Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Εκτέλεση των οδηγιών - Μη αμφισβητούμενη παράβαση
[(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 169 (νυν άρθρο 226 ΕΚ)]
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-386/98,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους P. J. Kuijper, νομικό σύμβουλο, και A. Aresu, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον καθηγητή U. Leanza, προϋστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον D. Del Gaizo, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ιταλίας, 5, rue Marie-Adιlaοde,
καθής,
"που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας (EE L 307, σ. 18), και/ή παραλείποντας να ενημερώσει σχετικώς την Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Schintgen, πρόεδρο τμήματος, G. Hirsch και Β. Σκουρή (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Νοεμβρίου 1999,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 26 Οκτωβρίου 1999, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε, βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ), προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας (EE L 307, σ. 18, στο εξής: οδηγία), και/ή παραλείποντας να ενημερώσει σχετικώς την Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ.
2 Το άρθρο 18, παράγραφος 1, στοιχεία αα και γγ, της οδηγίας ορίζει ότι τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν προς αυτή το αργότερο στις 23 Νοεμβρίου 1996 ή βεβαιώνονται το αργότερο κατά την ημερομηνία αυτή ότι οι κοινωνικοί εταίροι θέτουν σε εφαρμογή κατόπιν συμφωνίας τις αναγκαίες διατάξεις, ενώ παράλληλα τα κράτη μέλη οφείλουν να λάβουν κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε να μπορούν ανά πάσα στιγμή να εγγυηθούν τα επιβαλλόμενα από την οδηγία αποτελέσματα, και ότι ενημερώνουν πάραυτα την Επιτροπή.
3 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν διαβίβασε στην Επιτροπή τις διατάξεις που θέσπισε για να συμμορφωθεί με την οδηγία.
4 Δεδομένου ότι δεν διέθετε κανένα περαιτέρω πληροφοριακό στοιχείο από το οποίο να μπορεί να συμπεράνει ότι η Ιταλική Δημοκρατία είχε θεσπίσει τις αναγκαίες προς τούτο διατάξεις, η Επιτροπή κίνησε την προβλεπόμενη στο άρθρο 169 της Συνθήκης διαδικασία οχλώντας, με έγγραφο της 30ής Μαου 1997, την Ιταλική Κυβέρνηση, προκειμένου να υποβάλει εντός προθεσμίας δύο μηνών τις παρατηρήσεις της επί του ζητήματος της προσαπτομένης παραβάσεως.
5 Με έγγραφο της 11ης Ιουλίου 1997, οι ιταλικές αρχές διαβίβασαν στην Επιτροπή τις παρατηρήσεις τους, από τις οποίες προέκυπτε ότι είχαν δρομολογηθεί τα αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωση με την οδηγία.
6 Δεδομένου ότι δεν έλαβε καμία περαιτέρω ανακοίνωση σχετικά με τη θέσπιση των εν λόγω μέτρων, η Επιτροπή απηύθυνε στην Ιταλική Δημοκρατία, με έγγραφο της 24ης Ιουνίου 1998, αιτιολογημένη γνώμη.
7 Κατά τη διάρκεια συσκέψεως που οργάνωσαν στη Ρώμη οι υπηρεσίες της Επιτροπής στις 15 και 16 Οκτωβρίου 1998, οι ιταλικές αρχές προσκόμισαν ορισμένα πληροφοριακά στοιχεία που αφορούσαν τις προκαταρκτικές εργασίες σχετικά με τη μεταφορά της οδηγίας στο ιταλικό δίκαιο.
8 Κατά την Επιτροπή, το άρθρο 46 του νομοσχεδίου 128, το οποίο αναφερόταν στην οδηγία, αποσύρθηκε, με αποτέλεσμα το οριστικό κείμενο του νόμου (του νόμου για τη μεταφορά της κοινοτικής νομοθεσίας 1995-1997 που εκδόθηκε στις 24 Απριλίου 1998 και δημοσιεύθηκε στο τακτικό παράρτημα της Gazzetta ufficiale della Repubblica italiana αριθ. 104, της 7ης Μαου 1998) να μην αναφέρει την οδηγία. Οι ιταλικές αρχές προτίμησαν να προσθέσουν μια παραπομπή στην οδηγία σε άλλο νομοσχέδιο, που αφορούσε την οργάνωση του χρόνου εργασίας.
9 Ακολούθως, απεστάλησαν στην Επιτροπή περαιτέρω πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τη φάση στην οποία βρισκόταν η διαδικασία για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική ιταλική έννομη τάξη. Ωστόσο, στην Επιτροπή δεν ανακοινώθηκε το κείμενο καμίας νομοθετικής, κανονιστικής ή διοικητικής διατάξεως που να έχει θεσπιστεί προς συμμόρφωση της Ιταλικής Δημοκρατίας με την εν λόγω οδηγία.
10 Υπό τις περιστάσεις αυτές η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
11 Η Ιταλική Δημοκρατία, καίτοι προβάλλει ότι η εθνική νομοθεσία είναι ήδη σύμφωνη με ορισμένες διατάξεις της οδηγίας και ότι στις 11 Νοεμβρίου 1997 οι κοινωνικοί εταίροι υπέγραψαν κοινή δήλωση σχετικά με την εφαρμογή της, η οποία τυγχάνει γενικευμένης εφαρμογής στον τομέα της παραγωγής, δεν αμφισβητεί την προσαπτόμενη παράβαση και υποστηρίζει ότι τελεί υπό έκδοση η κανονιστική ρύθμιση που θα διασφαλίσει την πλήρη μεταφορά της οδηγίας.
12 Συνεπώς, δεδομένου ότι η πλήρης μεταφορά της οδηγίας στην ιταλική νομοθεσία δεν πραγματοποιήθηκε εμπροθέσμως, η προσφυγή που άσκησε η Επιτροπή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη.
13 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας εμπροθέσμως τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για να συμμορφωθεί με την οδηγία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
14 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα η Ιταλική Δημοκρατία, η οποία ηττήθηκε, η Ιταλική Δημοκρατία πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας εμπροθέσμως τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για να συμμορφωθεί με την οδηγία 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
2) Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy