Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Γεωργία Κοινή γεωργική πολιτική Στήριξη των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών Ενισχύσεις συνδεόμενες με τις αροτραίες καλλιέργειες και με την προσωρινή παύση της καλλιέργειας γαιών ροσωρινή παύση της καλλιέργειας γαιών Έκταση καλλιεργηθείσα το προηγούμενο έτος με σκοπό τη συγκομιδή Έννοια Γαίες που είχαν σπαρεί με χόρτο, το οποίο στη συνέχεια κόπηκε και χρησιμοποιήθηκε για ενσίρωση εριλαμβάνονται
(Κανονισμός 1765/92 του Συμβουλίου· κανονισμός 762/94 της Επιτροπής, άρθρο 2, εδ. 1)
2. ροδικαστικά ερωτήματα Ερμηνεία Διαχρονικά αποτελέσματα των αποφάσεων ερμηνείας Αναδρομικό αποτέλεσμα Όρια Ασφάλεια δικαίου Εξουσία εκτιμήσεως του Δικαστηρίου
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 177 (νυν άρθρο 234 ΕΚ)]
Περίληψη
1. Στο πλαίσιο του καθεστώτος στήριξης των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών, το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 762/94, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του συστήματος σχετικά με την παύση της καλλιέργειας γαιών, έχει την έννοια ότι, όσον αφορά την υποχρέωση του παραγωγού να αποσύρει από την καλλιέργεια μιαν «έκταση που είχε καλλιεργηθεί για τη συγκομιδή του προηγούμενου έτους», η έκφραση αυτή καλύπτει τις γαίες που είχαν σπαρεί με χόρτο το οποίο στη συνέχεια κόπηκε και χρησιμοποιήθηκε για ενσίρωση.
( βλ. σκέψη 38 και διατ. )
2. Κατ' εφαρμογήν της γενικής αρχής της ασφαλείας δικαίου που είναι συμφυής με την κοινοτική έννομη τάξη, μόνον κατ' εξαίρεση μπορεί το Δικαστήριο να αποφασίσει τον περιορισμό της δυνατότητας την οποία έχει κάθε ενδιαφερόμενος να επικαλεστεί μια διάταξη που ερμήνευσε το Δικαστήριο, προκειμένου να τεθούν υπό αμφισβήτηση έννομες σχέσεις που έχουν καλοπίστως συναφθεί. Για να μπορεί να αποφασιστεί ένας τέτοιος περιορισμός απαιτείται να ικανοποιούνται δύο βασικά κριτήρια, συγκεκριμένα η καλή πίστη των ενδιαφερομένων κύκλων και ο κίνδυνος σημαντικών διαταραχών. Όμως, τα διοικητικής και πρακτικής φύσεως προβλήματα που ανακύπτουν από την επανεξέταση πολυάριθμων φακέλων δεν μπορούν να εξομοιωθούν προς σημαντικές διαταραχές.
( βλ. σκέψεις 42-43 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-372/98,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του High Court of Justice (England & Wales), Queen's Bench Division (Divisional Court) (Ηνωμένο Βασίλειο), προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
The Queen
και
Ministry of Agriculture, Fisheries and Food,
ex parte: J. H. Cooke & Sons,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΚ) 762/94 της Επιτροπής, της 6ης Απριλίου 1994, για τις λεπτομέρειες του κανονισμού (ΕΟΚ) 1765/92 του Συμβουλίου όσον αφορά την παύση καλλιέργειας γαιών (ΕΕ L 90, σ. 8),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Gulmann, πρόεδρο τμήματος, Β. Σκουρή και R. Schintgen (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Léger
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
η εταιρία J. H. Cooke & Sons, εκπροσωπούμενη από τους S. Isaacs, QC, Μ. Δημητρίου, barrister, και D. de Ferrars, solicitor,
η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τη R. Magrill, του Treasury Solicitor's Department, επικουρούμενη από τον P. Μ. Roth, QC,
η Δανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Molde, προϊστάμενο τμήματος στο Υπουργείο Εξωτερικών,
η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον H. Rotkirch και την T. Pynnä, valtionasiamiehet,
η Σουηδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Α. Kruse, departementsråd στη νομική γραμματεία (UΕ) του Υπουργείου Εξωτερικών,
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον P. Oliver, νομικό σύμβουλο,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της εταιρίας J. H. Cooke & Sons, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 27ης Ιανουαρίου 2000,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Μα_ου 2000,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 25ης Αυγούστου 1998, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Οκτωβρίου 1998, το High Court of Justice (England & Wales), Queen's Bench Division (Divisional Court), υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ) ένα προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΚ) 762/94 της Επιτροπής, της 6ης Απριλίου 1994, για τις λεπτομέρειες του κανονισμού (ΕΟΚ) 1765/92 του Συμβουλίου όσον αφορά την παύση καλλιέργειας γαιών (ΕΕ L 90, σ. 8, στο εξής: κανονισμός εφαρμογής).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της J. H. Cooke & Sons (στο εξής: Cooke), εταιρίας η οποία έχει την κυριότητα του αγροκτήματος Bates Farm στο Maer (Ηνωμένο Βασίλειο) το οποίο και εκμεταλλεύεται, και του Ministry of Agriculture, Fischeries and Food (Υπουργείου Γεωργίας, Αλιείας και Τροφίμων, στο εξής: Υπουργείο), σχετικά με την εκ μέρους του τελευταίου απόρριψη αιτήσεως προς χορήγηση αντισταθμιστικής πληρωμής, που υπέβαλε η εταιρία Cooke δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1765/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992, για τη θέσπιση καθεστώτος στήριξης των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών (ΕΕ L 181, σ. 12), ως αυτός έχει κατόπιν των κανονισμών (ΕΚ) 231/94 του Συμβουλίου, της 24ης Ιανουαρίου 1994 (ΕΕ L 30 σ. 2), και 1460/95 του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1995 (EE L 144 σ. 1) (στο εξής: βασικός κανονισμός).
Το νομοθετικό πλαίσιο
3 Ο βασικός κανονισμός θεσπίζει, όπως ορίζεται στο άρθρο 1, ένα σύστημα αντισταθμιστικών πληρωμών υπέρ των παραγωγών στον τομέα των μεγάλων καλλιεργειών. Κατά την έννοια του κανονισμού αυτού, ως «αροτραίες καλλιέργειες» θεωρούνται οι καλλιέργειες που απαριθμεί το παράρτημα Ι, το οποίο, όπως ίσχυε την περίοδο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, διακρίνει, μεταξύ των σιτηρών, των ελαιούχων σπόρων και των πρωτεϊνούχων.
4 Ο βασικός κανονισμός ορίζει, στο άρθρο 2, παράγραφος 1, ότι οι κοινοτικοί παραγωγοί αροτραίων καλλιεργειών μπορούν να ζητούν τη χορήγηση αντισταθμιστικής πληρωμής υπό τους όρους που καθορίζονται στον τίτλο Ι του εν λόγω κανονισμού. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ορίζει ότι η αντισταθμιστική πληρωμή χορηγείται σε αναλογία με την έκταση που χρησιμοποιείται για τις αροτραίες καλλιέργειες ή για την αγρανάπαυση, σύμφωνα με το άρθρο 7 του ίδιου κανονισμού.
5 Τα άρθρα 4, 5 και 6 του βασικού κανονισμού καθορίζουν τον τρόπο υπολογισμού των αντισταθμιστικών πληρωμών για κάθε μία από τις αροτραίες καλλιέργειες που απαριθμούνται στη σκέψη 3 της παρούσας αποφάσεως.
6 Για να λάβουν την ως άνω αντισταθμιστική πληρωμή, οι παραγωγοί υποχρεούνται, βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού, να προβούν σε προσωρινή παύση της καλλιέργειας τμήματος των γαιών της εκμεταλλεύσεώς τους έναντι σχετικής αντισταθμίσεως.
7 Το άρθρο 7 του βασικού κανονισμού προβλέπει τις λεπτομέρειες της εν λόγω υποχρεώσεως αγραναπαύσεως που αφορά κάθε παραγωγό ο οποίος ζητεί αντισταθμιστική πληρωμή κατ' εφαρμογήν του γενικού συστήματος.
8 Το άρθρο 7, παράγραφοι 3 και 4, πρώτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού ορίζει τα εξής:
«3. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα δέοντα περιβαλλοντικά μέτρα που συμφωνούν με την ειδική κατάσταση των γαιών στις οποίες εφαρμόζεται η προσωρινή παύση καλλιέργειας.
4. Η έκταση υπό καθεστώς προσωρινής παύσης της καλλιέργειας είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή υλών που προορίζονται για την παρασκευή, στο έδαφος της Κοινότητας, προϊόντων που δεν προορίζονται άμεσα για κατανάλωση από τον άνθρωπο ή τα ζώα, με την επιφύλαξη εφαρμογής αποτελεσματικών συστημάτων ελέγχου.»
9 Το άρθρο 7, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού καθορίζει το ποσό της καταβλητέας αντισταθμίσεως που πρέπει να καταβάλλεται έναντι της υποχρεώσεως προσωρινής παύσεως της καλλιέργειας σε συνάρτηση με την προβλεπόμενη για τα σιτηρά αντισταθμιστική πληρωμή.
10 Κατά το άρθρο 9, πρώτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού:
«Οι αιτήσεις για την καταβολή αντισταθμιστικής πληρωμής και οι δηλώσεις παύσης καλλιέργειας γαιών δεν δύνανται να υποβάλλονται για εκτάσεις που εχρησιμοποιούντο έως τις 31 Δεκεμβρίου 1991 για μόνιμη βοσκή, για μόνιμες καλλιέργειες, για δάση ή για μη γεωργικούς σκοπούς».
11 Το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής, ο οποίος εκδόθηκε βάσει του άρθρου 12 του βασικού κανονισμού, έχει ως ακολούθως:
«Με την επιφύλαξη του άρθρου 7, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1765/92, με τον όρο "παύση καλλιέργειας" νοείται η απόσυρση από την καλλιέργεια μιας έκτασης που είχε καλλιεργηθεί για τη συγκομιδή του προηγούμενου έτους.»
12 Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής:
«Οι εκτάσεις που έχουν παύσει να καλλιεργούνται πρέπει να συντηρούνται έτσι ώστε να διατηρούνται σε καλή κατάσταση. Δεν δύνανται να χρησιμοποιηθούν για καμία γεωργική παραγωγή εκτός απ' αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 7, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1765/92, ούτε για άλλη κερδοσκοπική χρήση η οποία είναι ασυμβίβαστη με την αροτριαία καλλιέργεια.»
13 Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής:
«Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τα απαιτούμενα μέτρα τα οποία αρμόζουν στην ιδιαίτερη κατάσταση των εκτάσεων που έχουν παύσει να καλλιεργούνται έτσι ώστε να διασφαλίζεται η προστασία του περιβάλλοντος (...)».
14 Το άρθρο 3, παράγραφος 4, του κανονισμού εφαρμογής προβλέπει τα εξής:
«Για να ληφθούν υπόψη βάσει του καθεστώτος που προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1765/92 οι εκτάσεις που έχουν παύσει να καλλιεργούνται πρέπει:
να έχουν καλλιεργηθεί από τον αιτούντα κατά τη διάρκεια των δύο ετών που προηγούνται της αίτησης, με εξαίρεση ιδιαίτερες περιπτώσεις δεόντως αιτιολογημένες σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια που καθορίζονται από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος (...)·
να παραμένουν υπό καθεστώς παύσης καλλιέργειας κατά τη διάρκεια περιόδου που αρχίζει το αργότερο στις 15 Ιανουαρίου και λήγει το νωρίτερο στις 31 Αυγούστου. Ωστόσο, τα κράτη μέλη καθορίζουν τους όρους σύμφωνα με τους οποίους μπορεί να επιτραπεί στους παραγωγούς να πραγματοποιήσουν, από τις 15 Ιουλίου, τη σπορά για συγκομιδή του επόμενου έτους, καθώς επίσης και τους όρους που πρέπει να τηρηθούν για να επιτραπεί η βοσκή από τις 15 Ιουλίου στα κράτη μέλη όπου η εποχιακή μετακίνηση ποιμνίων αποτελεί παραδοσιακή πρακτική (...)».
15 Όπως ορίζει το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής:
«Η υποχρέωση για παύση καλλιέργειας γαιών που βασίζεται στο σύστημα εναλλαγής που αναφέρεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1765/92 θεωρείται ότι πληρούται όταν όλα τα αποσυρόμενα αγροτεμάχια δεν έχουν παύσει να καλλιεργούνται βάσει της ειδικής παύσης καλλιέργειας γαιών που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 6, ή βάσει της παύσης της καλλιέργειας γαιών που αναφέρεται στο άρθρο 7 κατά τη διάρκεια ενός από τα πέντε προηγούμενα έτη. Ωστόσο, ένα αγροτεμάχιο που έχει ήδη αποσυρθεί μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί όταν ο παραγωγός δεν διαθέτει πλέον εκτάσεις οι οποίες να του επιτρέπουν να τηρήσει την προαναφερθείσα περίοδο.»
16 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3508/92 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1992, για τη θέσπιση ενός ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων (ΕΕ L 355, σ. 1), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται το σύστημα στηρίξεως των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών που προβλέπει ο βασικός κανονισμός, ορίζει, στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, ότι, για να υπαχθεί σε ένα ή περισσότερα κοινοτικά συστήματα, κάθε κάτοχος εκμεταλλεύσεως υποβάλλει, για κάθε έτος, αίτηση χορηγήσεως ενισχύσεως σχετικά με την έκταση, η οποία απαριθμεί τα αγροτεμάχια, συμπεριλαμβανομένων των εκτάσεων για χορτονομές, τα αγροτεμάχια που αποτελούν αντικείμενο μέτρου παύσεως της καλλιέργειας των αρόσιμων γαιών και τα αγροτεμάχια σε αγρανάπαυση.
17 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3887/92 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1992, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων (ΕΕ L 391, σ. 36), διευκρινίζει, στο άρθρο 4, τις πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνουν οι αιτήσεις χορηγήσεως ενισχύσεων σχετικά με την έκταση.
18 Σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού:
«Οι διοικητικοί και οι επιτόπιοι έλεγχοι πραγματοποιούνται κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική εξακρίβωση της τηρήσεως των όρων για τη χορήγηση των ενισχύσεων και των πριμοδοτήσεων.»
19 Το άρθρο 9 του κανονισμού 3887/92 προβλέπει τις κυρώσεις που επιβάλλονται όταν οι αρμόδιες αρχές διαπιστώσουν ότι η πράγματι καθορισθείσα κατόπιν ελέγχου επιφάνεια είναι μεγαλύτερη από τη δηλωθείσα με αίτηση χορηγήσεως ενισχύσεως σχετικά με την έκταση. Η εν λόγω διάταξη ορίζει μεταξύ άλλων, στην παράγραφο 2, ότι, αν η επιφάνεια που δηλώθηκε με την αίτηση χορηγήσεως ενισχύσεως σχετικά με την έκταση υπερβαίνει την καθορισθείσα σε ποσοστό άνω του 20 %, δεν χορηγείται καμία ενίσχυση σχετικά με την έκταση. Το τελευταίο εδάφιο της ως άνω παραγράφου διευκρινίζει ότι, κατά την έννοια του άρθρου 9, ως «καθορισθείσα έκταση» θεωρείται εκείνη για την οποία έχουν τηρηθεί όλοι οι κανονιστικοί όροι.
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
20 Στις 16 Απριλίου 1997 η Cooke υπέβαλε στο Υπουργείο αίτηση για τη χορήγηση ενισχύσεως σχετικά με την έκταση, αφορώσα 60,64 εκτάρια καλλιέργειας σιτηρών, 23,90 εκτάρια καλλιέργειας ελαιούχων σπόρων και 5 εκτάρια γαιών σε αγρανάπαυση. Δεν αμφισβητείται ότι κατά το έτος 1996 οι τελευταίες αυτές γαίες είχαν σπαρεί με ιταλική αίρα, που είναι ένα χόρτο για προσωρινή φυτοκάλυψη. Η Cooke διατείνεται πράγμα το οποίο το Υπουργείο δεν είναι σε θέση να εξακριβώσει ότι η αίρα κόπηκε και χρησιμοποιήθηκε για ενσίρωση κατά το ως άνω έτος.
21 Στις 17 Σεπτεμβρίου 1997 το Υπουργείο απέρριψε την αίτηση της Cooke, με την αιτιολογία ότι οι γαίες τις οποίες αφορούσε η αγρανάπαυση δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως γαίες στις οποίες έπαυσε η καλλιέργεια, καθόσον δεν είχαν καλλιεργηθεί με σκοπό τη συγκομιδή κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους, υπό την έννοια του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής. Κατά συνέπεια, επιβλήθηκε στην Cooke κύρωση, έτσι ώστε απώλεσε πλήρως το δικαίωμά της να λάβει τις ενισχύσεις που είχε ζητήσει, περιλαμβανομένων εκείνων που αφορούσαν τα σιτηρά και τους ελαιούχους σπόρους, ήτοι σύνολο 28 000 λιρών στερλινών.
22 Κατόπιν διοικητικής προσφυγής της Cooke, ασκηθείσας στις 26 Σεπτεμβρίου 1997, το Υπουργείο ενέμεινε στην απόφασή του περί απορρίψεως της αιτήσεως της Cooke με νέα απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 1997.
23 Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, στο οποίο επετράπη στην Cooke με απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 1998 να προσφύγει προς άσκηση δικαστικού ελέγχου, η Cooke ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων ότι το Υπουργείο κακώς θεώρησε ότι, εξαιτίας του γεγονότος ότι η ως άνω εταιρία καλλιέργησε κατά το έτος που προηγήθηκε της περιόδου παύσεως της καλλιέργειας τις γαίες τις οποίες αφορούσε η αγρανάπαυση σπέρνοντάς τις με χόρτο, το οποίο στη συνέχεια κόπηκε ή ξεριζώθηκε και αφαιρέθηκε, οι σχετικές εκτάσεις δεν μπορούσαν πλέον να χαρακτηριστούν κατά το επόμενο έτος ως γαίες στις οποίες έπαυσε προσωρινά η καλλιέργεια, κατά την έννοια της κοινοτικής ρυθμίσεως.
24 Το Υπουργείο υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού της προσωρινής παύσεως της καλλιέργειας, ο οποίος έγκειται στη μείωση της γεωργικής παραγωγής από τις οικείες εκτάσεις, για να μπορεί να χορηγείται αντισταθμιστική πληρωμή για τις σχετικές εκτάσεις πρέπει αυτές να είχαν καλλιεργηθεί κατά την προ της παύσεως της καλλιέργειας περίοδο με σκοπό την παραγωγή γεωργικών προϊόντων.
25 Εκτιμώντας ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, η λύση της διαφοράς απαιτεί ερμηνεία του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής, το High Court of Justice (England & Wales), Queen's Bench Division (Divisional Court), αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει η έκφραση "μιας έκτασης που είχε καλλιεργηθεί για τη συγκομιδή του προηγούμενου έτους" του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΚ) 762/94 της Επιτροπής, της 6ης Απριλίου 1994, για τις λεπτομέρειες του κανονισμού (ΕΟΚ) 1765/92 του Συμβουλίου όσον αφορά την παύση καλλιέργειας γαιών, την έννοια ότι καλύπτει τις γαίες που είχαν σπαρεί με χόρτο το προηγούμενο έτος, το δε χόρτο κόπηκε και χρησιμοποιήθηκε για ενσίρωση;»
26 Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να σημειωθεί, καταρχάς, ότι από τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού προκύπτει ότι το σύστημα στηρίξεως των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών που εισήγαγε ο κανονισμός αυτός έχει ως σκοπό τη διασφάλιση καλύτερης ισορροπίας της αγοράς, με προσέγγιση των κοινοτικών τιμών των εν λόγω καλλιεργειών προς τις τιμές της παγκόσμιας αγοράς, και την αντιστάθμιση της απώλειας εισοδήματος που προκύπτει από τη μείωση των θεσμικών τιμών με την καταβολή αντισταθμιστικής πληρωμής στους παραγωγούς που καλλιεργούν τα προϊόντα αυτά.
27 Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, η προαναφερθείσα αντισταθμιστική πληρωμή δεν χορηγείται μόνο για τις εκτάσεις αροτραίων καλλιεργειών, όπως αυτές ορίζονται στο παράρτημα Ι, αλλά και για τις εκτάσεις στις οποίες οι παραγωγοί των ως άνω αροτραίων καλλιεργειών παύουν προσωρινά την καλλιέργεια κατόπιν σχετικής υποχρεώσεως, κατ' εφαρμογήν των άρθρων 2, παράγραφος 5, δεύτερο εδάφιο, και 7 του βασικού κανονισμού, εφόσον επιθυμούν να λάβουν αντισταθμιστική πληρωμή έναντι της γεωργικής παραγωγής τους.
28 Στη συνέχεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το γράμμα του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής απλώς επιτάσσει όπως η προσωρινή παύση της καλιέργειας, στην οποία προβαίνουν οι ενδιαφερόμενοι με σκοπό τη βάσει του βασικού κανονισμού λήψη αντισταθμιστικής πληρωμής και η οποία δημιουργεί η ίδια το δικαίωμα λήψεως αντισταθμίσεως, αφορά εκτάσεις καλλιεργηθείσες με σκοπό τη συγκομιδή κατά τη διάρκεια της προ της παύσεως της καλλιέργειας περιόδου.
29 Καμία διάταξη της εφαρμοστέας κοινοτικής ρυθμίσεως δεν επιτάσσει όπως οι εκτάσεις στις οποίες έπαυσε προσωρινά η καλλιέργεια δυνάμει των άρθρων 2, παράγραφος 5, και 7 του βασικού κανονισμού είχαν χρησιμοποιηθεί το προηγούμενο έτος για συγκεκριμένη καλλιέργεια και, ειδικότερα, για κάποια από τις αροτραίες καλλιέργειες που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι του κανονισμού αυτού.
30 Τα άρθρα 7, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού και 3, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού εφαρμογής ορίζουν ότι οι γαίες στις οποίες παύει η καλλιέργεια πρέπει να συντηρούνται έτσι ώστε να διασφαλίζεται η προστασία του περιβάλλοντος και η διατήρηση των αγρών σε καλή κατάσταση. Ομοίως, το άρθρο 7, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού επιτρέπει τη χρησιμοποίηση των γαιών όπου παύει προσωρινά η καλλιέργεια για την παραγωγή υλών που προορίζονται για την παρασκευή, εντός του εδάφους της Κοινότητας, προϊόντων που δεν προορίζονται άμεσα για κατανάλωση από τον άνθρωπο ή τα ζώα.
31 Ωστόσο, καμία από τις ανωτέρω διατάξεις δεν αφορά τις προϋποθέσεις συντηρήσεως και χρησιμοποιήσεως των γαιών στις οποίες παύει η καλλιέργεια κατά τη διάρκεια του έτους που προηγείται της παύσεως αυτής, τις οποίες και μόνον αφορά η διαφορά της κύριας δίκης.
32 Η μόνη διάταξη της κοινοτικής ρυθμίσεως η οποία αποκλείει ορισμένες εκτάσεις από το σύστημα στηρίξεως που θεσπίστηκε με τον βασικό κανονισμό λόγω της χρησιμοποιήσεώς τους πριν από την παύση της καλλιέργειας είναι το άρθρο 9 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο προβλέπει, στο πρώτο εδάφιο, ότι οι αιτήσεις για την καταβολή αντισταθμιστικής πληρωμής και οι δηλώσεις παύσεως της καλλιέργειας δεν δύνανται να υποβάλλονται για εκτάσεις που χρησιμοποιούνταν για μόνιμη βοσκή, για μόνιμες καλλιέργειες, για δάση ή για μη γεωργικούς σκοπούς έως τις 31 Δεκεμβρίου 1991.
33 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι όλες οι εκτάσεις που είχαν σπαρεί κατά τη διάρκεια του έτους που προηγήθηκε της παύσεως της καλλιέργειας, εξαιρέσει των απαριθμούμενων στο άρθρο 9, πρώτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, καλύπτονται από τον ορισμό του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής, οπότε είναι δυνατή η χορήγηση αντισταθμιστικής πληρωμής έναντι της παύσεως της καλλιέργειας, ανεξάρτητα από το πώς είχαν καλλιεργηθεί, υπό την προϋπόθεση ότι είχαν καλλιεργηθεί με σκοπό τη συγκομιδή.
34 Όμως, έκταση η οποία είχε σπαρεί με προσωρινό χόρτο, προοριζόμενο να κοπεί και να χρησιμοποιηθεί για ενσίρωση, και η οποία, υπό τις προϋποθέσεις αυτές, δεν είχε παραμείνει στην κατάσταση του βοσκοτόπου πρέπει να θεωρείται ως έκταση καλλιεργηθείσα με σκοπό τη συγκομιδή.
35 Το συμπέρασμα αυτό είναι σύμφωνο προς τους σκοπούς που επιδιώκει το σύστημα στηρίξεως των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών, που θεσπίστηκε με τον βασικό κανονισμό, ουσιώδες τμήμα του οποίου αποτελεί η προσωρινή παύση της καλλιέργειας.
36 ράγματι, κάθε παύση της καλλιέργειας γαιών, ανεξάρτητα από το καλλιεργούμενο είδος, περιλαμβανομένης της παύσεως καλλιέργειας αγρού στον οποίο είχε καλλιεργηθεί προηγουμένως χόρτο με σκοπό τη συγκομιδή, συμβάλλει στη μείωση των εκτάσεων οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για αροτραίες καλλιέργειες, υπό την έννοια του βασικού κανονισμού, μείωση η οποία συμβάλλει στη διασφάλιση καλύτερης ισορροπίας της αγοράς, σύμφωνα με τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού.
37 Επιπλέον, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 44 των προτάσεών του, ο περιορισμός του συστήματος στηρίξεως των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών μόνο στις γαίες οι οποίες χρησιμοποιούνταν, το προηγούμενο της παύσεως της καλλιέργειας έτος, για αροτραίες καλλιέργειες, υπό την έννοια του βασικού κανονισμού, υπάρχει κίνδυνος να παρακινεί τους παραγωγούς να χρησιμοποιούν τους αγρούς τους για τέτοιες ακριβώς καλλιέργειες κατά τη διάρκεια του εν λόγω έτους, οπότε θα καθιστούσε δυσχερέστερη την επίτευξη του σκοπού της σταθεροποιήσεως της αγοράς.
38 Ενόψει των ανωτέρω σκέψεων, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής έχει την έννοια ότι η έκφραση «μιας έκτασης που είχε καλλιεργηθεί για τη συγκομιδή του προηγούμενου έτους» καλύπτει τις γαίες που είχαν σπαρεί με χόρτο το οποίο στη συνέχεια κόπηκε και χρησιμοποιήθηκε για ενσίρωση.
Επί του διαχρονικού αποτελέσματος της παρούσας αποφάσεως
39 Για την περίπτωση που το Δικαστήριο δώσει καταφατική απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου του ζητεί να περιορίσει τα διαχρονικά αποτελέσματα της αποφάσεώς του.
40 ρος στήριξη του αιτήματος αυτού το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζεται, αφενός, ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές καλοπίστως ακολούθησαν την ερμηνεία του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής, δεδομένου ότι, παρά τις επανειλημμένες αιτήσεις παροχής διευκρινίσεων και πληροφοριών που είχαν υποβάλει σχετικά στην Επιτροπή μεταξύ του 1992 και 1997, η τελευταία παρέλειψε να τις προειδοποιήσει για το ερμηνευτικό σφάλμα στο οποίο υπέπιπταν.
41 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει, αφενός, ότι καταφατική απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα, χωρίς διαχρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων της αποφάσεως, θα προκαλέσει σημαντικά διοικητικής και πρακτικής φύσεως προβλήματα, καθόσον οι αρμόδιες αρχές θα είναι υποχρεωμένες να επανεξετάσουν, ενόψει της ερμηνείας που δίδει το Δικαστήριο, μέχρι και 10 000 φακέλους που έχουν υποβληθεί από το 1993.
42 ρέπει να υπομνησθεί ότι, κατ' εφαρμογήν της γενικής αρχής της ασφαλείας δικαίου που είναι συμφυής με την κοινοτική έννομη τάξη, μόνον κατ' εξαίρεση μπορεί το Δικαστήριο να αποφασίσει τον περιορισμό της δυνατότητας την οποία έχει κάθε ενδιαφερόμενος να επικαλεστεί μια διάταξη που ερμήνευσε το Δικαστήριο προκειμένου να τεθούν υπό αμφισβήτηση έννομες σχέσεις που έχουν καλοπίστως συναφθεί (απόφαση της 23ης Μα_ου 2000, C-104/98, Buchner κ.λπ., Συλλογή 2000, σ. Ι-3625, σκέψη 39). Για να μπορεί να αποφασιστεί ένας τέτοιος περιορισμός απαιτείται να ικανοποιούνται δύο βασικά κριτήρια, συγκεκριμένα η καλή πίστη των ενδιαφερομένων κύκλων και ο κίνδυνος σημαντικών διαταραχών (απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 1994, C-57/93, Vroege, Συλλογή 1994, σ. Ι-4541, σκέψη 21).
43 Όμως, τα διοικητικής και πρακτικής φύσεως προβλήματα που θα ανακύψουν από την επανεξέταση πολυάριθμων φακέλων περί των οποίων κάνει λόγο η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν μπορούν να εξομοιωθούν προς σημαντικές διαταραχές, ιδίως μάλιστα όταν εναπόκειται συνήθως στους ενδιαφερόμενους παραγωγούς να αποδείξουν ότι, κατά τη διάρκεια του έτους που προηγήθηκε της προσωρινής παύσεως της καλλιέργειας γαιών για το οποίο ζήτησαν να υπαχθούν στα προβλεπόμενα από τον βασικό κανονισμό μέτρα ενισχύσεως, είχαν προβεί σε σπορά των γαιών αυτών με προσωρινό χόρτο, το οποίο στη συνέχεια έκοψαν και χρησιμοποίησαν για ενσίρωση.
44 ρέπει να προστεθεί ότι, ναι μεν η Επιτροπή δεν απάντησε σε πολλά έγγραφα τα οποία της είχε αποστείλει η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, από τις γραπτές παρατηρήσεις της εν λόγω κυβερνήσεως όμως προκύπτει ότι αυτή γνώριζε ήδη από τον Ιούλιο του 1997 ότι η Επιτροπή είχε αμφιβολίες επί του βασίμου της εκ μέρους του Ηνωμένου Βασιλείου ερμηνείας και ότι η Επιτροπή δήλωσε σαφώς, κατά τη διάρκεια διμερούς συσκέψεως της 30ής Σεπτεμβρίου 1997, ότι δεν συμμεριζόταν την εν λόγω ερμηνεία.
45 Όμως, καμία από τις ως άνω περιστάσεις δεν οδήγησε σε μεταβολή της απόψεως της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, όπως εμφαίνει το γεγονός ότι η κυβέρνηση αυτή επιβεβαίωσε, στις αρχές Οκτωβρίου 1997, την απόρριψη της αιτήσεως για χορήγηση αντισταθμιστικής πληρωμής που υπέβαλε η Cooke και συνέχισε να προβάλλει τη δική της ερμηνεία ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου.
46 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός που προβάλλει η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι η στάση της Επιτροπής την οδήγησε να θεωρήσει ευλόγως ότι το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής δεν αφορούσε τις γαίες περί των οποίων πρόκειται στην υπόθεση της κύριας δίκης.
47 Κατά συνέπεια, δεν συντρέχει λόγος διαχρονικού περιορισμού των αποτελεσμάτων της παρούσας αποφάσεως.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
48 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η Δανική, η Φινλανδική και η Σουηδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 25ης Αυγούστου 1998 το High Court of Justice (England & Wales), Queen's Bench Division (Divisional Court), αποφαίνεται:
Το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΚ) 762/94 της Επιτροπής, της 6ης Απριλίου 1994, για τις λεπτομέρειες του κανονισμού (ΕΟΚ) 1765/92 του Συμβουλίου όσον αφορά την παύση καλλιέργειας γαιών, έχει την έννοια ότι η έκφραση «μιας έκτασης που είχε καλλιεργηθεί για τη συγκομιδή του προηγούμενου έτους» καλύπτει τις γαίες που είχαν σπαρεί με χόρτο το οποίο στη συνέχεια κόπηκε και χρησιμοποιήθηκε για ενσίρωση.
Full & Egal Universal Law Academy