Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Αλιεία - Κοινή πολιτική διαρθρώσεων - Ανάπτυξη της υδατοκαλλιέργειας και διευθέτηση των προστατευομένων θαλασσίων ζωνών - Κοινοτική χρηματοδοτική συνδρομή - Διαδικασία σκοπούσα στην κατάργηση της συνδρομής - Έγγραφο της Επιτροπής με αντικείμενο την αναστολή καταβολής της αρχικώς χορηγηθείσας συνδρομής - Πράξη δεκτική προσφυγής - Προτέρα υποχρέωση βαρύνουσα την Επιτροπή
(Κανονισμός 4028/86 του Συμβουλίου, άρθρα 44 § 1 και 47· κανονισμός 1116/88 της Επιτροπής, άρθρο 7)
2 Αλιεία - Κοινή πολιτική διαρθρώσεων - Ανάπτυξη της υδατοκαλλιέργειας και διευθέτηση των προστατευομένων θαλασσίων ζωνών - Κοινοτική χρηματοδοτική συνδρομή - Κανονισμός επιβάλλων υποχρεώσεις στην Επιτροπή και σκοπών στην προστασία των συμφερόντων των ιδιωτών - Τροποποίηση των εννόμων συνεπειών ενός κανονισμού λόγω δυσχερειών διοικητικής φύσεως - Δεν επιτρέπεται
(Κανονισμός 4028/86 του Συμβουλίου· κανονισμός 1116/88 της Επιτροπής)
3 Αναίρεση - Αναίρεση που κρίνεται ως βασίμως ασκηθείσα - Επίλυση της ουσίας της διαφοράς από το Δικαστήριο - Ακύρωση της αποφάσεως που αποτέλεσε το αντικείμενο της απορριφθείσας από το Πρωτοδικείο προσφυγής
(Οργανισμός ΕΚ του Δικαστηρίου, άρθρο 54, εδ. 1)
Περίληψη
1 Το άρθρο 44, παράγραφος 1, του κανονισμού 4028/86, σχετικά με τις κοινοτικές δράσεις για τη βελτίωση και την προσαρμογή των διαρθρώσεων του τομέα της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας, παρέχοντας στην Επιτροπή την εξουσία να αποφασίζει την αναστολή, μείωση ή κατάργηση της συνδρομής σε περίπτωση που συντρέχει μία από τις τέσσερις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, αποβλέπει στην κάλυψη όλων των πράξεων αναστολής της καταβολής χρηματοδοτικής συνδρομής όταν δεν πληρούται μία από τις προϋποθέσεις αυτές. Ενώ η Επιτροπή δεν οφείλει να ασκήσει τέτοια εξουσία, η εν λόγω διάταξη ρητώς απαιτεί, σε περίπτωση που η Επιτροπή το πράξει, να προβεί στη διαβούλευση με τη μόνιμη επιτροπή διαρθρώσεων αλιείας, όπως προβλέπει το άρθρο 47 του ίδιου κανονισμού· ομοίως, σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού 1116/88, σχετικά με τις λεπτομέρειες εκτελέσεως των αποφάσεων περί χορηγήσεως συνδρομών, οι μνημονευόμενες σ' αυτό διαδικασίες πρέπει, στην περίπτωση αυτή, να τηρούνται.
(βλ. σκέψεις 25-28)
2 Αφ' ης στιγμής ένας κανονισμός, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του κανονισμού 4028/86, σχετικά με κοινοτικές δράσεις για τη βελτίωση και την προσαρμογή των διαρθρώσεων του τομέα της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας, και του κανονισμού 1116/88, σχετικά με τις λεπτομέρειες εκτέλεσης των αποφάσεων χορήγησης συνδρομών για σχέδια που αφορούν κοινοτικά μέτρα βελτίωσης και αναδιάρθρωσης των δομών του τομέα της αλιείας, της υδατοκαλλιέργειας και διευθέτησης της παράκτιας ζώνης, επιβάλλει υποχρεώσεις στην Επιτροπή σκοπούσες στην προστασία των συμφερόντων των ιδιωτών, τυχόν δυσχέρειες διοικητικής φύσεως δεν μπορούν να αποτελούν έγκυρη βάση για την τροποποίηση των εννόμων συνεπειών του, περιλαμβανομένων των ειδικών δικονομικών εγγυήσεων που προβλέπει ο κοινοτικός νομοθέτης.
(βλ. σκέψη 34)
3 Σύμφωνα με το άρθρο 54, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, σε περίπτωση ακυρώσεως της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση. Τούτο ακριβώς συμβαίνει όταν η αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου συνεπάγεται ότι η αποτελούσα το αντικείμενο της ενώπιον αυτού προσφυγής απόφαση πρέπει να ακυρωθεί.
(βλ. σκέψεις 38-39)
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-359/98 P,
Ca' Pasta Srl, εταιρία με έδρα την Πάδουα (Ιταλία), εκπροσωπούμενη από τους P. Piva, δικηγόρο Βενετίας, και G. Arendt, δικηγόρο Λουξεμβούργου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το δικηγορικό γραφείο του τελευταίου, 7, Val Sainte-Croix,
αναιρεσείουσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της διατάξεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (τρίτο τμήμα) στις 16 Ιουλίου 1998 στην υπόθεση T-274/97, Ca'Pasta κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. II-2925), και με την οποία ζητείται η ακύρωση της ως άνω διατάξεως,
όπου ο έτερος διάδικος είναι
η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον H. van Vliet, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον A. Dal Ferro, δικηγόρο στη Vicenza, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον C. Gσmez de la Cruz, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Schintgen, πρόεδρο τμήματος, G. Hirsch και Β. Σκουρή (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 20ής Ιανουαρίου 2000,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Οκτωβρίου 1998, η εταιρία Ca' Pasta Srl (στο εξής: Ca' Pasta) άσκησε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της διατάξεως που εξέδωσε στις 16 Ιουλίου 1998 το Πρωτοδικείο στην υπόθεση Τ-274/97, Ca' Pasta κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-2925, στο εξής: η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη), με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή της περί ακυρώσεως της πράξεως που είχε εκδώσει στις 4 Αυγούστου 1997 υπό μορφή εγγράφου η Επιτροπή και που απευθυνόταν στην προσφεύγουσα, προκειμένου να της επιβεβαιώσει τη συνέχιση της εσωτερικής διαδικασίας με σκοπό την κατάργηση κοινοτικής συνδρομής που είχε χορηγηθεί προηγουμένως (στο εξής: επίδικο έγγραφο).
Κανονιστικό πλαίσιο
2 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 4028/86 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1986, σχετικά με κοινοτικές δράσεις για τη βελτίωση και την προσαρμογή των διαρθρώσεων του τομέα της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας (ΕΕ L 376, σ. 7), ορίζει ότι η Επιτροπή μπορεί να χορηγεί κοινοτική χρηματοδοτική συνδρομή στις δράσεις που αναλαμβάνονται στον τομέα της αναπτύξεως της υδατοκαλλιέργειας και της χωροταξικής διαμορφώσεως των προστατευομένων θαλασσίων ζωνών προς αποτελεσματικότερη διαχείριση της παράκτιας αλιευτικής ζώνης.
3 Δυνάμει του άρθρου 12 του κανονισμού 4028/86, το οποίο παραπέμπει στο παράρτημα ΙΙΙ του ιδίου κανονισμού, η κοινοτική συνδρομή ανέρχεται, όσον αφορά τα σχέδια υδατοκαλλιέργειας στην ιταλική περιφέρεια «Veneto» (Βενετία Ευγαναία), στο 40 % του ύψους της επενδύσεως, η δε συμμετοχή της Ιταλικής Δημοκρατίας πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ του 10 και 30 %.
4 Επιπλέον, το άρθρο 44 του κανονισμού 4028/86 ορίζει:
«1. Καθ' όλη τη διάρκεια της κοινοτικής παρεμβάσεως, η αρχή ή ο οργανισμός που ορίζεται για τον σκοπό αυτό από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος διαβιβάζει στην Επιτροπή, μετά από αίτησή της, όλα τα δικαιολογητικά και όλα τα έγγραφα που αποδεικνύουν την εκπλήρωση των οικονομικών ή άλλων προϋποθέσεων που απαιτούνται για κάθε σχέδιο. Η Επιτροπή δύναται να αποφασίσει την αναστολή, μείωση ή κατάργηση της συνδρομής σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 47:
- (...) ή
- αν δεν πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις ή
- (...)
Η απόφαση κοινοποιείται στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος καθώς και στον δικαιούχο.
Η Επιτροπή προβαίνει στην ανάκτηση των ποσών, η καταβολή των οποίων δεν ήταν ή δεν είναι δικαιολογημένη.
2. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου θεσπίζονται από την Επιτροπή σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 47.»
5 Κατά το άρθρο 47 του κανονισμού 4028/86:
«1. Στην περίπτωση που γίνεται αναφορά στη διαδικασία του παρόντος άρθρου, η μόνιμη επιτροπή διαρθρώσεων της αλιείας συγκαλείται από τον πρόεδρό της είτε με δική του πρωτοβουλία είτε μετά από αίτηση του αντιπροσώπου ενός κράτους μέλους.
2. Ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής υποβάλλει σχέδιο των μέτρων που πρέπει να ληφθούν. Η επιτροπή διατυπώνει τη γνώμη της εντός προθεσμίας που δύναται να ορίσει ο πρόεδρος σε συνάρτηση με τον επείγοντα χαρακτήρα των θεμάτων (...).
3. Η Επιτροπή θεσπίζει τα μέτρα που εφαρμόζονται αμέσως. Εντούτοις, αν τα μέτρα αυτά δεν είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής, η Επιτροπή τα γνωστοποιεί αμέσως στο Συμβούλιο· στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή δύναται να αναβάλει την εφαρμογή το πολύ για ένα μήνα από τη γνωστοποίηση αυτή. Το Συμβούλιο μπορεί, με ειδική πλειοψηφία, να λάβει διαφορετικά μέτρα εντός προθεσμίας ενός μηνός.»
6 Προκειμένου, ιδίως, να διευκρινίσει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου 44, παράγραφος 2, του κανονισμού 4028/86, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1116/88, της 20ής Απριλίου 1988, σχετικά με τις λεπτομέρειες εκτελέσεως των αποφάσεων περί χορηγήσεως συνδρομών για σχέδια που αφορούν κοινοτικά μέτρα βελτιώσεως και αναδιαρθρώσεως των δομών του τομέα της αλιείας, της υδατοκαλλιέργειας και της χωροταξικής διαμορφώσεως της παράκτιας ζώνης (ΕΕ L 112, σ. 1).
7 Σύμφωνα με την έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1116/88, «δεν πρέπει να κινείται η διαδικασία αναστολής, μειώσεως ή καταργήσεως της συνδρομής πριν ζητηθεί η γνώμη του ενδιαφερομένου κράτους μέλους το οποίο μπορεί να λάβει θέση επί του θέματος και να καλέσει τους δικαιούχους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους».
8 Συναφώς, το άρθρο 7 του κανονισμού 1116/88 ορίζει:
«Πριν κινηθεί η διαδικασία αναστολής, μειώσεως ή καταργήσεως της συνδρομής κατά το άρθρο 44, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 4028/86, η Επιτροπή:
- ειδοποιεί σχετικά το κράτος μέλος στην επικράτεια του οποίου πρόκειται να εκτελεστεί το σχέδιο, ώστε να λάβει θέση επί του θέματος,
- συμβουλεύεται την αρμόδια αρχή η οποία ανέλαβε να διαβιβάσει τα δικαιολογητικά,
- καλεί τον ή τους δικαιούχους να εκφράσουν, μέσω της αρχής ή του οργανισμού, τους λόγους για τη μη τήρηση των προβλεπομένων προϋποθέσεων.»
Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς
9 Όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, το Πρωτοδικείο αναγνώρισε, στις σκέψεις 6 έως 12 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως, ότι:
«6 Με απόφαση της 29ης Απριλίου 1991, η Επιτροπή χορήγησε στην προσφεύγουσα, κατ' εφαρμογή του κανονισμού 4028/86, χρηματοδοτική συνδρομή για σχέδιο εκσυγχρονισμού μονάδας παραγωγής προϋόντων υδατοκαλλιεργείας στην Contarina της Veneto (στο εξής: απόφαση περί εγκρίσεως). Η Επιτροπή ανέλαβε τη δέσμευση να χρηματοδοτήσει το 40 % του κόστους του σχεδίου, ενώ το ιταλικό Δημόσιο ανέλαβε τη δέσμευση να χρηματοδοτήσει το 30 % αυτού.
7 Στις επισυναπτόμενες στην απόφαση περί εγκρίσεως προϋποθέσεις, διευκρινιζόταν:
"(...) τα προβλεπόμενα έργα δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αλλαγών ή τροποποιήσεων χωρίς την προηγούμενη συμφωνία της εθνικής διοικήσεως και, ενδεχομένως, της Επιτροπής. Σε περίπτωση σημαντικών τροποποιήσεων χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής, η επιδότηση μπορεί να μειωθεί ή καταργηθεί, εφόσον οι τροποποιήσεις κρίνονται απαράδεκτες από την εθνική διοίκηση ή από την Επιτροπή".
8 Μετά την υποβολή στις 18 Μαρτίου 1992 ενός πρώτου εγγράφου εκ μέρους της προσφεύγουσας σχετικά με την πρόοδο των εργασιών, η Επιτροπή τής κατέβαλε μία πρώτη δόση της κοινοτικής συνδρομής. Το ιταλικό Δημόσιο κατέβαλε την πρώτη δόση της εθνικής συνδρομής.
9 Στις 10 Μαρτίου 1997, κατά τη διάρκεια ελέγχου στην έδρα της προσφεύγουσας, το ιταλικό Δημόσιο και η Επιτροπή έλαβαν γνώση του γεγονότος ότι η προσφεύγουσα εταιρία είχε εκχωρηθεί την άνοιξη του έτους 1995.
10 Ακολούθως, η Επιτροπή, με έγγραφο της 24ης Ιουνίου 1997, γνωστοποίησε στην προσφεύγουσα ότι, στον βαθμό που η λαβούσα χώρα εκχώρηση εμπίπτει στην κατηγορία των σημαντικών τροποποιήσεων για τις οποίες απαιτείται η προηγούμενη συμφωνία των εθνικών και κοινοτικών αρχών, δεν είχαν τηρηθεί εκ μέρους της οι εξαγγελθείσες στην απόφαση περί εγκρίσεως προϋποθέσεις. Κατόπιν αυτού, αναφερόμενη στον κανονισμό 4028/86, η Επιτροπή γνωστοποίησε στην προσφεύγουσα την πρόθεσή της να κινήσει τη διαδικασία καταργήσεως της επιδοτήσεως και ανακτήσεως του ήδη καταβληθέντος ποσού, παράλληλα δε την κάλεσε να διευκρινίσει, εντός προθεσμίας 30 ημερών, τους λόγους για τους οποίους δεν είχε τηρήσει τις ανωτέρω προϋποθέσεις.
11 Η προσφεύγουσα απάντησε με έγγραφο της 21ης Ιουλίου 1997, ισχυριζόμενη ότι ούτε ο κανονισμός 4028/86 ούτε η απόφαση περί εγκρίσεως απαιτούσαν την προηγούμενη έγκριση των εθνικών και κοινοτικών αρχών σε περίπτωση εκχωρήσεως μιας επιχειρήσεως που έλαβε επιδότηση στο πλαίσιο του ανωτέρω κανονισμού.
12 Με έγγραφο της 4ης Αυγούστου 1997 (στο εξής: επίδικο έγγραφο), η Επιτροπή, αφού αμφισβήτησε τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, διευκρίνισε τα ακόλουθα:
"(...) Οι υπηρεσίες της Επιτροπής επιβεβαιώνουν τη συνέχιση της εσωτερικής διαδικασίας με σκοπό την κατάργηση της συνδρομής και την ανάκτηση του ήδη καταβληθέντος ποσού."»
Η ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία
10 Εκτιμώντας ότι το επίδικο έγγραφο συνιστά βλαπτική για την ίδια πράξη, η Ca' Pasta άσκησε στις 16 Οκτωβρίου 1997 ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή ακυρώσεως του ως άνω εγγράφου, επικαλούμενη, ιδίως, παραβίαση των άρθρων 44 του κανονισμού 4028/86 και 7 του κανονισμού 1116/88.
11 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στις 22 Δεκεμβρίου 1997, η Επιτροπή προέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής, με το αιτιολογικό ότι το επίδικο είναι απλώς ενημερωτικό έγγραφο, χωρίς να αποτελεί σε καμία περίπτωση απόφαση, και το οποίο, υπό την έννοια αυτή, δεν μπορεί να προσβληθεί με προσφυγή ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 230 ΕΚ).
12 Με παρατηρήσεις της 20ής Μαρτίου 1998 η Ca' Pasta ζήτησε την απόρριψη της ενστάσεως απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή, επικαλούμενη, ιδίως, δύο λόγους.
13 Πρώτον, η Ca' Pasta υποστήριξε ότι η Επιτροπή εξέφρασε με το επίδικο έγγραφο την οριστική άποψή της ως προς την τύχη της διαδικασίας για την κατάργηση της συνδρομής και την ανάκτηση του ήδη καταβληθέντος ποσού.
14 Δεύτερον, στηριζόμενη στις αποφάσεις της 15ης Μαρτίου 1967 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων 8/66 έως 11/66, Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 489), και της 30ής Ιουνίου 1992 στην υπόθεση C-47/91, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-4145), η Ca' Pasta ισχυρίστηκε ότι η εμπεριεχομένη στο επίδικο έγγραφο απόφαση συνεπάγεται δυσμενή αποτελέσματα σε τέτοιο βαθμό ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ως προσβλητή πράξη. Προς τούτο, η Ca' Pasta διευκρίνισε ότι στην πραγματικότητα ανεστάλησαν τόσο η πληρωμή της κοινοτικής όσο και της εθνικής συνδρομής και υπογράμμισε ότι η ως άνω αναστολή θα εξακολουθήσει να ισχύει ενόσω διαρκεί η διαδικασία του άρθρου 47 του κανονισμού 4028/86, γεγονός που παράγει επιζήμια για την ίδια αποτελέσματα. Έτσι, το επίδικο έγγραφο συνιστά σιωπηρή απόφαση περί μη υποβολής της αιτήσεως για την καταβολή της δεύτερης δόσεως της κοινοτικής ενισχύσεως καθώς και της αντίστοιχης αιτήσεως για την τελική φάση των εργασιών.
Η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη
15 Με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη με το αιτιολογικό ότι το επίδικο έγγραφο δεν συνιστά πράξη δυνάμενη να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης και καταδίκασε την Ca' Pasta στα δικαστικά έξοδα.
16 Όσον αφορά τον πρώτο λόγο που επικαλέστηκε η Ca' Pasta, το Πρωτοδικείο έκρινε τα ακόλουθα:
«24. Κατά πάγια νομολογία, συνιστά πράξη ή απόφαση, η οποία δύναται να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, κατά την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης, κάθε μέτρο τα έννομα αποτελέσματα του οποίου είναι δεσμευτικά και ικανά να επηρεάσουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας κατά τρόπο σαφή τη νομική κατάστασή του (βλ., ενδεικτικώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 22ας Οκτωβρίου 1996 στην υπόθεση Τ-154/94, CSF και CSME κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-1377, σκέψη 37).
25 Όταν πρόκειται για πράξεις ή αποφάσεις που εκδίδονται στα πλαίσια διαδικασίας περιλαμβάνουσας πλείονα στάδια, ιδίως κατά την ολοκλήρωση μιας εσωτερικής διαδικασίας, συνιστούν καταρχήν προσβλητές πράξεις μόνο τα μέτρα τα οποία καθορίζουν οριστικώς τη θέση του οργάνου κατά το πέρας της εν λόγω διαδικασίας, αποκλειομένων των ενδιαμέσων μέτρων, σκοπός των οποίων είναι η προετοιμασία της τελικής αποφάσεως (βλ., ενδεικτικώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 10ης Ιουλίου 1997 στην υπόθεση Τ-212/95, Oficemen κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. ΙΙ-1161, σκέψη 53).
26 Με το επίδικο έγγραφο, η Επιτροπή ενημέρωσε την προσφεύγουσα για "τη συνέχεια της εσωτερικής διαδικασίας με σκοπό την κατάργηση της συνδρομής [που είχε χορηγηθεί στην προσφεύγουσα] και της ανακτήσεως του ήδη καταβληθέντος ποσού".
27 Από τη διατύπωση αυτή προκύπτει σαφώς ότι η Επιτροπή δεν είχε ακόμη λάβει τελική απόφαση όσον αφορά την κατάργηση της χορηγηθείσας στην προσφεύγουσα χρηματοδοτικής συνδρομής, αλλ' ότι ήταν έτοιμη να καταρτίσει την εν λόγω απόφαση.
28 Επομένως, το επίδικο έγγραφο δεν αποτελεί μέτρο παράγον υποχρεωτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα της προσφεύγουσας, τροποποιώντας σημαντικά τη νομική κατάστασή της, σύμφωνα και με την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση CSF και CSME κατά Επιτροπής. Όπως η Επιτροπή ισχυρίστηκε ορθώς, η εν λόγω αλληλογραφία αποτελεί απλό έγγραφο ενημερώσεως.»
17 Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο που προέβαλε η Ca' Pasta, το Πρωτοδικείο έκρινε, στη σκέψη 29 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως, ότι:
«Όσον αφορά τα αρνητικά αποτελέσματα που η προσφεύγουσα διατείνεται ότι υπέστη λόγω του ότι η ενώπιον της Επιτροπής διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη (...), δεν πρόκειται παρά για τη λογική συνέπεια της κινήσεως της εν λόγω διαδικασίας. Ενόσω η Επιτροπή λαμβάνει, όπως εν προκειμένω, ενδιάμεσα μέτρα στο πλαίσιο της οικείας διαδικασίας, τα ανωτέρω αποτελέσματα δεν χαρακτηρίζουν την ύπαρξη μέτρου παράγοντος υποχρεωτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα της προσφεύγουσας.»
Η αναίρεση
18 Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Ca' Pasta ζητεί από το Δικαστήριο:
- να ακυρώσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη,
- να ακυρώσει την πράξη που εκδόθηκε υπό τη μορφή του επιδίκου εγγράφου και
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
19 Η Ca' Pasta επικαλείται δύο λόγους προς στήριξη της αναιρέσεώς της.
20 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Ca' Pasta ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε τις γενικές αρχές επί προσφυγών κατά των αποφάσεων δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης, την αρχή «rule of law», τους κανονισμούς 4028/86 και 1116/88, καθώς και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 4253/88 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1988, για τις διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2052/88 όσον αφορά τον συντονισμό των παρεμβάσεων των διαφόρων διαρθρωτικών ταμείων μεταξύ τους, αφενός, και μεταξύ αυτών και των παρεμβάσεων της Ευρωπαϋκής Τράπεζας Επενδύσεων και των λοιπών υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων, αφετέρου (ΕΕ L 374, σ. 1). Κατά την Ca' Pasta, μη λαμβάνοντας υπόψη τις προπαρατεθείσες αρχές και τους κανονισμούς, η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη αγνόησε την οριστική φύση της αποφάσεως περί αναστολής της συνδρομής, όπως αυτή προκύπτει σιωπηρώς από το επίδικο έγγραφο.
21 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Ca' Pasta υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη, εμπεριέχει αντιφάσεις και παραβιάζει τη γενική αρχή των δικαιωμάτων άμυνας. Κατά την άποψή της, η έλλειψη νομιμότητας της διατάξεως προκύπτει από τη λακωνική αιτιολόγηση, η οποία είναι τόσο περιληπτική ώστε να μην επιτρέπει ούτε καν την ακολουθία της βασικής συλλογιστικής της διατάξεως ή, συγκεκριμένα, την κατανόηση των λόγων για τους οποίους το προσβαλλόμενο έγγραφο μπορούσε και έπρεπε να θεωρηθεί ως απλή πληροφορία.
22 Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη της αναιρέσεως και την καταδίκη της Ca' Pasta στα δικαστικά έξοδα.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
23 Όσον αφορά τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι με αυτόν προσάπτεται στο Πρωτοδικείο ότι το τελευταίο, αρνούμενο την ύπαρξη σιωπηρής αποφάσεως περί αναστολής η οποία εμπεριέχεται στο επίδικο έγγραφο, παραβίασε ορισμένους κανονισμούς και αρχές του κοινοτικού δικαίου, μεταξύ των οποίων καταλέγονται οι κανονισμοί 4028/86 και 1116/88, στους οποίους αναφέρθηκε ήδη η Ca' Pasta πρωτοδίκως. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί προκαταρκτικώς αν με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη δεν εφαρμόστηκαν οι ως άνω κανονισμοί.
24 Για τους σκοπούς της εκτιμήσεως αυτής, ενέχει σημασία να προσδιοριστούν προηγουμένως οι εξουσίες που διαθέτει η Επιτροπή καθώς και οι υποχρεώσεις που υπέχει στο πλαίσιο των κανονισμών 4028/86 και 1116/88.
25 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1999 στην υπόθεση C-10/98 P, Le Canne κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. Ι-6831, σκέψη 25), όσον αφορά τη μείωση κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής που είχε χορηγηθεί προγενέστερα, ότι το άρθρο 44, παράγραφος 1, του κανονισμού 4028/86 παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία «να αναστέλλει, μειώνει ή καταργεί τη συνδρομή» στον βαθμό που συντρέχει μία από τις προβλεπόμενες με την εν λόγω διάταξη τέσσερις προϋποθέσεις.
26 Με την ίδια σκέψη επί της προαναφερθείσας αποφάσεως Le Canne κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο έκρινε ότι, απονέμοντας στην Επιτροπή μια τέτοια εξουσία, ο κανονισμός 4028/86 αποβλέπει σαφώς στην κάλυψη όλων των πράξεων της Επιτροπής που μειώνουν, εν όλω ή εν μέρει, το ποσόν της αρχικώς χορηγηθείσας συνδρομής οσάκις δεν πληρούται μία από τις προμνησθείσες προϋποθέσεις.
27 Ο ανωτέρω στόχος ισχύει επίσης για κάθε πράξη αναστολής κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής που καλύπτει ο οικείος κανονισμός, εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 44, παράγραφος 1, του κανονισμού 4028/86, η εξουσία της Επιτροπής έγκειται και στο να «αποφασίσει την αναστολή (...) της συνδρομής».
28 Ο στόχος αυτός συνεπάγεται ότι, ενώ η Επιτροπή δεν οφείλει να ασκήσει την εξουσία που της απονέμει το άρθρο 44, παράγραφος 1, του κανονισμού 4028/86, το άρθρο αυτό απαιτεί ρητώς, σε περίπτωση που η Επιτροπή το πράξει, να τηρήσει τη διαδικασία του άρθρου 47 του ίδιου κανονισμού. Όπως επίσης προκύπτει σαφώς από το άρθρο 7 του κανονισμού 1116/88, πρέπει επίσης να έχουν τηρηθεί, πριν από την αναστολή, τη μείωση ή την κατάργηση μιας συνδρομής, δυνάμει του άρθρου 44, οι διαδικασίες που αυτό μνημονεύει (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Le Canne κατά Επιτροπής, σκέψη 25).
29 Στην προκειμένη περίπτωση, ως γνωστόν, ανεξαρτήτως της αναστολής της εθνικής συνδρομής εν συνεχεία του επιδίκου εγγράφου, η Επιτροπή, αφού βεβαίωσε τη συνέχιση της διαδικασίας καταργήσεως της συνδρομής προς την Ca' Pasta, δεν προέβη στην καταβολή της δεύτερης δόσεως ούτε της τελικής δόσεως της κοινοτικής συνδρομής.
30 Έπεται ότι, πέραν της ανακοινώσεως για τη συνέχιση της διαδικασίας καταργήσεως της συνδρομής, το επίδικο έγγραφο είχε ως αναγκαία συνέπεια τη μη καταβολή των δύο τελευταίων δόσεων της χρηματοδοτικής συνδρομής που είχε υποσχεθεί αρχικά η Επιτροπή. Υπό την έννοια αυτή, το ως άνω έγγραφο προκάλεσε οριστικά σε βάρος της Ca' Pasta όλες τις οικονομικές συνέπειες της αναστολής της εν λόγω συνδρομής και, συνακόλουθα, έθιξε τη νομική κατάστασή της.
31 Πρέπει να επισημανθεί συναφώς ότι, όταν εγκρίνεται αρχική αίτηση περί κοινοτικής συνδρομής, η πράξη περί αναστολής καταβολής του ποσού αρχικώς χορηγηθείσας συνδρομής ενδέχεται να συνεπάγεται σοβαρές συνέπειες για τον αιτούντα. Όπως υπογράμμισε το Δικαστήριο στη σκέψη 27 της προαναφερθείσας αποφάσεως Le Canne κατά Επιτροπής, τέτοιες συνέπειες υπογραμμίζουν τη σημασία της εφαρμογής μιας διαδικασίας όπως η προβλεπόμενη στα άρθρα 44 και 47 του κανονισμού 4028/86 και 7 του κανονισμού 1116/88.
32 Επομένως, το επίδικο έγγραφο έχει την έννοια ότι εμπεριέχει σιωπηρή απόφαση περί αναστολής συνδρομής, κατά το άρθρο 44, παράγραφος 1, του κανονισμού 4028/86, η οποία έβλαψε την Ca' Pasta και έπρεπε να έχει εκδοθεί σύμφωνα με τα άρθρα 44 και 47 του κανονισμού 4028/86 και 7 του κανονισμού 1116/88.
33 Προκειμένου να αποτρέψει την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων κατά την κίνηση της διαδικασίας της αναστολής κοινοτικής συνδρομής, τη στιγμή κατά την οποία βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία καταργήσεως της συνδρομής, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, αν παρόμοιο μέτρο αναστολής εκλαμβάνονταν ως προσβλητή πράξη, τούτο θα συνεπαγόταν ακινητοποίηση της διοικητικής δραστηριότητας της Επιτροπής και θα στερούνταν σημασίας η διαδικασία μειώσεως ή καταργήσεως.
34 Επ' αυτού, αρκεί να υπογραμμιστεί ότι, αφ' ης στιγμής ένας κανονισμός, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των κανονισμών 4028/86 και 1116/88, επιβάλλει υποχρεώσεις στην Επιτροπή σκοπούσες στην προστασία των συμφερόντων των ιδιωτών, τυχόν δυσχέρειες διοικητικής φύσεως δεν μπορούν να αποτελούν έγκυρη βάση για την τροποποίηση των εννόμων συνεπειών του, περιλαμβανομένων των ειδικών δικονομικών εγγυήσεων που προβλέπει ο κοινοτικός νομοθέτης (βλ., προς την κατεύθυνση αυτή, προαναφερθείσα απόφαση Le Canne κατά Επιτροπής, σκέψη 28).
35 Όπως προκύπτει από το σύνολο των προεκτεθέντων, η Επιτροπή, αναστέλλοντας την καταβολή της συνδρομής που είχε χορηγηθεί στην Ca' Pasta, χωρίς να κάνει χρήση των προβλεπομένων στα άρθρα 44 και 47 του κανονισμού 4028/86 και 7 του κανονισμού 1116/88 διαδικασιών, δεν τήρησε τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα αυτά.
36 Κρίνοντας ότι η αναστολή των δύο τελευταίων δόσεων της χρηματοδοτικής συνδρομής που είχε χορηγηθεί αρχικά δεν συνιστούσε σιωπηρή απόφαση την οποία η Επιτροπή όφειλε να λάβει τηρώντας τις προαναφερθείσες διατάξεις των κανονισμών 4028/86 και 1116/88 και εκτιμώντας ότι στην προκειμένη περίπτωση η Επιτροπή έλαβε ενδιάμεσα μέτρα στο πλαίσιο της διαδικασίας καταργήσεως της συνδρομής, το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη το οριστικό αποτέλεσμα της αναστολής της συνδρομής, κατά την έννοια του άρθρου 44 του κανονισμού 4028/86, γεγονός που ήταν ικανό να θίξει τα συμφέροντα της προσφεύγουσας/αναιρεσείουσας. Επομένως, η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη πρέπει να ακυρωθεί.
37 Κατόπιν αυτού, δεν συντρέχει λόγος ελέγχου αν παραβιάστηκαν άλλοι κανονισμοί και αρχές από τους επικληθέντες στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ούτε να εξεταστεί ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως.
38 Σύμφωνα με το άρθρο 54, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, σε περίπτωση ακυρώσεως της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση.
39 Υπό τις περιστάσεις αυτές, πρέπει να διαπιστωθεί ότι η σιωπηρή απόφαση περί αναστολής που περιλαμβάνεται στο επίδικο έγγραφο πρέπει να ακυρωθεί λόγω μη τηρήσεως της διαδικασίας των άρθρων 44, παράγραφος 1, και 47 του κανονισμού 4028/86, καθώς και του άρθρου 7 του κανονισμού 1116/88.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
40 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στη διαδικασία της αιτήσεως αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118 του ίδιου κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφ' όσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα ζήτησε την καταδίκη της Επιτροπής και η τελευταία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα αμφοτέρων των βαθμών.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει τη διάταξη του Πρωτοδικείου της 16ης Ιουλίου 1998 στην υπόθεση Τ-274/97, Ca' Pasta κατά Επιτροπής.
2) Ακυρώνει τη σιωπηρή απόφαση περί αναστολής της κοινοτικής συνδρομής που εμπεριείχε το από 4 Αυγούστου 1997 έγγραφο που απηύθυνε η Επιτροπή στην Ca' Pasta.
3) Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών.
Full & Egal Universal Law Academy