Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγορών - Ζάχαρη - Τιμές παρεμβάσεως και παράγωγες τιμές παρεμβάσεως - Καταληκτική ημερομηνία για τον καθορισμό των τιμών παρεμβάσεως - Μη τήρηση της προθεσμίας - Συνέπειες
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 1785/81, 1360/98 και 1361/98)
2. Κοινοτικό δίκαιο - Αρχές - ροστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης - Όρια - Μεταβολή της κανονιστικής ρυθμίσεως περί κοινής οργανώσεως της αγοράς - Έλλειψη καθορισμού παράγωγης τιμής παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης για την Ιταλία - Εξουσία εκτιμήσεως των κοινοτικών οργάνων
(Κανονισμός 1785/81 του Συμβουλίου)
3. ράξεις των οργάνων - Αιτιολόγηση - Υποχρέωση - εριεχόμενο - Κανονισμοί
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 190 (νυν άρθρο 253 ΕΚ)]
Περίληψη
1. Η καταληκτική ημερομηνία της 1ης Αυγούστου για τον καθορισμό των τιμών παρεμβάσεως και των παραγώγων τιμών παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης του άρθρου 3, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού 1785/81, περί κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα της ζάχαρης, δεν είναι αποκλειστική. Συνεπώς, η μη τήρηση της εν λόγω καταληκτικής προθεσμίας δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα το ανίσχυρο των κανονισμών 1360/98 και 1361/98, οι οποίοι καθορίζουν τις τιμές παρεμβάσεως, για την περίοδο εμπορίας 1998/1999, μετά την 1η Αυγούστου.
( βλ. σκέψεις 25, 29 )
2. Μολονότι η τήρηση της αρχής προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης εντάσσεται στις θεμελιώδεις αρχές της Κοινότητας, οι επιχειρηματίες δεν δικαιολογούνται να τρέφουν προσδοκίες για διατήρηση μιας υφισταμένης καταστάσεως, η οποία μπορεί να μεταβληθεί στο πλαίσιο της ασκήσεως της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κοινοτικά όργανα και τούτο ιδίως σε τομείς όπως οι κοινές οργανώσεις αγοράς, ο σκοπός των οποίων απαιτεί συνεχή προσαρμογή ανάλογα με τις μεταβολές της οικονομικής καταστάσεως.
Εφόσον ο κανονισμός 1785/81 περί κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα της ζάχαρης επιβάλλει, κάθε έτος, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή να καθορίζουν τις τιμές παρεμβάσεως καθώς και τις ελάχιστες τιμές και τις επαυξημένες τιμές, ιδίως αναλόγως προς την εξέλιξη της παραγωγής και της καταναλώσεως, οι επιχειρηματίες δεν μπορούν να τρέφουν προσδοκίες για αναπροσαρμογή των τιμών που θεσπίστηκαν για τις προγενέστερες περιόδους εμπορίας.
( βλ. σκέψεις 42, 45 )
3. Η αιτιολογία την οποία επιτάσσει το άρθρο 190 της Συνθήκης (νυν άρθρο 253 ΕΚ) πρέπει να προσαρμόζεται στη φύση της επίμαχης πράξεως και πρέπει να αφήνει να διαφαίνεται κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής, εκδότη της βαλλόμενης πράξεως, ώστε να επιτρέπει στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου και στο αρμόδιο δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του. Το ζήτημα αν η αιτιολογία πληροί τις απαιτήσεις της οικείας διατάξεως πρέπει να εκτιμάται όχι μόνο βάσει της διατυπώσεώς της, αλλά και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται, καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα. Δεν απαιτείται η αιτιολογία των κανονισμών να εξειδικεύει τα διάφορα πραγματικά ή νομικά στοιχεία, ενίοτε πολυάριθμα και πολύπλοκα, ενόψει των οποίων εκδόθηκαν οι εν λόγω κανονισμοί, εφόσον οι κανονισμοί αυτοί περιλαμβάνονται στο συστηματικό πλαίσιο του συνόλου του οποίου αποτελούν μέρος.
( βλ. σκέψεις 58-59 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-340/98,
Ιταλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον U. Leanza, επικουρούμενο από τον Ι. Μ. Braguglia, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπουμένου από τους J. Carbery, Ι. Díez Parra και A. Tanca, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθού,
υποστηριζόμενου από την
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον F. P. Ruggeri Laderchi, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
παρεμβαίνουσα,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΚ) 1361/98 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1998, για τον καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 1998/99, των παραγώγων τιμών παρεμβάσεως της λευκής ζαχάρεως, της τιμής παρεμβάσεως της ακατέργαστης ζαχάρεως, των ελαχίστων τιμών τεύτλων Α και τεύτλων Β, καθώς και του ποσού της επιστροφής για την αντιστάθμιση των εξόδων αποθεματοποιήσεως (ΕΕ L 185, σ. 3), στο μέτρο που παραλείπει να καθορίσει την παράγωγη τιμή παρεμβάσεως της λευκής ζαχάρεως για όλες τις ζώνες της Ιταλίας, καθιστώντας με τον τρόπο αυτόν εφαρμοστέα στην Ιταλία την τιμή παρεμβάσεως της λευκής ζαχάρεως που καθορίζει το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1360/98 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1998, για τον καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 1998/99, ορισμένων τιμών στον τομέα της ζαχάρεως και του αντιπροσωπευτικού ποιοτικού τύπου τεύτλων (ΕΕ L 185, σ. 1), καθώς και, ενδεχομένως, την ακύρωση του άρθρου 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 1360/98, στο μέτρο που καθορίζει την τιμή παρεμβάσεως της λευκής ζαχάρεως και για την Ιταλία,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τις F. Macken, πρόεδρο τμήματος, και N. Colneric (εισηγητή), και τους C. Gulmann, J.-P. Puissochet και J. N. Cunha Rodrigues, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 15ης Φεβρουαρίου 2001, κατά την οποία η Ιταλική Δημοκρατία εκπροσωπήθηκε από τον Ι. Μ. Braguglia, το Συμβούλιο από τον F. P. Ruggeri Laderchi και η Επιτροπή από τον L. Visaggio,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Μαρτίου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Σεπτεμβρίου 1998, η Ιταλική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο, βάσει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 230, πρώτο εδάφιο, ΕΚ), την ακύρωση του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΚ) 1361/98 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1998, για τον καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 1998/99, των παραγώγων τιμών παρεμβάσεως της λευκής ζαχάρεως, της τιμής παρεμβάσεως της ακατέργαστης ζαχάρεως, των ελαχίστων τιμών τεύτλων Α και τεύτλων Β, καθώς και του ποσού της επιστροφής για την αντιστάθμιση των εξόδων αποθεματοποιήσεως (ΕΕ L 185, σ. 3), στο μέτρο που παραλείπει να καθορίσει την παράγωγη τιμή παρεμβάσεως της λευκής ζαχάρεως για όλες τις ζώνες της Ιταλίας, καθιστώντας με τον τρόπο αυτόν εφαρμοστέα στην Ιταλία την τιμή παρεμβάσεως της λευκής ζαχάρεως που καθορίζει το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1360/98 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1998, για τον καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 1998/99, ορισμένων τιμών στον τομέα της ζαχάρεως και του αντιπροσωπευτικού ποιοτικού τύπου τεύτλων (ΕΕ L 185, σ. 1), καθώς και, ενδεχομένως, την ακύρωση του άρθρου 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 1360/98, στο μέτρο που καθορίζει την την τιμή παρεμβάσεως της λευκής ζαχάρεως και για την Ιταλία.
2 Με διάταξη του ροέδρου του Δικαστηρίου της 10ης Μαρτίου 1999, επιτράπηκε στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να παρέμβει υπέρ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
Το νομικό πλαίσιο
Επί του κανονισμού (ΕΟΚ) 1785/81
3 Στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα της ζαχάρεως (στο εξής: ΚΟΑ ζαχάρεως), ο κανονισμός (ΕΟΚ)1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, για την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της ζαχάρεως (ΕΕ L 177, σ. 4), που είναι εφαρμοστέος ως έχει κατόπιν της εκδόσεως του κανονισμού (ΕΕ) 1101/95 του Συμβουλίου, της 24ης Απριλίου 1995 (ΕΕ L 110, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 1785/81), θέσπισε, με τον τίτλο Ι, καθεστώς τιμών και, με τον τίτλο ΙΙ, καθεστώς ποσοστώσεων.
4 Όσον αφορά το καθεστώς ποσοστώσεων, σε κάθε κράτος μέλος διανέμεται μια βασική ποσότητα εθνικής παραγωγής, η οποία κατανέμεται μεταξύ των εθνικών παραγωγών υπό μορφή ποσοστώσεων παραγωγής Α και Β. Η διάθεση των δύο αυτών ποσοστώσεων διασφαλίζεται - υπό μορφή τιμής παρεμβάσεως της λευκής ζαχάρεως - τόσο στην κοινοτική αγορά όσο και στις τρίτες χώρες.
5 Ως προς το καθεστώς τιμών, το άρθρο 3, παράγραφοι 1, 4 και 5, του κανονισμού 1785/81 ορίζει:
«1. Για τη λευκή ζάχαρη, ορίζεται ετησίως:
α) μια τιμή παρεμβάσεως για τις μη ελλειμματικές ζώνες
β) μια παράγωγη τιμή παρεμβάσεως για κάθε μία ελλειμματική ζώνη.
[...]
4. Η τιμή παρεμβάσεως της λευκής ζαχάρεως ορίζεται πριν από την 1η Αυγούστου για την περίοδο εμπορίας που αρχίζει την 1η Ιουλίου του επομένου έτους, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 43, παράγραφος 2, της Συνθήκης.
[...]
5. Το Συμβούλιο, με ειδική πλειοψηφία κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, ορίζει κάθε χρόνο την τιμή παρεμβάσεως της ακατέργαστης ζαχάρεως και τις παράγωγες τιμές παρεμβάσεως ταυτόχρονα με την τιμή παρεμβάσεως για τη λευκή ζάχαρη.
[...]»
6 Για να δοθούν δίκαιες εγγυήσεις στους παραγωγούς, ορίζεται ετησίως ελάχιστη τιμή τεύτλου, συγχρόνως με την τιμή της ζαχάρεως, ανάλογα με τη βασική τιμή που έχει καθοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού 1785/81. Ως προς τις ελάχιστες τιμές για τα τεύτλα, το άρθρο 5, παράγραφοι 1, 3 και 4, του ίδιου κανονισμού προβλέπει:
«1. Κάθε χρόνο ορίζεται ταυτόχρονα με την τιμή παρεμβάσεως λευκής ζαχάρεως μια ελάχιστη τιμή για τα τεύτλα Α και μια ελάχιστη τιμή για τα τεύτλα Β.
[...]
3. Για τις ζώνες για τις οποίες ορίζεται παράγωγη τιμή παρεμβάσεως λευκής ζαχάρεως, οι ελάχιστες τιμές τεύτλων Α και τεύτλων Β αυξάνονται κατά ένα ποσό ίσο με τη διαφορά μεταξύ της παραγώγου τιμής παρεμβάσεως της εν λόγω ζώνης και της τιμής παρεμβάσεως, πολλαπλασιαζομένου με έναν συντελεστή 1,30.
4. Κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού, νοούνται ως τεύτλα Α και τεύτλα Β όλα τα τεύτλα που μεταποιούνται αντίστοιχα σε ζάχαρη Α ή σε ζάχαρη Β [...]».
7 Σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1785/81:
«1. [...] οι ζαχαροβιομήχανοι υποχρεούνται, κατά την αγορά τεύτλων:
[...]
να καταβάλουν τουλάχιστον μια ελάχιστη τιμή [...].
2. Η ελάχιστη τιμή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 αντιστοιχεί:
α) όσον αφορά τις μη ελλειμματικές ζώνες:
- για τα τεύτλα που θα μεταποιηθούν σε ζάχαρη Α, στην ελάχιστη τιμή του τεύτλου Α,
- για τα τεύτλα που θα μεταποιηθούν σε ζάχαρη Β, στην ελάχιστη τιμή του τεύτλου Β·
β) όσον αφορά τις ελλειμματικές ζώνες:
- για τα τεύτλα που θα μεταποιηθούν σε ζάχαρη Α, στην ελάχιστη τιμή του τεύτλου Α επαυξημένη σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 3,
- για τα τεύτλα που θα μεταποιηθούν σε ζάχαρη Β, στην ελάχιστη τιμή του τεύτλου Β επαυξημένη σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 3.»
8 Συνεπώς, στις ζώνες που θεωρούνται ελλειμματικές υπό την έννοια της ΚΟΑ ζαχάρεως εφαρμόζονται οι παράγωγες τιμές παρεμβάσεως βάσει του άρθρου 3, παράγραφοι 1, στοιχείο β_, και 5 του κανονισμού 1785/81 και οι ελάχιστες τιμές των τεύτλων, αυξημένες σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού.
9 Το σύστημα αυτό που είναι κοινώς γνωστό ως «κατάτμηση σε περιφέρειες» επιτρέπει τον καθορισμό, για τις ελλειμματικές ζώνες, τιμών αυξημένων σε σχέση με τις αντίστοιχες τιμές για τις μη ελλειμματικές ζώνες.
Επί των προηγηθέντων του κανονισμού 1785/81 βασικών κανονισμών
10 Ο κανονισμός 1009/67/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1967, για την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της ζαχάρεως (G.U. 1967, 308, σ. 1), προέβλεπε ήδη, για τη λευκή ζάχαρη, τον καθορισμό των παραγώγων τιμών παρεμβάσεως.
11 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3330/74 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1974, για την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της ζαχάρεως (ΕΕ L 359, σ. 1), που διαδέχθηκε τον πρώτο αυτόν κανονισμό, διατήρησε, κατ' ουσίαν, τις ρυθμίσεις αυτού. Ως προς τον καθορισμό των παραγώγων τιμών παρεμβάσεως, το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, προέβλεπε:
«1. Για την περισσότερο πλεονασματική ζώνη της κοινότητας, ορίζεται κάθε χρόνο μια τιμή παρεμβάσεως για τη λευκή ζάχαρη.
2. Για τις άλλες ζώνες ορίζονται παράγωγες τιμές παρεμβάσεως, αφού ληφθούν υπόψη οι περιφερειακές διαφορές της τιμής της ζάχαρης που προβλέπονται σε περίπτωση κανονικής εσοδείας και ελεύθερης κυκλοφορίας της ζάχαρης, με βάση τις φυσικές συνθήκες της διαμορφώσεως των τιμών της αγοράς.»
12 Ο τελευταίος αυτός κανονισμός αντικαταστάθηκε με τη σειρά του από τον κανονισμό 1785/81.
Επί των σχετικών με την περίοδο 1998/99 κανονισμών
13 Ο κανονισμός 1361/98, που εκδόθηκε βάσει του κανονισμού 1785/81, διευκρινίζει, όσον αφορά τον καθορισμό των παραγώγων τιμών παρεμβάσεως, με τη δεύτερη και τρίτη αιτιολογική σκέψη:
«[...] το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1785/81 προβλέπει ότι οι παράγωγες τιμές παρεμβάσεως της λευκής ζαχάρεως πρέπει να οριστούν για καθε μία από τις ελλειμματικές ζώνες. [...] [Γ]ια τον καθορισμό αυτόν, ενδείκνυται να ληφθούν υπόψη οι περιφερειακές διαφορές των τιμών ζαχάρεως που μπορούν να υπολογισθούν, σε περίπτωση κανονικής συγκομιδής και ελεύθερης κυκλοφορίας της ζαχάρεως, βάσει των κανονικών συνθηκών διαμορφώσεως των τιμών της αγοράς,
[...] προβλέπεται ελλειμματική κατάσταση εφοδιασμού στις ζώνες παραγωγής της Ιρλανδίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ισπανίας, της ορτογαλίας και της Φινλανδίας».
14 Σύμφωνα με την τρίτη αιτιολογική σκέψη, το άρθρο 1 του κανονισμού 1361/98 καθόρισε παράγωγη τιμή παρεμβάσεως της λευκής ζαχάρεως για όλες τις ζώνες του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ισπανίας, της ορτογαλίας και της Φινλανδίας.
15 Δεδομένου ότι ο κανονισμός 1361/98 δεν καθόρισε καμία παράγωγη τιμή παρεμβάσεως για την Ιταλία, η τιμή παρεμβάσεως της λευκής ζαχάρεως που ορίζει το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 1360/98 εφαρμόζεται και στην Ιταλία για την περίοδο εμπορίας 1998/99. Για τον λόγο αυτό, η Ιταλία θεωρήθηκε πλεονασματικό κράτος μέλος.
Η προσφυγή
16 Στο πλαίσιο αυτό, η Ιταλική Δημοκρατία άσκησε την παρούσα προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση του άρθρου 1 του κανονισμού 1361/1998, στο μέτρο που αυτό παραλείπει να καθορίσει την παράγωγη τιμή παρεμβάσεως της λευκής ζαχάρεως για όλες τις ζώνες της Ιταλίας για την περίοδο εμπορίας 1998/99 καθώς και, ενδεχομένως, την ακύρωση του άρθρου 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 1360/98, στο μέτρο που αυτό καθορίζει την τιμή παρεμβάσεως της λευκής ζαχάρεως και για την Ιταλία.
17 ρος στήριξη της προσφυγής της, η Ιταλική Κυβέρνηση προβάλλει τρεις λόγους ακυρώσεως.
18 ρώτον, επικαλείται παράβαση του άρθρου 3, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού 1785/81 και, κατά συνέπεια, παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, διότι για την περίοδο εμπορίας 1998/99 καθορίστηκαν τιμές μόλις στις 26 Ιουνίου 1998, συνεπώς εκπροθέσμως.
19 Δεύτερον, η Ιταλική Κυβέρνηση επικαλείται παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 253 ΕΚ). Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, ο κανονισμός 1361/98 δεν περιέχει ούτε ικανοποιητική αιτιολογία όσον αφορά την έλλειψη καθορισμού παράγωγης τιμής παρεμβάσεως της λευκής ζαχάρεως στην Ιταλία ούτε ενδείξεις σχετικά με την αλλαγή μεθόδου εκτιμήσεως της καταστάσεως.
20 Τρίτον και τελευταίον, η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκε η αρχή ίσης μεταχειρίσεως, διότι το γεγονός ότι η μεν Ιταλία θεωρήθηκε πλεονασματικό κράτος μέλος, άλλα δε κράτη μέλη κατετάγησαν στις ελλειμματικές ζώνες, δεν έγινε κατ' εφαρμογήν των ίδιων κριτηρίων.
Επί του λόγου ακυρώσεως που αντλείται από την εκπρόθεσμη έκδοση των κανονισμών 1360/98 και 1361/98
Επί του ισχυρισμού που αντλείται από παράβαση του άρθρου 3, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού 1785/81
Επιχειρήματα των διαδίκων
21 Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, το Συμβούλιο παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού 1785/81, καθόσον η τιμή παρεμβάσεως της λευκής ζαχάρεως και οι παράγωγες τιμές παρεμβάσεως της λευκής ζαχάρεως για την περίοδο εμπορίας 1998/99, αντί να καθοριστούν πριν από τον Αύγουστο του 1997, καθορίστηκαν με τους κανονισμούς 1360/98 και 1361/98, αντίστοιχα, οι οποίοι εκδόθηκαν στις 26 Ιουνίου 1998 και ισχύουν από την 1η Ιουλίου 1998.
22 Ενόψει του επιχειρήματος του Συμβουλίου ότι απολαύει μεγάλης διακριτικής ευχέρειας στον τομέα της γεωργίας, ιδίως σε σχέση με τη συμμόρφωση προς μη δεσμευτικές προθεσμίες, όπως η προσβαλλόμενη εν προκειμένω, η Ιταλική Κυβέρνηση αρνείται την ύπαρξη τέτοιας διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά τον καθορισμό των τιμών παρεμβάσεως. Η Ιταλική Κυβέρνηση, βασιζόμενη στην απόφαση της 11ης Αυγούστου 1995, C-1/94, Cavarzere Produzioni Industriali κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. Ι-2363, σκέψη 21), εκτιμά ότι το γράμμα και το πνεύμα του άρθρου 3, παράγραφος 4, του κανονισμού 1785/81 συνηγορούν υπέρ του δεσμευτικού χαρακτήρα της εν λόγω προθεσμίας.
23 Απαντώντας, το Συμβούλιο επισημαίνει τις διαφορές που υφίστανται, κατά την άποψή του, μεταξύ της επίδικης κανονιστικής ρυθμίσεως στην προπαρατεθείσα απόφαση Cavarzere Produzioni Industriali κ.λπ. και της προσβαλλομένης στην παρούσα υπόθεση ρυθμίσεως. Το Συμβούλιο διευκρινίζει, επίσης, ότι, από την εγκαθίδρυση της ΚΟΑ ζαχάρεως, ουδέποτε εξέδωσε τους σχετικούς με μια περίοδο εμπορίας κανονισμούς (στο εξής: κανονισμοί περιόδου εμπορίας) πριν από την ημερομηνία που αναφέρει ο κανονισμός 1785/81.
24 Η Επιτροπή αναφέρει ότι ο ισχυρισμός της Ιταλικής Κυβερνήσεως είναι ανάλογος προς εκείνον που προβλήθηκε στην υπόθεση που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως της 6ης Ιουλίου 2000, C-289/97, Eridania (Συλλογή 2000, σ. Ι-5409, στο εξής: απόφαση της 6ης Ιουλίου 2000). Η Επιτροπή δεν δέχεται ότι η επίδικη, εν προκειμένω, προθεσμία αναγνωρίσθηκε ως αποκλειστική, κυρίως διότι η μη τήρηση της προθεσμίας αυτής δεν επισύρει καμία κύρωση. Κατά την Επιτροπή, αντιθέτως προς την υπόθεση που οδήγησε στην έκδοση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Cavarzere Produzioni Industriali κ.λπ., από το σύνολο των ρυθμίσεων που εφαρμόζονται εν προκειμένω δεν προκύπτει ότι η μη τήρηση της επίμαχης προθεσμίας μπορεί να επισύρει ως κύρωση για το Συμβούλιο την απώλεια της αρμοδιότητας καθορισμού των τιμών για συγκεκριμένη περίοδο εμπορίας.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
25 Καταρχήν, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο διαπίστωσε, με τη σκέψη 34 της αποφάσεως της 6ης Ιουλίου 2000, ότι η καταληκτική ημερομηνία της 1ης Αυγούστου στο άρθρο 3, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού 1785/81 δεν είναι αποκλειστική και, συνεπώς, η μη τήρηση της προθεσμίας αυτής δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να καθιστά ανίσχυρο τον κανονισμό (ΕΚ) 1580/96 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουλίου 1996, για τον καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 1996/97, των παραγώγων τιμών παρεμβάσεως της λευκής ζαχάρεως, της τιμής παρεμβάσεως της ακατέργαστης ζαχάρεως, των ελαχίστων τιμών τεύτλων Α και τεύτλων Β, καθώς και του ποσού της επιστροφής για την αντιστάθμιση των εξόδων αποθεματοποιήσεως (ΕΕ L 206, σ. 9), ο οποίος καθορίζει τις τιμές παρεμβάσεως μετά την 1η Αυγούστου.
26 Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό κατόπιν εξετάσεως ιδίως των στόχων στην επίτευξη των οποίων προσβλέπει το καθεστώς τιμών που εγκαθιδρύει το άρθρο 3, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού 1785/81. Το Δικαστήριο ανέφερε, ειδικότερα, στη σκέψη 30 της αποφάσεως της 6ης Ιουλίου 2000, ότι, προς το συμφέρον της ορθής λειτουργίας του μηχανισμού των τιμών παρεμβάσεως ενόψει των στόχων του καθεστώτος τιμών, πρέπει η ημερομηνία καθορισμού των τιμών αυτών να είναι όσο το δυνατόν εγγύτερη της ημερομηνίας ενάρξεως της σχετικής περιόδου. ράγματι, οι τιμές αυτές καθορίζονται ανάλογα με τη σχέση μεταξύ του όγκου της διαθέσιμης παραγωγής βάσει της επερχόμενης περιόδου και του όγκου της προβλεπόμενης καταναλώσεως, κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου. Έτσι, όσο εγγύτερα προς την ημερομηνία της 1ης Ιουλίου καθορίζονται οι τιμές, τόσο τα στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται η εκτίμηση των μεγεθών αυτών μπορούν να θεωρηθούν αξιόπιστα.
27 Η διαπίστωση αυτή ισχύει και για τους κανονισμούς 1360/98 και 1361/98, καθόσον οι κανονισμοί αυτοί εκδόθηκαν μετά την προθεσμία που τάσσει το άρθρο 3, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού 1785/81.
28 ράγματι, στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής, η Ιταλική Κυβέρνηση δεν παρέθεσε κανένα επιχείρημα το οποίο να μην έχει ήδη απορρίψει το Δικαστήριο με την απόφασή του της 6ης Ιουλίου 2000.
29 Επομένως, το κύρος των κανονισμών 1360/98 και 1361/98 δεν μπορεί να προσβληθεί για τον λόγο ότι οι κανονισμοί αυτοί εκδόθηκαν κατά παράβαση του άρθρου 3, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού 1785/81.
30 Ο πρώτος ισχυρισμός που αντλείται από την παράβαση του άρθρου 3, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού 1785/81 πρέπει, επομένως, να απορριφθεί.
Επί του ισχυρισμού που αντλείται από παραβίαση της αρχής προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
Επιχειρήματα των διαδίκων
31 Η Ιταλική Κυβέρνηση αναφέρει ότι, στην Ιταλία, η παραγωγή τεύτλων για την περίοδο εμπορίας ζαχάρεως από την 1η Ιουλίου 1998 μέχρι τις 30 Ιουνίου 1999 διανεμήθηκε στους επιχειρηματίες του τομέα της ζαχάρεως, αρχής γενομένης από τον Ιούνιο του 1998 βάσει της σποράς του φθινοπώρου του 1997 και της ανοίξεως του 1998.
32 Η Ιταλική Κυβέρνηση επισημαίνει το γεγονός ότι, από την έναρξη της ΚΟΑ ζαχάρεως, ήτοι επί τριάντα περίπου περιόδους εμπορίας ζαχάρεως, καθοριζόταν πάντα, αδιαλείπτως, για την Ιταλία, παράγωγη τιμή παρεμβάσεως της λευκής ζαχάρεως αποβλέπουσα στη διασφάλιση του εισοδήματος των τευτλοπαραγωγών. Θα επρόκειτο επομένως για την πρώτη φορά που δεν καθορίζεται παράγωγη τιμή παρεμβάσεως για την Ιταλία, και μάλιστα χωρίς προειδοποίηση. Οι Ιταλοί τευτλοπαραγωγοί, έχοντας εμπιστοσύνη σε ένα προηγούμενο διάρκειας τριάντα ετών, πραγματοποίησαν τις επενδύσεις τους με προοπτική να αποκομίσουν εισόδημα υψηλότερο κατά 6,5 % από εκείνο που αποκομίζουν χωρίς τον καθορισμό της παράγωγης τιμής παρεμβάσεως.
33 Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, η αιφνίδια άρνηση της χορηγήσεως παράγωγης τιμής παρεμβάσεως της λευκής ζαχάρεως σε όλες τις ζώνες της Ιταλίας για την περίοδο εμπορίας 1998/99 δεν οφείλεται σε μεταβολή της καταστάσεως στον τομέα της ζαχάρεως. Τέτοια χορήγηση αποτελεί απαραίτητο διορθωτικό μέτρο, το οποίο επιτρέπει στους παραγωγούς να διατηρήσουν τις αναγκαίες εγγυήσεις όσον αφορά την απασχόλησή τους και το βιοτικό τους επίπεδο, όπως προβλέπει η τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1785/81.
34 Το Συμβούλιο εμμένει στη λυσιτέλεια της αποφάσεως της 17ης Σεπτεμβρίου 1998, C-372/96, Pontillo (Συλλογή 1998, σ. Ι-5091), και απορρίπτει τον ισχυρισμό της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι η κατάσταση είναι ακόμη πιο σοβαρή από εκείνη που κυριαρχούσε στην υπόθεση που οδήγησε στην απόφαση της 11ης Ιουλίου 1991, C-368/89, Crispoltoni (Συλλογή 1991, σ. Ι-3695, σκέψεις 17 επ.).
35 Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι η απάντηση του Δικαστηρίου στην προπαρατεθείσα απόφαση Pontillo ισχύει και εν προκειμένω. Η Επιτροπή εκτιμά ιδίως ότι το γεγονός ότι όλες οι ζώνες της Ιταλίας απέλαυαν επί μακρό χρονικό διάστημα παραγώγων τιμών παρεμβάσεως δεν αρκεί αυτό καθεαυτό για να δημιουργηθεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, καθόσον οι τιμές αυτές πρέπει να καθορίζονται εκ νέου για κάθε περίοδο εμπορίας βάσει των προβλέψεων για την εν λόγω περίοδο εμπορίας.
36 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι είναι ανακριβής ο ισχυρισμός ότι η κατάσταση στον τομέα της ζαχάρεως στην Ιταλία για την περίοδο εμπορίας 1998/99 παρέμεινε αμετάβλητη σε σχέση με τις προγενέστερες περιόδους εμπορίας. Κατά την Επιτροπή, μολονότι κατά τις προγενέστερες περιόδους εμπορίας τα διαθέσιμα κατά την έκδοση της αποφάσεως επί των τιμών στοιχεία επέτρεπαν να προβλεφθεί έλλειμμα, τα διαθέσιμα για την περίοδο εμπορίας 1998/99 στοιχεία επέτρεπαν, αντιθέτως, να προβλεφθεί ότι, σε αντίθεση προς τα προηγούμενα έτη, η Ιταλία δεν συγκαταλεγόταν πλέον στα ελλειμματικά κράτη μέλη. Κατά την άποψη της Επιτροπής, επρόκειτο για αντικειμενική μεταβολή της καταστάσεως πραγμάτων.
37 Η Επιτροπή απορρίπτει τις θεωρήσεις της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι τα κοινοτικά θεσμικά όργανα έπρεπε να είχαν κάνει τις προβλέψεις τους για την περίοδο εμπορίας 1998/99 χρησιμοποιώντας μέθοδο υπολογισμού διαφορετική από εκείνη που εφάρμοσαν. Η Επιτροπή αναφέρει ότι δεν καθίσταται αντιληπτό πώς τέτοιες θεωρήσεις μπορούν να επιδράσουν στις συνέπειες της μη τηρήσεως της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 4, του κανονισμού 1785/81.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
38 Αφενός, το επιχείρημα της Ιταλικής Κυβερνήσεως, ότι ο καθορισμός των τιμών πριν από την 1η Αυγούστου έχει ως στόχο να επιτρέψει στους ζαχαροβιομηχάνους και στους τευτλοπαραγωγούς να προγραμματίσουν τη δραστηριότητά τους με πλήρη επίγνωση, δεν είναι βάσιμο.
39 ράγματι, ο μηχανισμός καθορισμού των τιμών παρεμβάσεως δεν μπορεί να έχει ως στόχο να τεθούν κανόνες βάσει των οποίων οι επιχειρηματίες του τομέα της ζαχάρεως μπορούν να προγραμματίζουν τις δραστηριότητές τους πριν από τη σύναψη των συμβάσεων μεταξύ ζαχαροβιομηχάνων και τευτλοπαραγωγών και πριν οι τευτλοπαραγωγοί σπείρουν τα εδάφη. Οι εν λόγω τιμές δεν σκοπούν στον προσανατολισμό της οικονομικής συμπεριφοράς των επιχειρηματιών της αγοράς ζαχάρεως, αλλά συνιστούν προσπάθεια να προβλεφθεί, προς το συμφέρον τους, η πιθανή εξέλιξη της παραγωγής και της καταναλώσεως εν όψει της σταθεροποιήσεως της κοινοτικής αγοράς (απόφαση της 6ης Ιουλίου 2000, σκέψεις 31 και 32).
40 Έτσι, αντίθετα προς την προθεσμία που ήταν επίδικη στην υπόθεση που οδήγησε στην προπαρατεθείσα απόφαση Cavarzere Produzioni Industriali κ.λπ., η οποία είχε ως στόχο, σύμφωνα με τη σκέψη 21 της αποφάσεως αυτής, να διασφαλίσει στους επιχειρηματίες του τομέα της ζαχάρεως ότι θα έχουν στη διάθεσή τους προθεσμία τεσσάρων μηνών για να προγραμματίσουν τις δραστηριότητές τους, η πάροδος της 1ης Αυγούστου που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού 1785/81 δεν μπορεί να καταστήσει ανίσχυρο τον κανονισμό 1361/98 διότι ο κανονισμός αυτός καθόρισε τις τιμές παρεμβάσεως μετά την εν λόγω ημερομηνία (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 6ης Ιουλίου 2000, σκέψη 33).
41 Αφετέρου, το γεγονός ότι για πρώτη φορά ύστερα από τριάντα έτη δεν επετράπη στην Ιταλία η χορήγηση παραγώγων τιμών παρεμβάσεως δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει παραβίαση της αρχής προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
42 Συναφώς, επιβάλλεται η διευκρίνιση ότι, μολονότι η τήρηση της αρχής προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης εντάσσεται στις θεμελιώδεις αρχές της Κοινότητας, οι επιχειρηματίες δεν δικαιολογούνται να τρέφουν προσδοκίες για διατήρηση μιας υφισταμένης καταστάσεως, η οποία μπορεί να μεταβληθεί στο πλαίσιο της ασκήσεως της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κοινοτικά όργανα και τούτο ιδίως σε τομείς όπως οι κοινές οργανώσεις αγορών, ο σκοπός των οποίων απαιτεί συνεχή προσαρμογή ανάλογα με τις μεταβολές της οικονομικής καταστάσεως (απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-133/93, C-300/93 και C-362/93, Crispoltoni κ.λπ., Συλλογή 1994, σ. Ι-4863, σκέψη 57, και προπαρατεθείσα απόφαση Pontillo, σκέψη 22).
43 Το γεγονός ότι οι τιμές παρεμβάσεως καθώς και οι ελάχιστες τιμές και οι επαυξημένες τιμές καθορίζονται ετησίως καταδεικνύει ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή καλούνται, επ' ευκαιρία κάθε περιόδου εμπορίας, να εκτιμήσουν εκ νέου μια περίπλοκη οικονομική κατάσταση.
44 Όπως προκύπτει από τη σκέψη 47 της αποφάσεως της 6ης Ιουλίου 2000, το Συμβούλιο και η Επιτροπή υποχρεούνται να εξετάζουν τη σχέση μεταξύ του όγκου μιας μη ακόμη συλλεγείσας παραγωγής και μιας καταναλώσεως που δεν άρχισε ακόμη και, βάσει αυτού, οφείλουν να προβούν σε προβολές, από τα στοιχεία που έχουν κοινοποιήσει τα κράτη μέλη, οι οποίες αφορούν συγχρόνως την τρέχουσα περίοδο εμπορίας, όσον αφορά την εξέλιξη της καταναλώσεως, και τις προοπτικές της επερχόμενης περιόδου εμπορίας, όσον αφορά την εξέλιξη της διαθέσιμης παραγωγής.
45 Εφόσον ο κανονισμός 1785/81 επιβάλλει, κάθε έτος, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή να καθορίσουν εκ νέου τις τιμές παρεμβάσεως καθώς και τις ελάχιστες τιμές και τις επαυξημένες τιμές, ιδίως ανάλογα με την εξέλιξη της παραγωγής και της καταναλώσεως, οι επιχειρηματίες δεν μπορούν να τρέφουν προσδοκίες για αναπροσαρμογή των τιμών που θεσπίστηκαν για τις προγενέστερες περιόδους εμπορίας.
46 Επιβάλλεται να αναφερθεί επίσης ότι η έλλειψη καθορισμού παράγωγης τιμής παρεμβάσεως για την Ιταλία δεν μπόρεσε να θεωρηθεί γεγονός εντελώς απροσδόκητο, το οποίο εξέπληξε τους επιχειρηματίες του τομέα της ζαχάρεως.
47 Όπως ανέφερε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 20 έως 22 των προτάσεών του, οι εν λόγω επιχειρηματίες γνώριζαν πολύ καλά, ακόμα και πριν από τη δημοσίευση των προτάσεων της Επιτροπής σχετικά με τις τιμές στις 23 Μαρτίου 1998 (ΕΕ 1998, C 87, σ. 5 και 7), ότι η κατάταξη της Ιταλίας μεταξύ των κρατών μελών που παρουσιάζουν έλλειμμα κατά την έννοια της ΚΟΑ ζαχάρεως απειλούνταν από τις τελευταίες περιόδους εμπορίας.
48 Δίχως να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι εκπρόσωποι των παραγωγών ζαχάρεως και των τευτλοπαραγωγών συμμετέχουν στη συμβουλευτική επιτροπή ζαχάρεως, η οποία ιδρύθηκε, βάσει του άρθρου 40 του κανονισμού 1785/81, με την απόφαση 87/75/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 7ης Ιανουαρίου 1987 (ΕΕ L 45, σ. 16), οι διάφορες προσφυγές που ασκήθηκαν από τις επιχειρήσεις παραγωγής ζαχάρεως τόσο ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων όσο και ενώπιον του ρωτοδικείου, με τις οποίες οι εν λόγω επιχειρήσεις αντιτάχθηκαν ιδίως στον χαρακτηρισμό της Ιταλίας ως ελλειμματικής ζώνης κατά τις περιόδους εμπορίας 1995/96, 1996/97 και 1997/98, καταδεικνύουν ότι η ελλειμματική κατάσταση αυτού του κράτους μέλους δεν ήταν πλέον ομοφώνως δεκτή τουλάχιστον από τριετίας και ότι μπορούσε να προβλεφθεί μεταβολή.
49 Κατά συνέπεια, η έλλειψη καθορισμού παράγωγης τιμής παρεμβάσεως καθίστατο ένα ενδεχόμενο που έπρεπε να λάβουν υπόψη οι παραγωγοί ζαχάρεως και οι τευτλοπαραγωγοί.
50 Επομένως, ο ισχυρισμός που αντλείται από παραβίαση της αρχής προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης πρέπει να απορριφθεί.
51 Επειδή κανένας από τους ισχυρισμούς της Ιταλικής Κυβερνήσεως δεν έγινε δεκτός, επιβάλλεται να απορριφθεί ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από την εκπρόθεσμη έκδοση των κανονισμών 1360/98 και 1361/98.
Επί του λόγου ακυρώσεως που αντλείται από την έλλειψη ή ανεπάρκεια αιτιολογίας που προβλέπει το άρθρο 190 της Συνθήκης
Επί του ισχυρισμού που αντλείται από την έλλειψη αιτιολογίας σχετικά με την κατάταξη της Ιταλίας μεταξύ των κρατών μελών που δεν παρουσιάζουν έλλειμμα
Επιχειρήματα των διαδίκων
52 Η Ιταλική Κυβέρνηση αναφέρει ότι ο κανονισμός 1361/98, που καθορίζει τις παράγωγες τιμές παρεμβάσεως για τις ζώνες για τις οποίες προβλέπεται ελλειμματική κατάσταση εφοδιασμού, περιορίστηκε στον αποκλεισμό της Ιταλίας από τον πίνακα των οικείων κρατών μελών.
53 Καίτοι η τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού μπορεί να ερμηνευθεί κατά την έννοια ότι το Συμβούλιο θεώρησε ότι δεν προβλεπόταν ελλειμματική κατάσταση εφοδιασμού στις ζώνες παραγωγής της Ιταλίας για την περίοδο εμπορίας 1998/99, αυτό δεν θα αρκούσε για να δικαιολογήσει τη λήψη τόσο αυστηρού μέτρου για το κράτος μέλος αυτό. ράγματι, δεν θα ήταν δυνατό - ούτε για τους παραγωγούς ζαχάρεως και τους τευτλοπαραγωγούς ούτε για τις ιταλικές αρχές - να γνωρίζουν ποια είναι τα στοιχεία και τα κριτήρια στα οποία βασίστηκε η πρόβλεψη ελλειμματικής καταστάσεως εφοδιασμού στην Ιταλία. Η Ιταλική Κυβέρνηση και οι ζημιωθέντες εγχώριοι επιχειρηματίες του τομέα ζαχάρεως θα κωλύονταν, επομένως, να ασκήσουν το δικαίωμά τους άμυνας.
54 Η Ιταλική Κυβέρνηση κρίνει την εν λόγω έλλειψη αιτιολογίας ακόμη πιο σοβαρή δεδομένου ότι από την έναρξη της ΚΟΑ ζαχάρεως μέχρι την περίοδο εμπορίας 1997/98 καθοριζόταν πάντα στο υψηλότερο επίπεδο παράγωγη τιμή παρεμβάσεως για την Ιταλία. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, είναι αδύνατη η μετάβαση από τον καθορισμό του υψηλότερου επιπέδου παράγωγης τιμής παρεμβάσεως στην πλήρη κατάργηση της εν λόγω τιμής δίχως καμία ένδειξη προς δικαιολόγηση του ιδιαιτέρως αυστηρού αυτού μέτρου.
55 ρος απάντηση στα επιχειρήματα του Συμβουλίου, η Ιταλική Κυβέρνηση αναφέρει ότι δεν αγνοεί τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τα όρια της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως οσάκις κοινοτικό όργανο πρέπει να παρέμβει σε περίπλοκη οικονομική κατάσταση, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της γεωργικής πολιτικής. Η Ιταλική Κυβέρνηση θεωρεί, εντούτοις, ότι, σε περίπτωση όπως η προκείμενη, επιβάλλεται τουλάχιστον να επισημανθεί το κριτήριο που επιτρέπει να γίνει αντιληπτός ο νομικός συλλογισμός που ακολούθησε το Συμβούλιο για να κατατάξει την Ιταλία στα μη ελλειμματικά κράτη μέλη.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
56 Όπως υπενθύμισε η Ιταλική Κυβέρνηση, από την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1361/98 προκύπτει πράγματι ότι το Συμβούλιο θεώρησε ότι η Ιταλία δεν μπορούσε πλέον να καταταγεί μεταξύ των ελλειμματικών κρατών μελών για την περίοδο εμπορίας 1998/99.
57 Μια τέτοια αιτιολογία, καίτοι μπορεί να τύχει επικρίσεων λόγω της εξαιρετικής λακωνικότητάς της, δεν μπορεί πάντως να θεωρηθεί ότι παραγνωρίζει την υποχρέωση αιτιολογήσεως που επιβάλλει το άρθρο 190 της Συνθήκης, όπως αυτό ερμηνεύεται από πάγια νομολογία.
58 Από τη σκέψη 38 της αποφάσεως της 6ης Ιουλίου 2000 καθώς και από την προπαρατεθείσα νομολογία προκύπτει ότι η αιτιολογία πρέπει να προσαρμόζεται στη φύση της οικείας πράξεως και πρέπει να αφήνει να διαφαίνεται κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής, εκδότη της αμφισβητούμενης πράξεως, ώστε να επιτρέπει στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου και στο αρμόδιο δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του.
59 Το Δικαστήριο, προκειμένου να ορίσει το εύρος της υποχρεώσεως που θέτει το άρθρο 190 της Συνθήκης, διευκρίνισε ότι δεν μπορεί να απαιτείται η αιτιολογία των κανονισμών να εξειδικεύει τα διάφορα πραγματικά ή νομικά στοιχεία, ενίοτε πολυάριθμα και πολύπλοκα, ενόψει των οποίων εκδίδονται οι κανονισμοί, εφόσον οι κανονισμοί αυτοί περιλαμβάνονται στο συστηματικό πλαίσιο του συνόλου του οποίου αποτελούν μέρος (βλ., ιδίως, απόφαση της 6ης Ιουλίου, σκέψη 40). Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι το ζήτημα αν η αιτιολογία των κανονισμών πληροί τις απαιτήσεις του εν λόγω άρθρου της Συνθήκης πρέπει να εκτιμάται όχι μόνο βάσει της διατυπώσεώς της, αλλά και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα (βλ., ιδίως, απόφαση της 6ης Ιουλίου, σκέψη 41).
60 Από το σύνολο των κανονιστικών ρυθμίσεων στις οποίες εντάσσεται ο κανονισμός 1361/98 καθώς και από το οικονομικό πλαίσιο στο οποίο εκδόθηκε ο κανονισμός αυτός και ιδίως από την εξέλιξη της αγοράς ζαχάρεως κατά τις τελευταίες περιόδους εμπορίας προκύπτει ότι ούτε η Ιταλική Κυβέρνηση ούτε οι επιχειρηματίες του τομέα ζαχάρεως μπορούσαν να αγνοήσουν τους λόγους οι οποίοι επέτρεπαν να χαρακτηριστεί η Ιταλία μη ελλειμματική ζώνη.
61 ράγματι, η Ιταλική Κυβέρνηση, ως μέλος της επιτροπής διαχειρίσεως ζαχάρεως και λόγω της υποχρεώσεως που της επιβάλλει ο κανονισμός (ΕΚ) 779/96 της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 1996, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1785/81 του Συμβουλίου όσον αφορά τις ανακοινώσεις στον τομέα ζαχάρεως (ΕΕ L 106, σ. 9), να ανακοινώνει τακτικώς αριθμητικά στοιχεία τόσο επί της εν εξελίξει παραγωγής όσο και επί της πραγματοποιηθείσας καταναλώσεως, συνέβαλε ενεργά στη διαδικασία εκτιμήσεως της σχέσεως μεταξύ του όγκου μιας παραγωγής όχι ακόμη συλλεγείσας και μιας καταναλώσεως που δεν έχει ακόμη αρχίσει. Εξάλλου, από τη λεπτομερή περιγραφή της διαδικασίας αυτής που διεξήγαγε το Συμβούλιο στο πλαίσιο της υποθέσεως που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως της 6ης Ιουλίου 2000 προκύπτει ότι οι επιχειρηματίες του τομέα ζαχάρεως, ήτοι οι παραγωγοί ζαχάρεως και οι τευτλοπαραγωγοί, μετείχαν στην εν λόγω διαδικασία μέσω των εκπροσώπων τους. Ήταν έτσι επίσης ενημερωμένοι για τις εκτιμήσεις που πραγματοποιήθηκαν εν όψει του καθορισμού των τιμών παρεμβάσεως και των ελαχίστων τιμών για την περίοδο εμπορίας 1998/99.
62 Επιπλέον, ούτε η Ιταλική Κυβέρνηση ούτε οι τευτλοπαραγωγοί μπορούσαν να αγνοήσουν την εξέλιξη της αγοράς ζαχάρεως κατά τη δεκαετία του '90. Όπως προκύπτει από τη σκέψη 67 της αποφάσεως της 6ης Ιουλίου 2000, η εξέλιξη αυτή χαρακτηρίζεται ιδίως από τάση προς αργή, αλλά σταθερή, μείωση της καταναλώσεως.
63 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, στο πλαίσιο όλων των επίμαχων κανονιστικών ρυθμίσεων και της εξελίξεως της οικείας αγοράς, η αιτιολογία του κανονισμού 1361/98 όσον αφορά την κατάταξη της Ιταλίας στις μη ελλειμματικές ζώνες για την περίοδο εμπορίας 1998/99, καίτοι λακωνική, αρκεί προς ικανοποίηση των απαιτήσεων αιτιολογήσεως που απορρέουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
Επί του ισχυρισμού που αντλείται από έλλειψη αιτιολογίας της αλλαγής μεθόδου προβλέψεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
64 Η Ιταλική Κυβέρνηση εκτιμά ότι η άρνηση εφαρμογής της κατατμήσεως σε περιφέρειες στην Ιταλία μπορεί στηριχθεί μόνο σε αλλαγή της μεθόδου προβλέψεως. Κατά το άρθρο 190 της Συνθήκης, η αλλαγή αυτή θα έπρεπε να αιτιολογείται στον κανονισμό 1361/98. Τέτοια αιτιολογία όμως δεν υφίσταται.
65 Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, το Συμβούλιο αποκάλυψε για πρώτη φορά στο υπόμνημα αντικρούσεως το κριτήριο που χρησιμοποίησε για να εκτιμήσει τη μελλοντική εξέλιξη της ιταλικής αγοράς και για να πραγματοποιήσει την πρόβλεψη περί του μη ελλειμματικού χαρακτήρα της Ιταλίας.
66 Το κριτήριο αυτό, βάσει του οποίου πρέπει να θεωρούνται ελλειμματικές οι ζώνες στις οποίες η προβλεπόμενη κατανάλωση υπερβαίνει την προβλεπόμενη παραγωγή σε ποσοστώσεις Α και Β (στο εξής: κοινοτική μέθοδος), δεν προβλέπεται από την κοινοτική νομοθεσία. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, η εκτίμηση της καταστάσεως πρέπει να στηρίζεται στην ποσότητα ακατέργαστης ζαχάρεως που εισάγεται στο κράτος, αφαιρουμένων των εξαγωγών, μέθοδος που ονομάζεται «ιταλική μέθοδος». ρος δικαιολόγηση της θέσεώς της, η εν λόγω κυβέρνηση εξετάζει εκτενώς την κανονιστική ρύθμιση για τη ζάχαρη που προηγήθηκε του βασικού κανονισμού 1785/81 και συνάγει το συμπέρασμα, όσον αφορά το ισχύον καθεστώς το οποίο προκύπτει από τον κανονισμό αυτόν, ότι ο εν λόγω κανονισμός δεν περιέχει ενδείξεις ότι υφίσταται διαφορετικό κριτήριο.
67 Τα στοιχεία που ανακοινώνουν τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τον κανονισμό 779/96, πρέπει να χρησιμοποιούνται για να παρέχεται δυνατότητα καλύτερης διαχειρίσεως της αγοράς ζαχάρεως εντός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, ουδέποτε όμως είχαν σκοπό να καθορίσουν αν ένα κράτος μέλος είναι ελλειμματικό ή όχι.
68 Η Ιταλική Κυβέρνηση αναλύει την κατάσταση των τελευταίων περιόδων εμπορίας ζαχάρεως τόσο βάσει της ιταλικής μεθόδου όσο και βάσει της κοινοτικής μεθόδου. Η εφαρμογή της ιταλικής μεθόδου οδηγεί πράγματι στη διαπίστωση ελλειμματικής καταστάσεως, όπως αναγνωρίστηκε με τους διαφόρους κανονισμούς περιόδου εμπορίας, η κοινοτική μέθοδος όμως οδήγησε, τουλάχιστον για ορισμένες περιόδους εμπορίας, στη διαπίστωση πλεονασματικής καταστάσεως, σε αντίθεση προς τους κανονισμούς περιόδου εμπορίας που πράγματι εκδόθηκαν.
69 Η Ιταλική Κυβέρνηση καταλήγει ότι το Συμβούλιο εφάρμοσε κατά τρόπο παράνομο και αυθαίρετο το κριτήριο της σχέσεως μεταξύ της καταναλώσεως και της παραγωγής για την περίοδο εμπορίας 1998/99 και ότι το κριτήριο που προτείνει η κυβέρνηση αυτή οδήγησε το Συμβούλιο στη διαπίστωση ελλειμματικής καταστάσεως καθώς και στον καθορισμό για την Ιταλία παράγωγης τιμής παρεμβάσεως της λευκής ζαχάρεως για την εν λόγω περίοδο εμπορίας.
70 Η Επιτροπή και το Συμβούλιο επισημαίνουν ότι οι κανονισμοί περιόδου εμπορίας καταρτίζονται βάσει των προβλέψεων που αφορούν μια μελλοντική και, ως έναν βαθμό, αβέβαιη πραγματικότητα. Μολονότι η κανονιστική ρύθμιση για τη ζάχαρη δεν προβλέπει κανένα κριτήριο, η εφαρμοσθείσα για την περίοδο εμπορίας 1998/99 μέθοδος προβλέψεως είναι εκείνη που χρησιμοποίησε η Επιτροπή και το Συμβούλιο για τις προγενέστερες περιόδους εμπορίας. Η Ιταλική Κυβέρνηση γνωρίζει καλά τη μέθοδο αυτή, καθόσον συνέβαλε ενεργά στην κατάρτιση των προβλέψεων.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
71 Καταρχήν, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, στην περίπτωση αλλαγής της μεθόδου εκτιμήσεως της μελλοντικής καταναλώσεως και παραγωγής, οι κανονισμοί 1360/98 και 1361/98 δεν περιείχαν επαρκή, σαφή και μη διφορούμενη αιτιολογία επιτρέπουσα στις ιταλικές αρχές και στους Ιταλούς επιχειρηματίες να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν την κατάταξη της Ιταλίας μεταξύ των μη ελλειμματικών κρατών μελών και στο κοινοτικό δικαιοδοτικό όργανο να ασκεί τον έλεγχό του.
72 Εντούτοις, η Ιταλική Κυβέρνηση δεν απέδειξε επαρκώς την ύπαρξη τέτοιας αλλαγής μεθόδου.
73 Δεν αμφισβητείται ότι, για την περίοδο εμπορίας 1998/99, η μέθοδος που χρησιμοποίησαν η Επιτροπή και το Συμβούλιο για να εκτιμήσουν τη μελλοντική κατάσταση της Ιταλίας συνίστατο στη σύγκριση της διαθέσιμης παραγωγής που αποτελείται από τις προβλεπόμενες ποσότητες τεύτλων Α και τεύτλων Β, επαυξημένες ενδεχομένως με μεταφορά τεύτλων Γ, με την προβλεπόμενη κατανάλωση. Η Ιταλική Κυβέρνηση έπρεπε επομένως, για να αποδείξει ότι υπήρξε αλλαγή μεθόδου για την περίοδο 1998/99, να αποδείξει ότι η Επιτροπή και το Συμβούλιο χρησιμοποίησαν διαφορετική μέθοδο στις προγενέστερες περιόδους εμπορίας.
74 Η απόδειξη της εφαρμογής άλλης μεθόδου προκύπτει, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, είτε από το καθεστώς που εφαρμοζόταν πριν από την έκδοση του κανονισμού 1785/81, είτε από τους κανονισμούς περιόδου εμπορίας που εκδόθηκαν πριν από τον κανονισμό αυτόν. Η εν λόγω μέθοδος στηρίζεται στο κριτήριο της ποσότητας ακατέργαστης ζαχάρεως που εισάγεται στο κράτος, αφαιρουμένων των εξαγωγών.
75 Εντούτοις, αφενός, ο καθορισμός παράγωγης τιμής παρεμβάσεως δεν διεπόταν, πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1785/81, από κανόνες ίδιους με εκείνους που εφαρμόστηκαν κατόπιν αυτού και, ιδίως, κατά την περίοδο εμπορίας 1998/99.
76 Αφετέρου, προκειμένου για τις δύο περιόδους εμπορίας που προηγήθηκαν της περιόδου εμπορίας 1998/99, προκύπτει προφανώς από την απόφαση της 6ης Ιουλίου 2000, όσον αφορά την περίοδο εμπορίας 1996/97, και από την απόφαση της 12ης Μαρτίου 2002, C-160/98, Eridania (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή), όσον αφορά την περίοδο εμπορίας 1997/98, ότι η Επιτροπή και το Συμβούλιο χρησιμοποίησαν την ίδια μέθοδο εκτιμήσεως με εκείνη που εφάρμοσαν για την προκείμενη περίοδο εμπορίας, εξετάζοντας τη σχέση μεταξύ της παραγωγής και καταναλώσεως που προβλέπονται για την ερχόμενη περίοδο εμπορίας. ράγματι, κατά τη σκέψη 46 της αποφάσεως της 6ης Ιουλίου 2000 και το σημείο 14 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Mischo στην υπόθεση C-160/98, υφίσταται έλλειμμα κατά την έννοια του κανονισμού 1785/81 όταν το σύνολο της διαθέσιμης παραγωγής είναι κατώτερο της καταναλώσεως. Βάσει αυτού του στοιχείου εκτιμήθηκε από την Επιτροπή και το Συμβούλιο η προβλεπόμενη κατάσταση στην Ιταλία για καθε μία από τις περιόδους εμπορίας 1996/97 και 1997/98 και εξετάστηκε από το Δικαστήριο και τον γενικό εισαγγελέα Mischo η νομιμότητα των εκτιμήσεων αυτών.
77 Η Ιταλική Κυβέρνηση, άλλωστε, δεν προέβαλε κατά την περίοδο εκείνη ενστάσεις και δεν εξέφρασε επιφυλάξεις ως προς τη χρησιμοποιούμενη μέθοδο, την οποία γνώριζε καλά λόγω της στενής συνεργασίας της με την Επιτροπή στο πλαίσιο της ΚΟΑ ζαχάρεως.
78 Συνεπώς, ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από έλλειψη αιτιολογίας της φερομένης αλλαγής της μεθόδου εκτιμήσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
Επί του λόγου ακυρώσεως που αντλείται από παραβίαση της αρχής της ισότητας
Επιχειρήματα των διαδίκων
79 Η Ιταλική Κυβέρνηση επικαλείται παραβίαση εις βάρος της αρχής της ισότητας με την αιτιολογία ότι, για να αναγνωριστεί, αφενός, ο ελλειμματικός χαρακτήρας του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιρλανδίας, της ορτογαλίας, της Φινλανδίας και της Ισπανίας και, αφετέρου, ο μη ελλειμματικός χαρακτήρας της Ιταλίας, εφαρμόστηκαν διαφορετικά και αντιφατικά κριτήρια, τα οποία άλλωστε μπορεί μόνο να αποπειραθεί να μαντέψει δεδομένης της παντελούς ελλείψεως αιτιολογίας.
80 Η Ιταλική Κυβέρνηση, προκειμένου να αποδείξει ότι η κατάσταση της Ιταλίας ήταν ίδια με εκείνη των άλλων κρατών μελών που κατετάγησαν ως ελλειμματικά, χρησιμοποιεί ως παράδειγμα την κατάσταση της Ιρλανδίας. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, από τον πίνακα Γ με τίτλο «Τομέας ζαχάρεως, σύγκριση μεταξύ της φυσικής/νομικής παραγωγής και της καταναλώσεως», ο οποίος προσαρτάται στο υπόμνημα απαντήσεως, προκύπτει ότι, καίτοι, για τις περιόδους εμπορίας 1992/93 μέχρι 1997/98, η σχέση μεταξύ παραγωγής και καταναλώσεως ήταν θετική στην Ιρλανδία και συνεπώς το κράτος μέλος αυτό θεωρήθηκε πλεονασματικό, το εν λόγω κράτος, εντούτοις, πάντα συγκαταλεγόταν μεταξύ των ελλειμματικών κρατών μελών και ετύγχανε παράγωγης τιμής παρεμβάσεως της λευκής ζαχάρεως.
81 Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει επομένως ότι, καίτοι προβλέφθηκε για την Ιρλανδία μη ελλειμματική κατάσταση για την περίοδο εμπορίας 1998/99, ορίσθηκε, εντούτοις, υπέρ του κράτους μέλους αυτού, παράγωγη τιμή παρεμβάσεως για την εν λόγω περίοδο εμπορίας, αντίθετα προς την απόφαση που ελήφθη για την Ιταλία.
82 Όσον αφορά τον πίνακα Γ που παρουσίασε η Ιταλική Κυβέρνηση, το Συμβούλιο προσάπτει ασάφεια ως προς την πηγή των στοιχείων και ως προς το χρονικό σημείο στο οποίο αναφέρονται τα εν λόγω ποσά. Διερωτάται ιδίως αν τα στοιχεία αυτά είναι οριστικά και αποκτήθηκαν μετά το πέρας της περιόδου εμπορίας ή είναι προσωρινά.
83 Όσον αφορά την εκτίμηση της καταστάσεως κάθε κράτους μέλους προκειμένου να ορισθεί αν το εν λόγω κράτος είναι ελλειμματικό ή πλεονασματικό, το Συμβούλιο προσφεύγει ιδίως στη διαφορά μεταξύ διαπιστώσεων και προβλέψεων. Εν προκειμένω, το Συμβούλιο προέβη μόνο σε προβλέψεις. Το γεγονός ότι μια ζώνη παραγωγής αποδεικνύεται τελικώς πλεονασματική μετά το πέρας της περιόδου εμπορίας, καίτοι είχε εκτιμηθεί ότι θα ήταν ελλειμματική, δεν καθιστά ανίσχυρους τους σχετικούς κανονισμούς περιόδου εμπορίας, οι οποίοι καθόρισαν τις τιμές, διότι οι κανονισμοί αυτοί δικαιολογούνται πλήρως από τις συνθήκες που ίσχυαν κατά την εποχή που το Συμβούλιο όφειλε να πραγματοποιήσει την πρόβλεψη.
84 Το Συμβούλιο φρονεί επίσης ότι το γεγονός ότι η Ιταλική Κυβέρνηση προσπαθεί να αποδείξει ότι το Συμβούλιο ερμήνευσε κατά τρόπο εσφαλμένο τα στοιχεία που αφορούσαν την Ιρλανδία δεν έχει καμία επίδραση, εν πάση περιπτώσει, στην εκτίμηση των στοιχείων που αφορούν την Ιταλία.
85 Η Επιτροπή ασπάζεται τα επιχειρήματα του Συμβουλίου. Κατά την Επιτροπή, η Ιταλική Κυβέρνηση δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο προς στήριξη των ισχυρισμών της και δεν απέδειξε ότι η Ιταλία γνώρισε έλλειμμα κατά την περίοδο εμπορίας 1998/99 και ότι, επομένως, υπέστη δυσμενή διάκριση σε σχέση με τις άλλες ελλειμματικές ζώνες.
86 Όσον αφορά τη φερόμενη διαφορετική μεταχείριση σε σχέση με την Ιρλανδία, η Επιτροπή επισημαίνει ότι το ιταλικό επιχείρημα θα μπορούσε επιπλέον να θέσει υπό αμφισβήτηση τον καθορισμό των τιμών για την Ιρλανδία, αλλά βεβαίως όχι τον καθορισμό των τιμών για την Ιταλία, ο οποίος διενεργήθηκε κανονικά. Η Επιτροπή επισημαίνει, επίσης, ότι ο καθορισμός των παραγώγων τιμών παρεμβάσεως για την Ιρλανδία δικαιολογείται πλήρως λαμβανομένης υπόψη της δομής της αγοράς ζαχαροτεύτλων στην Ιρλανδία και στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και της γεωγραφικής θέσεως των δύο αυτών κρατών μελών που, από την ένταξή τους, θεωρούνταν πάντα μία και μοναδική ζώνη παραγωγής.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
87 Ακόμη και αν υφίστατο άνιση μεταχείριση, όπως ισχυρίζεται η Ιταλική Κυβέρνηση, δεν θα έπρεπε να γίνει δεκτή η προσφυγή.
88 Όπως προκύπτει από τη σκέψη 76 της παρούσας αποφάσεως, υφίσταται έλλειμμα κατά την έννοια του κανονισμού 1785/81 όταν το σύνολο της διαθέσιμης παραγωγής είναι κατώτερο της καταναλώσεως.
89 Κατ' εφαρμογήν του κριτηρίου αυτού, που είναι το λυσιτελές κριτήριο, το Συμβούλιο εκτίμησε την κατάσταση της Ιταλίας κατά την περίοδο εμπορίας 1998/99 και κατέληξε ότι δεν είναι ελλειμματική.
90 Η φερόμενη εφαρμογή άλλων κριτηρίων στα κράτη μέλη που χαρακτηρίστηκαν ελλειμματικά για την ίδια περίοδο εμπορίας, αν υποτεθεί αποδεδειγμένη, δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση τους κανονισμούς 1360/98 και 1361/98 όσον αφορά την Ιταλία. ράγματι, το κράτος μέλος αυτό δεν μπορεί να ζητήσει την εφαρμογή μεθόδου διαφορετικής από τη λυσιτελή μέθοδο.
91 Όσον αφορά ειδικότερα την κατάσταση της Ιρλανδίας, ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο καθορισμός παράγωγης τιμής παρεμβάσεως για το κράτος μέλος αυτό είναι το αποτέλεσμα σφάλματος εκτιμήσεως, μια τέτοια εσφαλμένη εκτίμηση θα είχε επίδραση στους κανονισμούς 1360/98 και 1361/98 μόνον όσον αφορά την Ιρλανδία. Επίσης, το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να καταστήσει ανίσχυρους τους εν λόγω κανονισμούς όσον αφορά την Ιταλία.
92 Συνεπώς, ούτε ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από παραβίαση της αρχής της ισότητας μπορεί να γίνει δεκτός.
93 Επομένως, η προσφυγή της Ιταλικής Δημοκρατίας πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
94 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, αν υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Ιταλική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το αίτημα του Συμβουλίου. Κατ' εφαρμογήν της παραγράφου 4, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω διατάξεως, η Επιτροπή, που παρενέβη στη δίκη, φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
3) Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy