Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Κοινωνική πολιτική - Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο - Συνδρομή στη χρηματοδότηση προγραμμάτων επαγγελματικής καταρτίσεως - Βεβαίωση εκ μέρους των κρατών μελών της πραγματικής και της λογιστικής ακρίβειας των αιτήσεων πληρωμής του υπολοίπου - Έννοια - εριεχόμενο
(Κανονισμός 2950/83 του Συμβουλίου, άρθρα 5 § 4 και 6 § 1)
2. Κοινωνική πολιτική - Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο - Συνδρομή στη χρηματοδότηση προγραμμάτων επαγγελματικής καταρτίσεως - Έννοια των «μη επιλεξίμων δαπανών» - Απόφαση μη επιλεξιμότητας - Αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής - Η μείωση ή κατάργηση της κοινοτικής συνδρομής επηρεάζει το ποσό του υπολοίπου της εθνικής συνεισφοράς
(Κανονισμός 2950/83 του Συμβουλίου, άρθρα 1 και 6)
3. Κοινωνική πολιτική - Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο - Συνδρομή στη χρηματοδότηση προγραμμάτων επαγγελματικής καταρτίσεως - Επιστροφή, κατ' αίτηση του οικείου κράτους μέλους, ως συντηρητικό μέτρο, της εθνικής συνεισφοράς και της κοινοτικής συνδρομής - Επιτρέπεται - Εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας
4. Κοινωνική πολιτική - Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο - Συνδρομή στη χρηματοδότηση προγραμμάτων επαγγελματικής καταρτίσεως - Βεβαίωση εκ μέρους των κρατών μελών της πραγματικής και της λογιστικής ακρίβειας των αιτήσεων πληρωμής του υπολοίπου - Μεταγενέστερη επανεξέταση των εν λόγω αιτήσεων - Επιτρέπεται
(Κανονισμός 2950/83 του Συμβουλίου, άρθρο 5 § 4· απόφαση της Επιτροπής 83/673, άρθρο 7)
Περίληψη
1. Το κράτος μέλος, όταν προβαίνει, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 2950/83, για την εφαρμογή της απόφασης 83/516 για την αποστολή του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου, στη βεβαίωση των λογαριασμών τους οποίους του εμφανίζει ο δικαιούχος χρηματοδοτικής συνδρομής του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου, δεν μπορεί να αρκείται σε απλό τεχικό έλεγχο των αναληφθεισών δαπανών, αλλ' υποχρεούται αντιθέτως να βεβαιώνεται ότι οι δαπάνες ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα της αναληφθείσας ενέργειας και στις τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών στην εθνική αγορά και ότι έγινε εύλογος καταλογισμός του κόστους στο πλαίσιο μιας σύνθετης δομής. ρέπει δηλαδή να βεβαιώνεται αφενός μεν ότι οι αναληφθείσες από τον δικαιούχο της συνδρομής δαπάνες είναι «εύλογες», αφετέρου δε ότι αυτός ενήργησε στο πλαίσιο της «χρηστής δημοσιονομικής διαχειρίσεως».
άντως, την τελική απόφαση λαμβάνει, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, η Επιτροπή, η οποία και αναλαμβάνει μόνη, έναντι των δικαιούχων, τη νομική ευθύνη της αποφάσεως αυτής. Συνεπώς, επειδή η τελική απόφαση για τη χορήγηση κοινοτικής συνδρομής ανήκει αποκλειστικά στην Επιτροπή - η οποία εφαρμόζει τα ίδια κριτήρια εφ' όλων των επιχειρήσεων των διαφόρων κρατών μελών -, αποτρέπεται ο κίνδυνος διαφορετικής μεταχειρίσεως.
( βλ. σκέψεις 27, 30-32, διατακτ. 1 )
2. Όπως προκύπτει από τον κανονισμό 2950/83, για την εφαρμογή της απόφασης 83/516 για την αποστολή του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου, «μη επιλέξιμες» πρέπει να χαρακτηρίζονται όχι μόνον οι δαπάνες που δεν μπορούν να χρηματοδοτηθούν από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο δυνάμει του άρθρου 1 του κανονισμού αυτού, αλλά και όσες, καίτοι επιλέξιμες βάσει του άρθρου αυτού, δεν μπορούν, κατά το άρθρο 6 του εν λόγω κανονισμού, να ληφθούν υπόψη στην τελική εκκαθάριση, διότι η συνδρομή του Ταμείου δεν χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με τους όρους που έθετε η εγκριτική απόφαση. Στο πλαίσιο αυτό, η απόφαση των αρμοδίων αρχών του οικείου κράτους μέλους να μη βεβαιώσουν την πραγματική και λογιστική ακρίβεια μέρους των δαπανών προγράμματος επαγγελματικής καταρτίσεως που συγχρηματοδοτείται από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, με την αιτιολογία ότι είναι αδικαιολόγητες ή δυσανάλογες, πρέπει να χαρακτηρισθεί ως πρόταση προς την Επιτροπή να θεωρήσει τις δαπάνες αυτές ως μη επιλέξιμες. Γι' αυτό, η - κατόπιν αποφάσεως περί μη βεβαιώσεως της πραγματικής και λογιστικής ακρίβειας ορισμένων δαπανών - προτεινόμενη από τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους μείωση ή κατάργηση της εθνικής συνεισφοράς αποτελεί αντικείμενο της τελικής αποφάσεως της Επιτροπής, η οποία αφορά το μέρος της συνεισφοράς που αντιστοιχεί στη συνδρομή του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου. Από την τελική αυτή απόφαση της Επιτροπής περί εγκρίσεως του υπολοίπου εξαρτάται και το ποσό του υπολοίπου της εθνικής συνεισφοράς.
( βλ. σκέψεις 36, 40, 48, διατακτ. 2-3 )
3. Το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους να απαιτούν, ως συντηρητικό απλώς μέτρο, την επιστροφή της εθνικής συνεισφοράς και της συνδρομής του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου πριν η Επιτροπή εκδώσει την τελική της απόφαση περί εγκρίσεως του υπολοίπου. Η δυνατότητα των εθνικών αυτών αρχών να προβαίνουν σε τέτοια αναζήτηση εξαρτάται από το εθνικό δίκαιο.
( βλ. σκέψεις 56-57, διατακτ. 4 )
4. Η κατά το άρθρο 5, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2950/83 για την εφαρμογή της απόφασης 83/516 για την αποστολή του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου, βεβαίωση της πραγματικής και λογιστικής ακρίβειας των στοιχείων που περιέχονται στην αίτηση πληρωμής του υπολοίπου για πρόγραμμα επαγγελματικής καταρτίσεως δεν απαγορεύει σε ένα κράτος μέλος να προβαίνει σε μεταγενέστερη επανεξέταση της αιτήσεως πληρωμής του υπολοίπου και να υποβάλλει, εν ανάγκη, στην Επιτροπή αναθεωρημένη αίτηση προτείνοντας μείωση της συνδρομής. Κατά τη χρήση αυτής της ευχέρειας, οι αρμόδιες εθνικές αρχές δεν προβαίνουν σε δεύτερη βεβαίωση της πραγματικής και λογιστικής ακρίβειας, κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου, αλλ' ασκούν την εξουσία που τους παρέχει το άρθρο 7 της αποφάσεως 83/673, για την αποστολή του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου.
( βλ. σκέψεις 61-62, διατακτ. 5 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-413/98,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Supremo Tribunal Administrativo (ορτογαλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Directora-Geral do Departamento para os Assuntos do Fundo Social Europeu (DAFSE)
και
Frota Azul-Transportes e Turismo Lda,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της αποφάσεως 83/516/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Οκτωβρίου 1983, για την αποστολή του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου (ΕΕ 1983, L 289, σ. 38), του κανονισμού (ΕΟΚ) 2950/83 του Συμβουλίου, της 17ης Οκτωβρίου 1983, για την εφαρμογή της απόφασης 83/516 (ΕΕ 1983, L 289, σ. 1), και της αποφάσεως 83/673/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1983, για τη διαχείριση του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου (ΕΕ 1983, L 377, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Gulmann, πρόεδρο τμήματος, Β. Σκουρή, J.-P. Puissochet, R. Schintgen και την F. Macken (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: R. Grass
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η ορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους L. Ι. Fernandes και L. Claudino de Oliveira,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους T. Figueira και K. Simonsson,
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 13ης Ιουλίου 2000,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 27ης Οκτωβρίου 1998, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 20 Νοεμβρίου 1998, το Supremo Tribunal Administrativo υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), επτά προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της αποφάσεως 83/516/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Οκτωβρίου 1983, για την αποστολή του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου (ΕΕ 1983, L 289, σ. 38), του κανονισμού (ΕΟΚ) 2950/83 του Συμβουλίου, της 17ης Οκτωβρίου 1983, για την εφαρμογή της απόφασης 83/516 (ΕΕ 1983, L 289, σ. 1), και της αποφάσεως 83/673/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1983, για τη διαχείριση του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου (ΕΕ 1983, L 377, σ. 1).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Frota Azul-Transportes e Turismo Ldα (στο εξής: Frota Azul) και της Directora-Geral do Departamento para os Assuntos do Fundo Social Europeu (υπηρεσίας αρμόδιας για τις υποθέσεις του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου, στο εξής: DAFSE), σχετικά με την άρνηση της τελευταίας να βεβαιώσει ορισμένες αναληφθείσες από την Frota Azul δαπάνες και τη συνακόλουθη απόφασή της ν' αναζητήσει από την πρώτη τα ποσά που είχε εισπράξει χάρη στη συνδρομή του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου (στο εξής: ΕΚΤ) και του εθνικού προϋπολογισμού κοινωνικών ασφαλίσεων.
Η κοινοτική ρύθμιση
3 Το άρθρο 2 της αποφάσεως 83/516 ορίζει:
«1. Η συνδρομή του Ταμείου παρέχεται για τις ενέργειες που πραγματοποιούνται από φορείς τόσο του δημοσίου όσο και του ιδιωτικού δικαίου.
2. Τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη εγγυώνται το αίσιο πέρας των ενεργειών. άντως, η διάταξη αυτή δεν ισχύει για τις ενέργειες για τις οποίες η συνδρομή του Ταμείου καλύπτει το σύνολο των επιλέξιμων δαπανών.»
4 Το άρθρο 5, παράγραφοι 1, 2 και 5, της αποφάσεως 83/516 έχει ως εξής:
«1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των παρακάτω παραγράφων, η συνδρομή του Ταμείου ανέρχεται στο 50 % των επιλέξιμων δαπανών χωρίς, ωστόσο, να μπορεί να υπερβεί το ποσό της χρηματικής συνεισφοράς των δημόσιων αρχών του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.
2. Η συνδρομή του Ταμείου προσαυξάνεται κατά 10 % στην περίπτωση που πραγματοποιούνται ενέργειες για τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης στις περιοχές που χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερα σοβαρή και μακροχρόνια ανισότητα της απασχόλησης, τις οποίες θα καθορίσει το Συμβούλιο αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία, μετά από πρόταση της Επιτροπής.
(...)
5. Η συνδρομή του Ταμείου δεν μπορεί να οδηγήσει σε υπερχρηματοδότηση των επιλέξιμων δαπανών.»
5 Κατά το άρθρο 1 του κανονισμού 2950/83, μπορούν να τύχουν της συνδρομής του Ταμείου οι δαπάνες που προορίζονται να καλύψουν, μεταξύ άλλων, το εισόδημα όσων διανύουν περίοδο ασκήσεως σε ένα επάγγελμα, καθώς και τα έξοδα προετοιμασίας, λειτουργίας και διευθύνσεως δραστηριοτήτων επαγγελματικής καταρτίσεως.
6 Το άρθρο 5, παράγραφος 4, του ίδιου αυτού κανονισμού προβλέπει:
«Οι αιτήσεις για την προκαταβολή του υπολοίπου περιέχουν λεπτομερή έκθεση για το περιεχόμενο, τα αποτελέσματα και τις χρηματοδοτικές πλευρές της σχετικής ενέργειας. Το κράτος μέλος βεβαιώνει την πραγματική και λογιστική ακρίβεια των στοιχείων που περιέχονται στις αιτήσεις πληρωμής.»
7 Το άρθρο 6 του κανονισμού 2950/83 ορίζει:
«1. Όταν η συνδρομή του Ταμείου δεν χρησιμοποιείται σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται από την εγκριτική απόφαση, η Επιτροπή μπορεί να αναστείλει, να μειώσει ή να καταργήσει τη συνδρομή αυτή, αφού δώσει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος την ευκαιρία να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.
2. Τα καταβληθέντα ποσά που δεν χρησιμοποιήθηκαν σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται από την απόφαση έγκρισης αναζητούνται. Το ενδιαφερομένο κράτος μέλος είναι επικουρικά υπεύθυνο για την επιστροφή των ποσών που καταβλήθηκαν αχρεώστητα για ενέργειες στις οποίες εφαρμόζεται η εγγύηση την οποία αναφέρει το άρθρο 2, παράγραφος 2, της απόφασης 83/516/ΕΟΚ. Το κράτος μέλος [υποκαθιστά την Κοινότητα στα δικαιώματά της] εφόσον καταβάλλει προς αυτή τα ποσά που πρέπει να επιστραφούν από τους οικονομικά υπεύθυνους της ενέργειας.»
8 Το άρθρο 7 του ίδιου κανονισμού προβλέπει:
«1. Η Επιτροπή μπορεί να πραγματοποιεί επιτόπου ελέγχους, χωρίς αυτό να παραβλάπτει το αντίστοιχο δικαίωμα των κρατών μελών.
2. Οι έλεγχοι του περιεχομένου της αίτησης πληρωμής μπορούν να πραγματοποιηθούν με αντιπροσωπευτική δειγματοληψία. Η Επιτροπή, πριν προβεί σε έλεγχο, αποφασίζει, σε συνεννόηση με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, το ποσοστό δειγματοληψίας ανάλογα με τις υλικές και τεχνικές συνθήκες της εν λόγω ενέργειας. Εφόσον η δειγματοληψία οδηγεί σε μείωση, η μείωση αυτή εφαρμόζεται αναλογικά στο σύνολο του ποσού του οποίου ζητείται η πληρωμή και αφού το κράτος μέλος μπορέσει να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.
3. Το κράτος μέλος μεριμνά ώστε η Επιτροπή να έχει πρόσβαση στις πηγές πληροφοριών που θα της επιτρέψουν να εκτιμήσει τους στόχους και το περιεχόμενο των αιτήσεων, τη διεξαγωγή, τη χρηματοδότηση και τα αποτελέσματα των ενεργειών. Τα κράτη μέλη θέτουν στη διάθεση της Επιτροπής τα δικαιολογητικά στοιχεία της βεβαίωσης που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφοι 2 και 4.
4. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος παρέχει στην Επιτροπή την αναγκαία βοήθεια για την πραγματοποίηση του ελέγχου. Η Επιτροπή ειδοποιεί εγκαίρως το κράτος μέλος για τον έλεγχο, στον οποίο μπορούν να συμμετέχουν αντιπρόσωποι του κράτους μέλους.
5. Μετά από αίτηση της Επιτροπής και με τη σύμφωνη γνώμη του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους πραγματοποιούν ελέγχους, στους οποίους μπορούν να συμμετέχουν αντιπρόσωποι της Επιτροπής.»
9 Η απόφαση 83/673, που αφορά τη διαχείριση του ΕΚΤ, ορίζει, στο άρθρο 1, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, ότι οι αιτήσεις για πληρωμή του υπολοίπου, οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 2950/83, πρέπει να υποβάλλονται μέσω του εντύπου που εμφαίνεται στο παράρτημα 2 της εν λόγω αποφάσεως.
10 Κατά το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 2, της αποφάσεως 83/673:
«1. Οι αιτήσεις για πληρωμή πρέπει να υποβάλλονται από τα κράτη μέλη στην Επιτροπή μέσα σε δέκα μήνες μετά την ημερομηνία τερματισμού των ενεργειών. Η πληρωμή συνδρομής για την οποία υποβάλλεται αίτηση μετά την παρέλευση αυτής της προθεσμίας αποκλείεται.
2. Οι προκαταβολές πρέπει να επιστρέφονται όταν το κόστος της σχετικής ενέργειας δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με το έντυπο του παραρτήματος 2, μέσα σε τρεις μήνες μετά τη λήξη της προθεσμίας των δέκα μηνών που αναφέρεται στην παράγραφο 1.»
11 Τέλος, το άρθρο 7 της ίδιας αποφάσεως προβλέπει:
«Όταν η διαχείριση ενέργειας για την οποία χορηγήθηκε συνδρομή αποτελεί το αντικείμενο έρευνας λόγω εικαζόμενων παρατυπιών, το κράτος μέλος ειδοποιεί αμελλητί την Επιτροπή.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
12 Το 1987, η Frota Azul υπέβαλε, μαζί με άλλες επιχειρήσεις, υποψηφιότητα για να της χορηγηθεί οικονομική συνδρομή του ΕΚΤ και του εθνικού προϋπολογισμού κοινωνικών ασφαλίσεων, με σκοπό να υλοποιήσει, κατά το 1988, προγράμματα επαγγελματικής καταρτίσεως.
13 Μετά την υλοποίηση των προγραμμάτων για τα οποία είχε λάβει προηγουμένως έγκριση, η Frota Azul υπέβαλε αίτηση πληρωμής του υπολοίπου της εθνικής και της κοινοτικής ενισχύσεως.
14 Ο Γενικός Διευθυντής του DAFSE, που, ως προς τις αφορώσες το ΕΚΤ υποθέσεις, εκπροσωπεί την ορτογαλική Δημοκρατία, βεβαίωσε τις εμφανισθείσες δαπάνες και κοινοποίησε την αίτηση στο ΕΚΤ το 1989.
15 Λόγω, όμως, του μεγάλου αριθμού αιτήσεων συνδρομής του ΕΚΤ για τη χρηματοδότηση προγραμμάτων προωθουμένων από δημοσίους ή ιδιωτικούς φορείς, επί των οποίων έπρεπε να λάβει θέση, έφθασε το 1995 για να μπορέσει το DAFSE - μετά από επανεξέταση των φακέλων - να γνωστοποιήσει ότι τα ποσά που ήταν σε θέση να βεβαιώσει ήσαν κατώτερα εκείνων που είχε προηγουμένως γνωστοποιήσει στην Επιτροπή.
16 Μετά την εν λόγω επανεξέταση, το DAFSE αρνήθηκε να βεβαιώσει ορισμένες δαπάνες και αποφάσισε ότι - με την επιφύλαξη των τελικών αποφάσεων τις οποίες θα ελάμβανε η Επιτροπή επί των αιτήσεων πληρωμής του υπολοίπου - η Frota Azul όφειλε να επιστρέψει το ποσό των 3 777 465 πορτογαλικών εσκούδων (PTE), προς εκκαθάριση του υπολοίπου των ενισχύσεων του ΕΚΤ και του εθνικού προϋπολογισμού κοινωνικών ασφαλίσεων.
17 Κατά της αποφάσεως αυτής, η Frota Azul άσκησε προσφυγή ενώπιον του Tribunal Administrativo de Círculo de Lisboa (ορτογαλία), το οποίο την ακύρωσε.
18 Το εν λόγω Tribunal έκρινε, συγκεκριμένα, ότι η εκ μέρους του DAFSE βεβαίωση της πραγματικής και λογιστικής ακρίβειας δαπανών ήταν εργασία απλού τεχνικού ελέγχου, προπαρασκευαστική της τελικής αποφάσεως, για την οποία μόνη αρμόδια είναι η Επιτροπή· επομένως, το DAFSE, κρίνοντας ορισμένα ποσά μη επιλέξιμα, με γνώμονα κριτήρια ευλόγου και χρηστής δημοσιονομικής διαχειρίσεως, είχε υπερβεί τις αρμοδιότητές του.
19 Κατά της αποφάσεως αυτής, το DAFSE άσκησε αναίρεση ενώπιον του Supremo Tribunal Administrativo, το οποίο ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Υπό το καθεστώς του κανονισμού 2950/83 του Συμβουλίου, πρέπει η απόφαση του οικείου κράτους μέλους να μη βεβαιώσει την πραγματική και λογιστική ακρίβεια μέρους των δαπανών προγράμματος επαγγελματικής καταρτίσεως στο οποίο συμμετέχει το ΕΚΤ - διότι οι δαπάνες αυτές δεν αντιστοιχούν προς τις πραγματικές τιμές των αγαθών και υπηρεσιών της εθνικής αγοράς, διότι εμφανίζουν τιμές υπηρεσιών υψηλότερες από τις ορισθείσες ως μέγιστες στο οικείο κράτος μέλος, διότι καταλογίζουν υπέρογκες διοικητικές δαπάνες, διότι εμφανίζουν ποσότητες και είδη αναλωθέντων αγαθών που δεν έχουν σχέση με το πρόγραμμα ή ποσότητες μη δικαιολογούμενες για το συγκεκριμένο πρόγραμμα, ή για άλλους παρόμοιους λόγους - να χαρακτηρισθεί ως απόφαση μη επιλεξιμότητας των δαπανών ή μήπως εντάσσεται η απόφαση αυτή στο πλαίσιο της αρνητικής βεβαιώσεως της πραγματικής και λογιστικής ακρίβειας των στοιχείων που περιέχονται στην αίτηση πληρωμής, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού;
2) Αν, για τους εκτιθέμενους στο προηγούμενο ερώτημα λόγους, δεν βεβαιώθηκε μέρος ορισμένων δαπανών, η αποφασιζόμενη από το αρμόδιο εθνικό όργανο μείωση της εθνικής ενισχύσεως, κατά το στάδιο της εκκαθαρίσεως και πληρωμής του υπολοίπου, συνεπάγεται - κατά τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 4, του άρθρου 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2950/83 και του άρθρου 5, παράγραφοι 1 και 5, της αποφάσεως 83/516 - αντίστοιχη και αναλογική μείωση της κοινοτικής ενισχύσεως, ούτως ώστε να καθιστά περιττή και αλυσιτελή την εκ μέρους των κοινοτικών οργάνων επανεκτίμηση της διορθώσεως ή της πραγματικής και λογιστικής ακρίβειας των εν λόγω δαπανών και να καθιστά δυνατή ακόμη και την πλήρη συμμετοχή του ΕΚΤ στις κατ' ιδίαν δαπάνες;
3) Ομοίως, όταν - επειδή διαπιστώνει σοβαρές πλημμέλειες θίγουσες το όλο πλαίσιο εντός του οποίου εκτιμήθηκε και χορηγήθηκε η χρηματοδότηση - ένα κράτος μέλος αποφασίζει, μετά την κατά το άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 2950/83 αίτηση πληρωμής του υπολοίπου, να καταργήσει την εθνική ενίσχυση, είτε διότι δεν υλοποιήθηκε κανένα πρόγραμμα επαγγελματικής καταρτίσεως είτε διότι υπάρχει σκιώδες μόνο πρόγραμμα, παύει να υφίσταται οποιοδήποτε περιθώριο εκτιμήσεως του οργάνου διαχειρίσεως του ΕΚΤ και δεν δικαιολογείται η υπ' αυτού έκδοση τελικής αποφάσεως, διότι έχει αποτραπεί οριστικά κάθε δυνατότητα κοινοτικής συμμετοχής στο πρόγραμμα αυτό, αλλά και διότι έχει ήδη επέλθει, ακόμη και σε κοινοτικό επίπεδο, το έννομο αποτέλεσμα της "καταργήσεως της ενισχύσεως", απλώς και μόνον ως εκ της αποφάσεως αυτής του εθνικού οργάνου, σε συνδυασμό προς τον αναγκαίο και αυτοδίκαιο αποκλεισμό της, προκύπτοντα από τα παραπάνω άρθρα του κανονισμού 2950/83 και την απόφαση 83/516, καθώς και από την όλη ρύθμιση των προαναφερθεισών πράξεων κοινοτικού δικαίου, η οποία διέπει τη "συμμετοχή στη χρηματοδότηση" και τη "συνδρομή του Ταμείου", που, υπό τις παραπάνω περιστάσεις, έχουν παύσει να συντρέχουν;
4) Έχει η βεβαίωση της "πραγματικής και λογιστικής ακρίβειας των στοιχείων που περιέχονται στις αιτήσεις πληρωμής" του υπολοίπου την έννοια ότι αποκλείει πάσα κρίση για το αν οι δαπάνες αντιστοιχούν στην πραγματικότητα του εφαρμοσθέντος προγράμματος, στις τιμές των αγαθών και υπηρεσιών στην εθνική αγορά, στον εύλογο χαρακτήρα του καταλογισμού δαπανών μέσα σε μια σύνθετη δομή, και ότι πρέπει, επομένως, να περιορίζεται στον τυπικό έλεγχο του αν οι εμφανιζόμενες δαπάνες αφορούν όντως τα είδη των εγκριθεισών δαπανών, περιέχονται στα συνολικά όρια κάθε κονδυλίου και καταχωρίζονται βάσει εγγράφων τυπικώς αποδεκτών και συμφώνων προς τους ισχύοντες κανόνες της λογιστικής;
5) Η χρήση, για τις πραγματοποιηθείσες δαπάνες, ουσιαστικών κριτηρίων εκτιμήσεως - αν δηλαδή αντιστοιχούν στις πραγματικές τιμές της αγοράς, αν το διοικητικό κόστος καταλογίστηκε ορθά εντός της επιχειρήσεως που οργάνωσε την επαγγελματική κατάρτιση ή αν η ανάλωση ορισμένων ποσοτήτων υλικών ή ακόμη ορισμένων ειδών υλικών (που είναι, π.χ., δαπανηρότερα από άλλα εξ ίσου κατάλληλα) δεν είναι εύλογη για την εκτέλεση συγκεκριμένου προγράμματος επαγγελματικής καταρτίσεως - επιβάλλει αποκλειστική αρμοδιότητα των κοινοτικών οργάνων, ούτως ώστε τα κριτήρια αυτά να είναι ενιαία και να τυγχάνουν έτσι όλοι οι συναλλασσόμενοι εντός της Κοινότητας ίσης μεταχειρίσεως, με συνακόλουθο αντίκτυπο στην ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 2950/83;
6) Η κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2950/83 αποκλειστική - έναντι άλλων οργάνων - αρμοδιότητα της Επιτροπής προς αναστολή, μείωση ή κατάργηση της συνδρομής του Ταμείου συνεπιφέρει την αναστολή, μείωση ή κατάργηση της "εθνικής συνδρομής" από το εθνικό όργανο που διαχειρίζεται τις ενισχύσεις υπέρ της επαγγελματικής καταρτίσεως;
Αν το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει το αρμόδιο σε εθνικό επίπεδο όργανο να αναστέλλει, μειώνει ή καταργεί την εθνική ενίσχυση, επιφέρει η λήψη μιας τέτοιας αποφάσεως μετά την υποβολή της αιτήσεως πληρωμής του υπολοίπου άμεσα και αυτόματα αποτελέσματα επί του τμήματος που αντιστοιχεί στην κοινοτική συνεισφορά και παρέχει, περαιτέρω, στο εθνικό όργανο τη δυνατότητα να απαιτήσει την άμεση επιστροφή
- της εθνικής συνεισφοράς;
- της εθνικής και της κοινοτικής συνεισφοράς;
Ή μήπως το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει αναπόφευκτα να περιορίζεται το εθνικό όργανο στη μη βεβαίωση ορισμένων δαπανών και να αναμένει την τελική απόφαση της Επιτροπής, οπότε και μόνον θα μπορέσει να απαιτήσει την επιστροφή ποσών που έχουν ενδεχομένως προκαταβληθεί έναντι του συνολικού ποσού του προγράμματος, διότι μόνον τότε πληρούται η χρονική προϋπόθεση εκδόσεως της πράξεως, που το καθιστά κατά νόμον αρμόδιο να προβεί στην αναζήτηση ή διατάξει την επιστροφή των ποσών που χορηγήθηκαν ή καταβλήθηκαν αχρεωστήτως;
7) Μπορεί η - κατά το άρθρο 5, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2950/83 του Συμβουλίου - βεβαίωση της πραγματικής και λογιστικής ακρίβειας των στοιχείων, που περιέχονται στις αιτήσεις πληρωμής του υπολοίπου για πρόγραμμα επαγγελματικής καταρτίσεως, να συντελεσθεί εγκύρως μόνον διά της συμπληρώσεως του τμήματος 18 του υποδείγματος που περιέχεται στο παράρτημα 2 της αποφάσεως 83/673/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1983, κατά τη διαβίβαση της αιτήσεως πληρωμής του υπολοίπου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 1, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, και παράγραφοι 3 και 4, καθώς και στο άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 2, της εν λόγω αποφάσεως, ή πρόκειται για κανόνες που αφορούν απλώς διοικητικές ενδοϋπηρεσιακές, μη ουσιώδεις, διατυπώσεις, χωρίς σημασία προς τα έξω, μη αναιρούσες τη δυνατότητα του ίδιου οργάνου να προβεί μεταγενεστέρως σε βεβαίωση διαφορετική από την πρώτη, με αυτοτελές έγγραφο ή με άλλο αντίτυπο του υποδείγματος, λαμβάνοντας πάντως δεόντως υπόψη τη νομική φύση κάθε πράξεως και τηρώντας τα όρια και τις προϋποθέσεις τις οποίες ορίζει για τη σχετική τροποποίηση ο εθνικός νόμος;»
Επί του τετάρτου και του πέμπτου ερωτήματος
20 Με το τέταρτο και το πέμπτο του ερώτημα, που ενδείκνυται να συνεξετασθούν, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν η εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους βεβαίωση της πραγματικής και λογιστικής ακρίβειας των στοιχείων που περιέχονται στις αιτήσεις πληρωμής του υπολοίπου έχει, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 2950/83, την έννοια ότι περικλείει και την εκτίμησή του περί του πρόσφορου ή του βάσιμου χαρακτήρα των αναληφθεισών δαπανών.
21 Κατά την ορτογαλική Κυβέρνηση, η εν λόγω πράξη βεβαιώσεως δεν περιορίζεται σε απλό λογιστικό έλεγχο, αλλ' αντιθέτως ενέχει κρίση περί της επιλεξιμότητας ή μη επιλεξιμότητας των δαπανών που περιλαμβάνονται στην αίτηση πληρωμής, ώστε να πιστοποιεί στην Επιτροπή ότι τα στοιχεία που αυτή περιέχει είναι αληθή και σύννομα και ότι, επομένως, το πραγματικό κόστος του αναληφθέντος προγράμματος συμπίπτει με το βεβαιούμενο κόστος.
22 Την ανάλυση αυτή συμμερίζεται η Επιτροπή, η οποία υπενθυμίζει ότι οι δικαιούχοι συνδρομής του ΕΚΤ πρέπει να υπογράφουν έγγραφο αποδοχής, με το οποίο δηλώνουν ότι δεσμεύονται να χρησιμοποιήσουν τις ενισχύσεις σύμφωνα με τις εθνικές και τις κοινοτικές διατάξεις και σε συμμόρφωση προς όλα τα στοιχεία που απέβησαν κρίσιμα για την έκδοση της εγκριτικής του φακέλου τους αποφάσεως.
23 Η Επιτροπή διεκρινίζει πάντως ότι η περί βεβαιώσεως απόφαση των αρμοδίων εθνικών αρχών δεν τη δεσμεύει, ούτε προδικάζει τη δική της τελική απόφαση.
24 Συναφώς, επισημαίνεται ότι οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, λόγω της εγγύτητάς τους προς τις δικαιούχους των ενισχύσεων επιχειρήσεις, υποχρεούνται να εφαρμόζουν τα προγράμματα κοινοτικών ενισχύσεων υπό τον έλεγχο της Επιτροπής.
25 Υπ' αυτό το πρίσμα, υπενθυμίζεται κατ' αρχάς ότι, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 2950/83, οι αιτήσεις για την προκαταβολή του υπολοίπου περιέχουν λεπτομερή έκθεση για το περιεχόμενο, τα αποτελέσματα και τις χρηματοδοτικές πλευρές του οικείου προγράμματος. Ακολούθως, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, της αποφάσεως 83/516, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη οφείλουν να εγγυώνται το αίσιο πέρας των προγραμμάτων. Τέλος, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2950/83, τόσο τα κράτη μέλη όσο και η Επιτροπή μπορούν να ελέγχουν πώς χρησιμοποιείται η χορηγηθείσα χρηματοδοτική συνδρομή.
26 εραιτέρω, το άρθρο 2 του δημοσιονομικού κανονισμού, της 21ης Δεκεμβρίου 1977, εφαρμοζόμενου επί του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/002, σ. 77), ορίζει ότι «οι πιστώσεις του προϋπολογισμού πρέπει να χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές της οικονομίας και της χρηστής δημοσιονομικής διαχειρίσεως».
27 Επομένως, εν όψει του συστήματος ελέγχου του χορηγουμένου κοινοτικού δημοσίου χρήματος, το κράτος μέλος, όταν προβαίνει στη βεβαίωση των λογαριασμών τους οποίους του εμφανίζει ο δικαιούχος χρηματοδοτικής συνδρομής του ΕΚΤ, δεν μπορεί να αρκείται σε απλό τεχικό έλεγχο των αναληφθεισών δαπανών, αλλ' υποχρεούται αντιθέτως να βεβαιώνεται ότι οι δαπάνες ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα της αναληφθείσας ενέργειας και στις τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών στην εθνική αγορά και ότι έγινε εύλογος καταλογισμός του κόστους στο πλαίσιο μιας σύνθετης δομής. ρέπει δηλαδή να βεβαιώνεται αφενός μεν ότι οι αναληφθείσες από τον δικαιούχο της συνδρομής δαπάνες είναι «εύλογες», αφετέρου δε ότι αυτός ενήργησε στο πλαίσιο της «χρηστής δημοσιονομικής διαχειρίσεως».
28 Την ερμηνεία αυτή επιρρωννύει άλλωστε το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 2950/83, κατά το οποίο οι έλεγχοι μπορούν να πραγματοποιούνται με αντιπροσωπευτική δειγματοληψία. Αν η χορηγούμενη από το οικείο κράτος μέλος βεβαίωση ήταν απλός τεχνικός έλεγχος, η Επιτροπή θα ήταν αναγκασμένη να προβαίνει σε συστηματικούς ελέγχους.
29 Καθ' όσον - όπως όντως διαπιστώθηκε - η βεβαίωση της πραγματικής και λογιστικής ακρίβειας πρέπει να περιλαμβάνει και την εκτίμηση του οικείου κράτους μέλους ότι οι δαπάνες ήσαν πρόσφορες και βάσιμες, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται μήπως, στην περίπτωση αυτή, υπάρχει κίνδυνος τα κριτηρία εκτιμήσεως που εφαρμόζονται επί των διαφόρων επιχειρήσεων να ποικίλλουν από το ένα κράτος μέλος στο άλλο.
30 Συναφώς, αρκεί να λεχθεί ότι - όπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο με την απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1996, C-32/95 P, Επιτροπή κατά Lisrestal κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. Ι-5373, σκέψη 29), - ναι μεν μια απόφαση περί αναστολής, μειώσεως ή καταργήσεως κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής μπορεί ενίοτε να αντικατοπτρίζει αξιολόγηση και εκτίμηση στην οποία προβαίνουν οι αρμόδιες εθνικές αρχές, ωστόσο την τελική απόφαση λαμβάνει, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2950/83, η Επιτροπή, η οποία και αναλαμβάνει μόνη, έναντι των δικαιούχων, τη νομική ευθύνη της αποφάσεως αυτής.
31 Συνεπώς, επειδή η τελική απόφαση για τη χορήγηση κοινοτικής συνδρομής ανήκει αποκλειστικά στην Επιτροπή - η οποία εφαρμόζει τα ίδια κριτήρια εφ' όλων των επιχειρήσεων των διαφόρων κρατών μελών -, αποτρέπεται ο κίνδυνος διαφορετικής μεταχειρίσεως.
32 Επομένως, στο τέταρτο και το πέμπτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους βεβαίωση της πραγματικής και λογιστικής ακρίβειας των στοιχείων που περιέχονται στις αιτήσεις πληρωμής του υπολοίπου έχει, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 2950/83, την έννοια ότι περικλείει και την εκτίμησή του περί του πρόσφορου και του βάσιμου χαρακτήρα των αναληφθεισών δαπανών.
Επί του πρώτου ερωτήματος
33 Με το πρώτο του ερώτημα, που πρέπει να εξετασθεί δεύτερο, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν η απόφαση των αρμοδίων αρχών του οικείου κράτους μέλους να μη βεβαιώσουν την πραγματική και λογιστική ακρίβεια μέρους των δαπανών προγράμματος επαγγελματικής καταρτίσεως που συγχρηματοδοτείται από το ΕΚΤ, με την αιτιολογία ότι είναι αδικαιολόγητες ή δυσανάλογες, πρέπει να χαρακτηρισθεί ως απόφαση μη επιλεξιμότητας.
34 Κατά την ορτογαλική Κυβέρνηση, καθ' όσον το άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 2950/83 χρησιμοποιεί τον όρο «βεβαιώνει», το κράτος μέλος δεν πρέπει να αρκείται σε απλή γνωμοδότηση. Η άρνηση του DAFSE να βεβαιώσει μέρος των δαπανών συνιστά απόφαση μη επιλεξιμότητας, οπότε η Επιτροπή δεν μπορεί πλέον να αποφανθεί επί της επιλεξιμότητας των μη βεβαιωθεισών δαπανών, αλλ' οφείλει να αρκεστεί στον έλεγχο όσων έχει εγκρίνει το DAFSE.
35 Συναφώς, πρέπει κατ' αρχάς να προσδιοριστεί η έννοια των «μη επιλεξίμων δαπανών».
36 Όπως ορθώς ανέφεραν η Επιτροπή και η ορτογαλική Κυβέρνηση, από τον κανονισμό 2950/83 προκύπτει ότι πρέπει να χαρακτηρίζονται έτσι όχι μόνον οι δαπάνες που δεν μπορούν να χρηματοδοτηθούν από το ΕΚΤ δυνάμει του άρθρου 1 του κανονισμού αυτού, αλλά και όσες, καίτοι επιλέξιμες βάσει του άρθρου αυτού, δεν μπορούν, κατά το άρθρο 6 του εν λόγω κανονισμού, να ληφθούν υπόψη στην τελική εκκαθάριση, διότι η συνδρομή του ΕΚΤ δεν χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με τους όρους που έθετε η εγκριτική απόφαση.
37 Συνεπώς, μη επιλέξιμες πρέπει να θεωρούνται οι δαπάνες που δεν έγιναν δεκτές διότι η χρηματοδοτική συνδρομή δεν χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με τους όρους της εγκριτικής αποφάσεως.
38 ρέπει όμως να υπομνησθεί ότι - αντιθέτως προς ό,τι υποστήριξε η ορτογαλική Κυβέρνηση -, όπως προελέχθη στη σκέψη 30 της παρούσας αποφάσεως, μόνη αρμόδια να αναστείλει, μειώσει ή καταργήσει κοινοτική συνδρομή στο πλαίσιο του ΕΚΤ είναι η Επιτροπή.
39 Υπ' αυτές τις συνθήκες, οι δαπάνες τις οποίες έχουν κρίνει μη επιλέξιμες οι αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους μέλους καθίστανται οριστικώς μη επιλέξιμες μόνον αν το αποφασίσει η Επιτροπή. Κατά τη διενέργεια του ελέγχου της Επιτροπής, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος υποχρεούται, δυνάμει ιδίως του άρθρου 7, παράγραφος 4, του κανονισμού 2950/83, να παράσχει στην Επιτροπή την αναγκαία αρωγή, πράγμα που σημαίνει ότι αυτή μπορεί να ζητήσει από το εν λόγω κράτος εξηγήσεις σχετικά με την άρνησή του να βεβαιώσει ορισμένες δαπάνες.
40 Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η απόφαση των αρμοδίων αρχών του οικείου κράτους μέλους να μη βεβαιώσουν την πραγματική και λογιστική ακρίβεια μέρους των δαπανών προγράμματος επαγγελματικής καταρτίσεως που συγχρηματοδοτείται από το ΕΚΤ, με την αιτιολογία ότι είναι αδικαιολόγητες ή δυσανάλογες, πρέπει να χαρακτηρισθεί ως πρόταση προς την Επιτροπή να θεωρήσει τις δαπάνες αυτές ως μη επιλέξιμες.
Επί του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος, καθώς και επί του πρώτου μέρους του έκτου ερωτήματος
41 Με το δεύτερο και το τρίτο του ερώτημα, καθώς και με το πρώτο μέρος του έκτου ερωτήματος, που ενδείκνυται να εξετασθούν ως τρίτα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αφενός μεν αν η - κατόπιν αποφάσεως περί μη βεβαιώσεως της πραγματικής και λογιστικής ακρίβειας ορισμένων δαπανών - απόφαση των αρμοδίων αρχών του οικείου κράτους μέλους να μειώσουν ή να καταργήσουν την εθνική συνδρομή συνεπάγεται αντίστοιχη και αναλογική μείωση ή κατάργηση, αντιστοίχως, της κοινοτικής συνδρομής, αφετέρου δε αν η απόφαση της Επιτροπής να μειώσει ή να αναστείλει την κοινοτική συνδρομή επεκτείνει τα αποτελέσματά της και στην εθνική συνδρομή.
42 Κατά την ορτογαλική Κυβέρνηση, η τελική απόφαση επί της αιτήσεως πληρωμής του υπολοίπου ναι μεν ανήκει στην αρμοδιότητα της Επιτροπής, δεν παύει όμως να εξαρτάται από την προηγούμενη βεβαίωση, εκ μέρους του οικείου κράτους, των δαπανών που έχει εμφανίσει ο δικαιούχος χρηματοδοτικής συνδρομής. Η άρνηση του κράτους μέλους να βεβαιώσει ορισμένες δαπάνες - και, κατά συνέπεια, να διαθέσει μέρος της εθνικής συνεισφοράς - κωλύει την αντίστοιχη χρηματοδότηση από το ΕΚΤ. Και τούτο διότι, εφόσον την αποκλειστική αρμοδιότητα προς χορήγηση της εθνικής συνεισφοράς έχει το οικείο κράτος μέλος, η Επιτροπή δεν έχει την εξουσία να αναθεωρήσει την απόφασή του, ώστε να επιβάλει οικονομική επιβάρυνση στον προϋπολογισμό του.
43 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
44 Συγκεκριμένα, όπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο με τη διάταξη της 12ης Νοεμβρίου 1999, C-453/98 P, Branco κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. Ι-8037, σκέψη 88), σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2950/83, την τελική απόφαση λαμβάνει η Επιτροπή, η οποία και αναλαμβάνει μόνη, έναντι των δικαιούχων, τη νομική ευθύνη της αποφάσεως αυτής. Εξ αυτού το Δικαστήριο συνεπέρανε ότι η βεβαίωση του DAFSE δεν αποτελεί πράξη δεσμεύουσα την Επιτροπή.
45 Συνεπώς, όπως ορθώς ανέφερε η Επιτροπή, οι αρμόδιες για τις χορηγούμενες στο πλαίσιο του ΕΚΤ συνδρομές εθνικές αρχές υποβάλλουν πρόταση μειώσεως ή καταργήσεως, η οποία αφορά την εθνική συνεισφορά και, συνακόλουθα, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 5, παράγραφος 1, της αποφάσεως 83/516, την κοινοτική συνδρομή, πρόταση που αποτελεί αντικείμενο της τελικής αποφάσεως της Επιτροπής, η οποία αφορά μόνον τη συνδρομή του ΕΚΤ.
46 Κατά συνέπεια, από την τελική απόφαση της Επιτροπής περί εγκρίσεως του υπολοίπου θα εξαρτηθεί και το ποσό του υπολοίπου της εθνικής συνεισφοράς.
47 Την ερμηνεία αυτή επιρρωννύει αφενός μεν το άρθρο 7, παράγραφος 2, τελευταίο εδάφιο, του κανονισμού 2950/83, κατά το οποίο η μείωση την οποία επιφέρει, κατόπιν ελέγχου, η Επιτροπή εφαρμόζεται αναλογικά στο σύνολο του ποσού του οποίου ζητείται η πληρωμή, αφετέρου δε το άρθρο 5, παράγραφος 5, της αποφάσεως 83/516, κατά το οποίο η συνδρομή του ΕΚΤ δεν μπορεί να οδηγήσει σε υπερχρηματοδότηση των επιλεξίμων δαπανών.
48 Επομένως, στο δεύτερο και το τρίτο ερώτημα, καθώς και στο πρώτο μέρος του έκτου ερωτήματος, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η - κατόπιν αποφάσεως περί μη βεβαιώσεως της πραγματικής και λογιστικής ακρίβειας ορισμένων δαπανών - προτεινόμενη από τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους μείωση ή κατάργηση της εθνικής συνεισφοράς αποτελεί αντικείμενο της τελικής αποφάσεως της Επιτροπής, η οποία αφορά το μέρος της συνεισφοράς που αντιστοιχεί στη συνδρομή του ΕΚΤ. Από την τελική αυτή απόφαση της Επιτροπής περί εγκρίσεως του υπολοίπου θα εξαρτηθεί και το ποσό του υπολοίπου της εθνικής συνεισφοράς.
Επί του δευτέρου μέρους του έκτου ερωτήματος
49 Με το δεύτερο μέρος του έκτου ερωτήματός του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν το κοινοτικό δίκαιο εμποδίζει τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους να απαιτούν, ως συντηρητικό απλώς μέτρο, την επιστροφή της εθνικής συνεισφοράς και της συνδρομής του ΕΚΤ πριν η Επιτροπή εκδώσει την τελική της απόφαση.
50 Κατά την ορτογαλική Κυβέρνηση, εφόσον, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 2950/83, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ευθύνεται επικουρικά για τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά, δύναται - κατόπιν της αποφάσεως περί αρνήσεως βεβαιώσεως ή της τελικής αποφάσεως της Επιτροπής - να παραγγείλει την επιστροφή των ποσών αυτών.
51 Η Επιτροπή διατείνεται ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές δύνανται οριστικώς να αναζητήσουν τα αχρεωστήτως καταβληθέντα μόνο μετά την έκδοση της τελικής της αποφάσεως. άντως, και πριν από την τελική αυτή απόφαση, το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει την αναζήτηση αυτή, ως συντηρητικό μέτρο. Αυτό είναι ζήτημα του εθνικού και μόνον δικαίου κάθε κράτους μέλους.
52 Η τελευταία αυτή ερμηνεία πρέπει να γίνει δεκτή.
53 Συγκεκριμένα, όπως ελέχθη στη σκέψη 44 της παρούσας αποφάσεως, η απόφαση περί αναστολής, μειώσεως ή καταργήσεως συνδρομής του ΕΚΤ ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής.
54 Όσον αφορά την επιστροφή, ως συντηρητικό απλώς μέτρο, μέρους ή του συνόλου της χορηγηθείσας χρηματοδοτικής συνδρομής, καμμία διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν εμποδίζει τις αρμόδιες εθνικές αρχές να την απαιτήσουν.
55 Αντιθέτως, εφόσον το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 2950/83 προβλέπει ότι το κράτος μέλος ευθύνεται επικουρικά για την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, αυτό ενδέχεται να έχει έννομο συμφέρον - ιδίως σε περίπτωση κινδύνου πτωχεύσεως του δικαιούχου της χρηματοδοτικής συνδρομής - να απαιτήσει, ως συντηρητικό μέτρο, την επιστροφή τους, για ν' αποφύγει τον κίνδυνο να επιβαρυνθεί το ίδιο με αυτά αφού ληφθεί η τελική απόφαση της Επιτροπής.
56 Υπ' αυτές τις συνθήκες, η δυνατότητα των εθνικών αρχών να αναζητήσουν, ως συντηρητικό απλώς μέτρο, τα ποσά τα οποία θεωρούν ως αχρεωστήτως καταβληθέντα εξαρτάται από το εθνικό δίκαιο.
57 Επομένως, στο δεύτερο μέρος του έκτου ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους να απαιτούν, ως συντηρητικό απλώς μέτρο, την επιστροφή της εθνικής συνεισφοράς και της συνδρομής του ΕΚΤ πριν η Επιτροπή εκδώσει την τελική της απόφαση.
Επί του εβδόμου ερωτήματος
58 Με το έβδομο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν η κατά το άρθρο 5, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2950/83 βεβαίωση της πραγματικής και λογιστικής ακρίβειας των στοιχείων που περιέχονται στην αίτηση πληρωμής του υπολοίπου για πρόγραμμα επαγγελματικής καταρτίσεως απαγορεύει σε ένα κράτος μέλος να προβαίνει σε μεταγενέστερη επανεξέταση της αιτήσεως πληρωμής του υπολοίπου.
59 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 6 της αποφάσεως 83/673 προβλέπει ότι οι αιτήσεις για πληρωμή του υπολοίπου πρέπει να περιέρχονται στην Επιτροπή μέσα σε δέκα μήνες μετά την ολοκλήρωση των προγραμμάτων επαγγελματικής καταρτίσεως και ότι η πληρωμή συνδρομής, για την οποία η αίτηση υποβάλλεται μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής, αποκλείεται. Αν οι έλεγχοι περί της κανονικότητας δεν μπορούσαν να πραγματοποιηθούν παρά μόνον πριν από τη βεβαίωση της πραγματικής και λογιστικής ακρίβειας της αιτήσεως πληρωμής του υπολοίπου, θα υπήρχε το ενδεχόμενο να μη μπορεί το κράτος μέλος να υποβάλει την αίτηση αυτή στην Επιτροπή εντός της δεκάμηνης προθεσμίας, οπότε θα αποκλειόταν η πληρωμή του υπολοίπου της συνδρομής. Έτσι, ενδέχεται να είναι προς το συμφέρον του δικαιούχου της συνδρομής η βεβαίωση της πραγματικής και λογιστικής ακρίβειας της αιτήσεως πληρωμής του υπολοίπου να διαβιβάζεται στην Επιτροπή πριν από τη διενέργεια ή πριν από την ολοκλήρωση του ελέγχου κανονικότητας (βλ. προαναφερθείσα διάταξη Branco κατά Επιτροπής, σκέψη 77).
60 Υπ' αυτές τις συνθήκες, τίποτε δεν εμποδίζει τις αρμόδιες εθνικές αρχές να ελέγχουν, μετά τη βεβαίωση της πραγματικής και λογιστικής ακρίβειας της αιτήσεως πληρωμής του υπολοίπου, την ακρίβεια των περιεχομένων στην εν λόγω αίτηση στοιχείων (βλ., στην ίδια κατεύθυνση, προαναφερθείσα διάταξη Branco κατά Επιτροπής, σκέψη 78).
61 Κατά την άσκηση του ελέγχου αυτού, οι αρμόδιες εθνικές αρχές δεν προβαίνουν σε δεύτερη βεβαίωση της πραγματικής και λογιστικής ακρίβειας, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2950/83, αλλ' ασκούν την εξουσία που τους παρέχει το άρθρο 7 της αποφάσεως 83/673.
62 Επομένως, στο έβδομο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η κατά το άρθρο 5, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2950/83 βεβαίωση της πραγματικής και λογιστικής ακρίβειας των στοιχείων που περιέχονται στην αίτηση πληρωμής του υπολοίπου για πρόγραμμα επαγγελματικής καταρτίσεως δεν απαγορεύει σε ένα κράτος μέλος να προβαίνει σε μεταγενέστερη επανεξέταση της αιτήσεως πληρωμής του υπολοίπου και να υποβάλλει, εν ανάγκη, στην Επιτροπή αναθεωρημένη αίτηση προτείνοντας μείωση της συνδρομής.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
63 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η ορτογαλική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 27ης Οκτωβρίου 1998 το Supremo Tribunal Administrativo, αποφαίνεται:
1) Η εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους βεβαίωση της πραγματικής και λογιστικής ακρίβειας των στοιχείων που περιέχονται στις αιτήσεις πληρωμής του υπολοίπου έχει, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2950/83 του Συμβουλίου, της 17ης Οκτωβρίου 1983, για την εφαρμογή της απόφασης 83/516/ΕΟΚ για την αποστολή του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου, την έννοια ότι περικλείει και την εκτίμησή του περί του πρόσφορου και του βάσιμου χαρακτήρα των αναληφθεισών δαπανών.
2) Η απόφαση των αρμοδίων αρχών του οικείου κράτους μέλους να μη βεβαιώσουν την πραγματική και λογιστική ακρίβεια μέρους των δαπανών προγράμματος επαγγελματικής καταρτίσεως που συγχρηματοδοτείται από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, με την αιτιολογία ότι είναι αδικαιολόγητες ή δυσανάλογες, πρέπει να χαρακτηρισθεί ως πρόταση προς την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να θεωρήσει τις δαπάνες αυτές ως μη επιλέξιμες.
3) Η - κατόπιν αποφάσεως περί μη βεβαιώσεως της πραγματικής και λογιστικής ακρίβειας ορισμένων δαπανών - προτεινόμενη από τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους μείωση ή κατάργηση της εθνικής συνεισφοράς αποτελεί αντικείμενο της τελικής αποφάσεως της Επιτροπής, η οποία αφορά το μέρος της συνεισφοράς που αντιστοιχεί στη συνδρομή του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου. Από την τελική αυτή απόφαση της Επιτροπής περί εγκρίσεως του υπολοίπου εξαρτάται και το ποσό του υπολοίπου της εθνικής συνεισφοράς.
4) Το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους να απαιτούν, ως συντηρητικό απλώς μέτρο, την επιστροφή της εθνικής συνεισφοράς και της συνδρομής του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου πριν η Επιτροπή εκδώσει την τελική της απόφαση.
5) Η κατά το άρθρο 5, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2950/83 βεβαίωση της πραγματικής και λογιστικής ακρίβειας των στοιχείων που περιέχονται στην αίτηση πληρωμής του υπολοίπου για πρόγραμμα επαγγελματικής καταρτίσεως δεν απαγορεύει σε ένα κράτος μέλος να προβαίνει σε μεταγενέστερη επανεξέταση της αιτήσεως πληρωμής του υπολοίπου και να υποβάλλει, εν ανάγκη, στην Επιτροπή αναθεωρημένη αίτηση προτείνοντας μείωση της συνδρομής.
Full & Egal Universal Law Academy