προστασίας του κανονισμού 2081/92.
( βλ. σκέψεις 43-44, 54 και διατακ. )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-312/98,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesgerichtshof (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Schutzverband gegen Unwesen in der Wirtschaft eV
και
Warsteiner Brauerei Haus Cramer GmbH & Co. KG,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 2081/92 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουλίου 1992, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων (ΕΕ L 208, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodríguez Iglesias, ρόεδρο, C. Gulmann, A. La Pergola, Μ. Wathelet και Β. Σκουρή, προέδρους τμήματος, D. A. O. Edward, J.-P. Puissochet, P. Jann, L. Sevón, R. Schintgen (εισηγητή) και την F. Macken, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: H. A. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Schutzverband gegen Unwesen in der Wirtschaft eV, εκπροσωπούμενη από τον E. Μ. Gerstenberg, δικηγόρο Μονάχου,
- η Warsteiner Brauerei Haus Cramer Gmbh & Co. KG, εκπροσωπούμενη από τον W. Witz, δικηγόρο Mannheim,
- η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον W.-D. Plessing, Ministerialrat στο ομοσπονδιακό Yπουργείο Oικονομικών, και τον A. Dittrich, Ministerialrat στο ομοσπονδιακό Yπουργείο Δικαιοσύνης,
- η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Ι. Κ. Χαλκιά, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
- η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την K. Rispal-Bellanger, υποδιευθύντρια στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και την C. Vasak, αναπληρώτρια γραμματέα εξωτερικών υποθέσεων στην ίδια διεύθυνση,
- η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον καθηγητή U. Leanza, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Ι. Μ. Braguglia, avvocato dello Stato,
- η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την C. Pesendorfer, Oberrätin στην Καγκελαρία,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον J. L. Iglesias Buhigues, νομικό σύμβουλο, επικουρούμενο από τον B. Wägenbaur, δικηγόρο Βρυξελλών,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Schutzverband gegen Unwesen in der Wirtschaft eV, εκπροσωπούμενης από τον E. Μ. Gerstenberg και τον C. Eggers, δικηγόρο Φραγκφούρτης επί του Μάιν, της Warsteiner Brauerei Haus Cramer GmbH & Co. KG, εκπροσωπούμενης από τον W. Witz, της Γερμανικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον H. Heitland, Regierungsdirektor στο ομοσπονδιακό Yπουργείο Δικαιοσύνης, της Ελληνικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον Ι. Κ. Χαλκιά, της Ιταλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από την F. Quadri, avvocato dello Stato, και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον J. L. Iglesias Buhigues, επικουρούμενο από τον B. Wägenbaur, κατά τη συνεδρίαση της 22ας Μαρτίου 2000,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Μα_ου 2000,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 2ας Ιουλίου 1998, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 12 Αυγούστου 1998, το Bundesgerichtshof υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 2081/92 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουλίου 1992, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων (ΕΕ L 208, σ. 1).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Schutzverband gegen Unwesen in der Wirtschaft eV, ενώσεως για την καταπολέμηση του αθέμιτου ανταγωνισμού (στο εξής: Schutzverband), και της Warsteiner Brauerei Haus Cramer GmbH & Co. KG (στο εξής: Warsteiner Brauerei) σχετικά με τη χρήση από τη Warsteiner Brauerei της ονομασίας Warsteiner στις ετικέτες των φιαλών ορισμένων τύπων μπίρας που παρήγε σε ζυθοποιία ευρισκόμενη στο Paderborn, ήτοι σε απόσταση 40 χλμ. από την τοποθεσία Warstein.
Η εθνική ρύθμιση
3 Στη Γερμανία, το άρθρο 3 του Gesetz gegen den Unlauteren Wettbewerb (νόμου περί προστασίας από τον αθέμιτο ανταγωνισμό, στο εξής: UWG) της 7ης Ιουνίου 1909 ορίζει τα εξής:
«Κατά οποιουδήποτε χρησιμοποιούντος στις συναλλαγές, με ανταγωνιστικό σκοπό, παραπλανητικές ενδείξεις σχετικές (...) με την προέλευση (των προϊόντων) μπορεί να ασκηθεί αγωγή με αίτημα την παύση χρήσεως των ενδείξεων αυτών.»
4 Ο Gesetz über den Schutz von Marken und sonstigen Kennzeichen (νόμος για την προστασία των σημάτων και λοιπών σημείων, στο εξής: Markengesetz), της 25ης Οκτωβρίου 1994 (BGBl. 1994 Ι, σ. 3082), που άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1995, προβλέπει στο άρθρο 1, που επιγράφεται «ροστατευόμενα σήματα και άλλα σημεία» τα ακόλουθα:
«Δυνάμει του παρόντος νόμου προστατεύονται:
1. τα σήματα,
2. οι εμπορικές ονομασίες, τα διακριτικά σύμβολα και οι εταιρικές επωνυμίες,
3. οι ενδείξεις γεωγραφικής προελεύσεως.»
5 Οι ρυθμίσεις περί των ενδείξεων γεωγραφικής προελεύσεως περιέχονται στο έκτο μέρος του Markengesetz. Το μέρος αυτό περιλαμβάνει τρία τμήματα, εκ των οποίων το πρώτο (άρθρα 126 έως 129) αφορά την «προστασία των ενδείξεων γεωγραφικής προελεύσεως», το δε δεύτερο (άρθρα 130 έως 136) την «προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προελεύσεως υπό την έννοια του κανονισμού (ΕΟΚ) 2081/92».
6 Το άρθρο 126, παράγραφος 1, του Markengesetz, που επιγράφεται «Ονομασίες, ενδείξεις ή σημεία που προστατεύονται ως ενδείξεις γεωγραφικής προελεύσεως», προβλέπει τα εξής:
«Ως ενδείξεις γεωγραφικής προελεύσεως υπό την έννοια του παρόντος νόμου νοούνται τα τοπωνύμια, οι ονομασίες περιοχών, εδαφών ή χωρών, καθώς και οι λοιπές ενδείξεις ή τα λοιπά σημεία που χρησιμοποιούνται στις συναλλαγές για τον προσδιορισμό της γεωγραφικής προελεύσεως προϊόντων ή υπηρεσιών.»
7 Η παράγραφος 2 της ιδίας διατάξεως διευκρινίζει ότι «οι ονομασίες, οι ενδείξεις ή τα σημεία υπό την έννοια της παραγράφου 1 δεν μπορούν να τύχουν προστασίας ως ενδείξεις γεωγραφικής προελεύσεως εφόσον πρόκειται για κοινές ονομασίες».
8 Το άρθρο 127 του Markengesetz, που επιγράφεται «εριεχόμενο της προστασίας», προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Οι ενδείξεις γεωγραφικής προελεύσεως δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται στις συναλλαγές για προϊόντα ή υπηρεσίες που δεν προέρχονται από την τοποθεσία, την περιοχή, το έδαφος ή τη χώρα την οποία προσδιορίζουν, εφόσον η χρήση τέτοιων ονομασιών, ενδείξεων ή σημείων για προϊόντα ή υπηρεσίες άλλης προελεύσεως ενέχει κίνδυνο παραπλανήσεως όσον αφορά τη γεωγραφική προέλευση.
2. Εφόσον τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσδιορίζονται με ένδειξη γεωγραφικής προελεύσεως διαθέτουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ή ιδιαίτερη ποιότητα, η ένδειξη γεωγραφικής προελεύσεως δεν μπορεί να χρησιμοποιείται στις συναλλαγές για τα αντίστοιχα προϊόντα ή τις αντίστοιχες υπηρεσίες αυτής της προελεύσεως παρά μόνον εάν τα εν λόγω προϊόντα ή υπηρεσίες διαθέτουν αυτά τα χαρακτηριστικά ή αυτήν την ποιότητα.
3. Εφόσον μια ένδειξη γεωγραφικής προελεύσεως χαίρει ιδιαίτερης φήμης, δεν μπορεί να χρησιμοποιείται στις συναλλαγές για προϊόντα ή υπηρεσίες άλλης προελεύσεως, ακόμη κι αν δεν υφίσταται κίνδυνος παραπλανήσεως όσον αφορά τη γεωγραφική προέλευση, εφόσον η χρήση της για προϊόντα ή υπηρεσίες άλλης προελεύσεως μπορεί να συνιστά εκμετάλλευση κατά αθέμιτο τρόπο και χωρίς να υπάρχει δικαιολογητικός λόγος της φήμης ή του διακριτικού χαρακτήρα της ενδείξεως γεωγραφικής προελεύσεως ή να θίγει την εν λόγω φήμη ή τον διακριτικό χαρακτήρα.
(...)»
9 Κατά το άρθρο 128, παράγραφος 1, του Markengesetz:
«Κατά οποιουδήποτε χρησιμοποιούντος στις συναλλαγές ονομασίες, ενδείξεις ή σημεία κατά παράβαση του άρθρου 127 μπορεί να ασκηθεί αγωγή με αίτημα την παύση αυτής της χρήσεως από τα πρόσωπα που νομιμοποιούνται να προβάλλουν αξιώσεις δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, του νόμου περί προστασίας από τον αθέμιτο ανταγωνισμό [UWG]».
10 Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει, συναφώς, ότι το άρθρο 13, παράγραφος 2, του UWG αναφέρεται στους ανταγωνιστές, στις επαγγελματικές οργανώσεις, στις ενώσεις καταναλωτών και στα εμπορικά, βιομηχανικά και βιοτεχνικά επιμελητήρια.
11 Τα άρθρα 130 έως 136 του Markengesetz ορίζουν, μεταξύ άλλων, τη διαδικασία που πρέπει να εφαρμόζεται για την καταχώρηση των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προελεύσεως υπό την έννοια του κανονισμού 2081/92, τους τρόπους εποπτείας και ελέγχου που προβλέπουν οι διατάξεις του κανονισμού αυτού, τα υφιστάμενα στον τομέα αυτό ένδικα βοηθήματα και τις προθεσμίες για την άσκησή τους.
Η κοινοτική ρύθμιση
12 Ο κανονισμός 2081/92, που άρχισε να ισχύει στις 25 Ιουλίου 1993, υπενθυμίζει, στην πέμπτη αιτιολογική του σκέψη, «ότι τα γεωργικά προϊόντα και τα τρόφιμα υπόκεινται, όσον αφορά την επισήμανσή τους, στους γενικούς κανόνες που θεσπίζονται στην Κοινότητα και ιδίως βάσει της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 33)· ότι, δεδομένης της ιδιοτυπίας τους, πρέπει να θεσπιστούν συμπληρωματικές ειδικές διατάξεις για τα γεωργικά προϊόντα και τα τρόφιμα που προέρχονται από μια οριοθετημένη γεωγραφική περιοχή».
13 Επίσης, στην έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2081/92 διαπιστώνεται «ότι οι εθνικές πρακτικές στην εφαρμογή των ονομασιών προέλευσης και των γεωγραφικών ενδείξεων είναι προς το παρόν ανόμοιες· ότι είναι ανάγκη να προβλεφθεί κοινοτική θεώρηση· ότι, πράγματι, ένα πλαίσιο κοινοτικών κανόνων που θα περιλαμβάνει ένα καθεστώς προστασίας θα επιτρέψει στις γεωγραφικές ενδείξεις και στις ονομασίες προέλευσης να αναπτυχθούν λόγω του ότι το πλαίσιο αυτό θα εγγυάται, με μια πιο ενιαία θεώρηση, ίσους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των παραγωγών προϊόντων που δικαιούνται αυτών των ενδείξεων και θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη αξιοπιστία αυτών των προϊόντων στα μάτια των καταναλωτών».
14 Η ένατη και η δέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2081/92 έχουν ως εξής:
«Το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού περιορίζεται σε ορισμένα γεωργικά προϊόντα και τρόφιμα τα χαρακτηριστικά των οποίων συνδέονται με τη γεωγραφική τους καταγωγή· (...) ωστόσο, αυτό το πεδίο εφαρμογής θα μπορούσε, ενδεχομένως, να διευρυνθεί εν ανάγκη σε άλλα προϊόντα ή τρόφιμα·
(...) λαμβάνοντας υπόψη τις υπάρχουσες πρακτικές, πρέπει να οριστούν δύο διαφορετικά επίπεδα γεωγραφικής αναφοράς, δηλαδή, οι προστατευόμενες γεωγραφικές ενδείξεις και οι προστατευόμενες ονομασίες προέλευσης».
15 Στο άρθρο του 1, ο κανονισμός 2081/92 προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Ο παρών κανονισμός καθορίζει τους κανόνες προστασίας των ονομασιών προέλευσης και των γεωγραφικών ενδείξεων των προοριζομένων για ανθρώπινη κατανάλωση γεωργικών προϊόντων που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης και των τροφίμων που αναφέρονται στο παράρτημα Ι του παρόντος κανονισμού, καθώς και των γεωργικών προϊόντων που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ του παρόντος κανονισμού.
(...)
2. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται με την επιφύλαξη άλλων ειδικών κοινοτικών διατάξεων.
(...)»
16 Το παράρτημα Ι του εν λόγω κανονισμού, που επιγράφεται «Τρόφιμα που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1», αναφέρει την «Μπίρα» στην πρώτη περίπτωσή του.
17 Κατά το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 2081/92:
«1. Η κοινοτική προστασία των ονομασιών προέλευσης και των γεωγραφικών ενδείξεων των γεωργικών προϊόντων και τροφίμων επιτυγχάνεται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.
2. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοούνται ως:
α) "ονομασία προέλευσης": το όνομα μιας περιοχής, ενός συγκεκριμένου τόπου ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μιας χώρας, το οποίο χρησιμοποιείται στην περιγραφή ενός γεωργικού προϊόντος ή ενός τροφίμου:
- που κατάγεται από αυτή την περιοχή, το συγκεκριμένο τόπο ή τη χώρα αυτή
και
- του οποίου η ποιότητα ή τα χαρακτηριστικά οφείλονται κυρίως ή αποκλειστικά στο γεωγραφικό περιβάλλον, που περιλαμβάνει τους φυσικούς και ανθρώπινους παράγοντες, και του οποίου η παραγωγή, η μεταποίηση και η επεξεργασία λαμβάνουν χώρα στην οριοθετημένη γεωγραφική περιοχή·
β) "γεωγραφική ένδειξη": το όνομα μιας περιοχής, ενός συγκεκριμένου τόπου ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μιας χώρας, το οποίο χρησιμοποιείται στην περιγραφή ενός γεωργικού προϊόντος ή ενός τροφίμου:
- που κατάγεται από την περιοχή αυτή, το συγκεκριμένο τόπο ή τη χώρα αυτή
και
- του οποίου μια συγκεκριμένη ποιότητα, η φήμη ή άλλο χαρακτηριστικό μπορούν να αποδοθούν στη γεωγραφική αυτή καταγωγή και του οποίου η παραγωγή ή/και η μεταποίηση ή/και η επεξεργασία πραγματοποιούνται στην οριοθετημένη γεωγραφική περιοχή.»
18 Ο κανονισμός 2081/92 αναφέρει, στη δωδέκατη αιτιολογική του σκέψη, ότι, «για να δικαιούνται προστασίας σε κάθε κράτος μέλος, οι γεωγραφικές ενδείξεις και οι ονομασίες προέλευσης πρέπει να καταχωρούνται στο κοινοτικό επίπεδο· ότι η καταχώρηση σε ένα μητρώο επιτρέπει προσέτι να εξασφαλίζεται η ενημέρωση των επαγγελματιών και των καταναλωτών».
19 Τα άρθρα 5 έως 7 του κανονισμού 2081/92 καθιερώνουν τη διαδικασία καταχωρήσεως των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προελεύσεως που αναφέρονται στο άρθρο 2, η οποία είναι γνωστή ως «κανονική διαδικασία». Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 4, η αίτηση καταχωρήσεως απευθύνεται στο κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η οικεία γεωγραφική περιοχή. Κατά την παράγραφο 5 της διατάξεως αυτής, το κράτος μέλος ελέγχει αν η αίτηση είναι αιτιολογημένη και τη διαβιβάζει στην Επιτροπή.
20 Δεδομένου ότι για την εξέταση μιας αιτήσεως καταχωρήσεως εκ μέρους της Επιτροπής απαιτείται ορισμένος χρόνος και ότι, εν αναμονή της εκδόσεως αποφάσεως περί της καταχωρήσεως μιας ονομασίας, πρέπει να γίνεται δεκτή η εκ μέρους του κράτους μέλους παροχή προσωρινής εθνικής προστασίας, ο κανονισμός 2081/92 τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 535/97 του Συμβουλίου, της 17ης Μαρτίου 1997 (EE L 83, σ. 3), ο οποίος εισήγαγε στο άρθρο 5, παράγραφος 5, μετά το πρώτο εδάφιο, το ακόλουθο κείμενο:
«Το εν λόγω κράτος μέλος μπορεί στο εθνικό επίπεδο να χορηγήσει στη διαβιβαζόμενη ονομασία προστασία κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού καθώς και, ενδεχομένως, περίοδο προσαρμογής μόνον προσωρινά από την ημερομηνία διαβίβασης· (...)
Η προσωρινή εθνική προστασία τερματίζεται από την ημερομηνία κατά την οποία λαμβάνεται απόφαση καταχώρησης δυνάμει του παρόντος κανονισμού. (...)
Οι συνέπειες μιας παρόμοιας εθνικής προστασίας, αν η ονομασία δεν καταχωρηθεί κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού, αποτελούν αποκλειστική ευθύνη του οικείου κράτους μέλους.
Τα μέτρα που λαμβάνονται από τα κράτη μέλη δυνάμει του δευτέρου εδαφίου παράγουν αποτελέσματα μόνο στο εθνικό επίπεδο και δεν επηρεάζουν τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές.»
21 Το άρθρο 17 του κανονισμού 2081/92 καθιερώνει μια απλοποιημένη διαδικασία καταχωρήσεως, η οποία εφαρμόζεται στην καταχώρηση των ονομασιών που υφίστανται ήδη κατά την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του κανονισμού. Το άρθρο αυτό προβλέπει τα εξής:
«1. Εντός προθεσμίας έξι μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή ποιες από τις νομίμως προστατευόμενες ονομασίες τους ή, στα κράτη μέλη που δεν υπάρχει σύστημα προστασίας, ποιες από τις ονομασίες που έχουν καθιερωθεί με τη χρήση επιθυμούν να καταχωρήσουν δυνάμει του παρόντος κανονισμού.
2. Η Επιτροπή καταχωρεί, με τη διαδικασία του άρθρου 15, τις ονομασίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 οι οποίες συμφωνούν με τα άρθρα 2 και 4. Το άρθρο 7 δεν εφαρμόζεται. Ωστόσο, οι κοινές ονομασίες δεν καταχωρούνται.
3. Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν την εθνική προστασία των ονομασιών που ανακοινώνονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 μέχρι την ημερομηνία που θα ληφθεί απόφαση για την καταχώρηση.»
22 Κατά το άρθρο 8 του κανονισμού 2081/92, «οι ενδείξεις "Ο", "ΓΕ" ή οι ισοδύναμες παραδοσιακές εθνικές ενδείξεις δεν μπορούν να αναγράφονται παρά μόνο στα γεωργικά προϊόντα και τα τρόφιμα που συμφωνούν με τον παρόντα κανονισμό».
23 Κατά το άρθρο 13 του κανονισμού 2081/92:
«1. Οι καταχωρημένες ονομασίες προέλευσης προστατεύονται από:
α) οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση εμπορική χρήση μιας καταχωρημένης ονομασίας για προϊόντα που δεν καλύπτονται από την καταχώρηση, εφόσον τα προϊόντα αυτά είναι συγκρίσιμα με τα προϊόντα που έχουν καταχωρηθεί με την ονομασία αυτή ή εφόσον η χρήση αυτή αποτελεί εκμετάλλευση της φήμης της προστατευόμενης ονομασίας·
β) κάθε αντιποίηση, απομίμηση ή υπαινιγμό, ακόμη και αν αναφέρεται η πραγματική καταγωγή του προϊόντος ή αν η προστατευόμενη ονομασία χρησιμοποιείται σε μετάφραση ή συνοδεύεται από εκφράσεις όπως: "είδος", "τύπος", "μέθοδος", "τρόπος", "απομίμηση" ή παρόμοιες·
γ) οποιαδήποτε άλλη ψευδή ή απατηλή ένδειξη τόσο όσον αφορά την προέλευση, την καταγωγή, τη φύση ή τις ουσιαστικές ιδιότητες του προϊόντος, αναγραφόμενη στη συσκευασία ή το περιτύλιγμα, στο διαφημιστικό υλικό ή σε έγγραφα που αφορούν το συγκεκριμένο προϊόν, καθώς και τη χρησιμοποίηση για τη συσκευασία του προϊόντος δοχείου που μπορεί να οδηγήσει σε εσφαλμένη εντύπωση ως προς την καταγωγή του·
δ) οποιαδήποτε άλλη πρακτική ικανή να παραπλανήσει το κοινό όσον αφορά την πραγματική καταγωγή του προϊόντος.
Όταν μια καταχωρημένη ονομασία περιέχει την ονομασία ενός γεωργικού προϊόντος ή τροφίμου που θεωρείται κοινή, η χρήση αυτής της κοινής ονομασίας για το συγκεκριμένο γεωργικό προϊόν ή τρόφιμο δεν θεωρείται ότι αντιτίθεται στα στοιχεία α_ ή β_ του πρώτου εδαφίου.
2. Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρήσουν τα εθνικά μέτρα τα οποία επιτρέπουν τη χρησιμοποίηση των εκφράσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, στοιχείο β_, κατ' ανώτατο όριο για μια πενταετία μετά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος κανονισμού, εφόσον:
- τα προϊόντα είχαν [διατεθεί στο εμπόριο] νόμιμα, με τη χρησιμοποίηση αυτής της έκφρασης, επί πέντε τουλάχιστον έτη πριν από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος κανονισμού,
- από τη σήμανση προκύπτει σαφώς η πραγματική καταγωγή του προϊόντος.
Εντούτοις, η εξαίρεση αυτή δεν μπορεί να οδηγήσει στην ελεύθερη εμπορία των προϊόντων στο έδαφος κράτους μέλους στο οποίο έχουν απαγορευθεί οι εκφράσεις αυτές.
3. Οι προστατευόμενες ονομασίες δεν μπορούν να μεταπέσουν σε κοινές.»
24 ροκειμένου, μεταξύ άλλων, να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η πρώτη πρόταση περί καταχωρήσεως των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προελεύσεως, την οποία όφειλε να καταρτίσει η Επιτροπή κατ' εφαρμογήν του άρθρου 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 2081/92, υποβλήθηκε στο Συμβούλιο μόλις τον Μάρτιο του 1996, ενώ είχε παρέλθει το μεγαλύτερο μέρος της πενταετούς μεταβατικής περιόδου που προβλέπει το άρθρο 13, παράγραφος 2, του ιδίου κανονισμού, ο κανονισμός 535/97, που άρχισε να ισχύει στις 28 Μαρτίου 1997, αντικατέστησε την τελευταία αυτή παράγραφο με το ακόλουθο κείμενο:
«Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, στοιχεία α_ και β_, τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρήσουν εθνικά μέτρα που επιτρέπουν τη χρησιμοποίηση των ονομασιών που έχουν καταχωρηθεί δυνάμει του άρθρου 17 για μια πενταετία, κατ' ανώτατο όριο, από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της καταχωρήσεως, εφόσον:
- τα προϊόντα είχαν διατεθεί νομίμως με τις ονομασίες αυτές στο εμπόριο επί πενταετία τουλάχιστον, προ της δημοσιεύσεως του παρόντος κανονισμού,
- οι επιχειρήσεις εμπορεύονται νομίμως τα εν λόγω προϊόντα με συνεχή χρησιμοποίηση των ονομασιών κατά την περίοδο που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο,
- από τη σήμανση προκύπτει σαφώς η πραγματική καταγωγή του προϊόντος.
Εντούτοις, η παρέκκλιση αυτή δεν μπορεί να οδηγήσει στην ελεύθερη εμπορία των προϊόντων στο έδαφος κράτους μέλους στο οποίο οι ονομασίες αυτές έχουν απαγορευθεί.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
25 Η Warsteiner Brauerei εκμεταλλεύεται, από το 1753, μια ζυθοποιία εγκατεστημένη στο Warstein, που βρίσκεται στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία (Γερμανία). Είναι δικαιούχος του σήματος «Warsteiner» για την «μπίρα τύπου Pilsen», το οποίο καταχωρήθηκε στις 24 Οκτωβρίου 1990 στη Deutsche Patentamt (γερμανική υπηρεσία βιομηχανικής ιδιοκτησίας), βάσει του ότι είχε επικρατήσει στις συναλλαγές. Δεν αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων ότι μια μπίρα παραγόμενη στο Warstein δεν παρουσιάζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που μπορούν να αποδοθούν στην τοποθεσία αυτή και ότι η μπίρα που φέρει την ονομασία Warsteiner οφείλει τη φήμη της στην ποιότητα της μπίρας και στη διαφήμιση του σήματος Warsteiner.
26 Το φθινόπωρο του 1990, η Warsteiner Brauerei αγόρασε μια ζυθοποιία ευρισκόμενη στο Paderborn, σε απόσταση 40 χλμ. από το Warstein, στην οποία παρήγε μέχρι τα τέλη του 1991 μπίρα των τύπων «Light» και «Fresh». Οι ετικέτες που επικολλώνταν στην εμπρόσθια πλευρά των φιαλών αυτών των τύπων μπίρας περιείχαν, μεταξύ άλλων, τη μνεία «Warsteiner» ή «Marke Warsteiner» (σήμα Warsteiner). Στις ετικέτες που επικολλώνταν στην οπίσθια πλευρά αναφερόταν, μεταξύ άλλων, ότι οι οικείοι τύποι μπίρας παράγονταν και εμφιαλώνονταν «in unserer neuen Paderborner Brauerei» (στη νέα μας ζυθοποιία του Paderborn).
27 Δεδομένου ότι θεώρησε ότι οι εν λόγω ετικέτες ήσαν παραπλανητικές, η Schutzverband ενήγαγε τη Warsteiner Brauerei ενώπιον του Landgericht Mannheim (Γερμανία), με αίτημα να υποχρεωθεί η εναγόμενη, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 3 του UWG, να παύσει να χρησιμοποιεί την ένδειξη γεωγραφικής προελεύσεως Warsteiner για μπίρα παραγόμενη στο Paderborn.
28 Ενώπιον του Landgericht Mannheim, η Warsteiner Brauerei ισχυρίστηκε, ιδίως, ότι η ονομασία Warsteiner δεν περιείχε καμία νύξη περί γεωγραφικής προελεύσεως, καθόσον η τοποθεσία Warstein ήταν εν πολλοίς άγνωστη στο κοινό και καθόσον, εν πάση περιπτώσει, η φήμη της μπίρας που παρήγε δεν εξαρτώνταν από ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που μπορούν να αποδοθούν στην τοποθεσία αυτή. ροσέθεσε ότι πολλές άλλες μπίρες φέρουσες ονομασίες που παραπέμπουν σε γεωγραφική προέλευση δεν προέρχονται αποκλειστικά από τον αναφερόμενο τόπο.
29 Αφού διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης βάσει σφυγμομετρήσεως, το Landgericht Mannheim δέχθηκε την αγωγή επί παραλείψει που είχε ασκήσει η Schutzverband και, με απόφαση της 10ης Ιουνίου 1994, απαγόρευσε στη Warsteiner Brauerei να προσφέρει προς πώληση, να διανέμει και/ή να διαθέτει στο εμπόριο με τις επίμαχες ετικέτες τους παραγόμενους στη ζυθοποιία του Paderborn τύπους μπίρας.
30 Με απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1996, το Oberlandesgericht Karlsruhe (Γερμανία), δικάζοντας κατ' έφεση, εξαφάνισε την απόφαση του Landgericht Mannheim και απέρριψε την αγωγή της Schutzverband. ράγματι, αφού διέταξε τη διενέργεια συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης, το Oberlandesgericht Karlsruhe έκρινε ότι από τη σφυγμομέτρηση προέκυπτε ότι η επίμαχη ονομασία δεν παραπλανούσε ουσιωδώς, δηλαδή κατά τρόπο που να καθορίζει τη συμπεριφορά των καταναλωτών, σημαντικό ποσοστό των ερωτηθέντων. Διαπίστωσε ότι μόνον ένα ποσοστό 8 % των ερωτηθέντων καταναλωτών που καταναλώνουν μπίρα, έστω και περιστασιακά ή σπάνια, γνώριζαν την ύπαρξη μιας τοποθεσίας φέρουσας την ονομασία Warstein και απέδιδαν σημασία στην τοποθεσία αυτή.
31 Με την απόφασή του, το Oberlandesgericht Karlsruhe εξέτασε επίσης τους ισχυρισμούς που αντλούνταν από τον Markengesetz, που είχε τεθεί στο μεταξύ σε ισχύ, και, όπως προκύπτει από τις γραπτές παρατηρήσεις που υπέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου η Warsteiner Brauerei, ανέφερε συναφώς τα εξής:
«Ο προβαλλόμενος ισχυρισμός δεν μπορεί να βρεί έρεισμα ούτε στο άρθρο 128, παράγραφος 1, του Markengesetz, σε συνδυασμό με τα άρθρα 126 και 127 του ιδίου αυτού νόμου. Στο δίκαιο των σημάτων, η προστασία των ονομασιών γεωγραφικής προελεύσεως προϋποθέτει επίσης την ύπαρξη του στοιχείου της παραπλανήσεως (άρθρο 127, παράγραφος 1, του Markengesetz). Όπως συμβαίνει και στην περίπτωση του άρθρου 3 του UWG, αποφασιστικό κριτήριο αποτελεί η ύπαρξη παραπλανήσεως επηρεάζουσας την απόφαση περί αγοράς.»
32 Η διαφορά έφθασε τελικώς ενώπιον του Bundesgerichtshof, το οποίο, με τη διάταξή του περί παραπομπής, παρατηρεί κατ' αρχάς ότι κρίσιμες για τη νομική εκτίμηση της διαφοράς της κύριας δίκης είναι κυρίως οι διατάξεις του Markengesetz. Το δικαστήριο αυτό υπογραμμίζει ότι η προστασία των ενδείξεων γεωγραφικής προελεύσεως διευρύνθηκε με τη θέσπιση αυτής της νέας νομοθεσίας, που έχει τον χαρακτήρα lex specialis. Από τη φύση της, η προστασία αυτή εξακολουθεί να ανάγεται στο δίκαιο του ανταγωνισμού, πλην όμως η επίκληση διατάξεων όπως αυτές του άρθρου 3 του UWG δεν είναι πλέον δυνατή παρά μόνο συμπληρωματικά, για πραγματικά περιστατικά που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 126 επ. του Markengesetz. άντως, εφόσον η ονομασία δεν έχει προσδοθεί σε ορισμένο (αποκλειστικό) δικαιούχο, οι ενδείξεις γεωγραφικής προελεύσεως δεν συνιστούν ιδιαίτερο είδος πνευματικής ιδιοκτησίας.
33 Ακολούθως, το Bundesgerichtshof τονίζει ότι η προστασία των ανταγωνιστών αρκεί για να δικαιολογήσει την απαγόρευση επιθέσεως σε ένα προϊόν ανακριβών ενδείξεων όσον αφορά τη γεωγραφική του προέλευση, οπότε η προστασία των ενδείξεων γεωγραφικής προελεύσεως θα έπρεπε να διασφαλίζεται επίσης οσάκις η προέλευση του προϊόντος δεν ασκεί επιρροή επί της αποφάσεως του καταναλωτή περί αγοράς.
34 Κατά το Bundesgerichtshof, η προστασία των απλών ενδείξεων γεωγραφικής προελεύσεως που προβλέπει το άρθρο 127, παράγραφος 1, του Markengesetz δεν εξαρτάται από την προϋπόθεση να είναι οι οικείες ενδείξεις γνωστές στο κοινό, αυτές καθεαυτές, ήτοι, στη διαφορά της κύριας δίκης, ως αναφορά σε τοποθεσία που φέρει την ονομασία «Warstein», αλλά προϋποθέτει απλώς να μην αποκλείεται σαφώς, λόγω της ιδιομορφίας ή του ιδιαίτερου χαρακτήρα του προϊόντος, η δυνατότητα να θεωρηθεί η αναφερόμενη τοποθεσία ως τόπος παραγωγής. Η προστασία αυτή δεν εξαρτάται ούτε από την προϋπόθεση να δημιουργεί η ένδειξη αυτή στον καταναλωτή ορισμένη εντύπωση περί ποιότητας, αναγόμενη σε χαρακτηριστικά της περιοχής ή της τοποθεσίας. Επομένως, για την έκδοση αποφάσεως επί της διαφοράς της κύριας δίκης είναι άνευ σημασίας το ζήτημα αν ο καταναλωτής συνδέει με τον τόπο προελεύσεως της μπίρας συγκεκριμένες προσδοκίες όσον αφορά την ποιότητα ή αν η ονομασία «Warsteiner», ως ένδειξη προελεύσεως, έχει ή όχι σημασία για την απόφαση του καταναλωτή περί αγοράς.
35 Τέλος, το Bundesgerichtshof θεωρεί ότι ο κανονισμός 2081/92, ο οποίος, κατά το άρθρο του 2, παράγραφος 2, στοιχείο β_, δεν προστατεύει τις γεωγραφικές ενδείξεις για τα τρόφιμα παρά μόνον εφόσον μια συγκεκριμένη ποιότητα, η φήμη ή άλλο χαρακτηριστικό μπορούν να αποδοθούν στη γεωγραφική προέλευση, δεν αποκλείει, υπό κανονικές συνθήκες, την εθνική προστασία των απλών ενδείξεων γεωγραφικής προελεύσεως. Ωστόσο, το Bundesgerichtshof φρονεί ότι ούτε το Δικαστήριο, με την απόφασή του της 7ης Μα_ου 1997, C-321/94 έως C-324/94, Pistre κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. Ι-2343), ούτε η Επιτροπή, με τις γραπτές παρατηρήσεις που είχε υποβάλει σχετικά με την υπόθεση αυτή, έδωσαν σαφή και οριστική απάντηση στο ερώτημα αν η προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προελεύσεως που καθιερώνει ο κανονισμός 2081/92 αποκλείει κάθε ευρύτερη εθνική προστασία.
36 Κρίνοντας ότι, υπ' αυτές τις συνθήκες, η επίλυση της διαφοράς εξαρτώνταν από την ερμηνεία του κανονισμού 2081/92, το Bundesgerichtshof αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Avτιβαίνει προς τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 2081/92 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουλίου 1992, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων, η εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως η οποία απαγορεύει την παραπλανητική χρήση μιας απλής ενδείξεως γεωγραφικής προελεύσεως, ήτοι μιας ενδείξεως στην περίπτωση της οποίας δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ των χαρακτηριστικών του προϊόντος και της γεωγραφικής του προελεύσεως;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
37 Εκ προοιμίου, πρέπει να υπομνηστεί ότι η πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2081/92 διευκρινίζει ότι τα γεωργικά προϊόντα και τα τρόφιμα υπόκεινται, όσον αφορά την επισήμανσή τους, στους γενικούς κανόνες που θεσπίζονται στην Κοινότητα και ιδίως βάσει της οδηγίας 79/112.
38 ρέπει επίσης να τονιστεί ότι, με τις γραπτές της παρατηρήσεις, η Γερμανική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ρητά ότι τα άρθρα 126 επ. του Markengesetz σκοπούν, όπως, μεταξύ άλλων, και το άρθρο 3 του UWG, να διασφαλίσουν την ίδια προστασία του καταναλωτή έναντι παραπλανήσεων με εκείνη που παρέχει η οδηγία 79/112.
39 Ωστόσο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το εθνικό δικαστήριο δεν υπέβαλε στο Δικαστήριο ερώτημα προς ερμηνεία της οδηγίας αυτής, αλλά ότι το προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε αφορά αποκλειστικά τις διατάξεις του κανονισμού 2081/92.
40 Επομένως, υπό το φως της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας, το υποβληθέν ερώτημα πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά το ζήτημα αν η εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως που απαγορεύει την ενέχουσα κίνδυνο παραπλανήσεως χρήση μιας ενδείξεως γεωγραφικής προελεύσεως στην περίπτωση της οποίας δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ των χαρακτηριστικών του προϊόντος και της γεωγραφικής του προελεύσεως αντιβαίνει προς τον κανονισμό 2081/92.
41 Συναφώς, πρέπει, κατ' αρχάς, να υπομνηστεί ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, εφόσον δεν υπάρχει κοινή ρύθμιση της παραγωγής και της εμπορίας ενός προϊόντος, εναπόκειται, κατ' αρχήν, στα κράτη μέλη να ρυθμίσουν, το καθένα στο έδαφός του, ό,τι αφορά τη διάθεση στο εμπόριο του εν λόγω προϊόντος, συμπεριλαμβανομένης της ονομασίας και της επισημάνσεώς του, με την επιφύλαξη κάθε κοινοτικού μέτρου που λαμβάνεται με σκοπό την προσέγγιση των εθνικών νομοθεσιών στους τομείς αυτούς (απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1980, 27/80, Fietje, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 517, σκέψη 7).
42 Ακολούθως, πρέπει να τονιστεί ότι, κατά τα άρθρα του 1, παράγραφος 1, και 2, παράγραφοι 1 και 2, ο κανονισμός 2081/92 διέπει την κοινοτική προστασία των ονομασιών προελεύσεως και των γεωγραφικών ενδείξεων υπό την έννοια του εν λόγω κανονισμού.
43 Κατά το άρθρο του 2, παράγραφος 2, στοιχείο β_, ο κανονισμός 2081/92 δεν αφορά παρά μόνον τις γεωγραφικές ενδείξεις στην περίπτωση των οποίων υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ, αφενός, συγκεκριμένης ποιότητας, της φήμης ή άλλου χαρακτηριστικού του προϊόντος και, αφετέρου, της συγκεκριμένης γεωγραφικής του προελεύσεως (βλ., υπ' αυτήν την έννοια, προαναφερθείσα απόφαση Pistre κ.λπ., σκέψη 35).
44 Δεν αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων ότι οι απλές ενδείξεις γεωγραφικής προελεύσεως στην περίπτωση των οποίων, σύμφωνα με τη διατύπωση που χρησιμοποιεί το εθνικό δικαστήριο στο προδικαστικό του ερώτημα, δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ των χαρακτηριστικών του προϊόντος και της γεωγραφικής του προελεύσεως, δεν εμπίπτουν στον ορισμό αυτό, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να τύχουν της προστασίας του κανονισμού 2081/92.
45 Ωστόσο, από κανένα στοιχείο του κανονισμού 2081/92 δεν προκύπτει ότι τέτοιες ενδείξεις γεωγραφικής προελεύσεως δεν μπορούν να τύχουν προστασίας δυνάμει εθνικής ρυθμίσεως κράτους μέλους.
46 Αντιθέτως, από την ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2081/92 προκύπτει ρητά ότι το πεδίο εφαρμογής του περιορίζεται στις ονομασίες εκείνες στην περίπτωση των οποίων υπάρχει σχέση μεταξύ των χαρακτηριστικών του προϊόντος ή του τροφίμου και της γεωγραφικής τους προελεύσεως.
47 Επιπλέον, στις σκέψεις 39 και 40 της προαναφερθείσας αποφάσεως Pistre κ.λπ., το Δικαστήριο δέχθηκε ήδη ότι ο κανονισμός 2081/92 δεν απαγορεύει την εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως η οποία προστατεύει ονομασίες περιέχουσες συγκεκριμένες γεωγραφικές ενδείξεις, οι οποίες, εάν υπήρχε σχέση μεταξύ των χαρακτηριστικών των προϊόντων που υποδηλώνουν οι ονομασίες αυτές και της γεωγραφικής ζώνης στις οποίες αναφέρονται, θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο καταχωρήσεως δυνάμει του εν λόγω κανονισμού.
48 Η Warsteiner Brauerei και η Ελληνική Κυβέρνηση αντιτάσσουν ότι το γεγονός ότι επιτρέπεται η διατήρηση σε ισχύ, παράλληλα με τον κανονισμό 2081/92, εθνικών κανόνων περί προστασίας των γεωγραφικών ενδείξεων οι οποίες δεν πληρούν τις προϋποθέσεις προστασίας που ορίζει ο κανονισμός αντιβαίνει προς τον ίδιο τον σκοπό του κανονισμού αυτού, ο οποίος, όπως προκύπτει ιδίως από την έβδομη αιτιολογική του σκέψη, έγκειται στη θέσπιση ενός κοινοτικού συστήματος προστασίας των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προελεύσεως διά της αντικαταστάσεως των ανόμοιων εθνικών πρακτικών στον τομέα αυτό από ένα πλαίσιο κοινοτικών κανόνων και μια πιο ενιαία θεώρηση. Κατά την Ελληνική Κυβέρνηση, η διατήρηση σε ισχύ τέτοιων εθνικών κανόνων αναιρεί κατ' ουσίαν το κοινοτικό σύστημα καταχωρήσεως που θέσπισε ο κανονισμός 2081/92, καθόσον επιτρέπει την προστασία γεωγραφικών ενδείξεων χωρίς να τηρούνται οι αυστηροί διαδικαστικοί κανόνες και οι αυστηρές ουσιαστικές προϋποθέσεις που ισχύουν για την καταχώρησή τους και, συνακόλουθα, για την προστασία τους δυνάμει του κανονισμού 2081/92.
49 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση, αφενός, ότι ο σκοπός που επιδιώκει ο κανονισμός 2081/92 δεν αναιρείται από την εφαρμογή, παράλληλα με τον εν λόγω κανονισμό, εθνικών κανόνων προστασίας ενδείξεων γεωγραφικής προελεύσεως που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του.
50 Αφετέρου, ο κανονισμός 2081/92 έχει ως σκοπό την εξασφάλιση ομοιόμορφης προστασίας εντός της Κοινότητας των γεωγραφικών ενδείξεων τις οποίες αφορά και έχει καθιερώσει την υποχρέωση κοινοτικής καταχωρήσεώς τους, ώστε να μπορούν να προστατεύονται εντός κάθε κράτους μέλους (βλ., υπ' αυτήν την έννοια, απόφαση της 9ης Ιουνίου 1998, C-129/97 και C-130/97, Chiciak και Fol, Συλλογή 1998, σ. Ι-3315, σκέψεις 25 και 26), ενώ η εθνική προστασία που θα παρείχε ένα κράτος μέλος σε γεωγραφικές ονομασίες που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις καταχωρήσεως δυνάμει του κανονισμού 2081/92 διέπεται από το εθνικό δίκαιο αυτού του κράτους μέλους και περιορίζεται στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους.
51 Η Warsteiner Brauerei και η Ελληνική Κυβέρνηση τονίζουν επίσης ότι το άρθρο 17, παράγραφος 3, του κανονισμού 2081/92 καθώς και το άρθρο 5, παράγραφος 5, αυτού, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 535/97, δεν επιτρέπουν στα κράτη μέλη να διατηρούν σε ισχύ ή να παρέχουν εθνική προστασία σε ονομασίες που έχουν ανακοινωθεί ή διαβιβασθεί στην Επιτροπή με σκοπό την καταχώρησή τους στο πλαίσιο, αντιστοίχως, της απλοποιημένης ή της κανονικής διαδικασίας παρά μόνον προσωρινά, μέχρι την ημερομηνία εκδόσεως αποφάσεως περί της καταχωρήσεώς τους. Εντεύθεν συνάγουν ότι δεν μπορούν πλέον να προστατεύονται ούτε οι ονομασίες που έχουν ανακοινωθεί ή διαβιβασθεί κατ' εφαρμογήν, αντιστοίχως, των άρθρων 17, παράγραφος 1, και 5, παράγραφος 5, του κανονισμού 2081/92 και οι οποίες δεν πληρούν τις προϋποθέσεις προστασίας του εν λόγω κανονισμού ούτε, πολλώ μάλλον, εκείνες που δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο καμίας ανακοινώσεως ή διαβιβάσεως.
52 Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση, αφενός, ότι το άρθρο 17, παράγραφος 3, του κανονισμού 2081/92 εφαρμόζεται μόνο στις ονομασίες οι οποίες υφίστανται ήδη κατά την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του κανονισμού και έχουν ανακοινωθεί από τα κράτη μέλη στην Επιτροπή με σκοπό την καταχώρησή τους και την προστασία τους σε κοινοτικό επίπεδο. Η διάταξη αυτή σκοπεί έτσι να διασφαλίσει ότι, διά της κινήσεως της διαδικασίας καταχωρήσεως και εν αναμονή της εκδόσεως αποφάσεως για τον τερματισμό της, οι ονομασίες αυτές δεν χάνουν την εθνική προστασία της οποίας ετύγχαναν και ουδόλως σκοπεί να ρυθμίσει την τύχη των υφισταμένων ονομασιών των οποίων η καταχώρηση δεν ζητείται από κανένα κράτος μέλος.
53 Αφετέρου, από το άρθρο 5, παράγραφος 5, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2081/92, όπως εισήχθη με τον κανονισμό 535/97, προκύπτει ρητά ότι η προσωρινή προστασία που μπορούν να παρέχουν τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, σε ονομασία της οποίας έχει ζητηθεί η καταχώρηση βάσει της κανονικής διαδικασίας είναι μια προστασία «κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού», η οποία πάντως περιορίζεται στο εθνικό έδαφος, όπως διευκρινίζει το άρθρο 5, παράγραφος 5, πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 2081/92, όπως εισήχθη με τον κανονισμό 535/97. Επομένως, η διάταξη αυτή δεν έχει σχέση με το ζήτημα αν τα κράτη μέλη μπορούν να παρέχουν, εντός των οικείων εθνικών εδαφών τους, προστασία σύμφωνα με τα εθνικά τους δίκαια σε γεωγραφικές ονομασίες των οποίων δεν ζητούν την καταχώρηση δυνάμει του κανονισμού 2081/92 ή οι οποίες δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για να τύχουν της προστασίας που προβλέπει ο κανονισμός αυτός.
54 Επομένως, ενόψει των προεκτεθέντων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως η οποία απαγορεύει την ενέχουσα κίνδυνο παραπλανήσεως χρήση μιας ενδείξεως γεωγραφικής προελεύσεως στην περίπτωση της οποίας δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ των χαρακτηριστικών του προϊόντος και της γεωγραφικής του προελεύσεως δεν αντιβαίνει προς τον κανονισμό 2081/92.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
55 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γερμανική, η Ελληνική, η Γαλλική, η Ιταλική και η Αυστριακή Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε, με διάταξη της 2ας Ιουλίου 1998 το Bundesgerichtshof, αποφαίνεται:
Η εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως η οποία απαγορεύει την ενέχουσα κίνδυνο παραπλανήσεως χρήση μιας ενδείξεως γεωγραφικής προελεύσεως στην περίπτωση της οποίας δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ των χαρακτηριστικών του προϊόντος και της γεωγραφικής του προελεύσεως δεν αντιβαίνει προς τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2081/92 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουλίου 1992, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων.
Full & Egal Universal Law Academy