Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Κοινωνική πολιτική - ροσέγγιση των νομοθεσιών - Μεταβιβάσεις επιχειρήσεων - Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων - Οδηγία 77/187 - εδίο εφαρμογής - Μεταβίβαση μονάδας την οποία διαχειρίζεται δημόσιος οργανισμός ενταγμένος στην κρατική διοίκηση σε εταιρία ιδιωτικού δικαίου, της οποίας το κεφάλαιο κατέχει το Δημόσιο - εριλαμβάνεται - ροϋπόθεση - ροηγούμενη προστασία των ενδιαφερομένων ως εργαζομένων από την εθνική νομοθεσία
(Οδηγία 77/187 του Συμβουλίου, άρθρο 1 § 1)
2. Κοινωνική πολιτική - ροσέγγιση των νομοθεσιών - Μεταβιβάσεις επιχειρήσεων - Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων - Οδηγία 77/187 - Υποχρέωση του προς ον η μεταβίβαση να λαμβάνει υπόψη τη συνολική προϋπηρεσία των εργαζομένων για τον υπολογισμό των δικαιωμάτων οικονομικής φύσεως που συνδέονται με την προϋπηρεσία - _Οριο - Τροποποίηση της συμβάσεως εργασίας επιτρεπόμενη από το εθνικό δίκαιο εκτός της περιπτώσεως μεταβιβάσεως
(Οδηγία 77/187 του Συμβουλίου, άρθρο 3 § 1)
Περίληψη
1. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, έχει την έννοια ότι μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση κατά την οποία μια μονάδα η οποία εξασφαλίζει την εκμετάλλευση υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών προς χρήση του κοινού και την οποία διαχειρίζεται δημόσιος οργανισμός ενταγμένος στην κρατική διοίκηση αποτελεί το αντικείμενο, κατόπιν αποφάσεων των δημοσίων αρχών, μεταβιβάσεως εξ επαχθούς αιτίας, υπό τη μορφή διοικητικής παραχωρήσεως, σε εταιρία ιδιωτικού δικαίου που έχει συσταθεί από άλλο δημόσιο οργανισμό ο οποίος κατέχει το σύνολο του κεφαλαίου της. ρέπει πάντως τα πρόσωπα τα οποία αφορά η μεταβίβαση αυτή να προστατεύονται αρχικά ως εργαζόμενοι από την εθνική εργατική νομοθεσία.
( βλ. σκέψη 41, διατακτ. 1 )
2. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 77/187, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, έχει την έννοια ότι για τον υπολογισμό των δικαιωμάτων οικονομικής φύσεως που συνδέονται, στην υπηρεσία του προς ον η μεταβίβαση, με την προϋπηρεσία των εργαζομένων, όπως η αποζημίωση για τη λήξη της εργασιακής σχέσεως ή οι μισθολογικές αυξήσεις, ο προς ον η μεταβίβαση οφείλει να λάβει υπόψη το σύνολο των ετών που συμπλήρωσε τόσο στην υπηρεσία του όσο και στην υπηρεσία του μεταβιβάζοντος το προσωπικό που υπήχθη σ' αυτόν συνεπεία της μεταβιβάσεως, στο μέτρο που η υποχρέωση αυτή απέρρεε από την εργασιακή σχέση που συνέδεε το προσωπικό αυτό με τον μεταβιβάζοντα και σύμφωνα με τους όρους που συνομολογήθηκαν στο πλαίσιο της σχέσεως αυτής. άντως, η οδηγία 77/187 δεν απαγορεύει στον προς ον η μεταβίβαση να τροποποιήσει τους όρους της εν λόγω εργασιακής σχέσεως, στο μέτρο που το εθνικό δίκαιο επιτρέπει την τροποποίηση αυτή, εκτός της περιπτώσεως μεταβιβάσεως επιχειρήσεως.
( βλ. σκέψη 53, διατακτ. 2 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-343/98,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Pretore di Pinerolo (Ιταλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Renato Collino,
Luisella Chiappero
και
Telecom Italia SpA,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων (EE ειδ. έκδ. 05/002, σ. 171),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. C. Moitinho de Almeida, πρόεδρο τμήματος, C. Gulmann και J.-P. Puissochet (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: S. Alber
γραμματέας: H. A. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- οι R. Collino και L. Chiappero, εκπροσωπούμενοι από τους C. Dal Piaz και S. Viale, δικηγόρους Τορίνου,
- η Telecom Italia SpA, εκπροσωπούμενη από τους R. Pessi και Μ. Rigi Luperti, δικηγόρους Ρώμης,
- η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από την C. Pesendorfer, Oberrätin στην Bundeskanzleramt,
- η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον H. Rotkirch, valtionasiamies,
- η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την R. Magrill, του Treasury Solicitor's Department, επικουρούμενη από τον C. Lewis, barrister,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Δ. Γκουλούση, νομικό σύμβουλο, και τον Α. Aresu, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του R. Collino και της L. Chiappero, εκπροσωπούμενων από τους C. Dal Piaz και S. Viale, της Telecom Italia SpA, εκπροσωπούμενης από τον Μ. Rigi Luperti, της Φινλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από την T. Pynnä, valtionasiamies, και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον Δ. Γκουλούση και τον E. Traversa, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, κατά τη συνεδρίαση της 25ης Νοεμβρίου 1999,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 18ης Ιανουαρίου 2000,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 3ης Σεπτεμβρίου 1998, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 21 Σεπτεμβρίου 1998, ο Pretore di Pinerolo υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 171, στο εξής: οδηγία).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, του R. Collino και της L. Chiappero και, αφετέρου, της Telecom Italia SpA (στο εξής: Telecom Italia).
Οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου
3 Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, η οδηγία εφαρμόζεται επί των μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων σε άλλον επιχειρηματία, κατόπιν συμβατικής μεταβιβάσεως ή συγχωνεύσεως.
4 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας ορίζει ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που δημιουργούνται για τον μεταβιβάζοντα από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση που υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, μεταβιβάζονται, εξ αιτίας της μεταβιβάσεως αυτής, στον προς ον η μεταβίβαση.
Οι διατάξεις του εθνικού δικαίου
5 Στην Ιταλία, η οδηγία τέθηκε σε εφαρμογή με το άρθρο 2112 του Aστικού Kώδικα, που ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι, σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως, η εργασιακή σχέση συνεχίζεται με τον αποκτώντα και ο εργαζόμενος διατηρεί όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από τη σχέση αυτή.
6 Το άρθρο 34 του νομοθετικού διατάγματος 29, της 3ης Φεβρουαρίου 1993, περί εξορθολογισμού της οργανώσεως των δημοσίων υπηρεσιών και αναθεωρήσεως της νομοθεσίας όσον αφορά την απασχόληση στο Δημόσιο (GURI αριθ. 30, της 3ης Φεβρουαρίου 1993, τακτικό συμπληρωματικό τεύχος, στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 29/93), όπως έχει τροποποιηθεί, προβλέπει ότι, σε περίπτωση μεταβιβάσεως δραστηριοτήτων που ασκούνται από διοικητικές αρχές, δημόσιους φορείς ή τις εγκαταστάσεις τους ή στοιχεία της δομής τους σε άλλα υποκείμενα δικαίου, δημοσίου ή ιδιωτικού, έχει εφαρμογή στο προσωπικό που υπάγεται, συνεπεία της μεταβιβάσεως, στα υποκείμενα αυτά το άρθρο 2112 του Αστικού Κώδικα, εκτός αν πρέπει να εφαρμοστούν ειδικές διατάξεις.
7 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του νόμου 58, της 29ης Ιανουαρίου 1992, για την αναθεώρηση του τομέα των τηλεπικοινωνιών (GURI αριθ. 29, της 5ης Φεβρουαρίου 1992, στο εξής: νόμος 58/92), εξουσιοδότησε τον Υπουργό Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών να παραχωρήσει, κατ' αποκλειστικότητα, τις υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών προς χρήση του κοινού, τις οποίες διαχειρίζονταν μέχρι τότε η διοίκηση των ταχυδρομείων και τηλεπικοινωνιών και η Azienda di Stato per i servizi telefonici (στο εξής: ASST), σε εταιρία που συνέστησε προς τον σκοπό αυτόν η κρατική εταιρία χαρτοφυλακίου Istituto per la ricostruzione industriale (στο εξής: IRI). Ο νόμος 58/92 προέβλεψε επίσης τη μεταβίβαση στη νέα εταιρία όλων των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που αφορούν την εκμετάλλευση των οικείων υπηρεσιών καθώς και την κατάργηση της ASST.
8 Ο νόμος 58/92 προέβλεψε, άλλωστε, ειδικό καθεστώς το οποίο συνιστά παρέκκλιση από το κοινό δίκαιο της μεταβιβάσεως επιχειρήσεων, όπως ορίζεται στο άρθρο 2112 του Αστικού Κώδικα. Κατ' αρχάς, οι εργαζόμενοι στην ASST είχαν τη δυνατότητα είτε να παραμείνουν στη δημόσια διοίκηση είτε να καταστούν μισθωτοί της νέας εταιρίας (άρθρο 4, παράγραφος 3). Στη συνέχεια, ο νόμος 58/92 ανέθεσε στις συνδικαλιστικές οργανώσεις τη μέριμνα να εξασφαλίσουν με συλλογικές διαπραγματεύσεις στους μισθωτούς της νέας εταιρίας «μία οικονομική μεταχείριση που να μην υπολείπεται γενικά της προηγούμενης μεταταχειρίσεώς τους» (άρθρο 4, παράγραφος 5). Τέλος, το προσωπικό που δεν είχε επιλέξει να παραμείνει στη δημόσια διοίκηση είχε δικαίωμα να εισπράξει την αποζημίωση του τέλους της σταδιοδρομίας (trattamento di buonuscita) κατά την ημερομηνία λήξεως της σχέσεώς του με τη διοίκηση (άρθρο 5, παράγραφος 5).
9 Με απόφαση της 29ης Δεκεμβρίου 1992 (GURI αριθ. 306, της 31ης Δεκεμβρίου 1992), ο Υπουργός Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών παραχώρησε τις υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών προς χρήση του κοινού, τις οποίες διαχειρίζονταν η διοίκηση των ταχυδρομείων και τηλεπικοινωνιών και η ASST, στην εταιρία Iritel SpA (στο εξής: Iritel). Στις 18 Απριλίου 1994, η Società italiana per le telecommunicazioni SpA (στο εξής: SIP), άλλη θυγατρική του IRI, απορρόφησε την Iritel και έλαβε, στη συνέχεια, την ονομασία Telecom Italia SpA.
Η διαφορά της κύριας δίκης
10 Μέχρι τις 31 Οκτωβρίου 1993, ο R. Collino και η L. Chiappero εργάζονταν στην ASST, κρατικό όργανο επιφορτισμένο την εποχή εκείνη με τη διαχείριση ορισμένων υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών προς χρήση του κοινού στην ιταλική επικράτεια. Την 1η Νοεμβρίου 1993 υπηχθησαν στην εταιρία Iritel, η οποία συστάθηκε από το IRI προκειμένου να διαδεχθεί την ASST σύμφωνα με τον νόμο 58/92. Στις 16 Μα_ου 1994 αναπροσλήφθηκαν από τη SIP, η οποία κατέστη η Telecom Italia, όταν αυτή απορρόφησε την Iritel.
11 Ο R. Collino και η L. Chiappero, οι οποίοι είναι σήμερα συνταξιούχοι, άσκησαν στις 16 Οκτωβρίου 1997 ενώπιον του Pretore di Pinerolo αγωγή κατά της Telecom Italia, αμφισβητώντας τη νομιμότητα των όρων υπαγωγής τους από την ASST στην Iritel.
12 Οι ενάγοντες επικαλέστηκαν, πρώτον, τη μερική ακυρότητα της συνδικαλιστικής συμφωνίας της 8ης Απριλίου 1993, η οποία συνήφθη μεταξύ των εταιριών Iritel και SIP, αφενός, και των πλέον αντιπροσωπευτικών συνδικαλιστικών οργανώσεων, αφετέρου, προκειμένου να τεθεί σε εφαρμογή το άρθρο 4, παράγραφος 5, του νόμου 58/92. ράγματι, η συμφωνία αυτή προέβλεψε ότι ο υπολογισμός των μισθολογικών αυξήσεων λόγω προϋπηρεσίας που συμπληρώθηκε από την 1η Νοεμβρίου 1993 έπρεπε να πραγματοποιηθεί, για τους πρώην εργαζομένους της ASST που υπήχθησαν στην Iritel, βάσει των κριτηρίων που θεσπίζει το άρθρο 24, τρίτο εδάφιο, του Contratto Colletivo Nazionale Lavoratori (εθνική συλλογική σύμβαση εργασίας) για τους προσφάτως προσληφθέντες μισθωτούς. Οι ενάγοντες όμως φρονούν ότι θα έπρεπε στην περίπτωσή τους να εφαρμοστούν οι κανόνες υπολογισμού της προϋπηρεσίας του άρθρου 24, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, της εν λόγω συλλογικής συμβάσεως υπέρ των μισθωτών που είχαν ήδη προσληφθεί από τη SIP κατά την ημερομηνία της συνάψεως της εν λόγω συλλογικής συμβάσεως, στις 30 Ιουνίου 1992. Η λύση αυτή, η οποία θα ελάμβανε υπόψη τον ενιαίο χαρακτήρα της εργασιακής σχέσεως από της ενάρξεως της απασχολήσεώς τους στην ASST, επιβάλλεται από το άρθρο 2112 του Αστικού Κώδικα, το οποίο, σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως, προβλέπει τη συνέχιση της εργασιακής σχέσεως με τον προς ον η μεταβίβαση.
13 Ο R. Collino και η L. Chiappero έβαλαν, δεύτερον, κατά του γεγονότος ότι η αποζημίωση του τέλους της σταδιοδρομίας, στην οποία έχει δικαίωμα κάθε δημόσιος υπάλληλος κατά τον χρόνο της αποχωρήσεώς του από τη διοίκηση, τους καταβλήθηκε όταν εγκατέλειψαν την ASST χωρίς να μπορέσουν, για λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεώς τους, να καταβάλουν εκ νέου την αποζημίωση αυτή στη SIP. ράγματι, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η αποζημίωση για τη λήξη της εργασιακής σχέσεως (trattamento di fine rapporto), στην οποία έχει δικαίωμα κάθε μισθωτός που η εργασιακή σχέση του διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο σε περίπτωση λήξεως της εργασιακής σχέσεώς του και την οποία έλαβαν κατά τη συνταξιοδότησή τους, θα είχε υπολογιστεί βάσει του συνόλου των ετών υπηρεσίας που είχαν συμπληρώσει. Το ύψος όμως της ενιαίας αυτής αποζημιώσεως θα ήταν ανώτερο του ύψους των δύο αποζημιώσεων που έλαβαν.
14 Η Telecom Italia ισχυρίστηκε ότι τα δύο αυτά αγωγικά αιτήματα ήσαν αβάσιμα, εφόσον δεν πραγματοποιήθηκε μεταβίβαση επιχειρήσεως υπό την έννοια του άρθρου 2112 του Αστικού Κώδικα από την ASST προς την Iritel. ράγματι, αφενός, ένας δημόσιος οργανισμός, όπως η ASST, δεν συνιστά επιχείρηση υπό την έννοια της διατάξεως αυτής και, αφετέρου, η άσκηση της επίμαχης δραστηριότητας εξαρτάται από διοικητική παραχώρηση.
15 Στη διάταξη περί παραπομπής, ο Pretore θεωρεί, κατ' αρχάς, ότι, εν προκειμένω, χώρησε, από αντικειμενικής απόψεως, μεταβίβαση επιχειρήσεως, στο μέτρο που όλα τα αγαθά και τα δικαιώματα της ASST μεταβιβάστηκαν στην Iritel και η μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων της ASST αναπροσλήφθηκε από την εταιρία αυτή, προκειμένου να εκτελέσει, στις ίδιες εγκαταστάσεις, τα ίδια καθήκοντα όπως και στο παρελθόν.
16 Ο Pretore επισημαίνει εντούτοις ότι, καίτοι η οδηγία μεταφέρθηκε στο ιταλικό δίκαιο με το άρθρο 2112 του Αστικού Κώδικα, το άρθρο 34 του νομοθετικού διατάγματος 29/93 δεν προβλέπει την εφαρμογή της διατάξεως αυτής σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως από έναν οργανισμό δημοσίου δικαίου προς έναν φορέα ιδιωτικού δικαίου παρά μόνον υπό την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων. Όμως, ο νόμος 58/92 θέσπισε ακριβώς ειδικό καθεστώς που συνιστά παρέκκλιση από το κοινό δίκαιο της μεταβιβάσεως επιχειρήσεως. Επομένως, κατά το ιταλικό δίκαιο, οι ενάγοντες δεν μπορούν να επικαλεστούν το άρθρο 2112 του Αστικού Κώδικα προς στήριξη των αγωγικών αιτημάτων τους.
17 Ο Pretore διατυπώνει, πάντως, αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα του καθεστώτος παρεκκλίσεως που θέσπισε ο νόμος 58/92 με την οδηγία. Διερωτάται, πρώτον, αν η οδηγία έχει εφαρμογή σε μεταβίβαση που πραγματοποιήθηκε από δημόσιο οργανισμό προς εταιρία ιδιωτικού δικαίου, η οποία ελέγχεται από άλλο δημόσιο οργανισμό, βάσει αποφάσεων των δημοσίων αρχών και με διοικητική παραχώρηση. Έχει αμφιβολίες, δεύτερον, ως προς το περιεχόμενο της μεταβιβάσεως των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων του μεταβιβάζοντος στον προς ον η μεταβίβαση την οποία επιβάλει η οδηγία, εάν υποτεθεί ότι αυτή έχει εφαρμογή.
18 Επειδή έκρινε ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, η λύση της διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία της οδηγίας, ο Pretore di Pinerolo αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ η περίπτωση της εξ επαχθούς ατίας μεταβιβάσεως, η οποία επιτράπηκε με νόμο του κράτους και πραγματοποιήθηκε με υπουργική απόφαση, μιας επιχειρήσεως, την οποία διαχειριζόταν δημόσιος οργανισμός που ήταν άμεσο δημιούργημα του Δημοσίου, προς ιδιωτική εταιρία της οποίας το σύνολο των μετοχών ανήκει σε άλλο δημόσιο οργανισμό, όταν η δραστηριότητα την οποία αφορά η μεταβίβαση έχει ανατεθεί στην ιδιωτική εταιρία κατά διοικητική παραχώρηση;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
2) α) ρέπει, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187, να θεωρηθεί υποχρεωτική η συνέχιση της εργασιακής σχέσεως με τον αποκτώντα την επιχείρηση, με συνέπεια να λαμβάνεται υπόψη η προϋπηρεσία του εργαζομένου από την ημερομηνία της προσλήψεώς του από τον μεταβιβάζοντα και να υφίσταται δικαίωμα καταβολής ενιαίας αποζημιώσεως για τη λήξη της εργασιακής σχέσεως για την οποία να λαμβάνεται υπόψη ως ενιαία περίοδος το διάστημα κατά το οποίο εργάστηκε ο εργαζόμενος στον μεταβιβάζοντα και στον αποκτώντα;
β) Έχει, εν πάση περιπτώσει, το προαναφερθέν άρθρο 3, παράγραφος 1, την έννοια ότι μεταξύ των "δικαιωμάτων" του εργαζομένου που μεταβιβάζονται στον αποκτώντα την επιχείρηση καταλέγονται και τα οφέλη που έχει αποκτήσει ο εργαζόμενος έναντι του μεταβιβάζοντος, όπως είναι η προϋπηρεσία, εφόσον από την προϋπηρεσία αυτή εξαρτώνται, σύμφωνα με τη συλλογική σύμβαση εργασίας που ισχύει για τον αποκτώντα, δικαιώματα οικονομικής φύσεως;»
Επί του παραδεκτού της προδικαστικής παραπομπής
19 Η Telecom Italia υποστηρίζει ότι τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο είναι απαράδεκτα, στο μέτρο που το δικαστήριο αυτό δεν μπορούσε, εν πάση περιπτώσει, να εφαρμόσει τις διατάξεις της οδηγίας στη διαφορά της κύριας δίκης η οποία αφορά αποκλειστικά ιδιώτες.
20 Βεβαίως, είναι αληθές ότι, κατά πάγια νομολογία, μια οδηγία δεν μπορεί, αυτή καθαυτή, να δημιουργεί υποχρεώσεις εις βάρος ιδιώτη και, επομένως, δεν μπορεί να γίνει επίκλησή της κατ' αυτού (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1994, C-91/92, Faccini Dori, Συλλογή 1994, σ. Ι-3325, σκέψη 20, και της 7ης Μαρτίου 1996, C-192/94, El Corte Inglés, Συλλογή 1996, σ. Ι-1281, σκέψη 15).
21 άντως, πρέπει να υπομνηστεί ότι, εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο, είτε πρόκειται για προγενέστερες είτε για μεταγενέστερες της οδηγίας διατάξεις, το εθνικό δικαστήριο που καλείται να το ερμηνεύσει οφείλει να πράξει τούτο κατά το μέτρο του δυνατού υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της οδηγίας, ώστε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που αυτή επιδιώκει, συμμορφούμενο έτσι προς το άρθρο 189, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ) (βλ., μεταξύ άλλων, την προπαρατεθείσα απόφαση Faccini Dori, σκέψη 26, και την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1999, C-63/97, BMW, Συλλογή 1999, σ. Ι-905, σκέψη 22).
22 Άλλωστε, όταν οι ιδιώτες είναι σε θέση να επικαλεστούν οδηγία έναντι του κράτους, μπορούν να το πράξουν ασχέτως της ιδιότητας, εργοδότη ή δημόσιας αρχής, υπό την οποία το κράτος ενεργεί. Και στις δύο περιπτώσεις, θα πρέπει, πράγματι, να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να μπορεί το κράτος να επωφεληθεί από τη μη συμμόρφωσή του προς το κοινοτικό δίκαιο (βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 152/84, Marshall, Συλλογή 1986, σ. 723, σκέψη 49, και της 12ης Ιουλίου 1990, C-188/89, Foster κ.λπ., Συλλογή 1990, σ. Ι-3313, σκέψη 17).
23 Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι μεταξύ των φορέων έναντι των οποίων είναι δυνατή η επίκληση διατάξεων οδηγιών που μπορούν να έχουν άμεσο αποτέλεσμα περιλαμβάνεται ένας οργανισμός στον οποίο, ασχέτως της νομικής μορφής του, έχει ανατεθεί δυνάμει πράξεως της δημοσίας αρχής η παροχή υπηρεσίας δημοσίου συμφέροντος υπό την εποπτεία της αρχής αυτής και ο οποίος έχει, προς τούτο, εξαιρετικές εξουσίες σε σχέση με τους εφαρμοστέους στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών κανόνες (προπαρατεθείσα απόφαση Foster κ.λπ., σκέψη 20).
24 Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει, βάσει των προηγουμένων σκέψεων, αν ήταν δυνατή η επίκληση της οδηγίας έναντι της Iritel, την οποία διαδέχθηκε η Telecom Italia.
25 Στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί απάντηση υπό την επιφύλαξη του συνόλου των προηγουμένων παρατηρήσεων.
Επί του πρώτου ερωτήματος
26 Με το πρώτο ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας έχει την έννοια ότι η οδηγία αυτή μπορεί να έχει εφαρμογή στην περίπτωση κατά την οποία μια μονάδα η οποία εξασφαλίζει την εκμετάλλευση υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών προς χρήση του κοινού και την οποία διαχειρίζεται δημόσιος οργανισμός ενταγμένος στην κρατική διοίκηση αποτελεί το αντικείμενο, κατόπιν αποφάσεων των δημοσίων αρχών, μεταβιβάσεως εξ επαχθούς αιτίας, υπό τη μορφή διοικητικής παραχωρήσεως, σε εταιρία ιδιωτικού δικαίου που έχει συσταθεί από άλλο δημόσιο οργανισμό ο οποίος κατέχει το σύνολο του κεφαλαίου της.
27 Η Telecom Italia φρονεί ότι η οδηγία δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή, στο μέτρο που η μεταβίβαση δεν προκύπτει από συμβατική μεταβίβαση ή συγχώνευση, υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1. Επιπλέον, η οδηγία προϋποθέτει ότι η μεταβίβαση αφορά μια οικονομική μονάδα. Όταν όμως η ASST διαχειριζόταν τις υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών προς χρήση του κοινού, εξασφάλιζε, υπέρ του κοινωνικού συνόλου, την παροχή υπηρεσίας γενικού συμφέροντος και δεν επιδίωκε σκοπό οικονομικού χαρακτήρα.
28 Ο R. Collino και η L. Chiappero, η Αυστριακή Κυβέρνηση, η Φινλανδική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και η Επιτροπή φρονούν, αντιθέτως, αναφερόμενοι στη νομολογία του Δικαστηρίου, ότι η οδηγία έχει εφαρμογή εφόσον η επίμαχη μεταβίβαση αφορούσε φορέα επιφορτισμένο με οικονομική δραστηριότητα. Ούτε η αρχική ένταξη του φορέα αυτού στο κράτος ούτε το γεγονός ότι η μεταβίβαση αυτή απορρέει από νόμο και διάταγμα, ούτε το γεγονός ότι η ασκουμένη δραστηριότητα υπάγεται σε καθεστώς διοικητικής παραχωρήσεως μπορούν, κατ' αυτούς, να αναιρέσουν την ανωτέρω ανάλυση.
29 Η Επιτροπή επισημαίνει πάντως ότι οι εργαζόμενοι της ASST τελούσαν σε καθεστώς δημοσίου δικαίου μέχρι την υπαγωγή τους στην Iritel, συνεπεία της μεταβιβάσεως. Όμως, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι επίκληση των διατάξεων της οδηγίας δεν μπορεί να γίνει παρά μόνον από τα πρόσωπα τα οποία προστατεύονται, κατά οποιονδήποτε τρόπο, ως εργαζόμενοι δυνάμει των κανόνων δικαίου του σχετικού κράτους μέλους (απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985, 105/84, Danmols Inventar, Συλλογή 1985, σ. 2639, σκέψη 27). Η Επιτροπή, με την οποία ευθυγραμμίστηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση η Φινλανδική Κυβέρνηση, φρονεί πάντως ότι η οδηγία θα είχε εφαρμογή εάν αποδεικνυόταν ότι τα καθήκοντα που εκτελούσαν οι εργαζόμενοι της ASST ήσαν κατ' ουσίαν ανάλογα προς τα καθήκοντα που εκτελούν οι μισθωτοί εταιρίας ιδιωτικού δικαίου που υπόκεινται στο εθνικό εργατικό δίκαιο. Κατά την Επιτροπή, η ερμηνεία αυτή βρίσκει έρεισμα στο γεγονός ότι το άρθρο 3 της οδηγίας αναφέρεται όχι μόνο στις συμβάσεις εργασίας αλλά και, γενικότερα, στις εργασιακές σχέσεις.
30 Κατ' αρχάς, κατά πάγια νομολογία, η οδηγία έχει εφαρμογή σε κάθε μεταβίβαση μονάδας που ασκεί οικονομική δραστηριότητα, ανεξαρτήτως του αν επιδιώκει κερδοσκοπικό σκοπό ή όχι (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 8ης Ιουνίου 1994, C-382/92, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 1994, σ. Ι-2435, σκέψη 44 έως 46).
31 Αντιθέτως, δεν συνιστά μεταβίβαση επιχειρήσεως, υπό την έννοια της οδηγίας, η διαρθρωτική αναδιοργάνωση της δημοσίας διοικήσεως ή η μεταβίβαση διοικητικών αρμοδιοτήτων από μία δημόσια διοικητική αρχή σε άλλη. ράγματι, στις περιπτώσεις αυτές η μεταβίβαση αφορά δραστηριότητες οι οποίες ανάγονται στην άσκηση της δημόσιας εξουσίας (απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1996, C-298/94, Henke, Συλλογή 1996, σ. Ι-4989, σκέψεις 14 και 17).
32 Επομένως, το γεγονός ότι η μεταβιβαζόμενη υπηρεσία παραχωρείται από οργανισμό δημοσίου δικαίου, όπως ένας δήμος, δεν μπορεί να αποκλείσει την εφαρμογή της οδηγίας, εφόσον η οικεία δραστηριότητα δεν εμπίπτει στην άσκηση της δημοσίας εξουσίας (απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1998, C-173/96 και C-247/96, Hidalgo κ.λπ., Συλλογή 1998, σ. Ι-8237, σκέψη 24).
33 Όμως, το Δικαστήριο έχει κρίνει, στο πλαίσιο βεβαίως του δικαίου του ανταγωνισμού, αλλά η λύση αυτή μπορεί να εφαρμοστεί εν προκειμένω, ότι η διαχείριση δημοσίων εγκαταστάσεων τηλεπικοινωνιών και η θέση αυτών, έναντι καταβολής τελών, στη διάθεση των χρησιμοποιούντων αυτές αποτελεί επιχειρηματική δραστηριότητα (αποφάσεις της 20ής Μαρτίου 1985, 41/83, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 873, σκέψη 18, και, εμμέσως, της 17ης Νοεμβρίου 1992, C-271/90, C-281/90 και C-289/90, Ισπανία κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. Ι-5833). Επιπλέον, το γεγονός ότι η εκμετάλλευση του δημοσίου δικτύου τηλεπικοινωνιών έχει ανατεθεί σε φορέα που είναι ενταγμένος στη δημόσια διοίκηση δεν αναιρεί την ιδιότητα του φορέα αυτού ως δημοσίας επιχειρήσεως (αποφάσεις της 27ης Οκτωβρίου 1993, C-69/91, Decoster, Συλλογή 1993, σ. Ι-5335, σκέψη 15, και C-92/91, Taillandier, Συλλογή 1993, σ. Ι-5383, σκέψη 14).
34 εραιτέρω, το γεγονός ότι η μεταβίβαση προκύπτει από μονομερείς αποφάσεις των δημοσίων αρχών και όχι από σύμπτωση βουλήσεων δεν αποκλείει την εφαρμογή της οδηγίας (απόφαση της 19ης Μα_ου 1992, C-29/91, Redmond Stichting, Συλλογή 1992, σ. Ι-3189, σκέψεις 15 έως 17). ράγματι, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η οδηγία έχει εφαρμογή στην περίπτωση κατά την οποία μία δημόσια αρχή αποφασίζει να σταματήσει τη χορήγηση επιδοτήσεων σε ένα νομικό πρόσωπο που παρέχει βοήθεια σε ορισμένους τοξικομανείς, και επιφέρει έτσι την πλήρη και οριστική παύση των δραστηριοτήτων του εν λόγω προσώπου, προκειμένου αυτές να μεταβιβαστούν σε άλλο νομικό πρόσωπο που επιδιώκει ανάλογο σκοπό (προπαρατεθείσα απόφαση Redmond Stichting, σκέψη 21).
35 Υπό τις συνθήκες αυτές, μια μεταβίβαση όπως αυτή για την οποία πρόκειται στην κύρια δίκη εμπίπτει στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
36 ρέπει πάντως να υπομνηστεί ότι την οδηγία μπορούν να επικαλεστούν μόνον τα πρόσωπα τα οποία, στο οικείο κράτος μέλος, προστατεύονται ως εργαζόμενοι από την εθνική εργατική νομοθεσία (προπαρατεθείσες αποφάσεις Danmols Inventar, σκέψεις 27 και 28, Redmond Stichting, σκέψη 18, και Hidalgo κ.λπ., σκέψη 24).
37 Η ερμηνεία αυτή συνάγεται από το γεγονός ότι η οδηγία αποσκοπεί σε μερική μόνον εναρμόνιση του εν λόγω θέματος, επεκτείνοντας, ως προς τα κυριότερα σημεία, και στην περίπτωση της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως, την προστασία την οποία εξασφαλίζει στους εργαζομένους, κατά τρόπο αυτόνομο, το δίκαιο των διαφόρων κρατών μελών. Επομένως, στόχος της είναι να εξασφαλιστεί, στο μέτρο του δυνατού, η συνέχιση της συμβάσεως εργασίας ή της εργασιακής σχέσεως με τον προς ον η μεταβίβαση, ώστε οι εργαζόμενοι που θίγονται από τη μεταβίβαση της επιχειρήσεως να μη βρεθούν σε δυσμενέστερη θέση, αποκλειστικά και μόνο λόγω της μεταβιβάσεως αυτής. άντως, η οδηγία δεν αποβλέπει στη θέσπιση ενός ενιαίου επιπέδου προστασίας για το σύνολο της Κοινότητας βάσει κοινών κριτηρίων (προπαρατεθείσα απόφαση Danmols Inventar, σκέψη 26).
38 Από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Φινλανδικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής, η οδηγία δεν έχει εφαρμογή στα πρόσωπα τα οποία δεν προστατεύονται ως εργαζόμενοι κατά την εθνική εργατική νομοθεσία, ανεξαρτήτως της φύσεως των καθηκόντων που εκτελούν τα πρόσωπα αυτά.
39 Η προπαρατεθείσα νομολογία Danmols Inventar επικυρώθηκε άλλωστε με την οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1998, για την τροποποίηση της οδηγίας 77/187 (EE L 201, σ. 88), η οποία πρέπει να μεταφερθεί στο δίκαιο των κρατών μελών το αργότερο στις 17 Ιουλίου 2001. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, της οδηγίας, όπως έχει τροποποιηθεί, ορίζει πράγματι τον «εργαζόμενο» ως το πρόσωπο το οποίο, στο οικείο κράτος μέλος, προστατεύεται ως εργαζόμενος δυνάμει της εθνικής εργατικής νομοθεσίας.
40 Εν προκειμένω, από τα στοιχεία του φακέλου μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως, την οποία αφορά η διαφορά της κύριας δίκης, οι εργαζόμενοι της ASST τελούσαν σε καθεστώς δημοσίου δικαίου και δεν υπάγονταν στο εργατικό δίκαιο. άντως, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να το διαπιστώσει.
41 Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας έχει την έννοια ότι η οδηγία αυτή μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση κατά την οποία μια μονάδα η οποία εξασφαλίζει την εκμετάλλευση υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών προς χρήση του κοινού και την οποία διαχειρίζεται δημόσιος οργανισμός ενταγμένος στην κρατική διοίκηση αποτελεί το αντικείμενο, κατόπιν αποφάσεων των δημοσίων αρχών, μεταβιβάσεως εξ επαχθούς αιτίας, υπό τη μορφή διοικητικής παραχωρήσεως, σε εταιρία ιδιωτικού δικαίου που έχει συσταθεί από άλλο δημόσιο οργανισμό ο οποίος κατέχει το σύνολο του κεφαλαίου της. ρέπει πάντως τα πρόσωπα τα οποία αφορά η μεταβίβαση αυτή να προστατεύονται αρχικά ως εργαζόμενοι από την εθνική εργατική νομοθεσία.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
42 Με τα δύο σκέλη του δευτέρου ερωτήματός του που πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας έχει την έννοια ότι, για τον υπολογισμό των δικαιωμάτων οικονομικής φύσεως που συνδέονται, όσον αφορά τον μεταβιβάζοντα, με την προϋπηρεσία των εργαζομένων, όπως η αποζημίωση για τη λήξη της εργασιακής σχέσεως ή οι μισθολογικές αυξήσεις, ο προς ον η μεταβίβαση πρέπει να λάβει υπόψη το σύνολο των ετών που συμπληρώθηκαν τόσο στην υπηρεσία του όσο και στην υπηρεσία του μεταβιβάζοντος από το προσωπικό που υπήχθη στον προς ον η μεταβίβαση.
43 Η Telecom Italia φρονεί, κατ' αρχάς, ότι το πρώτο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος, που αφορά τον υπολογισμό της αποζημιώσεως για τη λήξη της εργασιακής σχέσεως, είναι απαράδεκτο, στο μέτρο που δεν ικανοποιεί αντικειμενική ανάγκη για τη λύση της διαφοράς της κύριας δίκης (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 12ης Μαρτίου 1998, C-319/94, Dethier Équipement, Συλλογή 1998, σ. Ι-1061). ράγματι, το ιταλικό δίκαιο προέβλεψε ρητώς τη δυνατότητα των εργαζομένων της ASST που υπήχθησαν, συνεπεία της μεταβιβάσεως, στην Iritel να λάβουν, κατόπιν καταβολής στην εταιρία αυτή της αποζημιώσεως του τέλους της σταδιοδρομίας τους, ενιαία αποζημίωση για τη λήξη της εργασιακής σχέσεως υπολογιζομένη βάσει του συνόλου των ετών υπηρεσίας που συμπλήρωσαν και στους δύο εργοδότες.
44 ρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής αποφάσεως να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 1ης Δεκεμβρίου 1998, C-200/97, Ecotrade, Συλλογή 1998, σ. Ι-7907, σκέψη 25, και της 17ης Ιουνίου 1999, C-295/97, Piaggio, Συλλογή 1999, σ. Ι-3735, σκέψη 24). Το προδικαστικό ερώτημα μπορεί να απορριφθεί ως απαράδεκτο μόνον οσάκις προκύπτει προδήλως ότι η ερμηνεία ή η εκτίμηση του κύρους ενός κοινοτικού κανόνα που ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 1999, C-215/96 και C-216/96, Bagnasco κ.λπ., Συλλογή 1999, σ. 135, σκέψη 20).
45 Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο έκρινε, με τη διάταξη παραπομπής, ότι, δυνάμει του νόμου 58/92, το προσωπικό της ASST το οποίο δεν είχε επιλέξει να παραμείνει στη δημόσια διοίκηση είχε δικαίωμα στην καταβολή της αποζημιώσεως του τέλους της σταδιοδρομίας κατά την ημερομηνία λήξεως της σχέσεώς του με τη διοίκηση. Ανέφερε επίσης ότι ο R. Collino και η L. Chiappero αμφισβήτησαν την ορθότητα της καταβολής της αποζημιώσεως αυτής για τον λόγο ότι, κατά τον χρόνο της συνταξιοδοτήσεώς τους, τους στέρησε, για λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεώς τους, την αποζημίωση για τη λήξη της εργασιακής σχέσεως που θα υπολογιζόταν βάσει του συνόλου των ετών που συμπλήρωσαν στην υπηρεσία του μεταβιβάζοντος και του προς ον η μεταβίβαση.
46 Επομένως, η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου την οποία ζητεί το αιτούν δικαστήριο με το πρώτο σκέλος του δευτέρου ερωτήματός του δεν είναι προδήλως άσχετη με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης και το ερώτημα αυτό είναι, επομένως, παραδεκτό.
47 Επί της ουσίας, η Telecom Italia προτείνει να δοθεί αρνητική απάντηση στα δύο σκέλη του υποβληθέντος ερωτήματος. Υποστηρίζει, συγκεκριμένα, ότι ο εργαζόμενος που υπάγεται, συνεπεία της μεταβιβάσεως, στον προς ον η μεταβίβαση, καίτοι διατηρεί τα δικαιώματα που απορρέουν από την εργασιακή σχέση του με τον προηγούμενο εργοδότη του, δεν μπορεί να απολαύει των πλεονεκτημάτων που ισχύουν στον νέο εργοδότη βάσει των ετών υπηρεσίας που συμπλήρωσε πριν από την υπαγωγή του στον προς ον η μεταβίβαση.
48 Ο R. Collino και η L. Chiappero, η Αυστριακή Κυβέρνηση, η Φινλανδική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και η Επιτροπή ισχυρίζονται, αντιθέτως, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, ο προς ον η μεταβίβαση δεσμεύεται από το σύνολο των υποχρεώσεων που έχουν συνομολογηθεί από τον μεταβιβάζοντα έναντι των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων που γεννήθηκαν πριν από τη μεταβίβαση. Επομένως, για τον υπολογισμό των δικαιωμάτων του εργαζομένου που συνδέονται με την προϋπηρεσία, ο προς ον η μεταβίβαση πρέπει επίσης να λάβει υπόψη τα έτη υπηρεσίας που συμπλήρωσε ο εργαζόμενος πριν από την υπαγωγή του στον προς ον η μεταβίβαση.
49 Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που δημιουργούνται για τον μεταβιβάζοντα από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση που υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, μεταβιβάζονται, εξαιτίας της μεταβιβάσεως αυτής, στον προς ον η μεταβίβαση. Επομένως, η οδηγία αποβλέπει στη διασφάλιση της διατηρήσεως των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση αλλαγής του επικεφαλής της επιχειρήσεως, επιτρέποντάς τους να παραμείνουν στην υπηρεσία του νέου εργοδότη υπό τις αυτές προϋποθέσεις που είχαν συμφωνηθεί με τον μεταβιβάζοντα (αποφάσεις της 5ης Μα_ου 1988, 144/87 και 145/87, Berg και Busschers, Συλλογή 1988, σ. 2559, σκέψη 12, και της 25ης Ιουλίου 1991, C-362/89, D'Urso κ.λπ., Συλλογή 1991, σ. Ι-4105, σκέψη 9).
50 Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 91 των προτάσεών του, η προϋπηρεσία που έχουν συμπληρώσει στον προηγούμενο εργοδότη τους οι εργαζόμενοι που υπάγονται, συνεπεία της μεταβιβάσεως, στον προς ον η μεταβίβαση δεν συνιστά, αυτή καθεαυτή, δικαίωμα που μπορούν να προβάλουν έναντι του νέου εργοδότη τους. Αντιθέτως, βάσει της προϋπηρεσίας καθορίζονται ορισμένα δικαιώματα των εργαζομένων, οικονομικής φύσεως, τα οποία θα πρέπει, ενδεχομένως, να διατηρηθούν έναντι του προς ον η μεταβίβαση κατά τον ίδιο τρόπο όπως έναντι του μεταβιβάζοντος.
51 Επομένως, για τον υπολογισμό των δικαιωμάτων οικονομικής φύσεως, όπως η αποζημίωση για τη λήξη της εργασιακής σχέσεως ή οι μισθολογικές αυξήσεις, ο προς ον η μεταβίβαση οφείλει να λάβει υπόψη το σύνολο των ετών υπηρεσίας που συμπλήρωσε το προσωπικό που υπήχθη σ' αυτόν συνεπεία της μεταβιβάσεως, στο μέτρο που η υποχρέωση αυτή απέρρεε από την εργασιακή σχέση που συνέδεε το προσωπικό αυτό με τον μεταβιβάζονται και σύμφωνα με τους όρους που συνομολογήθηκαν στο πλαίσιο της σχέσεως αυτής.
52 άντως, καθόσον το εθνικό δίκαιο επιτρέπει, πέραν της περιπτώσεως μεταβιβάσεως επιχειρήσεως, τη μεταβολή της σχέσεως εργασίας επί το δυσμενέστερο για τους εργαζομένους, ιδίως όσον αφορά την προστασία τους από την απόλυση και τους όρους μισθοδοσίας, η μεταβολή αυτή δεν αποκλείεται από το γεγονός και μόνον ότι η επιχείρηση εν τω μεταξύ μεταβιβάστηκε και, κατά συνέπεια, η συμφωνία συνήφθη με τον νέο επιχειρηματία. ράγματι, η σχέση εργασίας, δεδομένου ότι ο προς ον η μεταβίβαση υποκαθιστά τον μεταβιβάζοντα δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, όσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτήν, μπορεί να τροποποιηθεί έναντι του προς ον η μεταβίβαση εντός των ορίων που ίσχυαν έναντι του μεταβιβάζοντος, εξυπακουομένου ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί αυτή καθεαυτή η μεταβίβαση επιχειρήσεως να αποτελεί την αιτία αυτής της τροποποιήσεως (βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 10ης Φεβρουαρίου 1988, 324/86, Tellerup, η λεγόμενη «Daddy's Dance Hall», Συλλογή 1988, σ. 739, σκέψη 17, και της 12ης Νοεμβρίου 1992, C-209/91, Watson Rask και Christensen, Συλλογή 1997, σ. Ι-5755, σκέψη 28).
53 Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα θα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας έχει την έννοια ότι για τον υπολογισμό των δικαιωμάτων οικονομικής φύσεως που συνδέονται, στην υπηρεσία του προς ον η μεταβίβαση, με την προϋπηρεσία των εργαζομένων, όπως η αποζημίωση για τη λήξη της εργασιακής σχέσεως ή οι μισθολογικές αυξήσεις, ο προς ον η μεταβίβαση οφείλει να λάβει υπόψη το σύνολο των ετών που συμπλήρωσε τόσο στην υπηρεσία του όσο και στην υπηρεσία του μεταβιβάζοντος το προσωπικό που υπήχθη σ' αυτόν συνεπεία της μεταβιβάσεως, στο μέτρο που η υποχρέωση αυτή απέρρεε από την εργασιακή σχέση που συνέδεε το προσωπικό αυτό με τον μεταβιβάζοντα και σύμφωνα με τους όρους που συνομολογήθηκαν στο πλαίσιο της σχέσεως αυτής. άντως, η οδηγία δεν απαγορεύει στον προς ον η μεταβίβαση να τροποποιήσει τους όρους της εν λόγω εργασιακής σχέσεως, στο μέτρο που το εθνικό δίκαιο επιτρέπει την τροποποίηση αυτή, εκτός της περιπτώσεως μεταβιβάσεως επιχειρήσεως.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
54 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Αυστριακή Κυβέρνηση, η Φινλανδική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 3ης Σεπτεμβρίου 1998 ο Pretore di Pinerolo, αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, έχει την έννοια ότι μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση κατά την οποία μια μονάδα η οποία εξασφαλίζει την εκμετάλλευση υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών προς χρήση του κοινού και την οποία διαχειρίζεται δημόσιος οργανισμός ενταγμένος στην κρατική διοίκηση αποτελεί το αντικείμενο, κατόπιν αποφάσεων των δημοσίων αρχών, μεταβιβάσεως εξ επαχθούς αιτίας, υπό τη μορφή διοικητικής παραχωρήσεως, σε εταιρία ιδιωτικού δικαίου που έχει συσταθεί από άλλο δημόσιο οργανισμό ο οποίος κατέχει το σύνολο του κεφαλαίου της. ρέπει πάντως τα πρόσωπα τα οποία αφορά η μεταβίβαση αυτή να προστατεύονται αρχικά ως εργαζόμενοι από την εθνική εργατική νομοθεσία.
2) Το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 77/187 έχει την έννοια ότι για τον υπολογισμό των δικαιωμάτων οικονομικής φύσεως που συνδέονται, στην υπηρεσία του προς ον η μεταβίβαση, με την προϋπηρεσία των εργαζομένων, όπως η αποζημίωση για τη λήξη της εργασιακής σχέσεως ή οι μισθολογικές αυξήσεις, ο προς ον η μεταβίβαση οφείλει να λάβει υπόψη το σύνολο των ετών που συμπλήρωσε τόσο στην υπηρεσία του όσο και στην υπηρεσία του μεταβιβάζοντος το προσωπικό που υπήχθη σ' αυτόν συνεπεία της μεταβιβάσεως, στο μέτρο που η υποχρέωση αυτή απέρρεε από την εργασιακή σχέση που συνέδεε το προσωπικό αυτό με τον μεταβιβάζοντα και σύμφωνα με τους όρους που συνομολογήθηκαν στο πλαίσιο της σχέσεως αυτής. άντως, η οδηγία δεν απαγορεύει στον προς ον η μεταβίβαση να τροποποιήσει τους όρους της εν λόγω εργασιακής σχέσεως, στο μέτρο που το εθνικό δίκαιο επιτρέπει την τροποποίηση αυτή, εκτός της περιπτώσεως μεταβιβάσεως επιχειρήσεως.
Full & Egal Universal Law Academy