Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. ροσέγγιση των νομοθεσιών Διαδικασία πληροφορήσεως στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών Οδηγία 83/189 Διαχρονική εφαρμογή
(Οδηγία 94/10 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου· οδηγία 83/189 του Συμβουλίου)
2. ροσέγγιση των νομοθεσιών Διαδικασία πληροφορήσεως στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών Τεχνικοί κανόνες κατά την οδηγία 83/189 Έννοια Εθνική κανονιστική ρύθμιση σχετική με τον καθορισμό της ημερομηνίας της πρώτης εγκρίσεως για τη θέση ενός οχήματος σε κυκλοφορία Δεν περιλαμβάνεται
(Οδηγία 83/189 του Συμβουλίου, άρθρο 1, σημ. 1 και 5)
3. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων οσοτικοί περιορισμοί Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος Εθνική κανονιστική ρύθμιση καθορίζουσα, για τα εισαγόμενα οχήματα, ως ημερομηνία πρώτης εγκρίσεως για τη θέση τους σε κυκλοφορία, την ημερομηνία χορηγήσεως του πιστοποιητικού ταξινομήσεώς τους υπό την προϋπόθεση ότι τα οχήματα δεν έχουν ταξινομηθεί για περισσότερες από δύο ημέρες εντός άλλου κράτους μέλους Δεν επιτρέπεται Δικαιολόγηση ροστασία της οδικής ασφάλειας ροστασία του περιβάλλοντος ροϋποθέσεις
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 30 (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 28 ΕΚ)]
Περίληψη
1. ροκειμένου να εκτιμηθεί αν μια εθνική κανονιστική ρύθμιση που εκδόθηκε μετά την έκδοση της οδηγίας 94/10, που τροποποιεί σημαντικά για δεύτερη φορά την οδηγία 83/189, αλλά πριν την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, συνιστά τεχνικό κανόνα που υπόκειται στην υποχρέωση κοινοποιήσεως που προβλέπει η οδηγία 83/189, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 88/182, πρέπει να μη ληφθούν υπόψη οι μεταγενέστερες τροποποιήσεις που επέφερε η οδηγία 94/10.
ράγματι, το αντικείμενο της οδηγίας 94/10 δεν είναι μόνον η διευκρίνιση των ορισμών που περιλαμβάνονταν στην οδηγία 83/189. Όπως προκύπτει από τον τίτλο, από τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη και από τις διατάξεις της οδηγίας 94/10, αυτή τροποποιεί ουσιωδώς το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 83/189.
( βλ. σκέψεις 31, 32, διατακτ. 1 )
2. Μια εθνική κανονιστική ρύθμιση σχετική με τον καθορισμό της ημερομηνίας της πρώτης εγκρίσεως για τη θέση ενός οχήματος σε κυκλοφορία δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 83/189, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 88/182.
ράγματι, κανόνες οι οποίοι αποσκοπούν στον καθορισμό της ημερομηνίας της πρώτης εγκρίσεως για τη θέση οχήματος σε κυκλοφορία, ενόψει της καταρτίσεως πιστοποιητικού ταξινομήσεως, δεν ορίζουν κανένα απαιτούμενο χαρακτηριστικό του προϊόντος αφεαυτού και δεν συνιστούν, κατά συνέπεια, τεχνικές προδιαγραφές υπό την έννοια της οδηγίας 83/189. Επομένως, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως τεχνικοί κανόνες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής.
( βλ. σκέψεις 37-40, διατακτ. 2 )
3. Συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών, υπό την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 28 ΕΚ), μια εθνική κανονιστική ρύθμιση κατά την οποία, για ένα εισαγόμενο όχημα, ο καθορισμός ως ημερομηνίας πρώτης εγκρίσεως για τη θέση του σε κυκλοφορία της ημερομηνίας χορηγήσεως του πιστοποιητικού ταξινομήσεώς του εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι το όχημα δεν έχει ταξινομηθεί για περισσότερες από δύο ημέρες εντός άλλου κράτους μέλους.
ράγματι, ακόμα και αν η κανονιστική απόφαση δεν προβαίνει, από τυπικής απόψεως, σε καμία διάκριση μεταξύ εξουσιοδοτημένων εισαγωγέων και παραλλήλων εισαγωγέων, δημιουργεί, στην πράξη, μειονέκτημα για τους παράλληλους εισαγωγείς, καθόσον αυτοί πρέπει να συμμορφωθούν προς επιταγές που είναι αυστηρές και των οποίων η τήρηση είναι δυσχερής προκειμένου να λάβουν πιστοποιητικά ταξινομήσεως που αναγράφουν ως ημερομηνία πρώτης εγκρίσεως για τη θέση του οχήματος σε κυκλοφορία την ημερομηνία της χορηγήσεως του πιστοποιητικού ταξινομήσεως. Η κανονιστική απόφαση δεν επηρεάζει έτσι κατά τον ίδιο τρόπο τη διάθεση στο εμπόριο, αφενός, των εισαγομένων οχημάτων από εξουσιοδοτημένους διανομείς και, αφετέρου, των οχημάτων που εισάγονται μέσω παραλλήλων οδών από μη εξουσιοδοτημένους διανομείς.
Μια κανονιστική απόφαση του περιεχομένου αυτού μπορεί, παρά τις περιοριστικές της συνέπειες για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, να δικαιολογείται από επιτακτικές απαιτήσεις όπως η οδική ασφάλεια και/ή η προστασία του περιβάλλοντος, εφόσον είναι δυνατόν να αποδειχθεί ότι ο περιορισμός που προκύπτει από αυτήν, αφενός, είναι αναγκαίος για την εξασφάλιση της οδικής ασφάλειας και/ή την προστασία του περιβάλλοντος και, αφετέρου, δεν είναι δυσανάλογος προς τους σκοπούς αυτούς, υπό την έννοια ιδίως ότι δεν είναι δυνατόν να ανευρεθούν άλλα, λιγότερο περιοριστικά, μέτρα.
( βλ. σκέψεις 46, 48, 60, διατακτ. 3-4 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-314/98,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Nederlandse Raad van State (Κάτω Χώρες) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Snellers Auto's BV
και
Algemeen Directeur van de Dienst Wegverkeer,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών (ΕΕ L 109, σ. 8), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 88/182/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1988 (ΕΕ L 81, σ. 75), και με την οδηγία 94/10/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Μαρτίου 1994, που τροποποιεί σημαντικά για δεύτερη φορά την οδηγία 83/189 (ΕΕ L 100, σ. 30), καθώς και των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Gulmann (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, J.-P. Puissochet και την F. Macken, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Léger
γραμματέας: H. A. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
η Snellers Auto's BV, εκπροσωπούμενη από τον W. B. J. van Overbeek, δικηγόρο Χάγης,
η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Μ. Α. Fierstra, προϊστάμενο της υπηρεσίας ευρωπαϊκού δικαίου στο Υπουργείο Εξωτερικών,
η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Devadder, γενικό σύμβουλο στη νομική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας με τις Αναπτυσσόμενες Χώρες,
η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις Κ. Rispal-Bellanger, υποδιευθύντρια της διευθύνσεως νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και R. Loosli-Surrans, chargé de mission στην ίδια διεύθυνση,
η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την C. Stix-Hackl, Gesandte στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εξωτερικών,
η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον J. E. Collins, Assistant Treasury Solicitor, επικουρούμενο από τον Μ. Hoskins, barrister,
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τους H. van Lier, νομικό σύμβουλο, και Μ. Shotter, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους αποσπασμένο στη Νομική Υπηρεσία, επικουρούμενους από τον Μ. van der Woude, δικηγόρο Βρυξελλών,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Snellers Auto's BV, της Ολλανδικής και της Γαλλικής Κυβερνήσεως καθώς και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 25ης Νοεμβρίου 1999,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 17ης Φεβρουαρίου 2000,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 10ης Αυγούστου 1998, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 14 Αυγούστου 1998, το Nederlandse Raad van State (Κάτω Χώρες) υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), έξι προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών (ΕΕ L 109, σ. 8), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 88/182/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1988 (ΕΕ L 81, σ. 75, στο εξής: οδηγία 83/189), και με την οδηγία 94/10/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Μαρτίου 1994, που τροποποιεί σημαντικά για δεύτερη φορά την οδηγία 83/189 (ΕΕ L 100, σ. 30), καθώς και των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Snellers Auto's BV (στο εξής: Snellers), με έδρα το Deurningen (Κάτω Χώρες), και του Algemeen Directeur van de Dienst Wegverkeer (γενικού διευθυντή του γραφείου οδικής κυκλοφορίας) σχετικά με τον προσδιορισμό της ημερομηνίας της πρώτης εγκρίσεως για τη θέση εισαγομένου οχήματος σε κυκλοφορία.
Το κοινοτικό δίκαιο
3 Δυνάμει του άρθρου 30 της Συνθήκης, απαγορεύονται μεταξύ των κρατών μελών οι ποσοτικοί περιορισμοί επί των εισαγωγών, καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος. Κατά το άρθρο 36 της Συνθήκης, επιτρέπονται οι απαγορεύσεις και οι περιορισμοί εισαγωγών μεταξύ των κρατών μελών που δικαιολογούνται από λόγους, μεταξύ άλλων, δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων, εφόσον δεν αποτελούν ούτε μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.
4 Σύμφωνα με το άρθρο 1, σημείο 5, της οδηγίας 83/189, ως «τεχνικός κανόνας» νοούνται «οι τεχνικές προδιαγραφές, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών διατάξεων που ισχύουν γι' αυτές, η τήρηση των οποίων είναι υποχρεωτική, de jure ή de facto, για την εμπορία ή χρησιμοποίηση σε κράτος μέλος ή σε μεγάλο τμήμα του κράτους αυτού, με εξαίρεση τις προδιαγραφές που ορίζονται από τις αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης».
5 Κατά το άρθρο 1, σημείο 1, της οδηγίας 83/189, ως «τεχνικές προδιαγραφές» νοούνται οι «προδιαγραφές που περιέχονται σε έγγραφο με το οποίο ορίζονται τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά ενός προϊόντος, όπως η ποιοτική στάθμη, η απόδοση, η ασφάλεια, οι διαστάσεις, καθώς και οι προδιαγραφές που ισχύουν για το προϊόν αυτό όσον αφορά την ορολογία, τα σύμβολα, τις δοκιμές και μεθόδους δοκιμής, τη συσκευασία, το μαρκάρισμα και το ετικετάρισμα (...)».
6 Τα άρθρα 8 και 9 της οδηγίας 83/189 επιβάλλουν στα κράτη μέλη, αφενός, να ανακοινώνουν στην Επιτροπή τα σχέδια τεχνικών κανόνων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της και, αφετέρου, σε ορισμένες περιπτώσεις να αναβάλλουν για πολλούς μήνες την έγκριση των σχεδίων αυτών, προκειμένου να παρασχεθεί στην Επιτροπή η δυνατότητα να εξακριβώσει αν τα σχέδια αυτά συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο ή να προτείνει ή να εκδώσει οδηγία για το θέμα αυτό.
7 Από τη δωδέκατη και τη δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 94/10 προκύπτει, αφενός, ότι η εφαρμογή της οδηγίας 83/189 έδειξε ότι υπάρχει ανάγκη να διευκρινιστεί η έννοια του de facto τεχνικού κανόνα, ιδίως όσον αφορά τις διατάξεις μέσω των οποίων η δημόσια αρχή αναφέρεται στις τεχνικές προδιαγραφές ή άλλες απαιτήσεις ή προτρέπει στην τήρησή τους, και, αφετέρου, ότι η εμπειρία από τη λειτουργία της οδηγίας 83/189 έδειξε επίσης ότι είναι σκόπιμο να διασαφηνιστούν ή να διευκρινιστούν μερικοί ορισμοί, διαδικαστικοί κανόνες ή υποχρεώσεις των κρατών μελών δυνάμει της οδηγίας αυτής.
8 ράγματι, το άρθρο 1, σημεία 2 και 3, της οδηγίας 83/189, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 94/10, περιλαμβάνει τους ακόλουθους ορισμούς:
«2. "τεχνική προδιαγραφή": η προδιαγραφή που περιέχεται σε έγγραφο στο οποίο ορίζονται τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά ενός προϊόντος, όπως τα επίπεδα ποιότητας ή ιδιοτήτων χρήσης, η ασφάλεια, οι διαστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων που ισχύουν για το προϊόν όσον αφορά την ονομασία πώλησης, την ορολογία, τα σύμβολα, τις δοκιμές και μεθόδους δοκιμής, τη συσκευασία, τη σήμανση και το ετικετάρισμα, καθώς και τις διαδικασίες αξιολόγησης της πιστότητας.
(...)
3. "άλλη απαίτηση": απαίτηση, εκτός των τεχνικών προδιαγραφών, επιβαλλόμενη σε ένα προϊόν ιδίως για λόγους προστασίας των καταναλωτών ή του περιβάλλοντος, η οποία αφορά τον κύκλο ζωής του προϊόντος μετά τη διάθεσή του στην αγορά, όπως οι συνθήκες χρησιμοποίησης, ανακύκλωσης, επαναχρησιμοποίησης ή εξάλειψής του, εφόσον οι συνθήκες αυτές μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τη σύνθεση ή τη φύση του προϊόντος, ή την εμπορία του.»
9 Κατά το άρθρο 1, σημείο 9, της οδηγίας 83/189, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 94/10, «τεχνικός κανόνας» υπό την έννοια της οδηγίας αυτής είναι «μια τεχνική προδιαγραφή ή άλλη απαίτηση, συμπεριλαμβανομένων των οικείων διοικητικών διατάξεων, της οποίας η τήρηση είναι υποχρεωτική, de jure ή de facto, για την εμπορία ή τη χρήση ενός προϊόντος σε κράτος μέλος ή σε σημαντικό τμήμα του κράτους αυτού, όπως επίσης, με την επιφύλαξη των όσων ορίζει το άρθρο 10, οι νομοθετικές κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις των κρατών μελών που απαγορεύουν την κατασκευή, εισαγωγή, εμπορία ή χρήση ενός προϊόντος».
10 Κατά το άρθρο 2 της οδηγίας 94/10, τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ, πριν από την 1η Ιουλίου 1995, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία.
Το εθνικό δίκαιο
11 Ο Wegenverkeerswet του 1994 (νόμος περί οδικής κυκλοφορίας) συνιστά τη βάση της ολλανδικής νομοθεσίας περί οδικής κυκλοφορίας. Ο νόμος αυτός προβλέπει τη σύσταση δημοσίου οργανισμού, του Dienst Wegverkeer (γραφείου οδικής κυκλοφορίας), ο οποίος είναι επιφορτισμένος με τη χορήγηση των πιστοποιητικών ταξινομήσεως για τα αυτοκίνητα οχήματα στις Κάτω Χώρες.
12 Τα πιστοποιητικά αυτά περιλαμβάνουν τρία τμήματα. Το τμήμα Ι περιέχει τα λεπτομερή τεχνικά στοιχεία του οχήματος καθώς και μία στήλη, με τίτλο «Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά», όπου αναγράφεται η ημερομηνία της πρώτης εγκρίσεως για τη θέση του οχήματος σε κυκλοφορία.
13 Οι κανόνες που αφορούν τον καθορισμό της ημερομηνίας αυτής θεσπίζονται με τη Regeling houdende vaststelling van regels omtrent de wijze waarop de datum van eerste toelating tot de openbare weg op het kentekenbewijs, dan wel het registratiebewijs van een voertuig wordt bepaald (κανονιστική απόφαση περί του τρόπου καθορισμού της ημερομηνίας της πρώτης εγκρίσεως επί του πιστοποιητικού ταξινομήσεως ενός οχήματος, στο εξής: κανονιστική απόφαση). Η κανονιστική αυτή απόφαση εκδόθηκε από τον Υπουργό Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων στις 9 Δεκεμβρίου 1994. Τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1995.
14 Για τον καθορισμό της ημερομηνίας της πρώτης εγκρίσεως για τη θέση ενός οχήματος σε κυκλοφορία η κανονιστική απόφαση προβλέπει κατ' ουσίαν τρεις περιπτώσεις.
15 Η πρώτη περίπτωση αφορά τα οχήματα τα οποία ουδέποτε ταξινομήθηκαν στις Κάτω Χώρες ή στην αλλοδαπή. Στην περίπτωση αυτή, το άρθρο 3 της κανονιστικής αποφάσεως προβλέπει ότι ο Dienst Wegverkeer είναι επιφορτισμένος με τον έλεγχο του αν το όχημα φέρει «εμφανή ίχνη χρησιμοποιήσεως». Εάν συμβαίνει αυτό, η ημερομηνία της πρώτης εγκρίσεως για τη θέση του οχήματος σε κυκλοφορία είναι η ημερομηνία της κατασκευής του οχήματος. Εάν το όχημα δεν φέρει κανένα εμφανές ίχνος χρησιμοποιήσεως, ο Dienst Wegverkeer εκδίδει πιστοποιητικό ταξινομήσεως εν λευκώ, δηλαδή πιστοποιητικό στο οποίο αναγράφεται, ως ημερομηνία πρώτης εγκρίσεως, η ημερομηνία της χορηγήσεως του εν λόγω πιστοποιητικού ταξινομήσεως.
16 Η δεύτερη περίπτωση αφορά τα οχήματα τα οποία έχουν ήδη ταξινομηθεί προηγουμένως στις Κάτω Χώρες. Στην περίπτωση αυτή, το άρθρο 2 της κανονιστικής αποφάσεως προβλέπει ότι τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο παλαιό ολλανδικό πιστοποιητικό ταξινομήσεως μεταφέρονται στο νέο πιστοποιητικό.
17 Η τρίτη περίπτωση αφορά τα οχήματα τα οποία έχουν ήδη ταξινομηθεί προηγουμένως εκτός των Κάτω Χωρών. Στην περίπτωση αυτή, το άρθρο 4 της κανονιστικής αποφάσεως προβλέπει ότι ο Dienst Wegverkeer είναι επιφορτισμένος να ελέγχει αν το όχημα φέρει «εμφανή ίχνη χρησιμοποιήσεως». Εάν το όχημα δεν φέρει κανένα εμφανές ίχνος χρησιμοποιήσεως, ο Dienst Wegverkeer χορηγεί πιστοποιητικό ταξινομήσεως εν λευκώ καθόσον ο αιτών προσκομίζει:
αλλοδαπό πιστοποιητικό ταξινομήσεως το οποίο έχει χορηγηθεί πριν από δύο ημέρες το πολύ και
το πρωτότυπο ενός τιμολογίου αγοράς στο οποίο αναγράφεται ο αριθμός του ΦΑ του πωλητή, ο αριθμός των διανυθέντων χιλιομέτρων του οχήματος, ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 2 500 χλμ., ο αριθμός αναγνωρίσεως του οχήματος καθώς και μια δήλωση του πωλητή που πιστοποιεί ότι το όχημα είναι καινούριο και όχι μεταχειρισμένο.
18 Εάν το όχημα έχει παραμείνει ταξινομημένο για περισσότερες από δύο ημέρες στην αλλοδαπή, ο Dienst Wegverkeer χορηγεί πιστοποιητικό ταξινομήσεως στο οποίο αναγράφεται ως ημερομηνία πρώτης εγκρίσεως για τη θέση του οχήματος σε κυκλοφορία η ημερομηνία της πρώτης θέσεως σε κυκλοφορία στην αλλοδαπή.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
19 Στις 6 Αυγούστου 1996 η εταιρία Autohaus Werner Pelster GmbH (στο εξής: Autohaus Werner), με έδρα το Gronau (Γερμανία), ζήτησε την ταξινόμηση αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσεως μάρκας BMW στο Zentrale Fahrzeugregister (κεντρικό μητρώο οχημάτων). Η επιφορτισμένη με την ταξινόμηση των οχημάτων στη Γερμανία αρχή εξέδωσε κατά την ημερομηνία αυτή πιστοποιητικό ταξινομήσεως στο όνομα της Autohaus Werner. Σύμφωνα με τη γερμανική νομοθεσία, το όχημα έλαβε έγκριση για τη θέση σε κυκλοφορία στη Γερμανία.
20 Στις 13 Αυγούστου 1996, η Autohaus Werner, που είναι εξουσιοδοτημένος μεταπωλητής του δικτύου διανομέων της BMW AG, πώλησε το όχημα στη Snellers, η οποία, χωρίς να ανήκει στο δίκτυο διανομέων της BMW AG, διαθέτει στο εμπόριο στις Κάτω Χώρες, μεταξύ άλλων, οχήματα BMW τα οποία εισάγει ακολουθώντας παράλληλους διαύλους. Κατά την ημερομηνία εκείνη, η Snellers δεν είχε ακόμα βρει αγοραστή για το όχημα. Στο τιμολόγιο πωλήσεως αναφερόταν ότι επρόκειτο για νέο όχημα και ότι τα 800 χιλιόμετρα του οχήματος οφείλονταν στην οδική μεταφορά του από το εργοστάσιο κατασκευής μέχρι το Gronau.
21 Στις 14 Αυγούστου 1996 η Snellers παρέλαβε το όχημα στο Gronau και το εισήγαγε στις Κάτω Χώρες. Στις 15 Αυγούστου 1996 παρουσίασε το όχημα στον σταθμό τεχνικού ελέγχου του Dienst Wegverkeer στο Lichtenvoorde. Κατά τον έλεγχο αυτό χορηγήθηκε στη Snellers έντυπο διασαφήσεως σχετικά με τον φόρο επί των οχημάτων/φόρο κύκλου εργασιών που περιελάμβανε στη σχετική με την ημερομηνία πρώτης εγκρίσεως για τη θέση σε κυκλοφορία στήλη την ένδειξη «νέο».
22 Στις 10 Ιανουαρίου 1997, ο Dienst Wegverkeer χορήγησε πιστοποιητικό ταξινομήσεως το οποίο έφερε, στο τμήμα Ι, στη στήλη «Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά», την ακόλουθη μνεία: «ημερομηνία πρώτης εγκρίσεως 060896».
23 Με έγγραφο της 27ης Ιανουαρίου 1997, η Snellers υπέβαλε ένσταση στον Dienst Wegverkeer κατά της αποφάσεως του καθορισμού της 6ης Αυγούστου 1996 ως ημερομηνίας εγκρίσεως για τη θέση του οχήματος σε κυκλοφορία. Η Snellers θεώρησε ότι η απόφαση του Dienst Wegverkeer είχε ως συνέπεια τη μείωση της αξίας του οχήματος, λαμβανομένης υπόψη της ημερομηνίας χορηγήσεως του ολλανδικού πιστοποιητικού ταξινομήσεως, δηλαδή της 10ης Ιανουαρίου 1997. ράγματι, λόγω της μνείας «ημερομηνία πρώτης εγκρίσεως 060896» στο πιστοποιητικό ταξινομήσεως, το όχημα θεωρήθηκε ως όχημα έτους κατασκευής 1996, πράγμα που είχε ως συνέπεια την ακύρωση της συμβάσεως πωλήσεως του οχήματος από τον αγοραστή που βρήκε η Snellers. Αντιθέτως, αν ο Dienst Wegverkeer είχε χορηγήσει πιστοποιητικό εν λευκώ, το όχημα θα μπορούσε να θεωρηθεί, δεδομένης της ημερομηνίας χορηγήσεως του πιστοποιητικού, ως όχημα έτους κατασκευής 1997.
24 Με απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1997, ο Dienst Wegverkeer απέρριψε ως αβάσιμες τις αιτιάσεις της Snellers.
25 Η Snellers άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Arrondissementsrechtbank te Almelo και ζήτησε επίσης από τον πρόεδρο του δικαστηρίου αυτού να λάβει προσωρινά μέτρα. Με απόφαση της 3ης Απριλίου 1997, ο πρόεδρος του Arrondissementsrechtbank κήρυξε την προσφυγή βάσιμη και ακύρωσε την απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1997. Με έγγραφο που παρελήφθη στις 16 Απριλίου 1997, ο Dienst Wegverkeer άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Afdeling Bestuursrechtspraak (διοικητικού τμήματος) του Nederlandse Raad van State.
26 Κατ' έφεση, η Snellers αφενός υποστήριξε ότι η κανονιστική απόφαση ήταν τεχνικός κανόνας, υπό την έννοια της οδηγίας 83/189, ο οποίος δεν είχε κοινοποιηθεί στην Επιτροπή όπως θα έπρεπε σύμφωνα με την υποχρέωση που επιβάλλει η οδηγία αυτή. Ισχυρίστηκε επίσης ότι, δυνάμει της αποφάσεως της 30ής Απριλίου 1996, C-194/94, CIA Security International (Συλλογή 1996, σ. Ι-2201), το Nederlandse Raad van State δεν μπορούσε, για τον λόγο αυτό, να εφαρμόσει την κανονιστική απόφαση στην εκκρεμή ενώπιόν του διαδικασία. Αφετέρου, θεώρησε ότι η κανονιστική απόφαση ήταν ασυμβίβαστη προς τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης, για τον λόγο ότι συνιστούσε μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών, το οποίο δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί από επιτακτικές απαιτήσεις αναγόμενες στην προστασία του περιβάλλοντος ή στην οδική ασφάλεια.
Τα προδικαστικά ερωτήματα
27 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Nederlandse Raad van State αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) ρέπει, για την εφαρμογή της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 88/182/ΕΟΚ, σε εθνική ρύθμιση που θεσπίστηκε στις 9 Δεκεμβρίου 1994, να ληφθούν υπόψη και οι τροποποιήσεις που επέφερε, μετά την ημερομηνία αυτή, η οδηγία 94/10/ΕΚ, λαμβανομένης υπόψη, μεταξύ άλλων, της διατυπώσεως που χρησιμοποιήθηκε στο προοίμιό της;
2) Εάν στο ερώτημα 1 δοθεί καταφατική απάντηση: Εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με τις οδηγίες 88/182/ΕΟΚ και 94/10/ΕΟΚ, μια κανονιστική ρύθμιση όπως η [κανονιστική απόφαση];
3) Εάν στο ερώτημα 1 δοθεί αρνητική απάντηση:
α) ρέπει ο όρος "τεχνική προδιαγραφή" που περιλαμβάνεται στο άρθρο 1, σημείο 1, της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 88/182/ΕΟΚ, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι έχει εφαρμογή και σε κανονιστική ρύθμιση όπως η [κανονιστική απόφαση];
β) Στην αντίθετη περίπτωση, εμπίπτει η ρύθμιση αυτή στο άρθρο 1, σημείο 5, της τροποποιηθείσας κατά τον ανωτέρω τρόπο οδηγίας ("τεχνικός κανόνας");
4) Συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών, υπό την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚ, μια εθνική ρύθμιση περί εν λευκώ ταξινομήσεως, η οποία δεν διακρίνει ρητώς μεταξύ εξουσιοδοτημένων εισαγωγέων και επιχειρηματιών που προβαίνουν σε παράλληλες εισαγωγές, αλλά καθιστά στην πράξη δυσχερέστερο για τους επιχειρηματίες που προβαίνουν σε παράλληλες εισαγωγές να παραδίδουν οχήματα τα οποία έχουν ταξινομηθεί εν λευκώ, καθόσον οι εισαγωγείς αυτοί δεν μπορούν να προμηθευθούν από την αλλοδαπή παρά μόνον οχήματα τα οποία έχουν ταξινομηθεί, ενώ η ίδια αυτή ρύθμιση εξαρτά την εν λευκώ ταξινόμηση, μεταξύ άλλων, από την έλλειψη ταξινομήσεως για περισσότερες από δύο ημέρες εντός άλλου κράτους μέλους των εισαγομένων από το εν λόγω κράτος μέλος οχημάτων;
5) Εάν στο ερώτημα 4 δοθεί καταφατική απάντηση: Δικαιολογείται μια κανονιστική ρύθμιση όπως η [κανονιστική απόφαση] από τις επιταγές της οδικής ασφάλειας και/ή της προστασίας του περιβάλλοντος, μεταξύ άλλων, λόγω της σχέσεως της εν λόγω ρυθμίσεως με τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί το όχημα και με τον καθορισμό της ημερομηνίας κατά την οποία γεννάται η γενική υποχρέωση περιοδικού τεχνικού ελέγχου;
6) Εάν στο ερώτημα 5 δοθεί καταφατική απάντηση: ρέπει να θεωρηθεί ότι ο εν λόγω περιορισμός των συναλλαγών είναι ανάλογος προς τον σκοπό που επιδιώκει η εθνική ρύθμιση περί εν λευκώ ταξινομήσεως, εφόσον η εν λόγω ρύθμιση δεν παρέχει τη δυνατότητα αποδείξεως ότι το όχημα είναι νέο; Έχει σημασία για την απάντηση στο ερώτημα αυτό η δυνατότητα του επιχειρηματία που προβαίνει σε παράλληλες εισαγωγές να συμφωνήσει με τον προμηθευτή του, ο οποίος ευρίσκεται εντός άλλου κράτους μέλους, ότι ο τελευταίος θα ζητήσει, μετά την ταξινόμηση στην αλλοδαπή, την αναστολή της εγκρίσεως που χορηγήθηκε κατά τον τρόπο αυτό και θα διακόψει την αναστολή εφόσον ο εισαγωγέας υποβάλει αίτηση ταξινομήσεως εντός της χώρας εισαγωγής;»
Επί του πρώτου και του δευτέρου ερωτήματος
28 Με το πρώτο ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν, προκειμένου να εκτιμηθεί κατά πόσο μια εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως η κανονιστική απόφαση που εκδόθηκε στις 9 Δεκεμβρίου 1994, συνιστά τεχνικό κανόνα που πρέπει να κοινοποιηθεί όπως προβλέπει η οδηγία 83/189, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι μεταγενέστερες τροποποιήσεις που επήλθαν με την οδηγία 94/10.
29 Με την απόφαση περί παραπομπής, το δικαστήριο αυτό διαπιστώνει ότι, εν όψει της ημερομηνίας εκδόσεώς της, η κανονιστική απόφαση δεν εμπίπτει στο χρονικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 94/10, καθόσον τα κράτη μέλη υποχρεούνται να μεταφέρουν την οδηγία αυτή στο εθνικό τους δίκαιο το αργότερο την 1η Ιουλίου 1995. άντως, εν όψει των αιτιολογικών σκέψεων της οδηγίας 94/10, αυτή αποτελεί απλώς διευκρίνιση των εννοιών που περιλαμβάνονται ήδη στην οδηγία 83/189 και όχι διεύρυνση ή τροποποίηση των εννοιών αυτών.
30 Συναφώς, κατά τη Snellers, έχει σημασία ότι, στη δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 94/10, ο κοινοτικός νομοθέτης διαπιστώνει ότι η εμπειρία έδειξε ότι είναι σκόπιμο να διασαφηνιστούν μερικοί ορισμοί της οδηγίας 83/189. Η Snellers υποστηρίζει ειδικότερα ότι η πρόβλεψη της εκφράσεως «ονομασία πώλησης» στο άρθρο 1, σημείο 2, της οδηγίας 83/189, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 94/10, διευκρινίζει απλώς τον ορισμό της έννοιας «τεχνική προδιαγραφή» που περιλαμβανόταν ήδη στην οδηγία 83/189. Συγκεκριμένα, η οδηγία 94/10 έχει σημασία για να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο τη δυνατότητα να καθορίσει αν η κανονιστική απόφαση έπρεπε να κοινοποιηθεί κατά τον χρόνο της εκδόσεώς της.
31 ρέπει, καταρχάς, να τονιστεί, όπως το έπραξαν η Ολλανδική, η Βελγική, η Γαλλική, η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Επιτροπή, ότι το αντικείμενο της οδηγίας 94/10 δεν είναι μόνον η διευκρίνιση των ορισμών που περιλαμβάνονταν στην οδηγία 83/189. ράγματι, όπως προκύπτει από τον τίτλο, από τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη και από τις διατάξεις της οδηγίας 94/10, αυτή τροποποιεί ουσιωδώς το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 83/189.
32 Υπό τις συνθήκες αυτές και σύμφωνα με την ανάλυση των ως άνω κυβερνήσεων και της Επιτροπής, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, προκειμένου να εκτιμηθεί αν η κανονιστική απόφαση πρέπει να χαρακτηριστεί ως τεχνικός κανόνας υπό την έννοια της κοινοτικής νομοθεσίας, πρέπει να ληφθεί υπόψη ο ορισμός της έννοιας αυτής που περιλαμβανόταν στην οδηγία 83/189, καθόσον η τροποποίηση του ορισμού αυτού που προβλέφθηκε με την οδηγία 94/10 δεν περιορίζεται στη διευκρίνιση της εν λόγω έννοιας.
33 Επομένως, στο πρώτο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, προκειμένου να εκτιμηθεί αν μια εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως η κανονιστική απόφαση που εκδόθηκε στις 9 Δεκεμβρίου 1994, συνιστά τεχνικό κανόνα που υπόκειται στην υποχρέωση κοινοποιήσεως που προβλέπει η οδηγία 83/189, πρέπει να μη ληφθούν υπόψη οι μεταγενέστερες τροποποιήσεις που επέφερε η οδηγία 94/10.
34 Ενόψει της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.
Επί του τρίτου ερωτήματος
35 Με το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, αν μια εθνική κανονιστική ρύθμιση σχετική με τον καθορισμό της ημερομηνίας πρώτης εγκρίσεως για τη θέση οχήματος σε κυκλοφορία, όπως η κανονιστική απόφαση, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 83/189.
36 Η Snellers φρονεί ότι η κανονιστική απόφαση εμπίπτει στον ορισμό της «τεχνικής προδιαγραφής» που διατυπώνεται στο άρθρο 1, σημείο 1, της οδηγίας 83/189. Αναφέρεται στο γεγονός ότι η διάταξη αυτή προβλέπει ότι οι προδιαγραφές που ισχύουν όσον αφορά το «μαρκάρισμα και το ετικετάρισμα» των προϊόντων εμπίπτουν στον ορισμό αυτόν. Η Snellers εκτιμά ότι η μνεία της ημερομηνίας πρώτης εγκρίσεως για τη θέση σε κυκλοφορία επί του εγγράφου, ανάλογα με το αν πρόκειται για οχήματα που έχουν ταξινομηθεί πριν από περισσότερες ή λιγότερες από δύο ημέρες, πρέπει να θεωρηθεί ως το μαρκάρισμα και το ετικετάρισμα ενός προϊόντος ως νέου και όχι ως μεταχειρισμένου.
37 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως επισήμαναν η Ολλανδική, η Γαλλική και η Αυστριακή Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, κανόνες οι οποίοι αποσκοπούν, όπως οι κανόνες στη διαφορά της κύριας δίκης, στον καθορισμό της ημερομηνίας της πρώτης εγκρίσεως για τη θέση οχήματος σε κυκλοφορία δεν συνιστούν τεχνικές προδιαγραφές υπό την έννοια της οδηγίας 83/189 και, επομένως, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως τεχνικοί κανόνες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής.
38 ράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 1, σημείο 1, της οδηγίας 83/189, αποτελούν τεχνικές προδιαγραφές υπό την έννοια της οδηγίας αυτής, όσον αφορά προϊόντα όπως αυτά που αποτελούν το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, «οι προδιαγραφές που περιέχονται σε έγγραφο με το οποίο ορίζονται τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά ενός προϊόντος». Οι τεχνικές προδιαγραφές υπό την έννοια της οδηγίας 83/189 πρέπει, επομένως, να αναφέρονται στο προϊόν ως τοιούτο, πράγμα το οποίο επιβεβαιώνεται άλλωστε από τον μη εξαντλητικό κατάλογο των οικείων προδιαγραφών, που παρατίθεται ως παράδειγμα στο άρθρο 1, σημείο 1, της εν λόγω οδηγίας.
39 Η κανονιστική απόφαση όμως προβλέπει κριτήρια για τον καθορισμό της ημερομηνίας κατά την οποία ένα όχημα, υπό την έννοια του Wegenverkeerswet, θεωρείται ότι έλαβε για πρώτη φορά έγκριση για τη θέση του σε κυκλοφορία στη δημόσια οδό, προκειμένου να καταρτιστεί πιστοποιητικό ταξινομήσεως. Η κανονιστική αυτή απόφαση δεν ορίζει, επομένως, κανένα απαιτούμενο χαρακτηριστικό του προϊόντος ως τοιούτου.
40 Υπό τις συνθήκες αυτές, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι μια εθνική κανονιστική ρύθμιση σχετική με τον καθορισμό της ημερομηνίας της πρώτης εγκρίσεως για τη θέση ενός οχήματος σε κυκλοφορία, όπως η κανονιστική απόφαση, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 83/189.
Επί του τετάρτου ερωτήματος
41 Με το τέταρτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, αν συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών, υπό την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης, μια εθνική κανονιστική ρύθμιση κατά την οποία, για ένα εισαγόμενο όχημα, ο καθορισμός ως ημερομηνίας πρώτης εγκρίσεως για τη θέση του σε κυκλοφορία της ημερομηνίας χορηγήσεως του πιστοποιητικού ταξινομήσεώς του εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι το όχημα αυτό δεν έχει ταξινομηθεί για περισσότερες από δύο ημέρες εντός άλλου κράτους μέλους (στο εξής: επίδικη προϋπόθεση).
42 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η κανονιστική απόφαση δεν προβαίνει, από τυπικής απόψεως, σε καμία διάκριση μεταξύ εξουσιοδοτημένων και παραλλήλων εισαγωγέων, αλλά ότι η θέση της σε εφαρμογή έχει ως συνέπεια να περιάγει σε δυσμενή θέση τους παράλληλους εισαγωγείς σε σχέση με τους εξουσιοδοτημένους εισαγωγείς.
43 Η Snellers ισχυρίζεται ότι η κανονιστική απόφαση συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών, υπό την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης. αρατηρεί ότι, στην πράξη, είναι σχεδόν αδύνατο για τους παράλληλους εισαγωγείς να προμηθευτούν οχήματα που δεν έχουν ταξινομηθεί από εξουσιοδοτημένους μεταπωλητές εντός άλλου κράτους μέλους, δεδομένου ότι οι κατασκευαστές και προμηθευτές οχημάτων απαγορεύουν γενικώς στους εξουσιοδοτημένους μεταπωλητές τους να πωλούν μη ταξινομημένα οχήματα. Η Snellers ισχυρίζεται, επιπλέον, ότι η κανονιστική απόφαση έχει ως συνέπεια ότι δεν μπορεί να πωλεί τα αυτοκίνητα παρά μόνο σε τιμή χαμηλότερη της τιμής στην οποία τα αγόρασε, καίτοι γνωστοποιεί στους αγοραστές ότι πρόκειται για νέα και όχι για μεταχειρισμένα οχήματα. ράγματι, οι αγοραστές λαμβάνουν υπόψη την τιμή που θα μπορούσαν να επιτύχουν στην περίπτωση κατά την οποία θα μεταπωλούσαν τα αυτοκίνητα ως μεταχειρισμένα. Στις Κάτω Χώρες, η τιμή αυτή καθορίζεται κατ' ουσίαν από την ημερομηνία της πρώτης εγκρίσεως που αναγράφεται στο ολλανδικό πιστοποιητικό ταξινομήσεως. ράγματι, σε περίπτωση μεταπωλήσεως, κανένα έγγραφο δεν καθιστά γνωστό αν, κατά τον χρόνο χορηγήσεως του πιστοποιητικού αυτού, το όχημα ήταν νέο και όχι μεταχειρισμένο όχημα, καθόσον το στοιχείο αυτό δεν μνημονεύεται στο πιστοποιητικό. Επειδή ακριβώς το αυτοκίνητο αποφέρει χαμηλότερη τιμή σε περίπτωση μεταπωλήσεως, οι Ολλανδοί αγοραστές δεν αγοράζουν ή δεν αγοράζουν στην ίδια τιμή τα αυτοκίνητα αυτά.
44 Η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο τρόπος καθορισμού της ημερομηνίας πρώτης εγκρίσεως κυκλοφορίας στις Κάτω Χώρες δεν συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών υπό την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης. Από την κανονιστική απόφαση συνάγεται ότι, όταν ζητείται στις Κάτω Χώρες πιστοποιητικό ταξινομήσεως για όχημα το οποίο έχει ήδη εγκριθεί σε προγενέστερη ημερομηνία, η τελευταία αυτή ημερομηνία αναγράφεται κατ' αρχήν στο πιστοποιητικό ταξινομήσεως ως ημερομηνία πρώτης εγκρίσεως για τη θέση του σε κυκλοφορία. Καμία διάκριση δεν γίνεται συναφώς ανάλογα με τον τόπο της πρώτης εγκρίσεως. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο παράλληλος εισαγωγέας αντιμετωπίζει κάποιο εμπόδιο, το εμπόδιο αυτό απορρέει από τους περιορισμούς που ο κατασκευαστής επιβάλλει στους εξουσιοδοτημένους διανομείς του.
45 Η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή φρονούν ότι μια εθνική κανονιστική ρύθμιση όπως η κανονιστική απόφαση έχει ως συνέπεια να περιάγει σε δυσμενή θέση το κύκλωμα παράλληλης διανομής σε σχέση με το εξουσιοδοτημένο δίκτυο και θα μπορούσε, επομένως, να θεωρηθεί ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών υπό την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης.
46 Επιβάλλεται συναφώς η διαπίστωση ότι, ακόμα και αν η κανονιστική απόφαση δεν προβαίνει, από τυπικής απόψεως, σε καμία διάκριση μεταξύ εξουσιοδοτημένων εισαγωγέων και παραλλήλων εισαγωγέων, δημιουργεί, στην πράξη, μειονέκτημα για τους παράλληλους εισαγωγείς, καθόσον αυτοί πρέπει να συμμορφωθούν προς επιταγές που είναι αυστηρές και των οποίων η τήρηση είναι δυσχερής προκειμένου να λάβουν πιστοποιητικά ταξινομήσεως που αναγράφουν ως ημερομηνία πρώτης εγκρίσεως για τη θέση του οχήματος σε κυκλοφορία την ημερομηνία της χορηγήσεως του πιστοποιητικού ταξινομήσεως. Η κανονιστική απόφαση δεν επηρεάζει έτσι κατά τον ίδιο τρόπο τη διάθεση στο εμπόριο, αφενός, των εισαγομένων οχημάτων από εξουσιοδοτημένους διανομείς και, αφετέρου, των οχημάτων που εισάγονται μέσω παραλλήλων οδών από μη εξουσιοδοτημένους διανομείς.
47 Το γεγονός ότι οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι παράλληλοι εισαγωγείς όσον αφορά την πλήρωση της επίδικης προϋποθέσεως ενδέχεται να προκληθούν από τις δυσκολίες τους να προμηθευτούν από εξουσιοδοτημένους μεταπωλητές εντός άλλου κράτους μέλους οχήματα ταξινομημένα σε ημερομηνία η οποία καθιστά δυνατή την πλήρωση της εν λόγω προϋποθέσεως, όπως επισήμανε η Ολλανδική Κυβέρνηση, δεν έχει ως συνέπεια ότι η προϋπόθεση αυτή δεν συνιστά εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων υπό την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης.
48 Επομένως, στο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών, υπό την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης, μια εθνική κανονιστική ρύθμιση κατά την οποία, για ένα εισαγόμενο όχημα, ο καθορισμός ως ημερομηνίας πρώτης εγκρίσεως για τη θέση του σε κυκλοφορία της ημερομηνίας χορηγήσεως του πιστοποιητικού ταξινομήσεώς του εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι το όχημα δεν έχει ταξινομηθεί για περισσότερες από δύο ημέρες εντός άλλου κράτους μέλους.
Επί του πέμπτου και του έκτου ερωτήματος
49 Με το πέμπτο και το έκτο ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, αν μια εθνική κανονιστική ρύθμιση όπως η κανονιστική απόφαση, παρά τις περιοριστικές συνέπειές της για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένη από επιτακτικούς λόγους οδικής ασφάλειας και/ή προστασίας του περιβάλλοντος και, ενδεχομένως, αν ο περιορισμός αυτός είναι ανάλογος προς τους σκοπούς αυτούς.
50 Στο πλαίσιο αυτό, ερωτάται αν η δυνατότητα του παραλλήλου εισαγωγέα να συμφωνήσει με τον προμηθευτή του που είναι εγκατεστημένος εντός του κράτους μέλους εξαγωγής ότι ο προμηθευτής θα ζητήσει, μετά τη χορήγηση του πιστοποιητικού ταξινομήσεως εντός του κράτους μέλους εξαγωγής, την αναστολή της εγκρίσεως που χορηγήθηκε κατά τον τρόπο αυτόν και θα άρει την αναστολή αυτή όταν ο παράλληλος εισαγωγέας θα ζητήσει την ταξινόμηση εντός του κράτους μέλους εισαγωγής έχει σημασία προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό.
51 Η Snellers υποστηρίζει ότι λόγοι οδικής ασφαλείας και/ή προστασίας του περιβάλλοντος δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την επίδικη προϋπόθεση. Άλλωστε, και αν ακόμη το εν λόγω εμπόδιο στο εμπόριο θεωρούνταν δικαιολογημένο, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ανάλογο προς τον επιδιωκόμενο σκοπό εφόσον δεν παρέχει τη δυνατότητα αποδείξεως ότι το όχημα είναι καινούριο.
52 Η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η επίδικη προϋπόθεση δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους οδικής ασφαλείας και προστασίας του περιβάλλοντος. Τα συμφέροντα που επιδιώκει να εξυπηρετήσει η κανονιστική απόφαση με τον καθορισμό της ημερομηνίας κατά την οποία το όχημα λαμβάνει για πρώτη φορά την έγκριση κυκλοφορίας στη δημόσια οδό είναι τέτοιας φύσεως ώστε δεν θα ήταν δυνατό να γίνουν δεκτές εξαιρέσεις από τον κανόνα του καθορισμού της ημερομηνίας αυτής σύμφωνα με την πραγματική κατάσταση παρά μόνο σε πολύ περιορισμένο βαθμό. Στην αντίθετη περίπτωση, οι επιδιωκόμενοι σκοποί δεν θα επιτυγχάνονταν ή δεν θα επιτυγχάνονταν σε ικανοποιητικό βαθμό. Η κανονιστική απόφαση προβλέπει εξαίρεση από τον κανόνα ότι καθοριστική είναι η ημερομηνία χορηγήσεως της πρώτης ονομαστικής ταξινομήσεως και η ευμενέστερη αυτή ρύθμιση δεν μπορεί να ισχύσει παρά μόνον εφόσον συνοδεύεται από αυστηρές προϋποθέσεις.
53 Η Γαλλική Κυβέρνηση φρονεί ότι η προστασία της υγείας και του περιβάλλοντος με κανόνες ελέγχου των οχημάτων και των εκπομπών ρυπαντικών αερίων από τα οχήματα αυτά μπορεί να δικαιολογήσει την κανονιστική απόφαση. Όσον αφορά την αναλογικότητα του μέτρου, η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η γεωγραφική κατάσταση των Κάτω Χωρών καθιστά δυνατή, σε ακτίνα 2 500 χιλιομέτρων και σε διάστημα δύο ημερών, την αγορά και την εισαγωγή οχήματος, παράλληλα με το επίσημο δίκτυο, από το σύνολο των κρατών μελών.
54 Η Επιτροπή φρονεί ότι η οδική ασφάλεια μπορεί να θεωρηθεί ως λόγος που δικαιολογεί περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Όσο παλαιότερο είναι ένα όχημα και όσο περισσότερο έχει χρησιμοποιηθεί, τόσο μεγαλύτερη σημασία έχει η μέριμνα να εξασφαλιστεί ότι πληροί ακόμη τις στοιχειώδεις επιταγές ασφαλείας. Η εθνική όμως κανονιστική ρύθμιση θα πρέπει να είναι αναγκαία και ανάλογη προς τον σκοπό που επιδιώκει, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω. ράγματι, το γεγονός ότι ένα όχημα έχει ταξινομηθεί για περισσότερες από δύο ημέρες εντός άλλου κράτους μέλους δεν παρέχει καμία ένδειξη όσον αφορά την αρχαιότητά του ή τον βαθμό χρήσεώς του.
55 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι από παγία νομολογία προκύπτει ότι οι περιορισμοί στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων υπό την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης μπορούν να δικαιολογηθούν από επιτακτικούς λόγους όπως είναι η προστασία της οδικής ασφάλειας (βλ. την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-55/93, Van Schaik, Συλλογή 1994, σ. Ι-4837) και η προστασία του περιβάλλοντος (βλ. την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1998, C-341/95, Bettati, Συλλογή 1998, σ. Ι-4355, σκέψη 62) και, κατά συνέπεια, ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να είναι δικαιολογημένοι οι εθνικοί κανόνες που ορίζουν τα κριτήρια για τον καθορισμό της ημερομηνίας της πρώτης εγκρίσεως για τη θέση ενός οχήματος σε κυκλοφορία, όπως η κανονιστική απόφαση. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να ελέγξει αν τούτο πράγματι συμβαίνει στην υπόθεση της κύριας δίκης.
56 Εάν, κατόπιν του ελέγχου αυτού, το αιτούν δικαστήριο διαπιστώσει ότι η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση δικαιολογείται από λόγους που ανάγονται στην προστασία της οδικής ασφάλειας και/ή της προστασίας του περιβάλλοντος οφείλει, κατά παγία νομολογία (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Bettati, σκέψεις 63 και 64), να ελέγξει αν ο περιορισμός στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων που απορρέει από την επίδικη προϋπόθεση ειδικά για τους παράλληλους εισαγωγείς είναι αναγκαίος για την εξασφάλιση της οδικής ασφάλειας και/ή για την προστασία του περιβάλλοντος και αν ο περιορισμός αυτός δεν είναι δυσανάλογος προς τους επιδιωκομένους σκοπούς, υπό την έννοια ιδίως ότι δεν είναι δυνατόν να ανευρεθούν άλλα, λιγότερο περιοριστικά, μέτρα.
57 ρέπει να τονιστεί συναφώς, όπως το έπραξε η Επιτροπή, ότι το γεγονός ότι ένα όχημα είναι ταξινομημένο για περισσότερες από δύο ημέρες εντός άλλου κράτους μέλους δεν παρέχει κανένα πληφοροριακό στοιχείο ως προς την αρχαιότητά του ή τον βαθμό χρησιμοποιήσεώς του και ότι, επιπλέον, ο τεχνικός έλεγχος παρέχει τη δυνατότητα, τουλάχιστον σε ορισμένο βαθμό, να αποδειχθεί η τεχνική κατάσταση του οχήματος και να εξακριβωθεί το αληθές της δηλώσεως του πωλητή που πιστοποιεί ότι το όχημα είναι καινούριο και αμεταχείριστο.
58 ρέπει να προστεθεί ότι η δυνατότητα συμφωνιών μεταξύ του παράλληλου εισαγωγέα και του προμηθευτή του, όπως αυτές των οποίων έγινε μνεία στη σκέψη 50 της παρούσας αποφάσεως, μπορεί να ληφθεί υπόψη προκειμένου να εκτιμηθεί αν η επίδικη προϋπόθεση είναι ή όχι ανάλογη προς τον σκοπό της. άντως, για να μπορεί να ληφθεί υπόψη ένα τέτοιο στοιχείο, πρέπει η εξεταζόμενη δυνατότητα να υφίσταται πράγματι για τον παράλληλο εισαγωγέα.
59 Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται, υπό το φως των προηγουμένων σκέψεων, να εξακριβώσει αν, εν προκειμένω, η επίδικη προϋπόθεση είναι πράγματι αναγκαία για την εξασφάλιση της οδικής ασφάλειας και/ή για την προστασία του περιβάλλοντος και αν ο περιορισμός που απορρέει από αυτήν δεν είναι δυσανάλογος προς τους σκοπούς αυτούς, υπό την έννοια ιδίως ότι δεν είναι δυνατόν να ανευρεθούν άλλα, λιγότερο περιοριστικά, μέτρα.
60 Εν όψει των προηγουμένων, στο πέμπτο και στο έκτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι μια εθνική κανονιστική ρύθμιση όπως η κανονιστική απόφαση μπορεί, παρά τις περιοριστικές της συνέπειες για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, να δικαιολογείται από επιτακτικές απαιτήσεις όπως η οδική ασφάλεια και/ή η προστασία του περιβάλλοντος, εφόσον είναι δυνατόν να αποδειχθεί ότι ο περιορισμός που προκύπτει από αυτήν, αφενός, είναι αναγκαίος για την εξασφάλιση της οδικής ασφάλειας και/ή την προστασία του περιβάλλοντος και, αφετέρου, δεν είναι δυσανάλογος προς τους σκοπούς αυτούς, υπό την έννοια ιδίως ότι δεν είναι δυνατόν να ανευρεθούν άλλα, λιγότερο περιοριστικά, μέτρα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
61 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ολλανδική, η Βελγική, η Γαλλική, η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με απόφαση της 10ης Αυγούστου 1998 το Nederlandse Raad van State, αποφαίνεται:
1) ροκειμένου να εκτιμηθεί αν μια εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως η Regeling houdende vaststelling van regels omtrent de wijze waarop de datum van eerste toelating tot de openbare weg op het kentekenbewijs, dan wel het registratiebewijs van een voertuig wordt bepaald που εκδόθηκε στις 9 Δεκεμβρίου 1994, συνιστά τεχνικό κανόνα που υπόκειται στην υποχρέωση κοινοποιήσεως που προβλέπει η οδηγία 83/189/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 88/182/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1988, πρέπει να μη ληφθούν υπόψη οι μεταγενέστερες τροποποιήσεις που επέφερε η οδηγία 94/10/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Μαρτίου 1994, που τροποποιεί σημαντικά για δεύτερη φορά την οδηγία 83/189.
2) Μια εθνική κανονιστική ρύθμιση σχετική με τον καθορισμό της ημερομηνίας της πρώτης εγκρίσεως για τη θέση ενός οχήματος σε κυκλοφορία, όπως η Regeling houdende vaststelling van regels omtrent de wijze waarop de datum van eerste toelating tot de openbare weg op het kentekenbewijs, dan wel het registratiebewijs van een voertuig wordt bepaald, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 83/189, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 88/182.
3) Συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών, υπό την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 28 ΕΚ), μια εθνική κανονιστική ρύθμιση κατά την οποία, για ένα εισαγόμενο όχημα, ο καθορισμός ως ημερομηνίας πρώτης εγκρίσεως για τη θέση του σε κυκλοφορία της ημερομηνίας χορηγήσεως του πιστοποιητικού ταξινομήσεώς του εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι το όχημα δεν έχει ταξινομηθεί για περισσότερες από δύο ημέρες εντός άλλου κράτους μέλους.
4) Μια εθνική κανονιστική ρύθμιση μπορεί, παρά τις περιοριστικές της συνέπειες για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, να δικαιολογείται από επιτακτικές απαιτήσεις όπως η οδική ασφάλεια και/ή η προστασία του περιβάλλοντος, εφόσον είναι δυνατόν να αποδειχθεί ότι ο περιορισμός που προκύπτει από αυτήν, αφενός, είναι αναγκαίος για την εξασφάλιση της οδικής ασφάλειας και/ή την προστασία του περιβάλλοντος και, αφετέρου, δεν είναι δυσανάλογος προς τους σκοπούς αυτούς, υπό την έννοια ιδίως ότι δεν είναι δυνατόν να ανευρεθούν άλλα, λιγότερο περιοριστικά, μέτρα.
Full & Egal Universal Law Academy