Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Εργαζόμενοι - Δικαίωμα διαμονής των μελών της οικογένειας - Άδεια διαμονής αόριστης διάρκειας για τον σύζυγο του εργαζομένου - Εθνική ρύθμιση που προβλέπει διάρκεια κατοικίας βραχύτερη για τους συζύγους προσώπων που είναι εγκατεστήμενα στη χώρα απ' ό,τι για τους υπηκόους άλλου κράτους μέλους και τα μέλη της οικογένειάς τους που δεν πληρούν αυτόν τον όρο - Δυσμενής διάκριση αντιβαίνουσα στο άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 - Δεν συντρέχει
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 8 Α (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 18 ΕΚ)· κανονισμός 1612/68 του Συμβουλίου, άρθρο 7 § 2)]
Περίληψη
$$Η νομοθεσία κράτους μέλους που επιβάλλει στους συζύγους διακινουμένων εργαζομένων, υπηκόων άλλων κρατών μελών, την προϋπόθεση να έχουν διαμείνει επί τέσσερα έτη στο έδαφος του κράτους αυτού για να μπορούν να υποβάλουν παραδεκτώς αίτηση χορηγήσεως άδειας διαμονής απεριόριστης διάρκειας στο κράτος αυτό, ενώ επιβάλλει υποχρέωση διαμονής μόνο δώδεκα μηνών στους συζύγους προσώπων που είναι εγκατεστημένα στο εν λόγω έδαφος και δεν υπόκεινται σε περιορισμούς όσον αφορά την περίοδο κατά την οποία μπορούν να διαμένουν σ' αυτό, δεν συνιστά διάκριση αντιβαίνουσα στο άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68.
Στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, το δικαίωμα διαμονής των υπηκόων κράτους μέλους στο έδαφος άλλου κράτους μέλους δεν είναι απόλυτο. Αυτό προκύπτει αφενός από τις διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων του τίτλου III του τρίτου μέρους της Συνθήκης και από τις διατάξεις του παραγώγου δικαίου που θεσπίστηκαν προς εφαρμογή των πρώτων και, αφετέρου, από τις διατάξεις του δευτέρου μέρους της Συνθήκης και ειδικότερα από το άρθρο 8 A της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 18 ΕΚ), το οποίο, παρέχει μεν στους πολίτες της Ενώσεως το δικαίωμα να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών, πλην όμως αναφέρεται ρητά στους περιορισμούς και τις προϋποθέσεις που προβλέπει η Συνθήκη και οι διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή της. Τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να λάβουν υπόψη την αντικειμενική διαφορά που υπάρχει μεταξύ των ιδίων υπηκόων και των υπηκόων των άλλων κρατών μελών, οσάκις καθορίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγείται άδεια διαμονής αόριστης διάρκειας στους συζύγους των προσώπων αυτών. (βλ.σκέψεις 30-31, 35 και διατακτ.)
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-356/98,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Immigration Adjudicator (Ηνωμένο Βασίλειο) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Arben Kaba
και
Secretary of State for the Home Department,
" η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodrνguez Iglesias, Πρόεδρο, J. C. Moitinho de Almeida, D. A. O. Edward, L. Sevσn, προέδρους τμήματος, C. Gulmann, J.-P. Puissochet, G. Hirsch, P. Jann (εισηγητή) και H. Ragnemalm, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. La Pergola
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- ο Arben Kaba, εκπροσωπούμενος από τους P. Duffy, QC, και T. Eicke, barrister, κατόπιν παραγγελίας των E. Guild και N. Rollason, solicitors,
- η Βρετανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την M. Ewing, του Treasury Solicitor's Department, επικουρούμενη από τον R. Plender, QC,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους P. J. Kuijper, νομικό σύμβουλο, και N. Yerrell, υπάλληλο κράτους μέλους αποσπασμένο στη Νομική Υπηρεσία,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των A. Kaba, που εκπροσωπήθηκε από τους R. Allen, QC, και T. Eicke, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, που εκπροσωπήθηκε από την M. Ewing, επικουρούμενη από τον R. Plender, και της Επιτροπής, που εκπροσωπήθηκε από τον P. J. Kuijper, κατά τη συνεδρίαση της 15ης Ιουνίου 1999,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1999,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 25ης Σεπτεμβρίου 1998 που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την 1η Οκτωβρίου του ίδιου έτους, ο Immigration Adjudicator υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο δίκης μεταξύ του A. Kaba και του Secretary of State for the Home Department (Υφυπουργού Εσωτερικών) σχετικά με την άρνηση του υπουργού να χορηγήσει στον A. Kaba άδεια διαμονής αόριστης διάρκειας στο έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου.
Νομικό πλαίσιο
Κοινοτική νομοθεσία
3 Το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1612/68 προβλέπει:
«1. Ο εργαζόμενος υπήκοος ενός κράτους μέλους δεν δύναται στην επικράτεια των άλλων κρατών μελών, να έχει, λόγω της ιθαγενείας του, διαφορετική μεταχείριση από τους ημεδαπούς εργαζομένους, ως προς τους όρους απασχολήσεως και εργασίας, ιδίως όσον αφορά την αμοιβή, την απόλυση, την επαγγελματική επανένταξη ή την επαναπασχόληση αν έχει καταστεί άνεργος.
2. Απολαύει των ιδίων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους.»
4 Το άρθρο 10, παράγραφος 1 του κανονισμού 1612/68 έχει ως εξής:
«Ανεξαρτήτως της ιθαγενείας των, έχουν δικαίωμα εγκαταστάσεως μετά του εργαζομένου υπηκόου ενός κράτους μέλους που απασχολείται στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους τα εξής πρόσωπα:
α) έκαστος των συζύγων και οι κατιόντες τους οι οποίοι έχουν ηλικία κάτω των 21 ετών ή συντηρούνται απ' αυτόν·
β) οι ανιόντες του εργαζομένου αυτού και του συζύγου του, τους οποίους αυτός συντηρεί.»
5 Το άρθρο 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 68/360/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των εργαζομένων των κρατών μελών και των οικογενειών τους στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 43), ορίζει:
«Σε μέλος της οικογενείας που δεν έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους χορηγείται έγγραφο διαμονής της ιδίας ισχύος με αυτό που χορηγείται στον εργαζόμενο από τον οποίον εξαρτάται.»
Εθνική νομοθεσία
6 Οι σχετικές διατάξεις του εθνικού δικαίου είναι ο Immigration Act 1971 (νόμος του 1971 περί αλλοδαπών), ο Immigration (European Economic Area) Order 1994 (διάταγμα του 1994 περί μεταναστών προερχομένων από τον Ευρωπαϋκό Οικονομικό Ξώρο, στο εξής: διάταγμα ΕΟΞ) και οι United Kingdom Immigration Rules (House of Commons Paper 395) (διατάξεις περί αλλοδαπών που θέσπισε το Κοινοβούλιο του Ηνωμένου Βασιλείου το 1994), όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης (στο εξής: Immigration Rules), που διέπουν την είσοδο και τη διαμονή στο Ηνωμένο Βασίλειο.
7 Το σημείο 255 των Immigration Rules ορίζει:
«Ο υπηκόος ΕΕΑ (πλην των σπουδαστών) και το μέλος της οικογένειάς του που έλαβε άδεια ή άλλο τίτλο διαμονής πενταετούς ισχύος και διέμεινε στο Ηνωμένο Βασίλειο σύμφωνα με τις διατάξεις του διατάγματος ΕΟΞ 1994 επί τετραετία και συνεχίζει να διαμένει μπορεί να ζητήσει τη μετατροπή της άδειας ή άλλου τίτλου διαμονής του (αναλόγως της περιπτώσεως) σε άδεια διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο αορίστου διαρκείας.»
8 Το σημείο 287 των Immigration Rules ορίζει τα ακόλουθα:
«Οι προϋποθέσεις χορηγήσεως αδείας διαμονής αορίστου διαρκείας στον σύζυγο προσώπου που βρίσκεται και είναι εγκατεστημένο στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι:
i) ότι έλαβε την άδεια εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο ή παράταση διαμονής για 12 μήνες και έχει συμπληρώσει 12 μήνες ως σύζυγος προσώπου που βρίσκεται και είναι εγκατεστημένο στη χώρα, και
ii) ότι εξακολουθεί να είναι σύζυγος του προσώπου, για τη συνάντηση με το οποίο έλαβε την άδεια εισόδου ή παράταση της άδειας διαμονής και ότι ο γάμος εξακολουθεί να υφίσταται, και
iii) έκαστος των συζύγων προτίθεται να ζήσει μονίμως με τον έτερο ως σύζυγος.»
9 Κατά το άρθρο 33, παράγραφος 2 A, του Immigration Act 1971, «η αναφορά σε πρόσωπο εγκατεστημένο στο Ηνωμένο Βασίλειο σημαίνει ότι το πρόσωπο αυτό έχει εκεί τη συνήθη κατοικία του χωρίς να υπόκειται, βάσει της νομοθεσίας περί ελέγχου αλλοδαπών, σε κανένα περιορισμό όσον αφορά την περίοδο κατά την οποία μπορεί να παραμείνει στη χώρα».
10 Βάσει της σχετικής εθνικής νομολογίας, ο διακινούμενος εργαζόμενος, υπήκοος κράτους μέλους της Ευρωπαϋκής Ένωσης που διαμένει στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι άνευ ετέρου «εγκατεστημένος» κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.
11 Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, του διατάγματος ΕΟΞ το «δικαιούμενο πρόσωπο» έχει το δικαίωμα να παραμένει στο Ηνωμένο Βασίλειο όσο διατηρεί την ιδιότητα αυτή, το δικαίωμα δε αυτό εκτείνεται και στα μέλη της οικογένειάς του περιλαμβανομένου και του συζύγου, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, του διατάγματος ΕΟΞ. Κατά το άρθρο 6 του διατάγματος ΕΟΞ, δικαιούμενο πρόσωπο είναι μεταξύ άλλων ο υπήκοος κράτους μέλους του ΕΟΞ που ασκεί στο Ηνωμένο Βασίλειο δραστηριότητα εργαζομένου.
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία στην κύρια δίκη
12 Ο A. Kaba, Γιουγκοσλάβος υπήκοος, έφθασε στο Ηνωμένο Βασίλειο στις 5 Αυγούστου 1991. Η αίτησή του για άδεια να εισέλθει στο Ηνωμένο Βασίλειο και να παραμείνει επί ένα μήνα ως τουρίστας απορρίφθηκε, πλην όμως ο ενδιαφερόμενος δεν εγκατέλειψε το Ηνωμένο Βασίλειο. Τον Φεβρουάριο του 1992 υπεβλήθη για λογαριασμό του αίτηση χορηγήσεως ασύλου.
13 Στις 4 Μαου 1994, ο A. Kaba νυμφεύφθηκε τη Virginie Michonneau, Γαλλίδα υπήκοο, την οποία γνώρισε το 1993 όταν αυτή εργαζόταν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Οι σύζυγοι έζησαν μαζί μετά τον γάμο τους. Η V. Michonneau επέστρεψε προσωρινά στη Γαλλία και στη συνέχεια επανήλθε στο Ηνωμένο Βασίλειο τον Ιανουάριο του 1994, αναζητώντας εργασία την οποία και βρήκε τον Απρίλιο 1994. Τον Νοέμβριο 1994 έλαβε άδεια διαμονής πενταετούς ισχύος, ισχύουσα μέχρι 2 Νοεμβρίου 1999. Ο A. Kaba έλαβε άδεια να παραμείνει στο Ηνωμένο Βασίλειο για την ίδια περίοδο ως σύζυγος κοινοτικού υπηκόου που ασκεί στο Ηνωμένο Βασίλειο δικαιώματα που έχει εκ της Συνθήκης ΕΚ.
14 Στις 23 Ιανουαρίου 1996, ο A. Kaba υπέβαλε αίτηση διαμονής αορίστου διαρκείας στο Ηνωμένο Βασίλειο.
15 Η αίτησή του απορρίφθηκε με απόφαση του Secretary of State for the Home Department της 9ης Σεπτεμβρίου 1996. Με επιστολή της 3ης Οκτωβρίου 1996, ο Secretary of State διευκρίνισε ότι ο A. Kaba δεν πληροί τις προϋποθέσεις του σημείου 255 των Immigration Rules, διότι η σύζυγός του συμπληρώνει στο Ηνωμένο Βασίλειο, σύμφωνα με τις διατάξεις του διατάγματος ΕΟΞ, διαμονή μόνον ενός έτους και δέκα μηνών.
16 Στις 15 Σεπτεμβρίου 1996, ο A. Kaba προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του Immigration Adjudicator, υποστηρίζοντας ότι οι διατάξεις των Immigration Rules που εφαρμόζονται στα πρόσωπα τα οποία «βρίσκονται και είναι εγκατεστημένα» στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι ευνοϋκότερες από αυτές που εφαρμόζονται στη σύζυγό του και στον ίδιο.
17 Ο Immigration Adjudicator φρονεί ότι η εκκρεμής ενώπιόν του υπόθεση ομοιάζει με την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 17ης Απριλίου 1986, 59/85, Reed (Συλλογή 1986, σ. 1283), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η δυνατότητα του διακινούμενου εργαζόμενου να επιτύχει ώστε να επιτραπεί στον άγαμο σύντροφό του, που δεν έχει την ιθαγένεια του κράτους υποδοχής, να διαμένει μαζί του αποτελεί «κοινωνικό πλεονέκτημα» κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68.
18 Ο Immigration Adjudicator παρατηρεί, πάντως, ότι ναι μεν με την προαναφερθείσα απόφαση Reed το Δικαστήριο έκρινε ότι ένα κράτος μέλος που χορηγεί κοινωνικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 στους υπηκόους του δεν μπορεί να αρνηθεί τη χορήγηση του ιδίου πλεονεκτήματος στους διακινούμενους εργαζόμενους, υπηκόους άλλων κρατών μελών, πλην όμως έκρινε επίσης στη σκέψη 23 της αποφάσεως της 7ης Ιουλίου 1992, C-370/90, Singh (Συλλογή 1992, σ. I-4265), ότι τα άρθρα 48 και 52 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρα 39 ΕΚ και 43 ΕΚ) δεν εμποδίζουν τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν στους αλλοδαπούς συζύγους των υπηκόων τους κανόνες σχετικούς με την είσοδο και τη διαμονή περισσότερο ευνοϋκούς από αυτούς που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο.
19 Υπό τις συνθήκες αυτές ο Immigration Adjudicator ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Αποτελεί "κοινωνικό πλεονέκτημα" κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 το δικαίωμα υποβολής αιτήσεως για τη χορήγηση άδειας διαμονής αορίστου διαρκείας στο Ηνωμένο Βασίλειο και το δικαίωμα να εξεταστεί η αίτηση αυτή;
2) Συνιστά παράνομη δυσμενή διάκριση, αντιβαίνουσα στο άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, η προϋπόθεση που επιβάλλεται στους συζύγους κοινοτικών υπηκόων να έχουν διαμείνει στο Ηνωμένο Βασίλειο επί τετραετία για να μπορούν να υποβάλουν επιτυχώς αίτηση χορηγήσεως άδειας διαμονής αορίστου διαρκείας στο Ηνωμένο Βασίλειο (βλ. σημείο 255 των United Kingdom Immigration Rules, House of Commons Paper 395), συγκρινόμενη με την προϋπόθεση της δωδεκάμηνης διαμονής πριν από την υποβολή τέτοιας αιτήσεως που ισχύει για τους συζύγους Βρετανών υπηκόων και τους συζύγους προσώπων που βρίσκονται και είναι εγκατεστημένα στο Ηνωμένο Βασίλειο (σημείο 287 των United Kingdom Immigration Rules, House of Commons Paper 395);»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
20 Πρέπει να σημειωθεί ότι ο κανονισμός 1612/68 σκοπεί να κατοχυρώσει την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, η οποία απαιτεί, για να μπορεί να ασκηθεί υπό συνθήκες ελευθερίας και αξιοπρέπειας, άριστες συνθήκες ενσωματώσεως της οικογένειας του κοινοτικού εργαζομένου στο κράτος μέλος υποδοχής (απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-308/89, Di Leo, Συλλογή 1990, σ. I-4185, σκέψη 13).
21 Προς τούτο το άρθρο 10, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει μεταξύ άλλων το δικαίωμα του συζύγου, ανεξαρτήτως ιθαγενείας, να εγκατασταθεί με τον εργαζόμενο, υπήκοο κράτους μέλους ο οποίος απασχολείται στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους.
22 Οσάκις ο σύζυγος δεν έχει την ιθαγένεια του κράτους μέλους, δικαιούται να του χορηγηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 68/360, έγγραφο διαμονής της ίδιας ισχύος με αυτό που χορηγείται στον εργαζόμενο από τον οποίον εξαρτάται.
23 Επομένως, η κοινοτική ρύθμιση παρέχει στους συζύγους των διακινουμένων εργαζομένων, υπηκόων άλλων κρατών μελών δικαίωμα διαμονής, που έχει την ίδια έκταση με το δικαίωμα διαμονής των τελευταίων.
24 Εν προκειμένω πάντως, ο προσφεύγων της κύριας δίκης, ζητώντας την άδεια να παραμείνει επ' αόριστο στο έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου ζητεί, ως σύζυγος διακινουμένου εργαζομένου, ένα δικαίωμα διαμονής ευρύτερο από αυτό που παρέχεται στον ίδιο τον διακινούμενο εργαζόμενο.
25 Ακόμη και αν υποτεθεί ότι το δικαίωμα αυτό αποτελεί κοινωνικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω αν η ρύθμιση κράτους μέλους που επιβάλλει στους συζύγους διακινουμένων εργαζομένων, υπηκόων άλλων κρατών μελών την προϋπόθεση να έχουν παραμείνει επί τέσσερα έτη στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους για να μπορούν να ζητήσουν άδεια παραμονής αόριστης διαρκείας με πιθανότητες επιτυχίας, ενώ επιβάλλει υποχρέωση διαμονής μόνο δώδεκα μηνών στους συζύγους των προσώπων που βρίσκονται και είναι εγκατεστημένα στην εν λόγω χώρα, συνιστά διάκριση αντιβαίνουσα σ' αυτήν τη διάταξη του κοινοτικού δικαίου.
26 Συναφώς διαπιστώνεται ότι τα σημεία 255 και 287 των Immigration Rules προβλέπουν ότι η διάρκεια διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο που απαιτείται για την απόκτηση του δικαιώματος επ' αόριστον παραμονής είναι βραχύτερη για τους συζύγους των προσώπων που βρίσκονται και είναι εγκατεστημένα στο Ηνωμένο Βασίλειο παρά για τους υπηκόους των κρατών μελών και τα μέλη των οικογενειών τους που δεν πληρούν την προϋπόθεση αυτή. Ως ευρισκόμενα και εγκατεστημένα στο Ηνωμένο Βασίλειο θεωρούντα τα άτομα που έχουν συνήθη διαμονή στο Ηνωμένο Βασίλειο χωρίς να υπόκεινται σε κανένα περιορισμό ως προς την περίοδο επί την οποία μπορούν να παραμείνουν στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους.
27 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, η οποία προβλέπεται τόσο στο άρθρο 48 της Συνθήκης όσο και στο άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68, απαγορεύει όχι μόνον τις εμφανείς διακρίσεις λόγω ιθαγενείας, αλλά και κάθε μορφή συγκεκαλυμμένης διακρίσεως, η οποία, κατ' εφαρμογήν άλλων κριτηρίων διακρίσεως, καταλήγει στην πράξη στο ίδιο αποτέλεσμα (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 1997, C-57/96, Meints, Συλλογή 1997, σ. I-6689, σκέψη 44).
28 Το Δικαστήριο κρίνει ότι, οσάκις μια ρύθμιση εξαρτά τη χορήγηση πλεονεκτήματος από την προϋπόθεση ότι ο δικαιούχος πρέπει να βρίσκεται και να είναι εγκατεστημένος στο εθνικό έδαφος, την προϋπόθεση αυτή πληρούν ευκολότερα οι εθνικοί εργαζόμενοι από τους εργαζομένους, υπηκόους άλλων κρατών μελών.
29 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου φρονεί πάντως ότι η περίπτωση του συζύγου υπηκόου κράτους μέλους που ασκεί τα δικαιώματα που του αναγνωρίζει η Συνθήκη δεν μπορεί να συγκριθεί με την περίπτωση του συζύγου ενός προσώπου που είναι εγκατεστημένο στο Ηνωμένο Βασίλειο.
30 Συναφώς κρίνεται ότι, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, το δικαίωμα διαμονής των υπηκόων κράτους μέλους στο έδαφος άλλου κράτους μέλους δεν είναι απόλυτο. Αυτό προκύπτει αφενός από τις διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων του τίτλου III του τρίτου μέρους της Συνθήκης ΕΚ και από τις διατάξεις του παραγώγου δικαίου που θεσπίστηκαν προς εφαρμογή των πρώτων και, αφετέρου, από τις διατάξεις του δευτέρου μέρους της Συνθήκης ΕΚ και ειδικότερα από το άρθρο 8 A της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 18 ΕΚ), το οποίο, παρέχει μεν στους πολίτες της Ενώσεως το δικαίωμα να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών, πλην όμως αναφέρεται ρητά στους περιορισμούς και τις προϋποθέσεις που προβλέπει η Συνθήκη και οι διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή της.
31 Κρίνεται συνεπώς ότι τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να λάβουν υπόψη την αντικειμενική διαφορά που υπάρχει μεταξύ των ιδίων υπηκόων και των υπηκόων των άλλων κρατών μελών, οσάκις καθορίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγείται άδεια διαμονής αόριστης διάρκειας στους συζύγους των προσώπων αυτών.
32 Ειδικότερα τα κράτη μέλη δικαιούνται να απαιτούν από τους συζύγους των προσώπων που δεν έχουν τα ίδια απόλυτο δικαίωμα διαμονής να έχουν συμπληρώσει περίοδο διαμονής μακρύτερη από αυτήν που απαιτείται στην περίπτωση των συζύγων προσώπων τα οποία έχουν ήδη αυτό το δικαίωμα, πριν τους χορηγήσουν το ίδιο δικαίωμα.
33 Πράγματι, δεδομένου ότι, άπαξ χορηγηθεί η άδεια διαμονής αόριστης διάρκειας, δεν μπορεί πλέον να επιβληθεί κανένας όρος στον κάτοχό της, οι αρχές του κράτους μέλους υποδοχής πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να απαιτούν, στο στάδιο υποβολής της αιτήσεως, να έχει διαμορφώσει ο ενδιαφερόμενος δεσμούς αρκούντως σταθερούς με το κράτος αυτό. Οι δεσμοί αυτοί μπορούν να προκύπτουν, ιδίως, αφενός από το γεγονός ότι ο σύζυγός του έχει το δικαίωμα διαμονής αόριστης διάρκειας στο εθνικό έδαφος ή, αφετέρου, από τη μεγάλη διάρκεια της δικής του προηγούμενης διαμονής.
34 Σημειωτέον επίσης ότι οι διακινούμενοι εργαζόμενοι, υπήκοοι άλλων κρατών μελών μπορούν οι ίδιοι να αποκτήσουν την ιδιότητα του προσώπου που βρίσκεται και είναι εγκατεστημένο στο Ηνωμένο Βασίλειο, οπότε οι σύζυγοί τους θα μπορούν να λάβουν άδεια διαμονής αόριστης διάρκειας μετά από διαμονή μόνο δώδεκα μηνών, κατ' εφαρμογή του σημείου 287 των Immigration Rules.
35 Για τους προεκτεθέντες λόγους και χωρίς να απαιτείται να επιλυθεί το ερώτημα αν το δικαίωμα διαμονής αόριστης διάρκειας στο εθνικό έδαφος συνιστά κοινωνικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, στο αιτούν δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η νομοθεσία κράτους μέλους που επιβάλλει στους συζύγους διακινουμένων εργαζομένων, υπηκόων άλλων κρατών μελών την προϋπόθεση να έχουν διαμείνει επί τέσσερα έτη στο έδαφος του κράτους αυτού για να μπορούν να υποβάλουν παραδεκτώς αίτηση χορηγήσεως άδειας διαμονής απεριόριστης διάρκειας στο κράτος αυτό, ενώ επιβάλλει υποχρέωση διαμονής μόνο δώδεκα μηνών στους συζύγους προσώπων που είναι εγκατεστημένα στο εν λόγω έδαφος και δεν υπόκεινται σε περιορισμούς όσον αφορά την περίοδο κατά την οποία μπορούν να διαμένουν σ' αυτό, δεν συνιστά διάκριση αντιβαίνουσα στο άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
36 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει, έναντι των διαδίκων της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με διάταξη της 25ης Σεπτεμβρίου 1998, ο Immigration Adjudicator, αποφαίνεται:
Η νομοθεσία κράτους μέλους που επιβάλλει στους συζύγους διακινουμένων εργαζομένων, υπηκόων άλλων κρατών μελών την προϋπόθεση να έχουν διαμείνει επί τέσσερα έτη στο έδαφος του κράτους αυτού για να μπορούν να υποβάλουν παραδεκτώς αίτηση χορηγήσεως άδειας διαμονής απεριόριστης διάρκειας στο κράτος αυτό, ενώ επιβάλλει υποχρέωση διαμονής μόνο δώδεκα μηνών στους συζύγους προσώπων που είναι εγκατεστημένα στο εν λόγω έδαφος και δεν υπόκεινται σε περιορισμούς όσον αφορά την περίοδο κατά την οποία μπορούν να διαμένουν σ' αυτό, δεν συνιστά διάκριση αντιβαίνουσα στο άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας.
Full & Egal Universal Law Academy