Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. ροσέγγιση των νομοθεσιών Διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών, συμβάσεων δημοσίων προμηθειών και δημοσίων έργων Οδηγίες 92/50, 93/36 και 93/37 Αναθέτουσες αρχές Οργανισμοί δημοσίου δικαίου Χρηματοδότηση από το κράτος Έννοια Επιδοτήσεις και επιχορηγήσεις για έρευνα, υποτροφίες για σπουδές εριλαμβάνονται Καταβολές αποτελούσες αντιπαροχή για την παροχή υπηρεσιών Δεν περιλαμβάνονται Δραστηριότητα χρηματοδοτούμενη κατά πλειοψηφία από το κράτος Ορισμός οσοστό δημόσιας χρηματοδοτήσεως Εκτίμηση
(Οδηγίες του Συμβουλίου 92/50, άρθρο 1, στοιχ. β_, εδ. 2, τρίτη περίπτωση, 93/36, άρθρο 1, στοιχ. β_, εδ. 2, τρίτη περίπτωση, και 93/37, άρθρο 1, στοιχ. β_, εδ. 2, τρίτη περίπτωση)
2. ροσέγγιση των νομοθεσιών Διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων Υπηρεσίες, προμήθειες και έργα Αναθέτουσες αρχές Οργανισμοί δημοσίου δικαίου Χρηματοδότηση από το κράτος Έννοια οσοστό δημόσιας χρηματοδοτήσεως ερίοδος αναφοράς Καθορισμός
(Οδηγίες του Συμβουλίου 92/50, άρθρο 1, στοιχ. β_, εδ. 2, τρίτη περίπτωση, 93/36, άρθρο 1, στοιχ. β_, εδ. 2, τρίτη περίπτωση, και 93/37, άρθρο 1, στοιχ. β_, εδ. 2, τρίτη περίπτωση)
Περίληψη
1. To άρθρο 1, στοιχείο β_, των οδηγιών 92/50, για τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών, 93/36, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών, και 93/37, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, προβλέπει στο πρώτο εδάφιό του ότι ως «αναθέτουσες αρχές» θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι οργανισμοί δημοσίου δικαίου και στο δεύτερο εδάφιό του ότι ως «οργανισμός δημοσίου δικαίου» νοείται κάθε οργανισμός που δημιουργήθηκε ειδικά για να ικανοποιήσει ανάγκες γενικού συμφέροντος που δεν έχουν βιομηχανικό ή εμπορικό χαρακτήρα (πρώτη περίπτωση), ο οποίος έχει νομική προσωπικότητα (δεύτερη περίπτωση) και του οποίου είτε η δραστηριότητα χρηματοδοτείται κατά πλειοψηφία από το κράτος, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου, είτε η διαχείριση υπόκειται σε έλεγχο από το κράτος ή τους οργανισμούς αυτούς, είτε του οποίου το όργανο διοικήσεως, διευθύνσεως ή εποπτείας αποτελείται από μέλη άνω του ημίσεος των οποίων ορίζεται από το κράτος, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου (τρίτη περίπτωση).
Όσον αφορά την τρίτη περίπτωση, η έκφραση «χρηματοδοτείται (...) από [μία ή περισσότερες αναθέτουσες αρχές]» έχει την έννοια ότι περιλαμβάνει τις επιδοτήσεις ή επιχορηγήσεις που καταβάλλονται από μία ή περισσότερες αναθέτουσες αρχές για την ενίσχυση της ερευνητικής εργασίας και τις φοιτητικές υποτροφίες που καταβάλλονται από τοπικές αρμόδιες για την εκπαίδευση αρχές σε πανεπιστήμια για την κάλυψη των διδάκτρων συγκεκριμένων φοιτητών. Δεν αποτελούν, αντιθέτως, δημόσια χρηματοδότηση υπό την έννοια των οδηγιών αυτών οι καταβολές στις οποίες προβαίνουν μία ή περισσότερες αναθέτουσες αρχές είτε στο πλαίσιο συμβάσεως παροχής υπηρεσιών περιλαμβάνουσας ερευνητικές εργασίες, είτε ως αντιπαροχή για την παροχή άλλων υπηρεσιών, όπως η παροχή γνωμοδοτήσεων ή η οργάνωση συνεδρίων.
Ο όρος «κατά πλειοψηφία», που χρησιμοποιείται στο προπαρατεθέν άρθρο 1, στοιχείο β_, δεύτερο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, σημαίνει «άνω του ημίσεος».
Για την ορθή εφαρμογή του ποσοστού επί τοις εκατό της δημόσιας χρηματοδοτήσεως ορισμένου οργανισμού, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των εισοδημάτων που εισπράττει, περιλαμβανομένων των προερχομένων από εμπορική δραστηριότητα.
( βλ. σκέψεις 26, 33, 36, διατακτ. 1-3 )
2. Ο χαρακτηρισμός ενός οργανισμού όπως ένα πανεπιστήμιο ως «αναθέτουσας αρχής», υπό την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο β_, των οδηγιών 92/50, για τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών, 93/36, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών, και 93/37, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, πρέπει να γίνεται επί ετησίας βάσεως και το οικονομικό έτος κατά το οποίο κινείται η διαδικασία συνάψεως συγκεκριμένης δημόσιας συμβάσεως πρέπει να θεωρείται ως το καταλληλότερο διάστημα για τον υπολογισμό του τρόπου χρηματοδοτήσεως του οργανισμού αυτού, νοουμένου ότι ο υπολογισμός αυτός πρέπει να γίνεται βάσει των αριθμητικών στοιχείων που είναι διαθέσιμα στην αρχή του οικονομικού έτους, ακόμη και αν είναι στοιχεία κατά πρόβλεψη. Ένας οργανισμός ο οποίος, κατά την ημερομηνία κινήσεως της διαδικασίας συνάψεως δημόσιας συμβάσεως, αποτελεί «αναθέτουσα αρχή» υπό την έννοια των προαναφερθεισών οδηγιών, εξακολουθεί, για τις ανάγκες της δημόσιας αυτής συμβάσεως, να υπόκειται στις επιταγές των οδηγιών αυτών μέχρι την περάτωση της οικείας διαδικασίας.
( βλ. σκέψη 44, διατακτ. 4 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-380/98,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του High Court of Justice (England & Wales), Queen's Bench Division (Divisional Court) (Ηνωμένο Βασίλειο), προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
The Queen
και
H. Μ. Treasury,
ex parte: The University of Cambridge,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 1 των οδηγιών 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών (ΕΕ L 209, σ. 1), 93/36/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών (ΕΕ L 199, σ. 1), και 93/37/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων (ΕΕ L 199, σ. 54),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. A. O. Edward, πρόεδρο τμήματος, P. J. G. Kapteyn (εισηγητή), A. La Pergola, P. Jann και H. Ragnemalm, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: S. Alber
γραμματέας: H. A. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
το The University of Cambridge, εκπροσωπούμενο από τους D. Vaughan, QC, A. Robertson, barrister, και G. Godar, solicitor,
η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την Μ. Ewing, του Treasury Solicitor's Department, επικουρούμενη από τον K. Parker, QC,
η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Μ. A. Fierstra, προϊστάμενο του τμήματος ευρωπαϊκού δικαίου του Υπουργείου Εξωτερικών,
η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον W. Okresek, Sektionschef της Καγκελαρίας,
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον R. Wainwright, κύριο νομικό σύμβουλο, και τον Μ. Shotter, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους αποσπασμένο στη Νομική Υπηρεσία,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του The University of Cambridge, εκπροσωπούμενου από τους D. Vaughan και A. Robertson, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενης από την G. Amodeo, του Treasury Solicitor's Department, επικουρούμενη από τον R. Williams, barrister, της Γαλλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον G. Taillandier, συντάκτη κειμένων στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, της Αυστριακής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από την Μ. Winkler της Καγκελαρίας, και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους R. Wainwright και Μ. Shotter, κατά τη συνεδρίαση της 9ης Μαρτίου 2000,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Μα_ου 2000,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 21ης Ιουλίου 1998, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 26 Οκτωβρίου 1998, το High Court of Justice (England & Wales), Queen's Bench Division (Divisional Court), υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 1 των οδηγιών 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών (ΕΕ L 209, σ. 1), 93/36/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών (ΕΕ L 199, σ. 1), και 93/37/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων (ΕΕ L 199, σ. 54).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο δίκης την οποία κίνησε το ανεπιστήμιο του Cambridge (στο εξής: πανεπιστήμιο) ενώπιον του High Court of Justice κατόπιν της αποφάσεως του H. Μ. Treasury (Υπουργείου Οικονομικών, στο εξής: Treasury) να διατηρήσει τα πανεπιστήμια του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας στον κατάλογο των οργανισμών δημοσίου δικαίου που κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή και περιέχεται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 93/37, τροποποιώντας συγχρόνως το κείμενο του παραρτήματος αυτού.
Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
3 Το άρθρο 1 της οδηγίας 93/37 ορίζει τα εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας:
(...)
β) ως αναθέτουσες αρχές νοούνται το κράτος, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, οι οργανισμοί δημοσίου δικαίου και οι ενώσεις που συγκροτούνται από έναν ή περισσότερους από τους προαναφερόμενους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή οργανισμούς δημοσίου δικαίου.
Ως οργανισμός δημοσίου δικαίου νοείται κάθε οργανισμός:
που δημιουργήθηκε ειδικά για να ικανοποιήσει ανάγκες γενικού συμφέροντος που δεν έχουν βιομηχανικό ή εμπορικό χαρακτήρα
και
που έχει νομική προσωπικότητα
και
του οποίου είτε η δραστηριότητα χρηματοδοτείται κατά πλειοψηφία από το κράτος, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου, είτε η διαχείριση υπόκειται σε έλεγχο από το κράτος ή τους οργανισμούς αυτούς, είτε άνω του ημίσεος του αριθμού των μελών του οργάνου διοίκησης, διεύθυνσης ή εποπτείας ορίζεται από το κράτος, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου.
Οι κατάλογοι των οργανισμών και των κατηγοριών των οργανισμών δημοσίου δικαίου που πληρούν τα κριτήρια που απαριθμούνται στο δεύτερο εδάφιο του παρόντος στοιχείου περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι. Οι κατάλογοι αυτοί είναι όσο το δυνατόν πληρέστεροι, μπορούν δε να αναθεωρηθούν με τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 35. ρος τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη κοινοποιούν κατά διαστήματα στην Επιτροπή τις μεταβολές που επήλθαν στους προαναφερθέντες καταλόγους τους·
(...)».
4 Το άρθρο 1, στοιχείο β_, των οδηγιών 92/50 και 93/36 ταυτίζεται κατ' ουσίαν με το άρθρο 1, στοιχείο β_, της οδηγίας 93/37.
5 Όσον αφορά το Ηνωμένο Βασίλειο, ο κατάλογος των διεπομένων από το δημόσιο δίκαιο οργανισμών και των κατηγοριών οργανισμών του παραρτήματος Ι της οδηγίας 93/37 περιλαμβάνει τα «universities and polytechnics, maintained schools and colleges» (πανεπιστήμια και πολυτεχνεία, δημόσια σχολεία και κολέγια).
Η εθνική κανονιστική ρύθμιση
6 Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι οδηγίες 92/50, 93/36 και 93/37 μεταφέρθηκαν στο εσωτερικό δίκαιο, αντιστοίχως, με τις εξής κανονιστικές αποφάσεις:
την Public Services Contracts Regulations του 1993 (SI 1993, 3228),
την Public Supply Contracts Regulations του 1995 (SI 1995, 201),
την Public Works Contracts Regulations του 1991 (SI 1991, 2680).
7 Οι κανονιστικές αυτές αποφάσεις δεν επαναλαμβάνουν το παράρτημα Ι της οδηγίας 93/37. Αντιθέτως, καθεμία από αυτές περιέχει ορισμό των οργανισμών δημοσίου δικαίου βασιζόμενο σ' αυτόν που δίδει το κοινοτικό δίκαιο.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
8 To 1995 και το 1996 η Committee of Vice-Chancellors and Principals of the Universities (Συμβούλιο των πρυτάνεων πανεπιστημίων του Ηνωμένου Βασιλείου) υποστήριξε ενώπιον του Treasury ότι οι οδηγίες 92/50, 93/36 και 93/37 δεν έχουν εφαρμογή γενικώς στα πανεπιστήμια. Το συμβούλιο αυτό υποστήριξε ότι, κατά συνέπεια, έπρεπε να εξαλειφθεί η μνεία «ανεπιστήμια» που περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 93/37 στην οποία παραπέμπει το άρθρο 1, στοιχείο β_, δεύτερο εδάφιο, των εν λόγω οδηγιών.
9 Στις 17 Ιανουαρίου 1997 το Treasury πρότεινε στην Επιτροπή να αντικαταστήσει τη μνεία «ανεπιστήμια και πολυτεχνεία, δημόσια σχολεία και κολέγια» με τη μνεία «Δημόσια σχολεία. ανεπιστήμια και κολέγια χρηματοδοτούμενα κατά πλειοψηφία από άλλες αναθέτουσες αρχές». Η τροποποίηση αυτή έπρεπε να καθιστά συγχρόνως δυνατό να σχετικοποιηθεί η δυνατότητα εφαρμογής των προαναφερθεισών οδηγιών στα πανεπιστήμια και να συνεκτιμώνται οι πιο πρόσφατες εξελίξεις, η έκδοση του Further and Higher Education Act (νόμου περί της ανωτάτης εκπαιδεύσεως) του 1992, ο οποίος εν προκειμένω κατάργησε την ονομασία «polytechnics» (πολυτεχνεία).
10 Εντούτοις, η Επιτροπή δεν υιοθέτησε ακόμη την πρόταση αυτή σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 35 της οδηγίας 93/37.
11 Δεδομένου ότι το πανεπιστήμιο δεν ικανοποιήθηκε με την προταθείσα από το Treasury τροποποίηση του παραρτήματος Ι της οδηγίας 93/37, ζήτησε, με αίτηση δικαστικού ελέγχου της 7ης Νοεμβρίου 1996, την άδεια να αμφισβητήσει την ορθότητα της απόψεως του Treasury ενώπιον του High Court of Justice.
12 Στις 21 Μαρτίου 1997 η υπόθεση ανατέθηκε στο Queen's Bench Division του High Court of Justice, το οποίο χορήγησε στο πανεπιστήμιο την άδεια να υποβάλει αίτηση δικαστικού ελέγχου για τον λόγο ότι το πανεπιστήμιο έθετε επί της ουσίας ζήτημα σχετικό με την ερμηνεία των οδηγιών 92/50, 93/36 και 93/37 και, ειδικότερα, σχετικό με την ακριβή ερμηνεία της εκφράσεως «χρηματοδοτείται κατά πλειοψηφία» από μία ή περισσότερες αναθέτουσες αρχές.
13 Με διάταξη της 21ης Ιουλίου 1998, το High Court of Justice (England & Wales), Queen's Bench Division (Divisional Court), αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Δεδομένου ότι το άρθρο 1 των οδηγιών του Συμβουλίου 92/50/ΕΟΚ, 93/36/ΕΟΚ και 93/37/ΕΟΚ (στο εξής: οδηγίες) αναφέρεται σε κάθε οργανισμό που "χρηματοδοτείται κατά πλειοψηφία από το κράτος, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου", ποια κονδύλια πρέπει να περιλαμβάνονται στην έκφραση "χρηματοδοτείται (...) από [μία ή περισσότερες αναθέτουσες αρχές]"; Ειδικότερα, όσον αφορά τα ποσά που καταβάλλονται σε νομικό πρόσωπο όπως το ανεπιστήμιο του Cambridge, περιλαμβάνει η έκφραση αυτή:
α) τις επιδοτήσεις ή επιχορηγήσεις που καταβάλλονται από μία ή περισσότερες αναθέτουσες αρχές για την ενίσχυση της ερευνητικής εργασίας;
β) την αντιπαροχή που καταβάλλεται από μία ή περισσότερες αναθέτουσες αρχές για την παροχή υπηρεσιών που συνίστανται σε ερευνητική εργασία;
γ) την αντιπαροχή που καταβάλλεται από μία ή περισσότερες αναθέτουσες αρχές για την παροχή άλλων υπηρεσιών, όπως είναι η παροχή γνωμοδοτήσεων ή η οργάνωση συνεδρίων;
δ) τις φοιτητικές υποτροφίες που καταβάλλονται από τοπικές αρμόδιες για την εκπαίδευση αρχές ("local education authorities") σε πανεπιστήμια για την κάλυψη των διδάκτρων συγκεκριμένων φοιτητών;
2) οιο ποσοστό επί τοις εκατό νοείται με την έκφραση "κατά πλειοψηφία" του άρθρου 1 των οδηγιών ή ποια άλλη έννοια έχει η έκφραση αυτή;
3) Αν η έκφραση "κατά πλειοψηφία" ορίζεται ως ποσοστό επί τοις εκατό, γίνεται ο υπολογισμός μόνον επί των πηγών χρηματοδοτήσεως για ακαδημαϊκής και συναφούς φύσεως σκοπούς ή πρέπει να περιλαμβάνει και τους πόρους που προέρχονται από εμπορικές δραστηριότητες;
4) Βάσει ποιου χρονικού διαστήματος πρέπει να γίνεται ο υπολογισμός για να καθορισθεί αν ένα πανεπιστήμιο αποτελεί "αναθέτουσα αρχή" ως προς ορισμένη δημόσια σύμβαση και πώς πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι δυνάμενες να προβλεφθούν ή οι μέλλουσες μεταβολές;».
Επί του πρώτου ερωτήματος
14 Όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, στο Ηνωμένο Βασίλειο τα χρηματοοικονομικά μέσα που τίθενται στη διάθεση των πανεπιστημίων προέρχονται από διάφορες πηγές και καταβάλλονται για διαφόρους σκοπούς και για διαφόρους λόγους. Ορισμένα ποσά χορηγούνται στα πανεπιστήμια βάσει περιοδικών αξιολογήσεων της ποιότητας των ερευνών που πραγματοποιούν και/ή βάσει του αριθμού των φοιτητών που δέχονται· άλλες πηγές χρηματοδοτήσεως αποτελούν οι δωρεές, οι χορηγίες ή η παροχή στέγης και τροφής· άλλες πηγές ακόμη αποτελούν η αμοιβή για παροχές υπηρεσιών κατ' εντολήν φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, υπουργείων ή εμπορικών ή βιομηχανικών επιχειρήσεων.
15 Συνεπώς, πρέπει να αναλυθεί η αληθής φύση εκάστης των μορφών χρηματοδοτήσεως που αφορά το πρώτο ερώτημα προκειμένου να καθοριστεί η σπουδαιότητά τους για το πανεπιστήμιο και, επομένως, η επιρροή που ασκούν στον ενδεχόμενο χαρακτηρισμό του οργανισμού αυτού ως «αναθέτουσας αρχής».
16 ρέπει εκ προοιμίου να υπομνηστεί ότι, όσον αφορά τον σκοπό των οδηγιών 92/50, 93/36 και 93/37, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ο συντονισμός σε κοινοτικό επίπεδο των διαδικασιών συνάψεως των δημοσίων συμβάσεων αποβλέπει στην εξάλειψη των εμποδίων στην ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών και των εμπορευμάτων και, συνεπώς, στην προστασία των συμφερόντων των εγκατεστημένων σε κράτος μέλος επιχειρηματιών οι οποίοι επιθυμούν να παραδώσουν αγαθά ή να παράσχουν υπηρεσίες στις αναθέτουσες αρχές που είναι εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος (βλ., στο πνεύμα αυτό, απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1998, C-360/96, BFI Holding, Συλλογή 1998, σ. Ι-6821, σκέψη 41).
17 Κατά συνέπεια, σκοπός των οδηγιών είναι τόσο η αποσόβηση του κινδύνου να προτιμηθούν οι ημεδαποί υποβάλλοντες προσφορά ή υποψήφιοι κατά τη σύναψη οποιασδήποτε συμβάσεως στην οποία προβαίνουν οι αναθέτουσες αρχές όσο και ο αποκλεισμός του ενδεχομένου ένας οργανισμός ο οποίος χρηματοδοτείται ή ελέγχεται από το κράτος, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου, να καθορίζει τη στάση του με βάση εκτιμήσεις μη οικονομικής φύσεως (βλ., στο πνεύμα αυτό, απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1998, C-44/96, Mannesmann Anlagenbau Austria κ.λπ., Συλλογή 1998, σ. Ι-73, σκέψη 33, και προπαρατεθείσα απόφαση BFI Holding, σκέψεις 42 και 43).
18 Υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 1, στοιχείο β_, δεύτερο εδάφιο, των οδηγιών 92/50, 93/36 και 93/37, ως «οργανισμός δημοσίου δικαίου» νοείται κάθε οργανισμός που δημιουργήθηκε ειδικά για να ικανοποιήσει ανάγκες γενικού συμφέροντος που δεν έχουν βιομηχανικό ή εμπορικό χαρακτήρα (πρώτη περίπτωση), ο οποίος έχει νομική προσωπικότητα (δεύτερη περίπτωση) και του οποίου είτε η δραστηριότητα χρηματοδοτείται κατά πλειοψηφία από το κράτος, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου, είτε η διαχείριση υπόκειται σε έλεγχο από το κράτος ή τους οργανισμούς αυτούς, είτε του οποίου το όργανο διοικήσεως, διευθύνσεως ή εποπτείας αποτελείται από μέλη άνω του ημίσεος των οποίων ορίζεται από το κράτος, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου (τρίτη περίπτωση).
19 Στη διαφορά της κύριας δίκης, δεν αμφισβητείται ότι το πανεπιστήμιο πληροί τις δύο προϋποθέσεις που προβλέπονται στις δύο πρώτες περιπτώσεις του άρθρου 1, στοιχείο β_, δεύτερο εδάφιο, των εν λόγω οδηγιών. Επομένως, η απάντηση στο ζήτημα αν το πανεπιστήμιο πρέπει να περιλαμβάνεται στον κατάλογο του παραρτήματος Ι της οδηγίας 93/37 εξαρτάται εν προκειμένω μόνον από την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο ερώτημα αν το πανεπιστήμιο αυτό «χρηματοδοτείται κατά πλειοψηφία» από μία ή περισσότερες αναθέτουσες αρχές υπό την έννοια της τρίτης περιπτώσεως της εν λόγω οδηγίας.
20 Όσον αφορά τις εναλλακτικές προϋποθέσεις του άρθρου 1, στοιχείο β_, δεύτερο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, των οδηγιών 92/50, 93/36 και 93/37, από τη σκέψη 20 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Mannesmann Anlagenbau Austria κ.λπ. προκύπτει ότι καθεμία από αυτές αντικατοπτρίζει τη στενή σχέση εξαρτήσεως ενός οργανισμού προς το κράτος, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου. Κατά συνέπεια, η εν λόγω διάταξη ορίζει τις τρεις μορφές υπό τις οποίες εμφανίζεται ένας οργανισμός δημοσίου δικαίου ως τρεις παραλλαγές μιας «στενής σχέσεως εξαρτήσεως» προς μια άλλη αναθέτουσα αρχή.
21 Μολονότι ο τρόπος χρηματοδοτήσεως ενός συγκεκριμένου οργανισμού μπορεί να είναι ενδεικτικός της στενής σχέσεως εξαρτήσεως του οργανισμού αυτού προς μια άλλη αναθέτουσα αρχή, επιβάλλεται ωστόσο η διαπίστωση ότι το κριτήριο αυτό δεν είναι απόλυτο. Όλες οι καταβολές στις οποίες προβαίνει μια αναθέτουσα αρχή δεν έχουν ως αποτέλεσμα να δημιουργούν ή να εντείνουν μια ειδική σχέση υποταγής ή εξαρτήσεως. Μόνον οι παροχές που χρηματοδοτούν ή υποστηρίζουν, μέσω χρηματοοικονομικής ενισχύσεως καταβαλλομένης χωρίς συγκεκριμένη αντιπαροχή, τις δραστηριότητες του ενδιαφερομένου οργανισμού μπορούν να χαρακτηρισθούν ως «δημόσια χρηματοδότηση».
22 Επομένως, παροχές όπως αυτές που αφορά το στοιχείο α_ του πρώτου ερωτήματος, οι οποίες συνίστανται σε επιδοτήσεις ή επιχορηγήσεις για την ενίσχυση της ερευνητικής εργασίας, πρέπει να θεωρούνται χρηματοδότηση από αναθέτουσα αρχή. Ακόμη και αν ο δικαιούχος της χρηματοδοτήσεως αυτής δεν είναι το πανεπιστήμιο καθαυτό, αλλά ένα άτομο το οποίο υπάγεται στο πανεπιστήμιο και του παρέχει υπηρεσίες, πρόκειται πράγματι περί χρηματοδοτήσεως που ωφελεί το ίδρυμα στο σύνολό του στο πλαίσιο των ερευνητικών δραστηριοτήτων του.
23 Στο ίδιο πνεύμα, οι υποτροφίες τις οποίες αναφέρει το στοιχείο δ_ του πρώτου ερωτήματος μπορούν να χαρακτηρισθούν «δημόσια χρηματοδότηση». Οι καταβολές αυτές συνιστούν στην πραγματικότητα ένα κοινωνικό μέτρο θεσπισθέν υπέρ ορισμένων φοιτητών οι οποίοι δεν μπορούν να φέρουν μόνοι τους το βάρος των ενίοτε πολύ υψηλών διδάκτρων. Δεδομένου ότι οι καταβολές αυτές δεν συνδέονται με καμία συμβατική αντιπαροχή, πρέπει να θεωρηθούν ως εμπίπτουσες στη χρηματοδότηση από αναθέτουσα αρχή στο πλαίσιο των εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων του πανεπιστημίου.
24 Εντελώς διαφορετική είναι, αντιθέτως, η περίπτωση των πηγών χρηματοδοτήσεως τις οποίες αναφέρει το πρώτο ερώτημα, σημεία β_ και γ_, της διατάξεως περί παραπομπής. Τα ποσά που καταβάλλουν μία ή περισσότερες αναθέτουσες αρχές αποτελούν στην περίπτωση αυτή την αντιπαροχή συμβατικών παροχών του πανεπιστημίου, όπως η πραγματοποίηση συγκεκριμένων ερευνών και η οργάνωση σεμιναρίων και συνεδρίων. Δεν έχει σημασία, εν προκειμένω, το ότι οι εμπορικές δραστηριότητες αυτές συγχέονται, ενδεχομένως, με τις εκπαιδευτικές και ερευνητικές δραστηριότητες του πανεπιστημίου. ράγματι, η αναθέτουσα αρχή έχει οικονομικό συμφέρον για την πραγματοποίηση της παροχής.
25 Βεβαίως, μια τέτοια συμβατική σχέση μπορεί επίσης να έχει ως συνέπεια τη σχέση εξαρτήσεως του ενδιαφερομένου οργανισμού προς την αναθέτουσα αρχή. Εντούτοις, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 46 των προτάσεών του, η εξάρτηση αυτή είναι εντελώς διαφορετικής φύσεως από την οφειλόμενη σε απλή παροχή υποστηρίξεως. ράγματι, η εξάρτηση αυτή πρέπει να εξομοιωθεί περισσότερο προς την υφιστάμενη στις συνήθεις εμπορικές σχέσεις, που αναπτύσσονται στο πλαίσιο ανταλλακτικών συμβάσεων οι οποίες αποτελούν αντικείμενο ελευθέρων διαπραγματεύσεων μεταξύ των συμβαλλομένων. Συνεπώς, οι παροχές τις οποίες αφορούν τα σημεία β_ και γ_ του πρώτου ερωτήματος της διατάξεως περί παραπομπής δεν εμπίπτουν στην έννοια της «δημόσιας χρηματοδοτήσεως».
26 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η έκφραση «χρηματοδοτείται (...) από [μία ή περισσότερες αναθέτουσες αρχές]» του άρθρου 1, στοιχείο β_, δεύτερο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, των οδηγιών 92/50, 93/36 και 93/37 έχει την έννοια ότι περιλαμβάνει τις επιδοτήσεις ή επιχορηγήσεις που καταβάλλονται από μία ή περισσότερες αναθέτουσες αρχές για την ενίσχυση της ερευνητικής εργασίας και τις φοιτητικές υποτροφίες που καταβάλλονται από τοπικές αρμόδιες για την εκπαίδευση αρχές σε πανεπιστήμια για την κάλυψη των διδάκτρων συγκεκριμένων φοιτητών. Δεν αποτελούν, αντιθέτως, δημόσια χρηματοδότηση υπό την έννοια των οδηγιών αυτών οι καταβολές στις οποίες προβαίνουν μία ή περισσότερες αναθέτουσες αρχές είτε στο πλαίσιο συμβάσεως παροχής υπηρεσιών περιλαμβάνουσας ερευνητικές εργασίες, είτε ως αντιπαροχή για την παροχή άλλων υπηρεσιών, όπως η παροχή γνωμοδοτήσεων ή η οργάνωση συνεδρίων.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
27 Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν ποια είναι η σημασία της εκφράσεως «χρηματοδοτείται κατά πλειοψηφία» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 1, στοιχείο β_, δεύτερο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, των οδηγιών 92/50, 93/36 και 93/37.
28 Συναφώς, πρέπει να εξετασθεί αν ο όρος «κατά πλειοψηφία» αντιστοιχεί σε συγκεκριμένο ποσοστό επί τοις εκατό ή αν πρέπει να του δοθεί άλλη σημασία.
29 Αντιθέτως τόσο προς τις κυβερνήσεις που υπέβαλαν παρατηρήσεις κατ' εφαρμογήν του άρθρου 20 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου όσο και προς την Επιτροπή, που δέχονται την ποσοτική ερμηνεία του όρου «κατά πλειοψηφία», σύμφωνα με την οποία πρόκειται για δημόσια χρηματοδότηση άνω του 50 %, το πανεπιστήμιο υποστηρίζει ότι ο όρος αυτός πρέπει να ερμηνευθεί ποιοτικώς. Θεωρεί ότι μπορούν να ληφθούν υπόψη μόνον οι παροχές που δίδουν σ' αυτόν που τις καταβάλλει τον έλεγχο της αναθέσεως των συμβάσεων. Ωστόσο, αν πρέπει να γίνει δεκτή μια ποσοτική ερμηνεία, προϋποθέτει εν πάση περιπτώσει την υπεροχή των επιμάχων χρηματοοικονομικών μέσων, πράγμα το οποίο, κατά το πανεπιστήμιο, συμβαίνει μόνον οσάκις τα μέσα αυτά αντιπροσωπεύουν τα τρία τέταρτα της συνολικής χρηματοδοτήσεως.
30 Η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Εκτός του ότι ουδόλως στηρίζεται στο γράμμα καθαυτό των οδηγιών 92/50, 93/36 και 93/37, παραγνωρίζει τη συνήθη σημασία του όρου «κατά πλειοψηφία», ο οποίος στην καθομιλουμένη σημαίνει πάντοτε «άνω του ημίσεος», χωρίς να είναι αναγκαίο να κυριαρχεί ή να υπερτερεί μια ομάδα σε σχέση με μια άλλη.
31 Αυτή η δεύτερη ερμηνεία ενισχύεται άλλωστε από το γράμμα του άρθρου 1, σημείο 2, της οδηγίας 93/38/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών (ΕΕ L 199, σ. 84), το οποίο ορίζει τις «δημόσιες επιχειρήσεις» ως τις επιχειρήσεις στις οποίες οι δημόσιες αρχές κατέχουν έμμεσα ή άμεσα το μεγαλύτερο μέρος του καλυφθέντος κεφαλαίου μιας επιχειρήσεως ή διαθέτουν την πλειονότητα των ψήφων οι οποίες αντιστοιχούν στους τίτλους που έχει εκδώσει η επιχείρηση. Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 58 των προτάσεών του, εφόσον μια επιχείρηση μπορεί, βάσει τέτοιων ποσοτικών προϋποθέσεων, να χαρακτηρισθεί «δημόσια επιχείρηση», τούτο πρέπει να συμβαίνει κατά μείζονα λόγο όταν τίθεται το ζήτημα υπό ποιες προϋποθέσεις πρέπει μια χρηματοδότηση να χαρακτηρίζεται ως «υπερτερούσα».
32 Εξάλλου, η ερμηνεία κατά την οποία ο όρος «κατά πλειοψηφία» έχει την έννοια «άνω του ημίσεος» είναι επίσης σύμφωνη με τα προβλεπόμενα σε μία από τις άλλες περιπτώσεις τις οποίες περιλαμβάνει το άρθρο 1, στοιχείο β_, δεύτερο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, των οδηγιών 92/50, 93/36 και 93/37. ράγματι, κατά τις διατάξεις αυτές, πρέπει επίσης να χαρακτηρίζεται ως «οργανισμός δημοσίου δικαίου» κάθε οργανισμός του οποίου το όργανο διοικήσεως, διευθύνσεως ή εποπτείας αποτελείται από μέλη «άνω του ημίσεος» των οποίων ορίζεται από το κράτος, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου.
33 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο όρος «κατά πλειοψηφία» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 1, στοιχείο β_, δεύτερο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, των οδηγιών 92/50, 93/36 και 93/97 σημαίνει «άνω του ημίσεος».
Επί του τρίτου ερωτήματος
34 Με το τρίτο ερώτημα, το οποίο συνδέεται στενά με τα δύο προηγούμενα ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν από τι αποτελείται η βάση υπολογισμού της «κατά πλειοψηφία» χρηματοδοτήσεως. ρόκειται, ειδικότερα, περί του ζητήματος αν όλες οι πηγές χρηματοδοτήσεως του πανεπιστημίου πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τον καθορισμό του «κατά πλειοψηφία» χαρακτήρα μιας δημόσιας χρηματοδοτήσεως ή μήπως πρέπει να ληφθούν υπόψη μόνον οι πηγές χρηματοδοτήσεως των ακαδημαϊκών και συναφών δραστηριοτήτων.
35 Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι, όταν το άρθρο 1, στοιχείο β_, δεύτερο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, των οδηγιών 92/50, 93/36 και 93/37 αναφέρει μια «κατά πλειοψηφία» χρηματοδότηση προερχόμενη από δημόσιους πόρους, τούτο συνεπάγεται κατ' ανάγκη ότι ένας οργανισμός μπορεί επίσης να χρηματοδοτείται εν μέρει κατ' άλλο τρόπο, χωρίς παρά ταύτα να χάνει την ιδιότητα της αναθέτουσας αρχής.
36 Συνεπώς, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, για την ορθή εφαρμογή του ποσοστού επί τοις εκατό της δημόσιας χρηματοδοτήσεως ορισμένου οργανισμού, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των εισοδημάτων που εισπράττει, περιλαμβανομένων των προερχομένων από εμπορική δραστηριότητα.
Επί του τετάρτου ερωτήματος
37 Με το τέταρτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, προκειμένου να καθορίσει αν το πανεπιστήμιο αποτελεί «αναθέτουσα αρχή», από πλευράς της συνάψεως ορισμένης συμβάσεως, αφενός, ποιο είναι το διάστημα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του τρόπου χρηματοδοτήσεώς του και, αφετέρου, κατά ποιον τρόπο πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι τροποποιήσεις που μπορεί να επέλθουν κατά τη διάρκεια της σχετικής διαδικασίας.
38 ρέπει εξαρχής να επισημανθεί ότι, ελλείψει ρητής συναφούς διατάξεως στις οδηγίες 92/50, 93/36 και 93/37, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στα δύο σκέλη του ερωτήματος αυτού πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις επιταγές της ασφαλείας δικαίου, όπως υπομνήσθηκαν από το Δικαστήριο στη σκέψη 34 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Mannesmann Anlagebau Austria κ.λπ. ράγματι, μολονότι πρέπει, για να καθοριστεί αν ένας οργανισμός μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «αναθέτουσα αρχή» σε σχέση με τη σύναψη συγκεκριμένης δημόσιας συμβάσεως, να λαμβάνεται υπόψη η ακριβής χρηματοοικονομική κατάσταση του οργανισμού αυτού, πρέπει επίσης να διασφαλίζεται ότι η εν λόγω διαδικασία είναι σε κάποιο βαθμό προβλέψιμη, δεδομένου ότι η χρηματοδότηση ενός οργανισμού όπως το πανεπιστήμιο μπορεί να διαφέρει από το ένα έτος στο άλλο.
39 Μολονότι οι εν λόγω οδηγίες σιωπούν ως προς το ζήτημα ποιο διάστημα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον χαρακτηρισμό ενός οργανισμού ως «αναθέτουσας αρχής», ωστόσο περιέχουν ορισμένες διατάξεις αφορώσες τη δημοσίευση περιοδικών ενδεικτικών ανακοινώσεων που μπορούν να παράσχουν χρήσιμες ενδείξεις για την απάντηση στο ερώτημα αυτό. Έτσι, τα άρθρα 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/50 και 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/36 προβλέπουν ρητώς ότι οι αναθέτουσες αρχές πρέπει να δημοσιεύουν ενδεικτικές ανακοινώσεις «το ταχύτερο δυνατόν μετά την έναρξη του οικονομικού έτους», οσάκις το συνολικό ποσό των συμβάσεων, «τις οποίες προτίθενται να συνάψουν κατά τους δώδεκα επόμενους μήνες», είναι ίσο ή μεγαλύτερο των 750 000 ECU. Συνεπώς, οι διατάξεις αυτές συνεπάγονται ότι μια αναθέτουσα αρχή διατηρεί την ιδιότητά της επί δώδεκα μήνες από την έναρξη εκάστου οικονομικού έτους.
40 Συνεπώς, ο χαρακτηρισμός ενός οργανισμού όπως το πανεπιστήμιο ως «αναθέτουσας αρχής» πρέπει να γίνεται επί ετησίας βάσεως και το οικονομικό έτος κατά το οποίο κινείται η διαδικασία συνάψεως συγκεκριμένης δημόσιας συμβάσεως πρέπει να θεωρείται ως το καταλληλότερο διάστημα για τον υπολογισμό του τρόπου χρηματοδοτήσεως του οργανισμού αυτού.
41 Υπό τις συνθήκες αυτές, οι επιταγές της ασφαλείας δικαίου και της διαφανείας επιβάλλουν να γνωρίζουν τόσο το οικείο πανεπιστήμιο όσο και οι ενδιαφερόμενοι τρίτοι, ήδη από την αρχή του οικονομικού έτους, αν οι συμβάσεις που σκοπούνται κατά τη διάρκεια του έτους αυτού εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών 92/50, 93/36 και 93/37. Επομένως, προκειμένου να χαρακτηρισθεί ένα πανεπιστήμιο «αναθέτουσα αρχή», ο υπολογισμός του τρόπου χρηματοδοτήσεώς του πρέπει να γίνεται βάσει των αριθμητικών στοιχείων που είναι διαθέσιμα στην αρχή του οικονομικού έτους, ακόμη και αν είναι στοιχεία κατά πρόβλεψη.
42 Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του τετάρτου ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν και κατά ποιον τρόπο, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι τροποποιήσεις των όρων χρηματοδοτήσεως οι οποίοι υφίσταντο κατά την ημερομηνία κινήσεως της διαδικασίας συνάψεως δημόσιας συμβάσεως, τροποποιήσεις που μπορούν να επέλθουν κατά τη διάρκεια της εν λόγω διαδικασίας.
43 Όπως υπενθύμισε το Δικαστήριο στη σκέψη 34 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Mannesmann Anlagebau Austria κ.λπ., η αρχή της ασφαλείας δικαίου επιβάλλει ένας κοινοτικός κανόνας να είναι σαφής και η εφαρμογή του να μπορεί να προβλεφθεί απ' όλους όσους αφορά. Τόσο από την επιταγή αυτή όσο και από τις επιταγές που αφορούν την προστασία των συμφερόντων των υποβαλλόντων προσφορά προκύπτει ότι ένας οργανισμός ο οποίος, κατά την ημερομηνία κινήσεως της διαδικασίας συνάψεως δημόσιας συμβάσεως, αποτελεί «αναθέτουσα αρχή» υπό την έννοια των οδηγιών 92/50, 93/36 και 93/37 εξακολουθεί, για τις ανάγκες της δημόσιας αυτής συμβάσεως, να υπόκειται στις επιταγές των οδηγιών αυτών μέχρι την περάτωση της οικείας διαδικασίας.
44 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, στο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο χαρακτηρισμός ενός οργανισμού όπως το πανεπιστήμιο ως «αναθέτουσας αρχής» πρέπει να γίνεται επί ετησίας βάσεως και ότι το οικονομικό έτος κατά το οποίο κινείται η διαδικασία συνάψεως συγκεκριμένης δημόσιας συμβάσεως πρέπει να θεωρείται ως το καταλληλότερο διάστημα για τον υπολογισμό του τρόπου χρηματοδοτήσεως του οργανισμού αυτού, νοουμένου ότι ο υπολογισμός αυτός πρέπει να γίνεται βάσει των αριθμητικών στοιχείων που είναι διαθέσιμα στην αρχή του οικονομικού έτους, ακόμη και αν είναι στοιχεία κατά πρόβλεψη. Ένας οργανισμός ο οποίος, κατά την ημερομηνία κινήσεως της διαδικασίας συνάψεως δημόσιας συμβάσεως, αποτελεί «αναθέτουσα αρχή» υπό την έννοια των οδηγιών 92/50, 93/36 και 93/37 εξακολουθεί, για τις ανάγκες της δημόσιας αυτής συμβάσεως, να υπόκειται στις επιταγές των οδηγιών αυτών μέχρι την περάτωση της οικείας διαδικασίας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
45 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η Γαλλική, η Ολλανδική και η Αυστριακή Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 21ης Ιουλίου 1998 το High Court of Justice (England & Wales), Queen's Bench Division (Divisional Court), αποφαίνεται:
1) Η έκφραση «χρηματοδοτείται (...) από [μία ή περισσότερες αναθέτουσες αρχές]» του άρθρου 1, στοιχείο β_, δεύτερο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, των οδηγιών 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών, 93/36/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών, και 93/37/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, έχει την έννοια ότι περιλαμβάνει τις επιδοτήσεις ή επιχορηγήσεις που καταβάλλονται από μία ή περισσότερες αναθέτουσες αρχές για την ενίσχυση της ερευνητικής εργασίας και τις φοιτητικές υποτροφίες που καταβάλλονται από τοπικές αρμόδιες για την εκπαίδευση αρχές σε πανεπιστήμια για την κάλυψη των διδάκτρων συγκεκριμένων φοιτητών. Δεν αποτελούν, αντιθέτως, δημόσια χρηματοδότηση υπό την έννοια των οδηγιών αυτών οι καταβολές στις οποίες προβαίνουν μία ή περισσότερες αναθέτουσες αρχές είτε στο πλαίσιο συμβάσεως παροχής υπηρεσιών περιλαμβάνουσας ερευνητικές εργασίες, είτε ως αντιπαροχή για την παροχή άλλων υπηρεσιών, όπως η παροχή γνωμοδοτήσεων ή η οργάνωση συνεδρίων.
2) Ο όρος «κατά πλειοψηφία», που χρησιμοποιείται στο άρθρο 1, στοιχείο β_, δεύτερο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, των οδηγιών 92/50, 93/36 και 93/37 σημαίνει «άνω του ημίσεος».
3) Για την ορθή εφαρμογή του ποσοστού επί τοις εκατό της δημόσιας χρηματοδοτήσεως ορισμένου οργανισμού, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των εισοδημάτων που εισπράττει, περιλαμβανομένων των προερχομένων από εμπορική δραστηριότητα.
4) Ο χαρακτηρισμός ενός οργανισμού όπως το ανεπιστήμιο του Cambridge ως «αναθέτουσας αρχής» πρέπει να γίνεται επί ετησίας βάσεως και το οικονομικό έτος κατά το οποίο κινείται η διαδικασία συνάψεως συγκεκριμένης δημόσιας συμβάσεως πρέπει να θεωρείται ως το καταλληλότερο διάστημα για τον υπολογισμό του τρόπου χρηματοδοτήσεως του οργανισμού αυτού, νοουμένου ότι ο υπολογισμός αυτός πρέπει να γίνεται βάσει των αριθμητικών στοιχείων που είναι διαθέσιμα στην αρχή του οικονομικού έτους, ακόμη και αν είναι στοιχεία κατά πρόβλεψη. Ένας οργανισμός ο οποίος, κατά την ημερομηνία κινήσεως της διαδικασίας συνάψεως δημόσιας συμβάσεως, αποτελεί «αναθέτουσα αρχή» υπό την έννοια των οδηγιών 92/50, 93/36 και 93/37 εξακολουθεί, για τις ανάγκες της δημόσιας αυτής συμβάσεως, να υπόκειται στις επιταγές των οδηγιών αυτών μέχρι την περάτωση της οικείας διαδικασίας.
Full & Egal Universal Law Academy