Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Διαδικασία - ροσφυγή στο Δικαστήριο βάσει ρήτρας διαιτησίας - Σύμβαση παρέχουσα χρηματοδοτική ενίσχυση για την πραγματοποίηση ενός σχεδίου στον τομέα της ενέργειας - Δικαίωμα επιστροφής καταβληθείσας προκαταβολής, πλέον τόκων υπερημερίας
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 181 (νυν άρθρο 238 ΕΚ)]
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-416/98,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους R. B. Wainwright και O. Couvert-Castéra, επικουρουμένους από τη Μ. Μπρα, avocat, και την Κ. Καπουτζίδου, δικηγόρο, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
ενάγουσα,
κατά
της εταιρίας Νέα Ενεργειακή Τεχνολογία ΕΕ, με έδρα την Αθήνα, εκπροσωπουμένης από τον Γ. απαχαραλάμπους, δικηγόρο,
εναγομένης,
που έχει ως αντικείμενο αγωγή ασκηθείσα από την Επιτροπή βάσει του άρθρου 181 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 238 ΕΚ) με αίτημα την επιστροφή προκαταβολής που αυτή χορήγησε στην εναγομένη στο πλαίσιο συμβάσεως αφορώσας την πραγματοποίηση και την επίδειξη λειτουργίας ενός πιλοτικού προγράμματος αιολικής ενέργειας, υπό τον τίτλο «Νήσος Κέα», που προέβλεπε την εγκατάσταση ανεμογεννήτριας σε ελληνικό νησί,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από την N. Colneric, πρόεδρο τμήματος, και τους Β. Σκουρή (εισηγητή) και J. N. Cunha Rodrigues, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Léger
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 8ης Μαρτίου 2001, κατά την οποία η Επιτροπή εκπροσωπήθηκε από τον . αναγιωτόπουλο, επικουρούμενο από τη δικηγόρο Μ. Μπρα, και η Νέα Ενεργειακή Τεχνολογία ΕΕ από τον δικηγόρο Γ. απαχαραλάμπους,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 31ης Μα_ου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Νοεμβρίου 1998 και επέδωσε στην εναγομένη στις 11 Δεκεμβρίου 1998, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει ρήτρας διαιτησίας συνομολογηθείσας βάσει του άρθρου 181 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 238 ΕΚ), αγωγή με την οποία ζητεί να υποχρεωθεί η εταιρία Νέα Ενεργειακή Τεχνολογία ΕΕ (στο εξής: ΝΕΤ) να της επιστρέψει το ποσό των 13 800 000 δραχμών (GRD) πλέον συμβατικών τόκων 24 382 218 GRD, ήτοι συνολικώς το ποσό των 38 182 218 GRD, πλέον τόκων υπερημερίας οφειλομένων βάσει της ελληνικής νομοθεσίας από της επιδόσεως της παρούσας αγωγής στη ΝΕΤ, τούτο δε μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως της οφειλής της τελευταίας αυτής ή, τουλάχιστον, τόκων υπολογιζομένων βάσει του επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (στο εξής: ΕΤΕπ), για την περίοδο από της καταθέσεως της παρούσας αγωγής μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως της οφειλής εκ μέρους της ΝΕΤ.
Το νομικό πλαίσιο και τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς
2 Η ΝΕΤ είναι μια εταιρία περιορισμένης ευθύνης ελληνικού δικαίου, ο σκοπός της οποίας συνίσταται στη μελέτη και κατασκευή συστημάτων εναλλακτικής ενέργειας, καθώς και στη συμμετοχή της σε διαγωνισμούς του Δημοσίου.
3 Το 1985 η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, εκπροσωπούμενη από την Επιτροπή, συνήψε με τη ΝΕΤ τη σύμβαση επιδοτήσεως υπ' αριθ. WE 131/83 και WE 72/84 (στο εξής: σύμβαση), καταρτισθείσα στην αγγλική γλώσσα και υπογραφείσα τελικώς από την Επιτροπή στις 15 Ιουλίου 1985. Η σύμβαση συνήφθη στο πλαίσιο των δράσεων που προβλέπονται στους κανονισμούς (ΕΟΚ) 1972/83 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 1983, για τη χορήγηση χρηματοδοτικής ενίσχυσης σε προγράμματα επίδειξης στους τομείς της εκμετάλλευσης εναλλακτικών ενεργειακών πηγών, της εξοικονόμησης ενέργειας και της υποκατάστασης των υδρογονανθράκων (ΕΕ L 195, σ. 6), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2126/84 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1984 (ΕΕ L 196, σ. 4), και 1971/83 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 1983, για τη χορήγηση χρηματοδοτικής ενίσχυσης σε προγράμματα πρότυπων βιομηχανικών εγκαταστάσεων και σε προγράμματα επίδειξης στον τομέα της υγροποίησης και αεριοποίησης της στερεών καυσίμων (ΕΕ L 195, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2125/84 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1984 (ΕΕ L 196, σ. 3).
Η σύμβαση
4 Σύμφωνα με το άρθρο 1 και το παράρτημα Ι, τμήμα Α, σημείο 1, της συμβάσεως, η ΝΕΤ ανέλαβε, έναντι χορηγήσεως χρηματοδοτικής ενισχύσεως εκ μέρους της Επιτροπής, την υλοποίηση σχεδίου υπό τον τίτλο «Νήσος Κέα», που είχε ως αντικείμενο την εγκατάσταση ανεμογεννήτριας ισχύος 300 kW σε ελληνικό νησί, την επίδειξη της λειτουργίας του συστήματος αυτού επί διετία και την εν συνεχεία παράδοσή του στους χρήστες.
5 Σύμφωνα με το άρθρο 3 της συμβάσεως, η χορηγούμενη από την Κοινότητα χρηματοδοτική ενίσχυση καθορίστηκε στο 40 % των πραγματικών δαπανών του σχεδίου, τις οποίες θα ήλεγχε και θα ενέκρινε η Επιτροπή, άνευ φόρου προστιθεμένης αξίας, με ανώτατο όριο το ποσό των 46 000 000 GRD.
6 Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα εκτελέσεως του σχεδίου που περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι, τμήμα Α, σημείο 2, της συμβάσεως, η κατασκευή της ανεμογεννήτριας έπρεπε να αρχίσει την 1η Ιουνίου 1985 και να περατωθεί μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1986, οπότε και θα έπρεπε να αρχίσει η επίδειξη της λειτουργίας του συστήματος. Δεδομένου ότι η επίδειξη αυτή είχε προβλεφθεί για χρονικό διάστημα δύο ετών, το σχέδιο έπρεπε να παραδοθεί για εμπορική εκμετάλλευση την 1η Απριλίου 1988.
7 Το παράρτημα ΙΙ, τμήμα Ι, της συμβάσεως, που τιτλοφορείται «Μέθοδος πληρωμής», προβλέπει στην παράγραφο 1, στοιχείο a, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, ότι, εντός τριάντα ημερών από της υπογραφής της συμβάσεως, η Επιτροπή όφειλε να καταβάλει στη ΝΕΤ προκαταβολή ύψους 13 800 000 GRD, αντιστοιχούσα στο 30 % του μέγιστου ποσού χρηματοδοτικής ενισχύσεως που εχορηγείτο στο εν λόγω σχέδιο ανεμογεννήτριας. Σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη, η εν λόγω προκαταβολή, καθώς και όλοι οι παραχθέντες τόκοι, έπρεπε να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για την υλοποίηση του εν λόγω σχεδίου.
8 Επιπλέον, το παράρτημα ΙΙ, τμήμα Ι, παράγραφος 1, στοιχείο c, δεύτερο εδάφιο, της συμβάσεως ορίζει ότι τα καταβαλλόμενα ως χρηματοδοτική ενίσχυση ποσά δεν θα περιέλθουν οριστικά στον αντισυμβαλλόμενο παρά μόνον όταν θα έχουν εγκριθεί η τελική έκθεση και η κατάσταση των δαπανών.
9 Σύμφωνα με το άρθρο 8 της συμβάσεως:
«Σε περίπτωση μη εκπληρώσεως εκ μέρους ενός των αντισυμβαλλομένων μιας των υποχρεώσεων που αυτός υπέχει από την παρούσα σύμβαση, η Επιτροπή μπορεί να του απευθύνει όχληση, επιδιδόμενη με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής. Εφόσον δεν επακολουθήσει εκτέλεση της συμβάσεως εντός προθεσμίας ενός μήνα, η Επιτροπή μπορεί να υπαναχωρήσει της συμβάσεως άνευ άλλης διαδικασίας. Η σύμβαση μπορεί επίσης να καταγγελθεί στην περίπτωση κατά την οποία το συμβαλλόμενο μέρος προέβη, προκειμένου να λάβει την οικονομική ενίσχυση, σε ψευδείς δηλώσεις, στο μέτρο που αυτές μπορούν να του καταλογιστούν. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις αυτές, τα καταβληθέντα ως οικονομική ενίσχυση ποσά πρέπει να επιστραφούν αμέσως από τον αντισυμβαλλόμενο στην Επιτροπή, πλέον τόκων υπολογιζομένων από τη λήξη της προθεσμίας του ενός μήνα που προβλέπεται ανωτέρω. Το επιτόκιο είναι εκείνο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, που ίσχυε κατά την ημερομηνία της αποφάσεως της Επιτροπής για την επιδότηση του συγκεκριμένου σχεδίου.»
10 Επιπλέον, το άρθρο 9 της συμβάσεως ορίζει τα εξής:
«Η παρούσα σύμβαση μπορεί να λυθεί από αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη [με καταγγελία] δύο μηνών, εάν στερείται αντικειμένου η συνέχιση του προγράμματος υλοποίησης που ορίζεται στο παράρτημα Ι, παραδείγματος χάρη λόγω προβλέψεως τεχνικών ή οικονομικών δυσχερειών όσον αφορά το σχέδιο [ή] επειδή η εκτιμηθείσα δαπάνη για το σχέδιο έχει κατά πολύ ξεπεραστεί. Σ' αυτή την περίπτωση, η Επιτροπή μπορεί να απαιτήσει πλήρη ή μερική επιστροφή των καταβληθέντων ποσών χρηματοδότησης, πλέον τόκων από την ημέρα της λύσεως της συμβάσεως, αν το πρόγραμμα, στο μέτρο κατά το οποίο έχει πραγματοποιηθεί, απέδωσε αποτελέσματα των οποίων μπορεί να γίνει εμπορική εκμετάλλευση. Το επιτόκιο είναι εκείνο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων που ίσχυε κατά την ημερομηνία της αποφάσεως της Επιτροπής για την επιδότηση του σχεδίου. Η επιστροφή πρέπει να πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τις παραγράφους 2.1 και 2.2 του παραρτήματος ΙΙ.»
11 Σύμφωνα με το άρθρο 13 της συμβάσεως, το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι αποκλειστικά αρμόδιο για την επίλυση όλων των διαφορών που αφορούν το κύρος, την ερμηνεία και την εφαρμογή της συμβάσεως αυτής. Το άρθρο 14 της συμβάσεως ορίζει ότι εφαρμοστέο δίκαιο είναι το ελληνικό.
Οι σχετικές διατάξεις του ελληνικού δικαίου
12 Το άρθρο 147 του ελληνικού αστικού κώδικα (στο εξής: ΑΚ) προβλέπει τα εξής:
«Όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βούλησης έχει δικαίωμα να ζητήσει να ακυρωθεί η δικαιοπραξία. Αν η δήλωση απευθύνεται σε άλλον και η απάτη έγινε από τρίτο, η ακύρωση μπορεί να ζητηθεί μόνον εφόσον εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση ή τρίτος που απέκτησε αμέσως δικαίωμα από αυτή γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την απάτη.»
13 Κατά το άρθρο 154 ΑΚ:
«Η ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής επέρχεται με δικαστική απόφαση. Την ακύρωση έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν μόνον αυτός που πλανήθηκε ή απατήθηκε ή απειλήθηκε και οι κληρονόμοι τους.»
14 Το άρθρο 155 ΑΚ έχει ως εξής:
«Η αγωγή για ακύρωση απευθύνεται κατά του άλλου συμβαλλομένου· αν πρόκειται για μονομερή δικαιοπραξία, απευθύνεται κατά εκείνου που αντλεί άμεσα από αυτήν έννομο συμφέρον.»
15 Το άρθρο 157 ΑΚ ορίζει τα εξής:
«Όταν περάσουν δύο χρόνια από τη δικαιοπραξία επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος για ακύρωση. Αν η πλάνη ή η απάτη ή η απειλή εξακολούθησαν και μετά τη δικαιοπραξία, η διετία αρχίζει από τότε που πέρασε η κατάσταση αυτή. Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται ακύρωση όταν περάσουν είκοσι χρόνια από τη δικαιοπραξία.»
16 Το άρθρο 340 ΑΚ προβλέπει τα εξής:
«Ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος, αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή.»
17 Το άρθρο 345 ΑΚ έχει ως εξής:
«Όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή, ο δανειστής σε περίπτωση υπερημερίας έχει δικαίωμα να απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας που ορίζεται από τον νόμο ή με δικαιοπραξία χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ζημία. Ο δανειστής, αν αποδείξει και άλλη θετική ζημία, εφόσον στον νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά, έχει δικαίωμα να απαιτήσει και αυτήν.»
18 Το άρθρο 346 ΑΚ ορίζει τα εξής:
«Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος.»
Τα πραγματικά περιστατικά
19 Σύμφωνα με τις διατάξεις της συμβάσεως, η Επιτροπή κατέβαλε στις 16 Ιουλίου 1985 προκαταβολή ύψους 13 800 000 GRD στη ΝΕΤ. Κανένα από τα στάδια υλοποιήσεως του προβλεπομένου στη σύμβαση σχεδίου, όπως αυτά προσδιορίζονται στο παράρτημα Ι της εν λόγω συμβάσεως, δεν τέθηκε σε εφαρμογή.
20 Από της ημερομηνίας της εκ μέρους της Επιτροπής υπογραφής της συμβάσεως και μέχρι το 1988, η Επιτροπή ζήτησε επανειλημμένα από τη ΝΕΤ να αρχίσει τις προβλεπόμενες εργασίες. Η ΝΕΤ διαβεβαίωνε για το επικείμενο των εργασιών.
21 Με επιστολή της 28ης Νοεμβρίου 1988, η Επιτροπή διαμαρτυρήθηκε εκ νέου για την καθυστέρηση έναρξης του έργου και κάλεσε τη ΝΕΤ να της κοινοποιήσει, μέχρι τις 15 Δεκεμβρίου 1988, αντίγραφο των απαραίτητων για την κατασκευή του έργου αδειών, οι οποίες έπρεπε να χορηγηθούν από τις ελληνικές αρχές, καθώς και έκθεση σχετικά με την πρόοδο των εργασιών.
22 Η Επιτροπή, δεδομένου ότι δεν της κοινοποιήθηκε κανένα στοιχείο, ειδοποίησε τη ΝΕΤ, με έγγραφο της 22ας Φεβρουαρίου 1989, ότι αποφάσισε να εφαρμόσει το άρθρο 8 της συμβάσεως και ότι, κατά συνέπεια, της έτασσε προθεσμία ενός μήνα για να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις της· άλλως, η σύμβαση θα ελύετο χωρίς άλλη διατύπωση.
23 Μετά την πάροδο της προθεσμίας του ενός μήνα, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 17 Μα_ου 1989, ένταλμα εισπράξεως. Δεδομένου ότι το ένταλμα αυτό δεν εκτελέστηκε, η Επιτροπή κάλεσε, με συστημένη επιστολή της 23ης Ιανουαρίου 1990, τη ΝΕΤ να εξοφλήσει την οφειλή της εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών.
24 Με επιστολή της 26ης Ιουνίου 1989, η ΝΕΤ απάντησε στο από 22 Φεβρουαρίου 1989 έγγραφο της Επιτροπής, αναγνωρίζοντας ότι το σχέδιο δεν είχε πραγματοποιηθεί. Η ΝΕΤ προέβαλε συναφώς την αποτυχία των διαπραγματεύσεών της με τη Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού και τον δήμο Νάξου, την αθέτηση των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει έναντι της ΝΕΤ ο ειραματικός Σταθμός Αξιοποίησης Ήπιων και Ανανεωσίμων ηγών Ενέργειας στον δήμο Απειράνθου, καθώς και την ακύρωση από τη δανική εταιρία Danish Wind Technology, η οποία θα κατασκεύαζε και θα προμήθευε ενδεχομένως την ανεμογεννήτρια, της συμβάσεως με την οποία η εν λόγω εταιρία αντιπροσωπευόταν στην Ελλάδα από τη ΝΕΤ.
25 Η ΝΕΤ ανέφερε επίσης στην επιστολή αυτή ότι είχε δαπανήσει τμήμα της χορηγηθείσας από την Επιτροπή προκαταβολής. ροέβαλε συναφώς την πραγματοποίηση πολλών ταξιδίων από τον διαχειριστή της, τον . Φρέρη (ο οποίος υπέγραψε και την εν λόγω επιστολή), στη Νάξο και στη Δανία για την εξασφάλιση, αντίστοιχα, κατάλληλης τοποθεσίας εγκαταστάσεως και χρηματοδοτήσεως του σχεδίου.
26 Επιπλέον, με την ίδια πάντα επιστολή, η ΝΕΤ πληροφόρησε την Επιτροπή ότι, μετά την αφαίρεση των δαπανών τις οποίες πραγματοποίησε στο πλαίσιο των προσπαθειών της για την έναρξη του σχεδίου, το απομένον από την προκαταβολή ποσό ανερχόταν σε 10 000 000 GRD, ποσό το οποίο ήταν πρόθυμη να επιστρέψει. Η ΝΕΤ πρότεινε επίσης στην Επιτροπή να περιορίσει τις απαιτήσεις της στο εν λόγω ποσό των 10 000 000 GRD, λαμβάνοντας υπόψη τα έξοδα στα οποία αυτή είχε υποβληθεί, καθόσον δεν διέθετε άλλους χρηματικούς πόρους και αποθεματικά.
27 Με συμπληρωματική επιστολή της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, η ΝΕΤ ζήτησε εκ νέου από την Επιτροπή να λάβει υπόψη τα σημαντικά έξοδα στα οποία είχε υποβληθεί για δαπάνες γραφείου, ταξιδίων, μελετών κ.λπ. και να εφαρμόσει, για τη λήξη της συμβάσεως, αντί του άρθρου 8, το άρθρο 9 αυτής, εγκρίνοντας συγχρόνως και τις εν λόγω δαπάνες.
28 Η Επιτροπή δέχθηκε την πρόταση της ΝΕΤ και ενέκρινε, μετά από έλεγχο, δαπάνες ανερχόμενες στο ποσό των 11 703 963 GRD. Συναφώς, εξέδωσε στις 27 Μαρτίου 1990 νέο ένταλμα εισπράξεως για ποσό 9 257 051 GRD, πλέον του ποσού των 241 500 GRD που αντιστοιχούσε στους τραπεζικούς τόκους, ήτοι για συνολικό ποσό 9 498 551 GRD. Καθόρισε επίσης προθεσμία πληρωμής του τελευταίου αυτού ποσού λήγουσα στις 15 Μα_ου 1990.
29 Δεδομένου ότι η ΝΕΤ δεν κατέβαλε το ποσό των 9 498 551 GRD εντός της προθεσμίας αυτής, η Επιτροπή ζήτησε κατ' επανάληψη, με αλλεπάλληλες οχλήσεις, την εξόφληση της οφειλής αυτής, ιδίως με έγγραφα της 30ής Ιουλίου 1990 και της 10ης Οκτωβρίου 1990, της 17ης Μαρτίου 1993, της 2ας Αυγούστου 1993 και της 3ης Νοεμβρίου 1993. Η ΝΕΤ, με επιστολή της 27ης Μαρτίου 1990, απάντησε στο από 27 Μαρτίου 1990 έγγραφο της Επιτροπής, υποστηρίζοντας ότι, λόγω οικονομικών δυσχερειών, δεν ήταν σε θέση να εξοφλήσει το χρέος της και ζητώντας να της χορηγηθεί συμπληρωματική προθεσμία μέχρι το τέλος του 1991. Με επιστολή της 11ης Αυγούστου 1993, η ΝΕΤ επικαλέστηκε εκ νέου τις οικονομικές δυσχέρειές της και ζήτησε να της δοθεί μια παράταση πληρωμής και η δυνατότητα διακανονισμού του χρέους της.
30 Με εξώδικο δήλωση, πρόσκληση και διαμαρτυρία της 31ης Μαρτίου 1998, η οποία κοινοποιήθηκε στη ΝΕΤ με δικαστικό επιμελητή, η Επιτροπή απαίτησε εκ νέου από αυτήν την εξόφληση της οφειλής της, όπως της επέβαλλαν οι όροι της συμβάσεως.
31 Με εξώδικο απάντηση-δήλωση της 29ης Μα_ου 1998, η οποία επίσης κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή με δικαστικό επιμελητή, η ΝΕΤ επανέλαβε την επιχειρηματολογία της σχετικά με τη δυσχέρεια επιχορήγησης του προβλεπομένου στη σύμβαση προγράμματος από εθνικούς πόρους, τα προβλήματα που συνδέονταν με την προμήθεια της ανεμογεννήτριας και τις αντιδράσεις του δημοτικού συμβουλίου του δήμου Νάξου. Επιπλέον, η ΝΕΤ πληροφόρησε την Επιτροπή ότι τελούσε από μακρού χρόνου υπό εκκαθάριση και ζήτησε νέο διακανονισμό του χρέους της, προτείνοντας στην Επιτροπή να δεχθεί την επιστροφή ποσού 4 000 000 GRD ατόκως και με δόσεις.
Τα αιτήματα των διαδίκων
32 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
- να υποχρεώσει τη ΝΕΤ να της καταβάλει το σύνολο της χρηματοδότησης που εισέπραξε από την Κοινότητα, ακύρου θεωρουμένου του διακανονισμού που αποδέχθηκε η Επιτροπή, ως επιτευχθέντος με απατηλά μέσα, ήτοι να υποχρεώσει τη ΝΕΤ να καταβάλει το συνολικό ποσό της κύριας οφειλής εκ 13 800 000 GRD, συν τους τόκους οι οποίοι κατά τα προβλεπόμενα από τη σύμβαση ανέρχονται μέχρι της επιδόσεως της παρούσας αγωγής στο ποσό των 24 382 218 GRD, ήτοι εν συνόλω το ποσό των 38 182 218 GRD, και επιπλέον τους νόμιμους τόκους υπερημερίας κατά την ελληνική νομοθεσία από της επιδόσεως στην εναγόμενη της παρούσας αγωγής, τούτο δε μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως της οφειλής της, ή έστω τους τόκους με βάση το επιτόκιο της ΕΤΕπ, για την περίοδο από της καταθέσεως της παρούσας αγωγής μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως της οφειλής εκ μέρους της ΝΕΤ,
- επικουρικώς, να υποχρεώσει τη ΝΕΤ να της καταβάλει το ποσό που προκύπτει από τον διαλαμβανόμενο στη σκέψη 28 της παρούσας αποφάσεως διακανονισμό, ήτοι 9 498 551 GRD, και τους επί του κυρίου ποσού (9 257 051 GRD) οφειλόμενους τόκους, οι οποίοι κατά τα προβλεπόμενα από τη σύμβαση ανέρχονται μέχρι της επιδόσεως της παρούσας αγωγής στο ποσό των 14 643 006 GRD, ήτοι εν συνόλω το ποσό των 24 141 557 GRD, καθώς επίσης και τους προβλεπόμενους από την ελληνική νομοθεσία νόμιμους τόκους, από της επιδόσεως της παρούσας αγωγής μέχρι της ολοσχερούς εξοφλήσεως της οφειλής της εναγομένης, ή έστω τους τόκους με βάση το επιτόκιο της ΕΤΕπ, για την περίοδο από της καταθέσεως της παρούσας αγωγής μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως της οφειλής εκ μέρους της εναγομένης,
- να καταδικάσει και στις δύο περιπτώσεις τη ΝΕΤ στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της Επιτροπής, μετά της αμοιβής των πληρεξουσίων της δικηγόρων.
33 Η ΝΕΤ ζητεί από το Δικαστήριο:
- να απορρίψει την αγωγή εξ ολοκλήρου,
- όλως επικουρικώς, να την υποχρεώσει να καταβάλει στην Επιτροπή το ποσό των 3 986 515 GRD, ατόκως,
- να καταδικάσει την Επιτροπή στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της ΝΕΤ και των πληρεξουσίων δικηγόρων της.
Επί του κυρίου αιτήματος της Επιτροπής
34 Η Επιτροπή τονίζει κατ' αρχάς ότι από τον συνδυασμό, αφενός, των άρθρων 8 και 9 της συμβάσεως και, αφετέρου, του παραρτήματός της ΙΙ, τμήμα Ι, παράγραφος 1, στοιχείο c, δεύτερο εδάφιο, προκύπτει ότι ο αντισυμβαλλόμενος πρέπει να φέρει την ευθύνη και τον κίνδυνο της εκτέλεσης του προγράμματος εξ ολοκλήρου και ότι δεν δικαιούται να κρατήσει την επιδότηση σε περίπτωση που το πρόγραμμα αποτύχει, έστω και αν δεν είναι υπεύθυνος για την αποτυχία αυτή. Μόνον η διάταξη του άρθρου 9 της συμβάσεως επιτρέπει στην Επιτροπή να απαιτήσει μερική επιστροφή των ήδη χορηγηθέντων ποσών της επιδότησης, εγκρίνοντας τις μέχρι τη λύση της συμβάσεως πραγματοποιηθείσες δαπάνες.
35 Κατά την Επιτροπή, η ΝΕΤ, στην αλληλογραφία της με αυτήν, αναγνώρισε ότι το πρόγραμμα για το οποίο είχε δεχθεί τη χρηματοδοτική ενίσχυση της Κοινότητας είχε προ πολλού αποτύχει. Συνεπώς, η Κοινότητα έχει δικαίωμα, καταγγέλλοντας τη σύμβαση κατ' εφαρμογήν του άρθρου της 8 και κοινοποιώντας, σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο αυτό διαδικασία, την εν λόγω καταγγελία στη ΝΕΤ, να αξιώσει την επιστροφή της ήδη καταβληθείσας στη ΝΕΤ προκαταβολής, τούτο δε ανεξάρτητα από το αν υπάρχει ή όχι υπαιτιότητα της ΝΕΤ (απόφαση της 8ης Απριλίου 1992, C-209/90, Επιτροπή κατά Feilhauer, Συλλογή 1992, σ. Ι-2613).
36 Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι είχε, αφενός, αποδεχθεί την πρόταση διακανονισμού της ΝΕΤ και, αφετέρου, συμφωνήσει να λυθεί η σύμβαση με βάση το άρθρο 9 αυτής και να μειωθεί κατά συνέπεια η απαίτηση της Επιτροπής στο ύψος των 9 498 551 GRD, λαμβάνοντας υπόψη τις δαπάνες που η ΝΕΤ ισχυριζόταν ότι είχε πραγματοποιήσει.
37 Η Επιτροπή όμως είχε αποδεχθεί την ως άνω πρόταση διακανονισμού της ΝΕΤ, αφενός, με βάση τις διαβεβαιώσεις της τελευταίας ότι είχε στη διάθεσή της το ποσό των 10 000 000 GRD - το οποίο αντιστοιχούσε στο υπόλοιπο της εισπραχθείσας προκαταβολής των 13 800 000 GRD - και, αφετέρου, υπό τη σιωπηρή, αλλά σαφή και προφανή, προϋπόθεση ότι θα καταβαλλόταν πράγματι το ως άνω ποσό. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η πρόταση διακανονισμού της ΝΕΤ ήταν, αφενός, παραπλανητική, καθόσον η ΝΕΤ ουδέποτε είχε σοβαρή πρόθεση να επιστρέψει το ποσό το οποίο αφορούσε ο διακανονισμός αυτός, όπως τούτο προκύπτει σαφώς από τη μετέπειτα συμπεριφορά της, και, αφετέρου, ψευδής, καθόσον η ΝΕΤ δεν διέθετε τα αναγκαία χρήματα για την επιστροφή, όπως παραδέχτηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου. Το πρόσχημα του διακανονισμού αποσκοπούσε στο να αποφύγει, διαιωνίζοντας τη διαφορά, να επιστρέψει τελικώς ολόκληρο το ποσό της χρηματοδοτήσεως. Κατά την Επιτροπή, η ΝΕΤ δεν ενημέρωσε την Επιτροπή σχετικά με τη μετέπειτα θέση της υπό εκκαθάριση, λόγω αυτής ακριβώς της μεθοδεύσεως.
38 Η Επιτροπή συνάγει από τα στοιχεία αυτά ότι η εκ μέρους της αποδοχή της προτάσεως διακανονισμού της ΝΕΤ και ο συνακόλουθος περιορισμός της απαιτήσεως της Κοινότητας είναι άκυροι, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 147 ΑΚ, καθόσον επιτεύχθηκαν με απατηλά μέσα. Η Επιτροπή ζητεί συνεπώς από το Δικαστήριο να κρίνει άκυρο τον επιτευχθέντα από τη ΝΕΤ διακανονισμό και να υποχρεώσει την τελευταία αυτή να επιστρέψει ολόκληρο το ποσό της εισπραχθείσας προκαταβολής, ήτοι 13 800 000 GRD, πλέον των συμβατικών τόκων και των νόμιμων τόκων υπερημερίας.
39 Συναφώς, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 147 ΑΚ, όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βουλήσεως έχει δικαίωμα να ζητήσει να ακυρωθεί η δικαιοπραξία.
40 Για να είναι μια δικαιοπραξία ακυρώσιμη κατ' εφαρμογήν της διατάξεως αυτής, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά τρεις προϋποθέσεις, ήτοι η τέλεση απατηλών πράξεων ή ενεργειών, η πρόθεση του μετερχομένου την απάτη και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της καταρτίσεως της δικαιοπραξίας.
41 Όσον αφορά κατ' αρχάς την πρώτη προϋπόθεση, πρέπει να τονιστεί ότι συνιστά απάτη κάθε συμπεριφορά η οποία τείνει να παραγάγει ή να ενισχύσει πεπλανημένη εντύπωση ή αντίληψη της πραγματικότητας με την παρουσίαση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή με την απόκρυψη αληθών γεγονότων ή ακόμη με τη μερική μόνον αποκάλυψη αληθών γεγονότων. Η υποχρέωση αποκαλύψεως ορισμένων γεγονότων ή ανακοινώσεως στον αντισυμβαλλόμενο ορισμένων στοιχείων εξαρτάται από το είδος της συμβάσεως, την ειλικρίνεια που απαιτείται στις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, τα χρηστά και τα συναλλακτικά ήθη. Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι, στον τομέα των εμπορικών συναλλαγών, όταν πρόκειται ειδικότερα για ανάληψη εμπορικού κινδύνου, η υποχρέωση παροχής στοιχείων σχετικά με την οικονομική κατάσταση ενός των συμβαλλομένων είναι ευρύτερη απ' ό,τι συνήθως.
42 Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, πρέπει να τονιστεί ότι η πρόθεση του μετερχομένου την απάτη είναι εγγενής στην έννοια της απάτης. Η πρόθεση αυτή συνίσταται σε δόλο, ήτοι σε γνώση ή, τουλάχιστον, σε επίγνωση του ότι η συμπεριφορά του έχει απατηλό χαρακτήρα, καθώς και σε αποδοχή των συνεπειών της απάτης. Η έννοια της απάτης αποκλείει συνεπώς την αμέλεια, ακόμη και τη βαριά αμέλεια, του ενεργούντος.
43 Όσον αφορά τέλος την τρίτη προϋπόθεση, μια δικαιοπραξία δεν μπορεί να ακυρωθεί και ο μετελθών την απάτη μπορεί να απαλλαγεί από κάθε ευθύνη αν αποδειχθεί ότι η απάτη δεν επηρέασε τη συμβατική βούληση του απατηθέντος και ότι αυτός θα είχε συνάψει τη σύμβαση ακόμη και αν δεν υφίστατο η απατηλή συμπεριφορά.
44 Με γνώμονα τα στοιχεία αυτά πρέπει να εκτιμηθεί αν ο διακανονισμός τον οποίο πρότεινε η ΝΕΤ στις 26 Ιουνίου 1989 και τον οποίο αποδέχθηκε η Επιτροπή στις 27 Μαρτίου 1990 πρέπει να ακυρωθεί κατ' εφαρμογήν του άρθρου 147 ΑΚ.
45 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι πληρούται εν προκειμένω η πρώτη προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 147 ΑΚ, ήτοι η ύπαρξη απατηλής συμπεριφοράς, δεδομένου ότι η ΝΕΤ εψεύσθη σχετικά με το υποστατό των ποσών τα οποία διέθετε κατά τον χρόνο κατά τον οποίο πρότεινε τον επίμαχο διακανονισμό. Συγκεκριμένα, από την επιστολή της ΝΕΤ της 26ης Ιουνίου 1989 προκύπτει σαφώς ότι αυτή είχε διαβεβαιώσει την Επιτροπή ότι, μετά την αφαίρεση των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο των προσπαθειών της για έναρξη του σχεδίου, το υπόλοιπο της προκαταβολής που ισχυριζόταν ότι κατείχε ανερχόταν σε 10 000 000 GRD. Όπως όμως δέχθηκε η ΝΕΤ ενώπιον του Δικαστηρίου, το ποσό αυτό δεν το διέθετε και έπρεπε να το συγκεντρώσει.
46 Ομοίως, δεν χωρεί αμφιβολία όσον αφορά τον δόλιο χαρακτήρα της συμπεριφοράς της ΝΕΤ. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το κείμενο της επιστολής που η ΝΕΤ απηύθυνε στις 26 Ιουνίου 1989 στην Επιτροπή, ο ισχυρισμός ότι διέθετε ένα υπόλοιπο 10 000 000 GRD της εκ μέρους της Επιτροπής καταβληθείσας προκαταβολής είχε ακριβώς ως σκοπό να οδηγήσει την Επιτροπή να αποδεχθεί τη μείωση της απαιτήσεώς της μέχρι του ποσού των 10 000 000 GRD.
47 Εξάλλου, το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν αποφάσισε να εφαρμόσει το άρθρο 9 της συμβάσεως παρά μόνο μετά τον ως άνω ισχυρισμό της ΝΕΤ, ενώ είχε αρχικά επιλέξει την εφαρμογή του άρθρου 8 της συμβάσεως, καθιστά δυνατή την απόδειξη ότι η δήλωση βουλήσεως της Επιτροπής, με την οποία αποδέχθηκε την πρόταση διακανονισμού της ΝΕΤ, διατυπώθηκε βάσει του εν λόγω ισχυρισμού. ράγματι, η ΝΕΤ δεν αντέκρουσε την Επιτροπή επί του σημείου αυτού.
48 Ωστόσο, μολονότι πληρούνται εν προκειμένω οι τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την ακύρωση της ως άνω δηλώσεως βουλήσεως της Επιτροπής κατ' εφαρμογήν του άρθρου 147 ΑΚ, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, βάσει του άρθρου 157 ΑΚ, το δικαίωμα να ζητηθεί η ακύρωση μιας δικοπραξίας λόγω απάτης αποσβέννυται μετά την πάροδο δύο ετών από της συνάψεως της δικαιοπραξίας αυτής. Επιπλέον, σύμφωνα με την ίδια διάταξη, αν η απάτη εξακολούθησε και μετά τη δικαιοπραξία, η διετία αρχίζει από την ημέρα κατά την οποία παρήλθε η κατάσταση αυτή.
49 Εν προκειμένω, η δικαιοπραξία που προέκυψε από την απατηλή συμπεριφορά της ΝΕΤ καταρτίστηκε στις 27 Μαρτίου 1990. Η ΝΕΤ, με τις από 20 Νοεμβρίου 1990 και 11 Αυγούστου 1993 επιστολές της που απηύθυνε στην Επιτροπή, έκανε λόγο για σημαντικές οικονομικές δυσχέρειες που δεν της επέτρεπαν την εξόφληση της οφειλής της εντός των καθορισθεισών από την Επιτροπή προθεσμιών. Το στοιχείο αυτό όμως συνιστά σαφή ένδειξη ότι η ΝΕΤ δεν διέθετε το ποσό των 10 000 000 GRD. Επομένως, η Επιτροπή δεν μπορεί εγκύρως να ισχυρίζεται ότι η απάτη της ΝΕΤ εξακολούθησε υφισταμένη και μετά τις 11 Αυγούστου 1993, τελευταία ημερομηνία από της οποίας πρέπει να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή πληροφορήθηκε την πραγματική οικονομική κατάσταση της εταιρίας αυτής.
50 Επομένως, το δικαίωμα της Επιτροπής να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας λόγω απάτης αποσβέστηκε το αργότερο στις 11 Αυγούστου 1995. Εντεύθεν προκύπτει ότι, με την παρούσα αγωγή της, που κατατέθηκε στις 20 Νοεμβρίου 1998, η Επιτροπή δεν δικαιούται πλέον να ζητήσει την ακύρωση της δηλώσεως βουλήσεώς της με την οποία αποδέχθηκε την πρόταση διακανονισμού της ΝΕΤ.
51 Κατά συνέπεια, το αίτημα που κυρίως προέβαλε η Επιτροπή πρέπει να απορριφθεί.
Επί του επικουρικού αιτήματος της Επιτροπής
52 Σε περίπτωση που η εκ μέρους της Επιτροπής αποδοχή του διακανονισμού που πρότεινε η ΝΕΤ θεωρηθεί έγκυρη, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η ΝΕΤ οφείλει να επιστρέψει το ποσό που προκύπτει από τον διακανονισμό αυτόν, ήτοι 9 257 051 GRD, πλέον ποσού 241 500 GRD, που αντιπροσωπεύει τους τραπεζικούς τόκους, ήτοι συνολικό ποσό 9 498 551 GRD, το οποίο εξάλλου είχε προταθεί και από τη ΝΕΤ.
53 Η ΝΕΤ απαντά, κυρίως, ότι βάσει του άρθρου 9 της συμβάσεως η Επιτροπή μπορεί να απαιτήσει πλήρη ή μερική επιστροφή των καταβληθεισών ενισχύσεων μόνον αν το πρόγραμμα, στο μέτρο κατά το οποίο έχει πραγματοποιηθεί, απέδωσε αποτελέσματα των οποίων μπορεί να γίνει εμπορική εκμετάλλευση.
54 Συναφώς, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, βάσει του άρθρου 9 της συμβάσεως, «η Επιτροπή μπορεί να απαιτήσει πλήρη ή μερική επιστροφή των καταβληθέντων ποσών χρηματοδότησης, πλέον τόκων από την ημέρα της λύσεως της συμβάσεως, αν το πρόγραμμα, στο μέτρο κατά το οποίο έχει πραγματοποιηθεί, απέδωσε αποτελέσματα των οποίων μπορεί να γίνει εμπορική εκμετάλλευση».
55 Είναι γεγονός ότι το κείμενο αυτό δεν στερείται αμφισημιών. Ωστόσο, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του κύριου σκοπού της συμβάσεως, που έγκειται στην κατασκευή και εγκατάσταση ανεμογεννήτριας σε ελληνικό νησί, η εν λόγω διάταξη πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει τη μερική επιστροφή των καταβληθέντων ως ενίσχυση ποσών μόνον αν το πρόγραμμα, στο μέτρο κατά το οποίο έχει πραγματοποιηθεί, απέδωσε αποτελέσματα των οποίων μπορεί να γίνει εμπορική εκμετάλλευση. Σε όλες τις λοιπές περιπτώσεις, η Επιτροπή δικαιούται να ζητήσει την επιστροφή του συνόλου των εν λόγω ποσών.
56 Η επιχειρηματολογία αυτή της ΝΕΤ δεν μπορεί συνεπώς να γίνει δεκτή.
57 Ωστόσο, η ΝΕΤ ισχυρίζεται, επικουρικώς, ότι οι ανερχόμενες σε 11 703 963 GRD δαπάνες, τις οποίες δήλωσε και οι οποίες εγκρίθηκαν από την Επιτροπή, στο πλαίσιο της συμφωνίας περί λύσεως της συμβάσεως κατ' εφαρμογήν του άρθρου της 9, αντιστοιχούσαν όχι στη συμβατική πραγματικότητα, αλλά στις φορολογικές δηλώσεις της.
58 Κατά τη ΝΕΤ όμως η Επιτροπή οφείλει να αναγνωρίσει όλες τις δαπάνες που όντως πραγματοποιήθηκαν για να υλοποιηθεί το σχέδιο της ανεμογεννήτριας, ανεξάρτητα από την αναγνώρισή τους από τις ελληνικές φορολογικές αρχές. Συναφώς, η ΝΕΤ προβάλλει πρόσθετες δαπάνες ανερχόμενες σε 12 830 000 GRD και υποστηρίζει ότι το συνολικό ποσό των απόλυτα δικαιολογημένων συμβατικών δαπανών ανέρχεται σε 24 533 963 GRD.
59 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως προκύπτει ήδη από τη σκέψη 50 της παρούσας αποφάσεως, η συμφωνία της 27ης Μαρτίου 1990, με την οποία η ΝΕΤ και η Επιτροπή συμφώνησαν να περιορίσει η Επιτροπή την απαίτησή της σε 9 498 551 GRD και να επιστρέψει η ΝΕΤ στην Επιτροπή το ποσό αυτό, είναι έγκυρη και, κατά συνέπεια, δεσμεύει τους συμβαλλομένους. Επιπλέον, από την εν λόγω συμφωνία προκύπτει σαφώς ότι οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν όχι μόνον επί της αρχής, αλλά και όσον αφορά το ποσό της οφειλής της ΝΕΤ.
60 Υπό τις συνθήκες αυτές, η ΝΕΤ πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στην Επιτροπή το ποσό των 9 257 051 GRD, πλέον ποσού 241 500 GRD, το οποίο αντιπροσωπεύει τους τραπεζικούς τόκους, ήτοι συνολικώς το ποσό των 9 498 551 GRD, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας που συνήφθη μεταξύ ΝΕΤ και Επιτροπής στις 27 Μαρτίου 1990.
Επί των τόκων
61 Η Επιτροπή ζητεί, αφενός, να υποχρεωθεί η ΝΕΤ, σύμφωνα με το άρθρο 9 της συμβάσεως, να καταβάλει τόκους υπερημερίας από την ημερομηνία λύσεως της συμβάσεως που επήλθε, βάσει της ίδιας αυτής διατάξεως, εν προκειμένω στις 27 Μαρτίου 1990, υπολογιζομένους επί του κυρίου ποσού της οφειλής της, με το επιτόκιο το οποίο εφάρμοζε η ΕΤΕπ κατά την ημερομηνία της αποφάσεως της Επιτροπής σχετικά με τη χορήγηση της επιδοτήσεως στο σχέδιο, ήτοι στις 15 Ιουλίου 1985. Αφετέρου, η Επιτροπή ζητεί να υποχρεωθεί η ΝΕΤ να της καταβάλει, επίσης επί του κυρίου ποσού της οφειλής της, νόμιμους τόκους υπερημερίας, σύμφωνα με το άρθρο 346 ΑΚ, από της ημερομηνίας επιδόσεως της αγωγής και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως της οφειλής ή, άλλως, να υποχρεωθεί στην καταβολή τόκων με το επιτόκιο της ΕΤΕπ από της καταθέσεως της αγωγής μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως της οφειλής.
62 Η ΝΕΤ απαντά ότι, δεδομένου ότι η λύση της συμβάσεως συμφωνήθηκε κατ' εφαρμογήν του άρθρου 9 αυτής, δεν δικαιολογείται η καταβολή τόκων, αφού το έργο δεν είχε φθάσει στο στάδιο κατά το οποίο θα παρήγε αποτελέσματα δυνάμενα να αποτελέσουν αντικείμενο εμπορικής εκμετάλλευσης. Κατά τη ΝΕΤ, το άρθρο 9 της συμβάσεως δεν προβλέπει την καταβολή τόκων υπερημερίας παρά μόνο σε μια ορισμένη περίπτωση, ήτοι εκείνη της δυνατότητας εμπορικής εκμετάλλευσης, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει στην περίπτωση της παρούσας διαφοράς.
63 Εν πάση περιπτώσει, η ΝΕΤ ισχυρίζεται ότι το επιτόκιο πρέπει να είναι εκείνο το οποίο εφαρμόζει η ΕΤΕπ· σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να οφείλονται οι προβλεπόμενοι στο ελληνικό δίκαιο τόκοι υπερημερίας, αφού η καταβολή τόκων υπερημερίας δεν έχει συμφωνηθεί από τα μέρη.
64 Συναφώς, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι το άρθρο 9 της συμβάσεως ορίζει ρητώς ότι η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει την πλήρη ή τη μερική επιστροφή των καταβληθέντων ποσών χρηματοδότησης, πλέον τόκων υπερημερίας, από την ημερομηνία λύσεως της συμβάσεως. Το εν λόγω άρθρο 9 προβλέπει, εξάλλου, ότι το επιτόκιο είναι εκείνο της ΕΤΕπ, που ίσχυε κατά την ημερομηνία της αποφάσεως της Επιτροπής για τη χορήγηση επιδοτήσεως στο σχέδιο.
65 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 55 της παρούσας αποφάσεως, η εν λόγω διάταξη της συμβάσεως δεν συνδέει την υποχρέωση καταβολής τόκων με τη δυνατότητα εμπορικής εκμετάλλευσης του σχεδίου, αλλά με τη δυνατότητα της Επιτροπής να ζητήσει μόνο μερική επιστροφή των ήδη καταβληθέντων ποσών χρηματοδοτήσεως της ενισχύσεως. Δεν μπορεί συνεπώς να αμφισβητηθεί ότι η οφειλή της ΝΕΤ πρέπει να προσαυξηθεί με τους συμβατικούς τόκους σύμφωνα με το άρθρο 9 της συμβάσεως.
66 Ωστόσο, η Επιτροπή ζητεί, για τον χρόνο από την επίδοση της αγωγής στη ΝΕΤ μέχρι την ολοσχερή εξόφληση της οφειλής από αυτήν, τόκους υπολογιζόμενους βάσει του νομίμου επιτοκίου που καθορίζει η ελληνική νομοθεσία.
67 Συναφώς, το άρθρο 346 ΑΚ ορίζει ότι ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος.
68 Δεδομένου ότι το άρθρο 9 της συμβάσεως δεν διευκρινίζει αν το συμβατικό επιτόκιο ισχύει και για τη διάρκεια της ένδικης διαδικασίας, πρέπει να εφαρμοστεί το νόμιμο επιτόκιο που καθορίζει η ελληνική νομοθεσία βάσει του άρθρου 346 ΑΚ για τον χρόνο από την επίδοση της αγωγής στη ΝΕΤ μέχρι την εκ μέρους της ΝΕΤ ολοσχερή εξόφληση της οφειλής.
69 Υπό τις συνθήκες αυτές και κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, η ΝΕΤ πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στην Επιτροπή, αφενός, το ποσό των 9 498 551 GRD που προκύπτει από τη συναφθείσα μεταξύ ΝΕΤ και Επιτροπής συμφωνία της 27ης Μαρτίου 1990, ήτοι το κυρίως οφειλόμενο ποσό των 9 257 051 GRD, πλέον 241 500 GRD που αντιπροσωπεύουν τους τραπεζικούς τόκους, και, αφετέρου, τόκους επί του κυρίως οφειλομένου ποσού, υπολογιζομένους βάσει του επιτοκίου που εφάρμοζε η ΕΤΕπ κατά την ημερομηνία της 15ης Ιουλίου 1985, για την περίοδο από 27 Μαρτίου 1990 έως 10 Δεκεμβρίου 1998, και βάσει του νομίμου επιτοκίου που καθορίζει η ελληνική νομοθεσία, για την περίοδο από 11 Δεκεμβρίου 1998, ημερομηνία επιδόσεως της αγωγής στη ΝΕΤ, μέχρι την εκ μέρους της ΝΕΤ ολοσχερή εξόφληση της οφειλής της.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
70 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της ΝΕΤ και αυτή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Υποχρεώνει την εταιρία Νέα Ενεργειακή Τεχνολογία ΕΕ να καταβάλει στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αφενός, το ποσό των 9 498 551 GRD που προκύπτει από τη συναφθείσα μεταξύ της εταιρίας Νέα Ενεργειακή Τεχνολογία ΕΕ και Επιτροπής συμφωνία της 27ης Μαρτίου 1990, ήτοι το κυρίως οφειλόμενο ποσό των 9 257 051 GRD, πλέον 241 500 GRD που αντιπροσωπεύουν τους τραπεζικούς τόκους, και, αφετέρου, τόκους επί του κυρίως οφειλομένου ποσού, υπολογιζομένους βάσει του επιτοκίου που εφάρμοζε η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων κατά την ημερομηνία της 15ης Ιουλίου 1985, για την περίοδο από 27 Μαρτίου 1990 έως 10 Δεκεμβρίου 1998, και βάσει του νομίμου επιτοκίου που καθορίζει η ελληνική νομοθεσία, για την περίοδο από 11 Δεκεμβρίου 1998, ημερομηνία επιδόσεως της αγωγής στη ΝΕΤ, μέχρι την εκ μέρους της ΝΕΤ ολοσχερή εξόφληση της οφειλής της.
2) Καταδικάζει τη Νέα Ενεργειακή Τεχνολογία ΕΕ στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy