Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Πράξεις των οργάνων - Οδηγίες - Εκτέλεση από τα κράτη μέλη - Ανεπάρκεια απλών διοικητικών πρακτικών
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 189, εδ. 3 (νυν άρθρο 249, εδ. 3, ΕΚ)]
2 Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Εξέταση του βασίμου από το Δικαστήριο - Κατάσταση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη - Κατάσταση κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 169 (νυν άρθρο 226 ΕΚ)]
Περίληψη
1 Απλές διοικητικές πρακτικές, οι οποίες από τη φύση τους μπορούν να τροποποιηθούν κατά βούληση της διοικήσεως και στερούνται προσήκουσας δημοσιότητας, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως έγκυρη εκτέλεση της υποχρεώσεως που βάσει του άρθρου 189 της Συνθήκης (νυν άρθρου 249 ΕΚ) έχουν τα κράτη μέλη προς τα οποία απευθύνεται η οδηγία.
2 Στο πλαίσιο προσφυγής βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης (νυν άρθρου 226 ΕΚ), η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή έχει κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη, οι δε μεταβολές που επέρχονται στη συνέχεια δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-315/98,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον B. Mongin και την L. Pignataro, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον C. Gσmez de la Cruz, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον καθηγητή U. Leanza, προϋστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον D. Del Gaizo, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ιταλίας, 5, rue Marie-Adιlaοde,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να διαπιστωθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 95/21/ΕΚ του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 1995, για την επιβολή, σχετικά με τη ναυσιπλοα που συνεπάγεται χρήση κοινοτικών λιμένων ή διέλευση από ύδατα υπό τη δικαιοδοσία κράτους μέλους, των διεθνών προτύπων για την ασφάλεια των πλοίων, την πρόληψη της ρυπάνσεως και τις συνθήκες διαβιώσεως και εργασίας επί των πλοίων (έλεγχος του κράτους του λιμένα) (ΕΕ L 157, σ. 1), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή και τη Συνθήκη ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. A. O. Edward, πρόεδρο τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida, L. Sevσn (εισηγητή), C. Gulmann και J.-P. Puissochet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 23ης Σεπτεμβρίου 1999,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 12 Αυγούστου 1998, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ) προσφυγή με αντικείμενο να διαπιστωθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 95/21/ΕΚ του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 1995, για την επιβολή, σχετικά με τη ναυσιπλοα που συνεπάγεται χρήση κοινοτικών λιμένων ή διέλευση από ύδατα υπό τη δικαιοδοσία κράτους μέλους, των διεθνών προτύπων για την ασφάλεια των πλοίων, την πρόληψη της ρυπάνσεως και τις συνθήκες διαβιώσεως και εργασίας επί των πλοίων (έλεγχος του κράτους του λιμένα) (ΕΕ L 157, σ. 1, στο εξής: οδηγία), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή και τη Συνθήκη ΕΚ.
2 Η οδηγία ορίζει, στο άρθρο της 20, παράγραφος 1, ότι τα κράτη μέλη πρέπει να θεσπίσουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν προς την οδηγία αυτή το αργότερο στις 30 Ιουνίου 1996 και ότι οφείλουν να ενημερώσουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.
3 Μη έχοντας λάβει ανακοίνωση της Ιταλικής Κυβερνήσεως σχετικά με τη μεταφορά της οδηγίας στην ιταλική έννομη τάξη και μη διαθέτοντας συναφώς άλλα πληροφοριακά στοιχεία, η Επιτροπή, με έγγραφο οχλήσεως της 16ης Ιανουαρίου 1997, κάλεσε την κυβέρνηση αυτή να υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας δύο μηνών.
4 Με έγγραφο της 30ής Απριλίου 1997, η Ιταλική Κυβέρνηση ανέφερε ότι η οδηγία έχει ενταχθεί στο παράρτημα D του σχεδίου κοινοτικού νόμου 1995-1996.
5 Διαπιστώνοντας ότι δεν έχει ληφθεί κανένα μέτρο για τη μεταφορά της οδηγίας, η Επιτροπή, στις 24 Νοεμβρίου 1997, απηύθυνε αιτιολογημένη γνώμη στην Ιταλική Δημοκρατία, καλώντας τη να θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της γνώμης αυτής.
6 Στις 13 Φεβρουαρίου 1998, η Ιταλική Κυβέρνηση ανακοίνωσε στην Επιτροπή ένα σχέδιο υπουργικής αποφάσεως περί μεταφοράς της οδηγίας. Στις 26 Μαου 1998, ανακοίνωσε τον κοινοτικό νόμο 1995-1996 αριθ. 128, της 24ης Απριλίου 1998, ο οποίος περιέχει, στο παράρτημά του D, εκτός της οδηγίας, τις οδηγίες που έπρεπε ακόμη να τεθούν σε εφαρμογή με υπουργική απόφαση.
7 Διαπιστώνοντας παρ' όλ' αυτά ότι η οδηγία δεν έχει υλοποιηθεί κατ' εφαρμογήν του νόμου 128, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
8 Η Ιταλική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι οι διατάξεις της οδηγίας έχουν ήδη τεθεί σε εφαρμογή με πολλές εγκυκλίους μετά την εγκύκλιο του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, σειρά ΙΙΙ, αριθ. 60, της 22ας Ιουνίου 1982, που εκδόθηκε σε εκτέλεση του μνημονίου συνεννοήσεως του Παρισιού του 1982 και των αποφάσεων του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού επί του ελέγχου από το κράτος του λιμένα, διατάξεις τις οποίες ουσιαστικώς επαναλαμβάνει η οδηγία.
9 Αναφέρει επίσης ότι το σχέδιο υπουργικής αποφάσεως βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας εγκρίσεώς του.
10 Όσον αφορά τις διάφορες εγκυκλίους που προσκόμισε η Ιταλική Δημοκρατία, αρκεί να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, απλές διοικητικές πρακτικές, οι οποίες από τη φύση τους μπορούν να τροποποιηθούν κατά βούληση της διοικήσεως και στερούνται προσήκουσας δημοσιότητας, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως συνιστώσες έγκυρη εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη (βλ., ιδίως, την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1997, C-316/96, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1997, σ. Ι-7231, σκέψη 16).
11 Όσον αφορά την έγκριση του σχεδίου υπουργικής αποφάσεως, πρέπει να υπομνηστεί ότι, στο πλαίσιο προσφυγής βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή έχει κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη και ότι οι μεταβολές που επέρχονται στη συνέχεια δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 14).
12 Συνεπώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας εμπροθέσμως τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
13 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα η Ιταλική Δημοκρατία, η οποία ηττήθηκε, η Ιταλική Δημοκρατία πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας εμπροθέσμως τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 95/21/ΕΚ του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 1995, για την επιβολή, σχετικά με τη ναυσιπλοα που συνεπάγεται χρήση κοινοτικών λιμένων ή διέλευση από ύδατα υπό τη δικαιοδοσία κράτους μέλους, των διεθνών προτύπων για την ασφάλεια των πλοίων, την πρόληψη της ρυπάνσεως και τις συνθήκες διαβιώσεως και εργασίας επί των πλοίων (έλεγχος του κράτους του λιμένα), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
2) Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy