Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. ροδικαστικά ερωτήματα - Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου - Όρια - Ερώτημα προφανώς αλυσιτελές - Αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου - Διερεύνηση και εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς - Εφαρμογή των διατάξεων που ερμήνευσε το Δικαστήριο
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 177 (νυν άρθρο 234 ΕΚ)]
2. εριβάλλον - Διάθεση των αποβλήτων - Οδηγία 91/689 - Επικίνδυνα απόβλητα - Έννοια - Απόβλητα περιλαμβανόμενα σε κατάλογο καταρτιζόμενο σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 18 της οδηγίας 75/442 - Απόβλητα χαρακτηριζόμενα ως επικίνδυνα από κράτος μέλος - Αποτέλεσμα του χαρακτηρισμού - Υποχρέωση κοινοποιήσεως στην Επιτροπή
(Οδηγίες του Συμβουλίου 75/442, άρθρο 18, και 91/689, άρθρο 1 § 4, και παράρτημα ΙΙΙ)
3. εριβάλλον - Διάθεση των αποβλήτων - Οδηγία 91/689 - Επικίνδυνα απόβλητα - Έννοια - Χαρακτηρισμός ως επικινδύνων, από τα κράτη μέλη, αποβλήτων μη περιλαμβανομένων στον κατάλογο που έχει καταρτιστεί με την απόφαση 94/904 - Δεκτός - Υποχρέωση κοινοποιήσεως στην Επιτροπή
(Οδηγία 91/689 του Συμβουλίου, άρθρο 1 § 4· απόφαση 94/904 του Συμβουλίου)
4. εριβάλλον - Διάθεση των αποβλήτων - Οδηγία 91/689 - Επικίνδυνα απόβλητα - Κατάλογος των επικινδύνων αποβλήτων καταρτισθείς με την απόφαση 94/904 - Ανάγκη καθορισμού της προελεύσεως ενός αποβλήτου για την ταξινόμησή του, σε συγκεκριμένη περίπτωση, ως επικινδύνου - Δεν υφίσταται
(Οδηγία 91/689 του Συμβουλίου, άρθρο 1 § 4, και παράρτημα ΙΙΙ· απόφαση 94/904 του Συμβουλίου)
Περίληψη
1. Στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 177 της Συνθήκης (νυν άρθρο 234 ΕΚ), μόνον στα εθνικά δικαστήρια, τα οποία έχουν επιληφθεί της διαφοράς και πρέπει να αναλαμβάνουν την ευθύνη της εκδοθησομένης αποφάσεως, εναπόκειται να εκτιμούν, ενόψει των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών κάθε υποθέσεως, τόσο το αν είναι αναγκαία η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, προκειμένου να είναι σε θέση να αποφανθούν, όσο και το αν είναι λυσιτελή τα προβαλλόμενα στο Δικαστήριο ερωτήματα. Η απόρριψη αιτήσεως εθνικού δικαστηρίου είναι δυνατή μόνον όταν είναι πρόδηλον ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου ή η εξέταση του κύρους ενός κοινοτικού κανόνα, που ζητούνται από το δικαστήριο αυτό, ουδεμία σχέση έχουν με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης.
Στο πλαίσιο όμως της διαδικασίας αυτής, που στηρίζεται σε σαφή διάκριση των λειτουργιών μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, κάθε εκτίμηση των επίδικων περιστατικών εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου. Το Δικαστήριο δεν είναι συνεπώς αρμόδιο να αποφαίνεται επί των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης ούτε να εφαρμόζει σε εθνικά μέτρα ή σε εσωτερικές καταστάσεις τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου που έχει ερμηνεύσει, διότι τα ζητήματα αυτά εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου.
( βλ. σκέψεις 27, 31-32 )
2. Ως «επικίνδυνα απόβλητα» κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689, νοούνται τα απόβλητα που περιλαμβάνονται σε κατάλογο καταρτιζόμενο σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 18 της οδηγίας 75/442, και όλα τα άλλα απόβλητα που ένα κράτος μέλος θεωρεί ότι εμφανίζουν κάποια από τις ιδιότητες οι οποίες απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας 91/689.
Τα απόβλητα αυτά θεωρούνται επικίνδυνα μόνον όσον αφορά την επικράτεια των κρατών μελών τα οποία προέβησαν σε τέτοιο χαρακτηρισμό. Τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να κοινοποιούν τις περιπτώσεις αυτές στην Επιτροπή, ώστε να επανεξετάζονται σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 18 της οδηγίας 75/442 διαδικασία ενόψει της καταρτίσεως του καταλόγου επικινδύνων αποβλήτων.
( βλ. σκέψεις 45, 48-49 )
3. Η οδηγία 91/689 για τα επικίνδυνα απόβλητα, δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένων, εντός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων τους, των δικαιοδοτικών αρχών, να χαρακτηρίζουν ως επικίνδυνα ορισμένα απόβλητα μη περιλαμβανόμενα στον κατάλογο επικινδύνων αποβλήτων που έχει καταρτιστεί με την απόφαση 94/904 περί καταρτίσεως καταλόγου επικινδύνων αποβλήτων κατ' εφαρμογή του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας, και να θεσπίζουν κατά τον τρόπο αυτό μέτρα ενισχυμένης προστασίας για να απαγορεύουν την εγκατάλειψη, την απόρριψη και την ανεξέλεγκτη διάθεση τέτοιων αποβλήτων. Στην περίπτωση αυτή, απόκειται στις αρμόδιες βάσει του εθνικού δικαίου αρχές του οικείου κράτους μέλους να κοινοποιούν τις περιπτώσεις αυτές στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 4, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 91/689.
( βλ. σκέψη 51, διατακτ. 1 )
4. Το άρθρο 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689 περί επικινδύνων αποβλήτων, και η απόφαση 94/904 περί καταρτίσεως καταλόγου επικινδύνων αποβλήτων κατ' εφαρμογή της διατάξεως αυτής, ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι ο καθορισμός της προελεύσεως ενός αποβλήτου δεν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ταξινόμησή του σε συγκεκριμένη περίπτωση ως επικινδύνου.
Συγκεκριμένα, από το ίδιο το γράμμα της εν λόγω διατάξεως προκύπτει ότι το καθοριστικό κριτήριο για τον ορισμό της έννοιας «επικίνδυνο απόβλητο», είναι το κατά πόσο το απόβλητο έχει μία ή περισσότερες από τις απαριθμούμενες στο παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας 91/689 ιδιότητες. Αν η κατάταξη στον κατάλογο «επικινδύνων αποβλήτων» στηρίζεται πράγματι στην προέλευση του αποβλήτου, η προέλευση αυτή δεν είναι το μόνο κριτήριο χαρακτηρισμού του επικινδύνου χαρακτήρα του, αλλά αποτελεί έναν από τους παράγοντες τους οποίους ο κατάλογος επικινδύνων αποβλήτων περιορίζεται να «λαμβάνει υπόψη».
( βλ. σκέψεις 56-57, διατακτ. 2 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-318/98,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση της Pretura circondariale di Udine, sezione distaccata di Cividale del Friuli (Ιταλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά
Giancarlo Fornasar,
Andrea Strizzolo,
Giancarlo Toso,
Lucio Mucchino,
Enzo Peressutti
και
Sante Chiarcosso,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς ρρμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για τα επικίνδυνα απόβλητα (EE L 377, σ. 20), και της αποφάσεως 94/904/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, για την κατάρτιση καταλόγου επικινδύνων αποβλήτων κατ' εφαρμογή του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689 (EE L 356, σ. 14),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Schintgen, πρόεδρο του δευτέρου τμήματος, προεδρεύοντα του έκτου τμήματος, P. J. G. Kapteyn και H. Ragnemalm (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Γ. Κοσμάς
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- οι Mucchino και Peressutti, εκπροσωπούμενοι από τον C. Pagano, δικηγόρο Γένουας, και τον R. Cattarini, δικηγόρο Monfalcone,
- η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους W.-D. Plessing, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο οικονομίας, και C.-D. Quassowski, Regierungsdirektor στο ίδιο υπουργείο,
- η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Μ. Α. Fierstra, αναπληρωτή νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών,
- η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την C. Stix-Hackl, Gesandte στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εξωτερικών Υποθέσεων,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους P. Stancanelli και L. Ström,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των Mucchino και Peressutti, εκπροσωπούμενων από τον C. Pagano, της Ιταλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον L. Daniele, δικηγόρο Τεργέστης, και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον P. Stancanelli, κατά τη συνεδρίαση της 6ης Ιουλίου 1999,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1999,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 16ης Ιουλίου 1998, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 18 Αυγούστου 1998, η Pretura circondariale di Udine, sezione distaccata di Cividale del Friuli, υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), έξι προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για τα επικίνδυνα απόβλητα (EE L 377, σ. 20), και της αποφάσεως 94/904/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, για την κατάρτιση καταλόγου επικινδύνων αποβλήτων κατ' εφαρμογή του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689 (EE L 356, σ. 14).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας που κινήθηκε κατά των Fornasar, Strizzolo, Toso, Mucchino, Peressutti και Chiarcosso, οι οποίοι διώκονται διότι εναπέθεσαν «τοξικά και επιβλαβή» απόβλητα χαρακτηρίζοντάς τα ως ειδικά απόβλητα κατά παράβαση της κανονιστικής ρυθμίσεως η οποία ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης.
Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
3 Το άρθρο 5 της οδηγίας 78/319/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1978, περί των τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 161), που καταργήθηκε από 27ης Ιουνίου 1995 δυνάμει του άρθρου 11 της οδηγίας 91/689, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 94/31/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1994 (EE L 168, σ. 28), προέβλεπε ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν τη διάθεση των τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η υγεία του ανθρώπου και χωρίς να επέρχεται ζημία στο περιβάλλον και, ιδίως, χωρίς να δημιουργείται κίνδυνος για το ύδωρ, τον αέρα ή το έδαφος, καθώς και για την πανίδα και τη χλωρίδα, χωρίς να δημιουργούνται οχληρές συνέπειες από τον θόρυβο ή τις οσμές και χωρίς να καταστρέφονται χώροι και τοπία.
4 Δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 78/319, τα κράτη μέλη όφειλαν να λάβουν ιδίως τα αναγκαία μέτρα για να απαγορεύσουν την ανεξέλεγκτη εγκατάλειψη, την απόρριψη, την εναπόθεση και τη μεταφορά τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων, καθώς και την παραχώρησή τους σε εγκαταστάσεις, βιομηχανίες ή επιχειρήσεις άλλες πλην αυτών που προβλέπονται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας.
5 Η οδηγία 78/319 καταργήθηκε από 12ης Δεκεμβρίου 1993 δυνάμει του άρθρου 11 της οδηγίας 91/689 και αντικαταστάθηκε από την τελευταία αυτή οδηγία. Δυνάμει πάντως της ίδιας διατάξεως, κατά τη διατύπωσή της που προκύπτει από την οδηγία 94/31, η κατάργηση της οδηγίας 78/319 μετατέθηκε στις 27 Ιουνίου 1995.
6 Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/689, η οδηγία 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (EE ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 18ης Μαρτίου 1991 (EE L 78, σ. 32, στο εξής: οδηγία 75/442), εφαρμόζεται στα επικίνδυνα απόβλητα υπό την επιφύλαξη της οδηγίας 91/689.
7 Το άρθρο 4 της οδηγίας 75/442, όπως τροποποιήθηκε, επαναλαμβάνει κατ' ουσίαν το άρθρο 5 της οδηγίας 78/319, καθόσον προβλέπει, στην πρώτη παράγραφο, ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι η αξιοποίηση ή η διάθεση των αποβλήτων θα πραγματοποιείται χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η υγεία του ανθρώπου και χωρίς να χρησιμοποιούνται διαδικασίες ή μέθοδοι που ενδέχεται να βλάψουν το περιβάλλον, ιδίως δε χωρίς να δημιουργείται κίνδυνος για το νερό, τον αέρα ή το έδαφος, ούτε για την πανίδα και τη χλωρίδα, χωρίς να προκαλούνται ενοχλήσεις από τον θόρυβο ή τις οσμές και χωρίς να βλάπτονται οι τοποθεσίες και τα τοπία που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 75/442 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν επιπλέον τα αναγκαία μέτρα για την απαγόρευση της εγκαταλείψεως, της απορρίψεως και της ανεξέλεγκτης διαθέσεως των αποβλήτων.
8 Το άρθρο 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689 ορίζει:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ως "επικίνδυνα απόβλητα" νοούνται:
- τα απόβλητα που περιλαμβάνονται σε κατάλογο ο οποίος θα καταρτιστεί με τη διαδικασία του άρθρου 18 της οδηγίας 75/422/ΕΟΚ και θα βασίζεται στα παραρτήματα Ι και ΙΙ της παρούσας οδηγίας, το αργότερο έξι μήνες πριν από την ημερομηνία θέσης σε εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Τα απόβλητα αυτά πρέπει να έχουν μία ή περισσότερες από τις ιδιότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ. Ο κατάλογος θα λαμβάνει υπόψη την προέλευση και σύνθεση των αποβλήτων καθώς και, ενδεχομένως, τις οριακές τιμές συγκέντρωσης. Ο κατάλογος αυτός θα επανεξετάζεται κατά περιόδους και, εφόσον χρειάζεται, θα αναθεωρείται με την ίδια διαδικασία,
- όλα τα άλλα απόβλητα τα οποία κατά τη γνώμη ενός κράτους μέλους παρουσιάζουν κάποια από τις ιδιότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ. Οι περιπτώσεις αυτές θα κοινοποιούνται στην Επιτροπή και θα επανεξετάζονται με τη διαδικασία του άρθρου 18 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ με στόχο την αναπροσαρμογή του καταλόγου.»
9 Το παράρτημα Ι της οδηγίας 91/689 υποδιαιρείται στο παράρτημα Ι.Α και στο παράρτημα Ι.Β. Τα παραρτήματα αυτά περιλαμβάνουν αντιστοίχως 18 και 22 κατηγορίες ή γενικούς τύπους επικινδύνων αποβλήτων, που κατατάσσονται αναλόγως του είδους τους ή της δραστηριότητας από την οποία παράγονται. Στο παράρτημα ΙΙ απαριθμούνται 51 συστατικά που καθιστούν τα απόβλητα του παραρτήματος Ι.Β επικίνδυνα όταν τα απόβλητα αυτά έχουν χαρακτηριστικά αναφερόμενα στο παράρτημα ΙΙΙ, στο οποίο απαριθμούνται 14 ιδιότητες οι οποίες καθιστούν τα απόβλητα επικίνδυνα.
10 Με την απόφαση 91/904 καταρτίστηκε ο κατάλογος επικινδύνων αποβλήτων κατ' εφαρμογήν του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689.
Η εθνική κανονιστική ρύθμιση
11 Το άρθρο 7, παράγραφος 4, του νομοθετικού διατάγματος 22/97, της 5ης Φεβρουαρίου 1997, περί εφαρμογής των οδηγιών 91/156 για τα στερεά απόβλητα, 91/689 για τα επικίνδυνα απόβλητα, και 94/62/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1994, για τις συσκευασίες και τα απορρίμματα συσκευασίας (ΕΕ L 365, σ. 10) (GURI, τακτικό συμπληρωματικό τεύχος αριθ. 33, της 15ης Φεβρουαρίου 1997), όπως τροποποιήθηκε με το νομοθετικό διάταγμα 389/97, της 8ης Νοεμβρίου 1997 (GURI αριθ. 261, της 8ης Νοεμβρίου 1997), ορίζει:
«είναι επικίνδυνα τα μη οικιακά απόβλητα που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος D βάσει των παραρτημάτων G, H και Ι».
12 Στο παράρτημα D αναπαράγεται καθ' ολοκληρία ο κατάλογος των επικινδύνων αποβλήτων στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689 και ο οποίος καταρτίστηκε με την απόφαση 94/904. Τα παραρτήματα G, H και Ι είναι όμοια με τα παραρτήματα Ι, ΙΙ και ΙΙΙ της οδηγίας 91/689.
13 Το υπουργικό διάταγμα αριθ. 141, της 11ης Μαρτίου 1998, περί ρυθμίσεως της εναποθέσεως των αποβλήτων και της ταξινομήσεως των εναποτιθεμένων επικινδύνων αποβλήτων (GURI αριθ. 108, της 12ης Μα_ου 1998), συμπληρώνει την εθνική κανονιστική ρύθμιση.
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
14 Κατά τη διάρκεια συνήθους ελέγχου που διενεργήθηκε στις 11 Μαρτίου 1994 στον χώρο εναποθέσεως αποβλήτων της εταιρίας Verdeindustria Srl, η οσμή διαλυτών που προέρχονταν από σωρό αποβλήτων τα οποία είχε εναποθέσει φορτηγό όχημα της επιχειρήσεως Chiarcosso κίνησε τις υποψίες των ελεγκτών της αστυνομίας. Στα σχετικά με τη μεταφορά έγγραφα, τα απόβλητα που αποτελούσαν το φορτίο του οχήματος χαρακτηρίζονταν ως απόβλητα ειδικού τύπου, μη τοξικά και μη επιβλαβή, κατά τον ορισμό του ισχύοντος τότε στην Ιταλία νόμου. Μεταξύ των αποβλήτων αυτών, διαπιστώθηκε η παρουσία ορισμένων κιβωτίων από λευκό σίδηρο και ενός δοχείου που έφερε την ένδειξη ICI πολυουραιθανίου.
15 Το παραπέμπον δικαστήριο διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για να διαπιστωθεί η φύση των ουσιών που περιέχονταν εντός του δοχείου. Σε πραγματογνώμονα ανατέθηκε να διενεργήσει αναλύσεις των αποβλήτων και να αποφανθεί επί του αν αυτά μπορούσαν ή όχι να θεωρηθούν ως επικίνδυνα απόβλητα και αν αυτή η κατάταξη επηρεάζονταν από την προέλευσή τους.
16 Η πραγματογνωμοσύνη κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το δοχείο περιείχε διισοκυανικό διφαινολομεθάνιο (στο εξής: MDI) και ένα από τα ισομερή του. Ο πραγματογνώμων διευκρίνισε ότι οι ισοκυανικές ουσίες είναι εξαιρετικά επικίνδυνες για την υγεία του ανθρώπου. Σε εξαιρετικά χαμηλή συγκέντρωση στον αέρα, της τάξεως του ενός δισεκατομμυριοστού, μπορούν να προκαλέσουν σοβαρότατες κρίσεις άσθματος ικανές να οδηγήσουν στον θάνατο. Κατά τις διαπιστώσεις του πραγματογνώμονα, η ουσία αυτή, λόγω της συστάσεώς της, πρέπει να θεωρηθεί, κυριολεκτικώς, ως εκ φύσεως επικίνδυνη και, επομένως, ως αντικειμενικώς επιβλαβής για το περιβάλλον και την υγεία.
17 Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι το MDI αποτελεί βασική ουσία για την παραγωγή πολυάριθμων συνθετικών ρητινών, οι οποίες στη συνέχεια χρησιμοποιούνται κατά την κατασκευή τμημάτων αυτοκινήτων, επίπλων, πλαστικών, επενδύσεων, συστατικών βαφών, κ.λπ. αρουσιάζει επομένως εκτεταμένη χρήση από επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε διάφορους τομείς παραγωγής.
18 Κατά τη διάρκεια της έρευνας, από τα συνοδευτικά των αποβλήτων έγγραφα και από τις μαρτυρικές καταθέσεις προέκυψε ότι το σύνολο των εναποτεθέντων αποβλήτων προέρχονταν από τις ευρισκόμενες στο Monfalcone εγκαταστάσεις της εταιρίας Fincantieri - Cantieri Navali Italiani SpA (στο εξής: Fincantieri). Η επιχείρηση αυτή ασκεί βιομηχανικές δραστηριότητες στον τομέα των πλοίων, των μηχανών και συναφείς δραστηριότητες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η ναυπήγηση, ο εξοπλισμός, η επισκευή και η διάλυση πλοίων.
19 Το παραπέμπον δικαστήριο επισημαίνει ότι είναι αδύνατο να εξακριβωθεί με βεβαιότητα από ποια διαδικασία, εντός της Fincantieri, προέρχεται η εν λόγω ουσία. Ο τύπος της ουσίας που βρέθηκε εντός του δοχείου δεν επιτρέπει επίσης, λόγω των πολλών δυνατοτήτων χρήσεως, να καθοριστεί κατά ποιον συγκεκριμένο τρόπο χρησιμοποιήθηκε η ουσία.
20 Κατά το πέρας των αναλύσεων που διενεργήθηκαν επί των δειγμάτων των ουσιών που κατασχέθηκαν, απαγγέλθηκε κατηγορία κατά τριών υπαλλήλων της Fincantieri, του υπευθύνου της επιχειρήσεως μεταφορών καθώς και δύο υπευθύνων του χώρου εναποθέσεως αποβλήτων, λόγω της εναποθέσεως «τοξικών και επιβλαβών αποβλήτων» υπό τον χαρακτηρισμό ως ειδικών αποβλήτων, κατά παράβαση της κανονιστικής ρυθμίσεως που ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης.
21 Η εξέταση των κατηγορουμένων διενεργήθηκε βάσει της τελευταίας αυτής κανονιστικής ρυθμίσεως. Το άρθρο 2 του ιταλικού ποινικού κώδικα, κατά το οποίο «ουδείς τιμωρείται για πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με μεταγενέστερο νόμο, δεν συνιστούν πλέον αδίκημα», επιβάλλει στο παραπέμπον δικαστήριο να διερευνήσει αν η κατασχεθείσα ουσία μπορεί πάντοτε να χαρακτηριστεί ως επικίνδυνο απόβλητο κατά τη σήμερα ισχύουσα κανονιστική ρύθμιση.
22 Σύμφωνα με την πραγματογνωμοσύνη η οποία διενεργήθηκε κατόπιν εντολής του παραπέμποντος δικαστηρίου, στην παρούσα περίπτωση πρόκειται είτε για μη αλογονούχο οργανική ουσία η οποία δεν χρησιμοποιείται ως διαλύτης (σημείο 20 του παραρτήματος G του νομοθετικού διατάγματος 389/97, που αντιστοιχεί στο σημείο 20 του παραρτήματος Ι.B της οδηγίας 91/689), είτε για άλλο απόβλητο περιέχον ένα από τα στοιχεία τα οποία απαριθμούνται στο παράρτημα H του νομοθετικού διατάγματος 389/97 και παρουσιάζει μία από τις ιδιότητες στις οποίες αναφέρεται το παράρτημα Ι του εν λόγω διατάγματος (σημείο 40 του παραρτήματος G του νομοθετικού διατάγματος 389/97, που αντιστοιχεί στο σημείο 40 του παραρτήματος Ι.B της οδηγίας 91/689), που αποτελείται από ισοκυανικά άλατα (σημείο C37 του παραρτήματος H του νομοθετικού διατάγματος 389/97, που αντιστοιχεί στο σημείο C37 του παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας 91/689), σε συγκέντρωση ικανή να το κατατάξει μεταξύ των επιβλαβών ουσιών (σημείο H5 του παραρτήματος Ι του νομοθετικού διατάγματος 389/97, που αντιστοιχεί στο σημείο H5 του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας 91/689).
23 Ο πραγματογνώμων διαπίστωσε ότι, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως του τόπου στον οποίο ελήφθη το επίμαχο υλικό για να αποσταλεί στον χώρο εναποθέσεως, η μόνη λογική υπόθεση χρήσεώς του είναι η επιτόπου λήψη αφρώδους ουσίας για θερμομόνωση. Η μόνη κλάση, από την άποψη της εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως και του καταλόγου των επικινδύνων αποβλήτων, στην οποία θα μπορούσε να καταταγεί το υλικό είναι η κλάση 080402: «Απόβλητα από κόλλες και συγκολλητικές ουσίες που δεν περιέχουν αλογονούχους διαλύτες» του κεφαλαίου 0804 «Απόβλητα προερχόμενα από την κατασκευή, τη σύνθεση, τη διανομή και τη χρήση κόλλας και συγκολλητικών ουσιών (συμπεριλαμβανομένων των προϊόντων στεγανοποιήσεως)». Επισήμανε πάντως ότι θα ήταν υπερβολικό, από τεχνική άποψη, να συμπεριληφθεί στην κλάση αυτή η θερμομονωτική αφρώδης ουσία. Εν πάση περιπτώσει, τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επαρκούν για να αποδειχθεί ότι η επίμαχη ουσία προοριζόταν αρχικά για τη χρήση αυτή. Η προέλευση ή η γένεση των αποβλήτων δεν μπορούν επομένως να καθοριστούν.
24 Για να διαπιστώσει αν το κατασχεθέν υλικό μπορεί να χαρακτηριστεί ως επικίνδυνο απόβλητο κατά τη σήμερα ισχύουσα κανονιστική ρύθμιση, η Pretura circondariale di Udine, sezione distaccata di Cividale del Friuli αποφάσισε να αναβάλει την έκδοση οριστικής αποφάσεως και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα έξι ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Για τον χαρακτηρισμό ενός αποβλήτου ως επικινδύνου, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της αποφάσεως του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 1994, είναι αναγκαίο να καθοριστεί συγκεκριμένα η προέλευση του αποβλήτου, στην οποία αναφέρεται, για τους σκοπούς της ταξινομήσεως, ο κατάλογος των επικινδύνων αποβλήτων που καταρτίστηκε με την απόφαση αυτή, ή αρκεί για τον σκοπό αυτό να μπορεί η εν λόγω ουσία, ως εκ της συνθέσεώς της, να χρησιμοποιηθεί, έστω και θεωρητικά, σε ορισμένη παραγωγική διαδικασία ή να προέρχεται από αυτή ως τελικό προϊόν;
2) Ο καταρτισθείς με την απόφαση 904/94 του Συμβουλίου κατάλογος είναι περιοριστικός, οπότε αποκλείονται τα απόβλητα που δεν απαντούν σε αυτόν, έστω και αν εμφανίζουν τις ιδιότητες στις οποίες αναφέρονται τα παραρτήματα Ι, ΙΙ και ΙΙΙ της οδηγίας 91/689/ΕΟΚ;
3) Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα έκρινε ότι ο κατάλογος των επικινδύνων αποβλήτων δεν είναι περιοριστικός, πρέπει να θεωρηθεί ως αυτόματη η συμπλήρωση του καταλόγου των επικινδύνων αποβλήτων βάση των παραρτημάτων Ι, ΙΙ και ΙΙΙ της οδηγίας 91/689/ΕΟΚ;
4) οια είναι η ακολουθητέα διαδικασία, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 4, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 91/689/ΕΟΚ, ώστε ένα κράτος μέλος να μπορεί να χαρακτηρίσει ως επικίνδυνα ορισμένα απόβλητα μη περιλαμβανόμενα στον καταρτισθέντα με την απόφαση 94/904 του Συμβουλίου κατάλογο, τα οποία εμφανίζουν μία από τις ιδιότητες στις οποίες αναφέρεται το παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας, και σε ποιο όργανο απόκειται να προβεί στην αξιολόγηση αυτή και να ενημερώσει κατόπιν την Επιτροπή;
5) Οι δικαστικές αρχές του κράτους μέλους οφείλουν επίσης να προβούν στην κοινοποίηση προς την Επιτροπή;
6) Το διισοκυανικό διφαινυλομεθάνιο πρέπει να χαρακτηριστεί ως επικίνδυνο απόβλητο κατά το κοινοτικό δίκαιο;»
Επί του παραδεκτού και της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου
25 Οι Mucchino και Peressutti προέβαλαν ένσταση απαραδέκτου, υποστηρίζοντας ότι, κατά πάγια νομολογία, μια κοινοτική οδηγία δεν μπορεί αφ' εαυτής να δημιουργήσει υποχρεώσεις σε ιδιώτη και ότι η αρχή αυτή θα πρέπει να επιβεβαιωθεί κατηγορηματικά, εφόσον το εθνικό δικαστήριο οφείλει να αποφανθεί επί ποινικής ευθύνης.
26 ροβάλλουν ότι, ανεξάρτητα από την ερμηνεία των κοινοτικών διατάξεων στην οποία θα προβεί το Δικαστήριο, στο παραπέμπον δικαστήριο απόκειται να εφαρμόσει στους κατηγορουμένους την πλέον ευνοϊκή εθνική διάταξη. Κατά την κρατούσα στην Ιταλία θεωρία και νομολογία, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία οδήγησαν στις ποινικές διώξεις δεν συνιστούν πλέον αδίκημα κατά το σήμερα ισχύον δίκαιο.
27 ρέπει να υπομνησθεί προκαταρκτικά ότι, κατά πάγια νομολογία, μόνον στα εθνικά δικαστήρια, τα οποία έχουν επιληφθεί της διαφοράς και πρέπει να αναλάβουν την ευθύνη της εκδοθησομένης αποφάσεως, εναπόκειται να εκτιμούν, ενόψει των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών κάθε υποθέσεως, τόσο το αν είναι αναγκαία η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, προκειμένου να είναι σε θέση να αποφανθούν, όσο και τη λυσιτέλεια των υποβαλλομένων στο Δικαστήριο ερωτημάτων. Η απόρριψη αιτήσεως εθνικού δικαστηρίου είναι δυνατή μόνον όταν είναι πρόδηλον ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου ή η εξέταση του κύρους ενός κοινοτικού κανόνα, που ζητούνται από το δικαστήριο αυτό, ουδεμία σχέση έχουν με το υποστατό ή με το αντικείμενο της κύριας δίκης (βλ., ιδίως, τις αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 1992, C-67/91, Asociación Española de Banca Privada κ.λπ., Συλλογή 1992, σ. Ι-4785, σκέψεις 25 και 26, και της 25ης Ιουνίου 1997, C-304/94, C-330/94, C-342/94 και C-224/95, Tombesi κ.λπ., Συλλογή 1997, σ. Ι-3561, σκέψη 38).
28 Εν προκειμένω, το εθνικό δικαστήριο εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους οι απαντήσεις του Δικαστηρίου θα του είναι χρήσιμες για την επίλυση της διαφοράς της οποίας επελήφθη και δεν φαίνεται ότι οι απαντήσεις αυτές ουδεμία σχέση έχουν με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης.
29 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να κριθούν παραδεκτά τα πέντε πρώτα τεθέντα ερωτήματα.
30 Με το έκτο ερώτημά του, το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν, στο κοινοτικό δίκαιο, το MDI μπορεί να χαρακτηριστεί ως επικίνδυνο απόβλητο.
31 Στο πλαίσιο όμως της διαδικασίας του άρθρου 177 της Συνθήκης, που στηρίζεται σε σαφή διάκριση των λειτουργιών μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, κάθε εκτίμηση των επίδικων περιστατικών εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου (αποφάσεις της 15ης Νοεμβρίου 1979, 36/79, Denkavit, Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 667, σκέψη 12, και της 5ης Οκτωβρίου 1999, C-175/98 και C-177/98, Lirussi και Bizzaro, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή σκέψη 37).
32 Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης ούτε να εφαρμόζει σε εθνικά μέτρα ή σε εσωτερικές καταστάσεις τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου που έχει ερμηνεύσει, διότι τα ζητήματα αυτά εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου (προμνημονευθείσα απόφαση Lirussi και Bizzaro, σκέψη 38). Το ίδιο ισχύει όσον αφορά την ταξινόμηση, σε συγκεκριμένη περίπτωση, ορισμένων ουσιών βάσει του καταλόγου επικινδύνων αποβλήτων που έχει καταρτιστεί με την απόφαση 94/904 κατ' εφαρμογήν του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689.
33 Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να απαντήσει στο έκτο ερώτημα.
Επί του δευτέρου, του τρίτου, του τετάρτου και του πέμπτου ερωτήματος
34 Με το δεύτερο, το τρίτο, το τέταρτο και το πέμπτο ερώτημά του, που πρέπει να εξεταστούν κατ' αρχάς, το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν εάν η οδηγία 91/689 εμποδίζει τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένων, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους, των δικαιοδοτικών αρχών, να χαρακτηρίζουν ως επικίνδυνα ορισμένα απόβλητα μη περιλαμβανόμενα στον κατάλογο επικινδύνων αποβλήτων ο οποίος έχει καταρτιστεί με την απόφαση 94/904, και να θεσπίζουν κατά τον τρόπο αυτό μέτρα ενισχυμένης προστασίας για να απαγορεύουν την εγκατάλειψη, την απόρριψη και την ανεξέλεγκτη διάθεση τέτοιων αποβλήτων.
35 Κατά τους Mucchino και Peressutti, την Ολλανδική Κυβέρνηση και την Επιτροπή, ο κατάλογος «επικινδύνων αποβλήτων» κατά την έννοια της οδηγίας 91/689 και της αποφάσεως 94/904 πρέπει να θεωρηθεί ως περιοριστικός. Η Επιτροπή έχει την άποψη ότι το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει την αυτόματη συμπλήρωση του καταλόγου αυτού βάσει μόνον της διαπιστώσεως ότι τα απόβλητα εμπίπτουν στα παραρτήματα της οδηγίας 91/689. Αυτό ανταποκρίνεται στην απαίτηση να χρησιμοποιείται ένας ακριβής και ομοιόμορφος ορισμός των επικινδύνων αποβλήτων.
36 Η Γερμανική και η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζουν απεναντίας ότι, λαμβανομένης υπόψη της διατυπώσεως του άρθρου 1, παράγραφος 4, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 91/689, ο καταρτισθείς με την απόφαση 94/904 κατάλογος επικινδύνων αποβλήτων δεν μπορεί να είναι περιοριστικός. Αντιθέτως, από τη δεύτερη περίπτωση της εν λόγω διατάξεως προκύπτει ότι άλλα απόβλητα μπορούν επίσης να χαρακτηριστούν ως επικίνδυνα από τα κράτη μέλη όταν εμφανίζουν μια από τις ιδιότητες οι οποίες απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας 91/689.
37 ρέπει να υπομνηστεί προκαταρκτικά ότι το άρθρο 4 της οδηγίας 75/442, το οποίο θεσπίστηκε βάσει του άρθρου 130 Σ της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 175 ΕΚ), αποσκοπεί στην εφαρμογή των αρχών της προφυλάξεως και της προληπτικής δράσεως, οι οποίες εξαγγέλονται στο άρθρο 130 Ρ, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, δεύτερη φράση, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 174, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, ΕΚ). Βάσει των αρχών αυτών, η Κοινότητα και τα κράτη μέλη οφείλουν να προλαμβάνουν, να μειώνουν και, στο μέτρο του δυνατού, να εξαλείφουν ευθύς εξαρχής τις πηγές ρυπάνσεως ή βλαβερών εκπομπών λαμβάνοντας τα μέτρα που είναι ενδεδειγμένα για την εξαφάνιση των γνωστών κινδύνων (βλ. προμνημονευθείσα απόφαση Lirussi και Bizzaro, σκέψη 51).
38 Υπογραμμίζεται ότι μολονότι το άρθρο 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 75/442 δεν αναφέρει επακριβώς το συγκεκριμένο περιεχόμενο των μέτρων που πρέπει να ληφθούν για να εξασφαλίζεται ότι η διάθεση των αποβλήτων θα πραγματοποιείται χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η υγεία του ανθρώπου και χωρίς να βλάπτεται το περιβάλλον, δεσμεύει εντούτοις τα κράτη μέλη ως προς τον επιδιωκόμενο στόχο, αφήνοντάς τους παράλληλα ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως κατά την αξιολόγηση της αναγκαιότητας τέτοιων μέτρων (απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1999, C-365/97, Επιτροπή κατά Ιταλίας, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 67).
39 αραδείγματος χάριν, η σημαντική επιδείνωση της καταστάσεως του περιβάλλοντος επί μακρό χρονικό διάστημα χωρίς την παρέμβαση των αρμοδίων αρχών σημαίνει κατ' αρχήν ότι το οικείο κράτος μέλος υπερέβη το περιθώριο εκτιμήσεως που του παρέχει η διάταξη αυτή (βλ. προμνημονευθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 68).
40 Το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 75/442 συμπληρώνει τη διάταξη αυτή με την επιβολή συγκεκριμένης υποχρεώσεως, καθόσον προβλέπει ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν επιπλέον τα αναγκαία μέτρα για την απαγόρευση της εγκαταλείψεως, της απορρίψεως και της ανεξέλεγκτης διαθέσεως των αποβλήτων.
41 ρέπει να υπομνηστεί ότι η υποχρέωση των κρατών μελών να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα προς επίτευξη του επιδιωκομένου από την οδηγία αποτελέσματος συνιστά επιτακτική υποχρέωση, η οποία επιβάλλεται τόσο από το άρθρο 189, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ), όσο και από την ίδια την οδηγία (απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 1997, C-129/96, Inter-Environnement Wallonie, Συλλογή 1997, σ. Ι-7411, σκέψη 40).
42 Αυτή η υποχρέωση λήψεως όλων των γενικών ή ειδικών μέτρων επιβάλλεται σε όλες τις αρχές των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων, εντός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων τους, και των δικαιοδοτικών αρχών (απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-106/89, Marleasing, Συλλογή 1990, σ. Ι-4135, σκέψη 8, και προμνημονευθείσα απόφαση Inter-Environnement Wallonie, σκέψη 40).
43 Όσον αφορά την οδηγία 91/689, υπενθυμίζεται ότι από την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της προκύπτει ότι, για να καταστεί αποτελεσματικότερη η διαχείριση των επικινδύνων αποβλήτων στο πλαίσιο της Κοινότητας, είναι αναγκαία η χρήση ακριβούς και ομοιόμορφου ορισμού των επικινδύνων αποβλήτων βάσει της κτηθείσας πείρας.
44 ρος τον σκοπό αυτό, η οδηγία 91/689 παραπέμπει, στο άρθρο 1, παράγραφος 3, στον διδόμενο από την οδηγία 95/442 ορισμό των αποβλήτων και διευκρινίζει, στο άρθρο 1, παράγραφος 4, τον ορισμό των επικινδύνων αποβλήτων. Η απόφαση 94/904 συμπληρώνει την οδηγία 91/689 και αναφέρεται επίσης, στο παράρτημά της, στον ορισμό των αποβλήτων που περιλαμβάνεται στο άρθρο 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 75/442.
45 Ως «επικίνδυνα απόβλητα» κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689, νοούνται τα απόβλητα που περιλαμβάνονται σε κατάλογο καταρτιζόμενο σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 18 της οδηγίας 75/422, και όλα τα άλλα απόβλητα που ένα κράτος μέλος θεωρεί ότι εμφανίζουν κάποια από τις ιδιότητες οι οποίες απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας 91/689.
46 Συναφώς, διαπιστώνεται ότι η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση στον τομέα του περιβάλλοντος δεν αποσκοπεί σε πλήρη εναρμόνιση. Έστω και αν το άρθρο 130 Ρ της Συνθήκης μνημονεύει ορισμένους στόχους προς επίτευξη, το άρθρο 130 Τ της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 176 ΕΚ) καθώς και η οδηγία 91/689 προβλέπουν τη δυνατότητα των κρατών μελών να θεσπίζουν μέτρα ενισχυμένης προστασίας. Σύμφωνα με το άρθρο 130 Ρ της Συνθήκης, η πολιτική της Κοινότητας στον τομέα του περιβάλλοντος αποβλέπει σε υψηλό επίπεδο προστασίας, λαμβάνοντας υπόψη την ποικιλομορφία των καταστάσεων στις διάφορες περιοχές της Κοινότητας.
47 Επιπλέον, κατά το άρθρο 7 της οδηγίας 91/689, στις περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης ή σοβαρού κινδύνου, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, συμπεριλαμβανομένων, ενδεχομένως, προσωρινών παρεκκλίσεων από την οδηγία, προκειμένου τα επικίνδυνα απόβλητα να μην αποτελέσουν απειλή κατά του πληθυσμού ή του περιβάλλοντος. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για τις εν λόγω παρεκκλίσεις.
48 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689, ο προβλεπόμενος από την οδηγία αυτή κατάλογος επιτρέπει στα κράτη μέλη να χαρακτηρίζουν ως επικίνδυνο κάθε απόβλητο που ένα κράτος μέλος θεωρεί ότι παρουσιάζει κάποια από τις ιδιότητες οι οποίες απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ της εν λόγω οδηγίας. Τα απόβλητα αυτά θεωρούνται επομένως επικίνδυνα μόνον όσον αφορά την επικράτεια των κρατών μελών τα οποία προέβησαν σε τέτοιο χαρακτηρισμό.
49 Τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να κοινοποιούν τις περιπτώσεις αυτές στην Επιτροπή, ώστε να επανεξετάζονται σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 18 της οδηγίας 75/442 διαδικασία ενόψει της καταρτίσεως του καταλόγου επικινδύνων αποβλήτων. Βάσει της κτηθείσας πείρας, η Επιτροπή καλείται να εξετάσει κατά πόσον είναι σκόπιμο να συμπληρωθεί ο ισχύων για όλα τα κράτη μέλη της Κοινότητας γενικός κατάλογος επικινδύνων αποβλήτων, με την προσθήκη των αποβλήτων που θεωρήθηκαν ως επικίνδυνα από ένα ή περισσότερα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 4, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 91/689.
50 Το άρθρο 1, παράγραφος 4, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 91/689 δεν προβλέπει την εθνική διαδικασία που πρέπει να τηρηθεί από ένα κράτος μέλος ούτε το όργανο που είναι αρμόδιο για να χαρακτηρίσει ορισμένα απόβλητα ως επικίνδυνα και να προβεί στην αντίστοιχη κοινοποίηση στην Επιτροπή.
51 Κατά συνέπεια, στο δεύτερο, το τρίτο, το τέταρτο και το πέμπτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 91/689 δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένων, εντός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων τους, των δικαιοδοτικών αρχών, να χαρακτηρίζουν ως επικίνδυνα ορισμένα απόβλητα μη περιλαμβανόμενα στον κατάλογο επικινδύνων αποβλήτων που έχει καταρτιστεί με την απόφαση 94/904 και να θεσπίζουν κατά τον τρόπο αυτό μέτρα ενισχυμένης προστασίας για να απαγορεύουν την εγκατάλειψη, την απόρριψη και την ανεξέλεγκτη διάθεση τέτοιων αποβλήτων. Στην περίπτωση αυτή, απόκειται στις αρμόδιες βάσει του εθνικού δικαίου αρχές του οικείου κράτους μέλους να κοινοποιούν τις περιπτώσεις αυτές στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 4, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 91/689.
Επί του πρώτου ερωτήματος
52 Με το πρώτο ερώτημά του, το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν το άρθρο 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689 και η απόφαση 94/904 ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι ο καθορισμός της προελεύσεως ενός αποβλήτου αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ταξινόμησή του, σε συγκεκριμένη περίπτωση, ως επικινδύνου.
53 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689 και η απόφαση 947904 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, για να χαρακτηριστεί ένα απόβλητο ως επικίνδυνο, είναι αναγκαίο να εξακριβωθεί ότι αυτό προέρχεται από διαδικασία κατασκευής ή από δραστηριότητα που περιλαμβάνονται στον κοινοτικό κατάλογο επικινδύνων αποβλήτων.
54 Η Ολλανδική Κυβέρνηση είναι απεναντίας της γνώμης ότι, για τον χαρακτηρισμό ενός αποβλήτου ως επικινδύνου κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689 και της αποφάσεως 94/904, δεν απαιτείται να διαπιστωθεί ακριβώς η προέλευσή του. Η προέλευση ενός αποβλήτου αποτελεί μόνον ένα από τα στοιχεία που επιτρέπουν να καθοριστεί αν πρόκειται για επικίνδυνο απόβλητο.
55 Συναφώς, αρκεί να υπομνηστεί ότι, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689, τα απόβλητα που περιλαμβάνονται στον κατάλογο «επικινδύνων αποβλήτων» πρέπει να έχουν μία ή περισσότερες από τις απαριθμούμενες στο παράρτημα ΙΙΙ της ίδιας οδηγίας ιδιότητες, αυτός δε ο κατάλογος θα λαμβάνει υπόψη την προέλευση και τη σύνθεση των αποβλήτων και, ενδεχομένως, τις οριακές τιμές συγκεντρώσεως.
56 Από το ίδιο το γράμμα της διατάξεως αυτής προκύπτει επομένως ότι το καθοριστικό κριτήριο, για τον ορισμό της έννοιας «επικίνδυνο απόβλητο», είναι το κατά πόσο το απόβλητο έχει μία ή περισσότερες από τις απαριθμούμενες στο παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας 91/689 ιδιότητες. Αν η κατάταξη στον κατάλογο επικινδύνων αποβλήτων στηρίζεται πράγματι στην προέλευση του αποβλήτου, αυτό δεν συνεπάγεται ότι ο ακριβής καθορισμός της προελεύσεως αυτής είναι απαραίτητος για την ταξινόμησή του ως επικινδύνου, ότι η προέλευση ενός αποβλήτου δεν αποτελεί το μόνο κριτήριο χαρακτηρισμού του επικινδύνου χαρακτήρα του, αλλά αποτελεί έναν από τους παράγοντες τους οποίους ο κατάλογος επικινδύνων αποβλήτων περιορίζεται να «λαμβάνει υπόψη».
57 Υπό τις συνθήκες αυτές, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689 και η απόφαση 94/904 ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι ο καθορισμός της προελεύσεως ενός αποβλήτου δεν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ταξινόμησή του σε συγκεκριμένη περίπτωση ως επικινδύνου.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
58 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ιταλική, η Γερμανική, η Ολλανδική και η Αυστριακή Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 16ης Ιουλίου 1998 η Pretura circondariale di Udine, sezione distaccata di Cividale del Friuli, αποφαίνεται:
1) Η οδηγία 91/689/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για τα επικίνδυνα απόβλητα, δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένων, εντός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων τους, των δικαιοδοτικών αρχών, να χαρακτηρίζουν ως επικίνδυνα ορισμένα απόβλητα μη περιλαμβανόμενα στον κατάλογο επικινδύνων αποβλήτων που έχει καταρτιστεί με την απόφαση 94/904/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, για την κατάρτιση καταλόγου επικινδύνων αποβλήτων κατ' εφαρμογή του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689, και να θεσπίζουν κατά τον τρόπο αυτό μέτρα ενισχυμένης προστασίας για να απαγορεύουν την εγκατάλειψη, την απόρριψη και την ανεξέλεγκτη διάθεση τέτοιων αποβλήτων. Στην περίπτωση αυτή, απόκειται στις αρμόδιες βάσει του εθνικού δικαίου αρχές του οικείου κράτους μέλους να κοινοποιούν τις περιπτώσεις αυτές στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 4, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 91/689.
2) Το άρθρο 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689 και η απόφαση 94/904 ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι ο καθορισμός της προελεύσεως ενός αποβλήτου δεν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ταξινόμησή του σε συγκεκριμένη περίπτωση ως επικινδύνου.
Full & Egal Universal Law Academy