Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Δικαίωμα εισόδου και διαμονής των υπηκόων των κρατών μελών - Οδηγίες 90/364 και 90/365 - Προϋποθέσεις διαθέσεως πόρων - Απαιτούμενο ποσό - Υποχρέωση καθορισμού των ιδίων ποσών για τους δικαιούχους των δύο οδηγιών - Δεν υφίσταται - Εξουσία εκτιμήσεως των κρατών μελών - Εθνική κανονιστική ρύθμιση απαιτούσα υψηλότερα εισοδήματα για τα μέλη της οικογενείας των δικαιούχων της οδηγίας 90/364 - Επιτρέπεται
(Οδηγίες 90/364 και 90/365 του Συμβουλίου)
2 Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Δικαίωμα εισόδου και διαμονής των υπηκόων των κρατών μελών - Οδηγίες 90/364 και 90/365 - Προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη χορήγηση άδειας διαμονής - Απόδειξη της τηρήσεως των προϋποθέσεων αυτών - Εξουσία εκτιμήσεως των εθνικών αρχών ως προς την απαιτούμενη συναφώς απόδειξη - Όρια - Εθνική κανονιστική ρύθμιση περιορίζουσα τα αποδεικτικά μέσα και αρνούμενη τα μη εκδοθέντα από δημόσια αρχή έγγραφα - Δεν επιτρέπεται
(Οδηγίες του Συμβουλίου 90/364 και 90/365)
3 Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Δικαίωμα εισόδου και διαμονής των υπηκόων των κρατών μελών - Οδηγία 93/96 - Προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη χορήγηση άδειας διαμονής - Εθνική κανονιστική ρύθμιση απαιτούσα από τους φοιτητές, υπηκόους των κρατών μελών, να διαθέτουν πόρους καθορισμένου ποσού, που πρέπει να αποδεικνύονται με συγκεκριμένα έγγραφα - Δεν επιτρέπεται
(Οδηγία 93/96 του Συμβουλίου)
Περίληψη
1 Μολονότι η διατύπωση των οδηγιών 90/364, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής, και 90/365, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των μισθωτών και μη μισθωτών εργαζομένων που έχουν παύσει την επαγγελματική τους δραστηριότητα, είναι πανομοιότυπη όσον αφορά το ύψος των απαιτουμένων πόρων που απαιτούνται από τους δικαιούχους των δύο αυτών οδηγιών, δεν προκύπτει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να καθορίζουν τα ίδια ποσά στις δύο περιπτώσεις. Πράγματι, τα κράτη μέλη διαθέτουν συναφώς κάποια διακριτική ευχέρεια. Το γεγονός όμως ότι ένα κράτος μέλος χορηγεί ευνοϋκότερο καθεστώς στα μέλη της οικογενείας προσώπων που έχουν ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα απ' ό,τι στα μέλη των οικογενειών-δικαιούχων της οδηγίας 90/364 δεν αποδεικνύει καθαυτό ότι το υψηλότερο απαιτούμενο ποσό από τους τελευταίους αυτούς δικαιούχους βαίνει πέραν της διακριτικής ευχέρειας των κρατών μελών.
(βλ. σκέψεις 25-26)
2 Μολονότι οι οδηγίες 90/364, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής, και 90/365, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των μισθωτών και μη μισθωτών εργαζομένων που έχουν παύσει την επαγγελματική τους δραστηριότητα, καθορίζουν τις πραγματικές προϋποθέσεις για την έκδοση αδείας διαμονής, ιδίως σε θέματα υγειονομικής ασφαλίσεως και διαθέσεως πόρων, δεν αναφέρουν ρητώς τον τρόπο με τον οποίο οι δικαιούχοι των οδηγιών αυτών πρέπει να αποδείξουν ότι πληρούν τις εν λόγω προϋποθέσεις. Τα κράτη μέλη οφείλουν εντούτοις να ασκούν τις εξουσίες τους στον τομέα αυτόν διασφαλίζοντας τόσο τις θεμελιώδεις ελευθερίες τις οποίες εγγυάται η Συνθήκη όσο και την πρακτική αποτελεσματικότητα των διατάξεων οδηγιών που περιέχουν μέτρα για να εξαλείψουν, μεταξύ τους, τα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων. Περαιτέρω, τα κράτη μέλη πρέπει να κάνουν χρήση των διαφόρων δυνατοτήτων άλλων κανόνων του κοινοτικού δικαίου, όσον αφορά ιδίως την παροχή αποδείξεων, μέσω πιστοποιητικών εκδοθέντων από εθνικούς οργανισμούς κοινωνικής ασφαλίσεως κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων, της καλύψεως από συγκεκριμένο καθεστώς κοινωνικής ασφαλίσεως και του ύψους των συντάξεων και προσόδων που καταβάλλονται από τους οργανισμούς αυτούς. Επομένως, περιορίζοντας τα μέσα αποδείξεως των οποίων μπορεί να γίνει επίκληση και ορίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι ορισμένα έγγραφα πρέπει να εκδίδονται ή να επικυρώνονται από δημόσια αρχή άλλου κράτους μέλους, ένα κράτος μέλος παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις οδηγίες 90/364 και 90/365.
(βλ. σκέψεις 34-37, 48, διατακτ. 1)
3 Από τη διατύπωση του άρθρου 1 της οδηγίας 93/96, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των σπουδαστών, προκύπτει ότι, μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για τη χορήγηση του δικαιώματος διαμονής, δεν περιλαμβάνεται καμία προϋπόθεση σχετικά με τη διάθεση πόρων συγκεκριμένου ύψους που πρέπει, επιπλέον, να δικαιολογούνται με συγκεκριμένα έγγραφα. Τίθεται μόνο ζήτημα δηλώσεως ή οποιουδήποτε ισοδυνάμου τουλάχιστον μέσου που να καθιστά δυνατό στον σπουδαστή να διαβεβαιώσει την ενδιαφερόμενη εθνική αρχή ότι διαθέτει, για τον ίδιο καθώς και, ενδεχομένως, για τον/τη σύζυγό του και τα συντηρούμενα τέκνα του, πόρους ώστε να μην επιβαρύνουν, κατά τη διάρκεια της διαμονής τους, την κοινωνική πρόνοια του κράτους μέλους υποδοχής.
Επομένως, ένα κράτος μέλος, απαιτώντας από τους σπουδαστές, υπηκόους άλλων κρατών μελών, οι οποίοι ζητούν την αναγνώριση του δικαιώματός τους διαμονής σ' αυτό το κράτος μέλος καθώς και από τα μέλη της οικογενείας τους, δυνάμει της οδηγίας αυτής, να διαβεβαιώνουν κατ' αρχάς τις εθνικές αρχές ότι διαθέτουν πόρους συγκεκριμένου ύψους και, όσον αφορά το μέσο που επικαλούνται προς τούτο, μη αφήνοντας ρητώς στον σπουδαστή την επιλογή μεταξύ της δηλώσεως και οποιουδήποτε ισοδυνάμου τουλάχιστον μέσου και, τέλος, μη επιτρέποντας τη χρήση της δηλώσεως όταν ο σπουδαστής συνοδεύεται από μέλη της οικογενείας του, παραβιάζει τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία.
(βλ. σκέψεις 44, 46, 48, διατακτ. 1)
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-424/98,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη αρχικώς από τον A. Aresu, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και ακολούθως από την K. Oldfelt Hjertonsson, κύρια νομική σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον C. Gσmez de la Cruz, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπουμένης από τον καθηγητή U. Leanza, προϋστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον D. del Gaizo, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ιταλίας, 5, rue Marie-Adιlaοde,
καθής,
"που έχει ως αντικείμενο να διαπιστωθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία,
- απαιτώντας από τα μέλη των οικογενειών-δικαιούχων της οδηγίας 90/364/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής (ΕΕ L 180, σ. 26), να διαθέτουν πόρους κατά ένα τρίτο υψηλότερους από το ελάχιστο ποσό που απαιτείται από τα μέλη των οικογενειών-δικαιούχων της οδηγίας 90/365/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των μισθωτών και μη μισθωτών εργαζομένων που έχουν παύσει την επαγγελματική τους δραστηριότητα (ΕΕ L 180, σ. 28),
- περιορίζοντας τα δικαιολογητικά που πρέπει να προσκομίζονται και ορίζοντας ειδικότερα ότι συγκεκριμένα έγγραφα πρέπει να εκδίδονται ή να θεωρούνται από τις αρχές άλλου κράτους μέλους,
- απαιτώντας από τους σπουδαστές, υπηκόους άλλων κρατών μελών, οι οποίοι ζητούν την αναγνώριση του δικαιώματός τους διαμονής στην Ιταλία, δυνάμει της οδηγίας 93/96/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1993, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των σπουδαστών (ΕΕ L 317, σ. 59), καθώς και από τα μέλη της οικογενείας τους, να διαβεβαιώνουν τις ιταλικές αρχές ότι διαθέτουν πόρους συγκεκριμένου ύψους και, όσον αφορά το μέσο που επικαλούνται προς τούτο, μη αφήνοντας ρητώς στον σπουδαστή την επιλογή μεταξύ της δηλώσεως και οποιουδήποτε ισοδυνάμου τουλάχιστον μέσου και, τέλος, μη επιτρέποντας τη χρήση της δηλώσεως όταν ο σπουδαστής συνοδεύεται από μέλη της οικογενείας του,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις οδηγίες αυτές,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. A. O. Edward (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, L. Sevσn, P. J. G. Kapteyn, P. Jann και H. Ragnemalm, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Νοεμβρίου 1999,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Νοεμβρίου 1998, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ), προσφυγή με σκοπό να διαπιστωθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία,
- απαιτώντας από τα μέλη των οικογενειών-δικαιούχων της οδηγίας 90/364/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής (ΕΕ L 180, σ. 26), να διαθέτουν πόρους κατά ένα τρίτο υψηλότερους από το ελάχιστο ποσό που απαιτείται από τα μέλη των οικογενειών-δικαιούχων της οδηγίας 90/365/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των μισθωτών και μη μισθωτών εργαζομένων που έχουν παύσει την επαγγελματική τους δραστηριότητα (ΕΕ L 180, σ. 28),
- περιορίζοντας τα δικαιολογητικά που πρέπει να προσκομίζονται και ορίζοντας ειδικότερα ότι συγκεκριμένα έγγραφα πρέπει να εκδίδονται ή να θεωρούνται από τις αρχές άλλου κράτους μέλους,
- απαιτώντας από τους σπουδαστές, υπηκόους άλλων κρατών μελών, οι οποίοι ζητούν την αναγνώριση του δικαιώματός τους διαμονής στην Ιταλία, δυνάμει της οδηγίας 93/96/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1993, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των σπουδαστών (ΕΕ L 317, σ. 59), καθώς και από τα μέλη της οικογενείας τους, να διαβεβαιώνουν τις ιταλικές αρχές ότι διαθέτουν πόρους συγκεκριμένου ύψους και, όσον αφορά το μέσο που επικαλούνται προς τούτο, μη αφήνοντας ρητώς στον σπουδαστή την επιλογή μεταξύ της δηλώσεως και οποιουδήποτε ισοδυνάμου τουλάχιστον μέσου και, τέλος, μη επιτρέποντας τη χρήση της δηλώσεως όταν ο σπουδαστής συνοδεύεται από μέλη της οικογενείας του,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις οδηγίες αυτές.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
2 Η οδηγία 90/364 ορίζει στο άρθρο 1, παράγραφος 1:
«1. Τα κράτη μέλη παρέχουν το δικαίωμα διαμονής στους υπηκόους των κρατών μελών που δεν έχουν αυτό το δικαίωμα βάσει άλλων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, καθώς και στα μέλη της οικογενείας τους, όπως καθορίζονται στην παράγραφο 2, υπό τον όρο ότι διαθέτουν οι ίδιοι και τα μέλη της οικογενείας τους υγειονομική ασφάλιση που να καλύπτει το σύνολο των κινδύνων στο κράτος μέλος υποδοχής, καθώς και επαρκείς πόρους ώστε να μην επιβαρύνουν, κατά τη διάρκεια της διαμονής τους, το σύστημα κοινωνικής προνοίας του κράτους μέλους υποδοχής.
Οι αναφερόμενοι στο πρώτο εδάφιο πόροι του αιτούντος θεωρούνται επαρκείς όταν υπερβαίνουν το επίπεδο των πόρων μέχρι του οποίου το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να χορηγεί κοινωνική αρωγή στους δικούς του υπηκόους, λαμβάνοντας υπόψη την προσωπική κατάσταση του αιτούντος και, ενδεχομένως, των προσώπων που γίνονται δεκτά κατ' εφαρμογή της παραγράφου 2.
Εάν το δεύτερο εδάφιο δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, οι πόροι του αιτούντος θεωρούνται επαρκείς εφόσον υπερβαίνουν το ύψος της ελάχιστης σύνταξης κοινωνικής ασφαλίσεως που καταβάλλει το κράτος μέλος υποδοχής.»
3 Η οδηγία 90/365 προβλέπει στο άρθρο 1, παράγραφος 1:
«1. Τα κράτη μέλη παρέχουν το δικαίωμα διαμονής σε κάθε υπήκοο κράτους μέλους ο οποίος άσκησε στην Κοινότητα μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα, καθώς και στα μέλη της οικογενείας του όπως καθορίζονται στην παράγραφο 2, υπό την προϋπόθεση ότι εισπράττει σύνταξη αναπηρίας, πρόωρη σύνταξη ή σύνταξη γήρατος, ή πρόσοδο για εργατικό ατύχημα ή επαγγελματική νόσο, επαρκούς ύψους ώστε να μην επιβαρύνουν, κατά το διάστημα της διαμονής τους, το σύστημα κοινωνικής προνοίας του κράτους μέλους υποδοχής, και υπό την προϋπόθεση ότι διαθέτουν υγειονομική ασφάλιση που να καλύπτει το σύνολο των κινδύνων στο κράτος μέλος υποδοχής.
Οι πόροι του αιτούντος θεωρούνται επαρκείς όταν υπερβαίνουν το επίπεδο των πόρων μέχρι του οποίου το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να χορηγεί κοινωνική αρωγή, στους δικούς του υπηκόους, λαμβάνοντας υπόψη την προσωπική κατάσταση του αιτούντος και, ενδεχομένως, των προσώπων που γίνονται δεκτά κατ' εφαρμογή της παραγράφου 2.
Εάν το δεύτερο εδάφιο δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε ένα κράτος μέλος, οι πόροι του αιτούντος θεωρούνται επαρκείς εφόσον υπερβαίνουν το ύψος της ελάχιστης σύνταξης κοινωνικών ασφαλίσεων που καταβάλλει το κράτος μέλος υποδοχής.»
4 Σύμφωνα με το άρθρο 1 της οδηγίας 93/96, η οποία αντικατέστησε κατ' ουσίαν την οδηγία 90/366/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των σπουδαστών (ΕΕ L 180, σ. 30), που ακυρώθηκε από το Δικαστήριο (απόφαση της 7ης Ιουλίου 1992, C-295/90, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1992, σ. Ι-4193):
«Για να προσδιοριστούν οι προϋποθέσεις που θα διευκολύνουν την άσκηση του δικαιώματος διαμονής και για να διασφαλισθεί η χωρίς διακρίσεις πρόσβαση στην επαγγελματική εκπαίδευση υπηκόου κράτους μέλους που έγινε δεκτός να παρακολουθήσει επαγγελματική εκπαίδευση σε άλλο κράτος μέλος, τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν δικαίωμα διαμονής σε κάθε σπουδαστή-υπήκοο κράτους μέλους που δεν έχει το εν λόγω δικαίωμα με βάση άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου, καθώς και στο/στη σύζυγό του και τα συντηρούμενα τέκνα τους, ο οποίος δηλώνει ή με οποιοδήποτε άλλο τουλάχιστο ισοδύναμο τρόπο, ή κατ' επιλογήν του, διαβεβαιώνει την αρμόδια εθνική αρχή ότι διαθέτει πόρους, ώστε τα πρόσωπα αυτά να μην επιβαρύνουν, κατά τη διάρκεια της διαμονής τους, το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής, υπό τον όρο ότι θα είναι εγγεγραμμένος σε αναγνωρισμένο εκπαιδευτικό ίδρυμα προκειμένου να παρακολουθήσει, κατά κύρια απασχόληση, κύκλο επαγγελματικής εκπαίδευσης και ότι διαθέτει υγειονομική ασφάλιση η οποία καλύπτει το σύνολο των κινδύνων στο κράτος μέλος υποδοχής.»
Η εθνική κανονιστική ρύθμιση
5 Οι αναφερθείσες στη σκέψη 1 της παρούσας αποφάσεως τρεις οδηγίες μεταφέρθηκαν στο ιταλικό δίκαιο με το νομοθετικό διάταγμα 470, της 26ης Νοεμβρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή των οδηγιών 90/364, 90/365 και 90/366, σε θέματα δικαιώματος διαμονής των κοινοτικών υπηκόων, των μισθωτών και μη μισθωτών εργαζομένων που έχουν παύσει την επαγγελματική τους δραστηριότητα και των σπουδαστών (GURI 286, της 4ης Δεκεμβρίου 1992, στο εξής: διάταγμα 470/92).
6 Το διάταγμα 470/92 προσέθεσε ορισμένες νέες διατάξεις στο προεδρικό διάταγμα 1656, της 30ής Δεκεμβρίου 1965 (στο εξής: τροποποιημένο διάταγμα 1656/1965), μεταξύ δε άλλων το άρθρο 5 bis σε θέματα δικαιώματος διαμονής των υπηκόων κράτους μέλους που έχουν ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα και 5 quater σε θέματα δικαιώματος διαμονής υπηκόων κράτους μέλους που δεν έχουν δικαίωμα διαμονής βάσει άλλων διατάξεων. Σύμφωνα με την παράγραφο 1 των άρθρων αυτών, τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα πρέπει να διαθέτουν εισόδημα που να μην είναι χαμηλότερο του ελαχίστου ποσού που προβλέπεται από το ιταλικό καθεστώς υποχρεωτικής γενικής ασφαλίσεως.
7 Δυνάμει της παραγράφου 2 των άρθρων 5 bis και 5 quater του τροποποιημένου διατάγματος 1656/1965, το δικαίωμα διαμονής χορηγείται επίσης στα μέλη της οικογένειας που συντηρεί ο κύριος δικαιούχος. Πάντως, το άρθρο 5 quater, παράγραφος 2, του εν λόγω διατάγματος προβλέπει ότι το δικαίωμα διαμονής χορηγείται μόνον υπό την προϋπόθεση ότι ο κύριος δικαιούχος διαθέτει «συνολικό εισόδημα που δεν είναι χαμηλότερο, για καθένα από τα μέλη της οικογένειας, του ελαχίστου ποσού της παραγράφου 1 [του ελαχίστου ποσού που προβλέπεται από το ιταλικό καθεστώς υποχρεωτικής γενικής ασφαλίσεως]», ενώ το δικαίωμα διαμονής των μελών της οικογενείας που συντηρεί ο δικαιούχος του άρθρου 5 bis (πρόσωπο που έχει ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα) χορηγείται «υπό την προϋπόθεση ότι το ελάχιστο ποσόν του εισοδήματος του πρώτου εδαφίου αυξάνει κατά 1/3 για καθένα μέλος της οικογένειας».
8 Το άρθρο 5 ter, που επίσης προστέθηκε με το διάταγμα 470/92 στο προεδρικό διάταγμα 1656, αφορά το δικαίωμα διαμονής των σπουδαστών και διευκρινίζει συγκεκριμένα, στην παράγραφο 1, ότι «έχουν δικαίωμα διαμονής στην επικράτεια της Δημοκρατίας οι εγγεγραμμένοι σπουδαστές υπήκοοι κράτους μέλους της Ευρωπαϋκής Κοινότητας (...) που διαθέτουν στην Ιταλία εισόδημα που δεν είναι χαμηλότερο από το ελάχιστον ποσόν του ιταλικού καθεστώτος υποχρεωτικής γενικής ασφαλίσεως». ςΟσον αφορά τα μέλη της οικογενείας του σπουδαστή, το ίδιο άρθρο προσθέτει, στην παράγραφο 2, ότι τους αναγνωρίζεται ανάλογο δικαίωμα «υπό την προϋπόθεση ότι ο πολίτης που τους συντηρεί διαθέτει συνολικό εισόδημα που δεν είναι χαμηλότερο, για καθένα από τα μέλη της οικογενείας, του ελαχίστου ποσού του ιταλικού καθεστώτος υποχρεωτικής γενικής ασφαλίσεως».
9 Εξάλλου, όσον αφορά τα έγγραφα που πρέπει να προσκομιστούν για να χορηγηθεί η άδεια διαμονής, το άρθρο 5 quinquies του τροποποιημένου διατάγματος 1656/1965 προβλέπει:
«1. Η άδεια διαμονής και το έγγραφον διαμονής (...) χορηγούνται (...) αφού προσκομιστούν τα ακόλουθα έγγραφα:
(...)
b) δήλωση της αρμόδιας προξενικής αρχής βεβαιώνουσα την εγγραφή του αιτούντος στην υγειονομική υπηρεσία κράτους μέλους της Κοινότητας, κατάλληλη υγειονομική ασφάλιση καλύπτουσα την ιατρική και νοσοκομειακή περίθαλψη, ισχύουσα στην επικράτεια της Δημοκρατίας, ή γνήσιο επικυρωμένο αντίγραφο εγγραφής στην ιταλική εθνική υγειονομική υπηρεσία·
c) για τους πολίτες που αφορά το άρθρο 5-bis, δήλωση της αρμόδιας προξενικής αρχής βεβαιώνουσα ότι ο αιτών εισπράττει σύνταξη ή πρόσοδο για εργατικό ατύχημα ή επαγγελματική νόσο ή άλλο εισόδημα, με αναφορά του ποσού·
d) για τους σπουδαστές που αφορά το άρθρο 5-ter, προσήκουσα δήλωση του ενδιαφερομένου, συνταχθείσα ενώπιον της αρμόδιας αρχής κοινωνικής ασφαλίσεως, βεβαιώνουσα το ποσόν του διαθεσίμου εισοδήματος, ή αντίγραφο των εγγράφων του σημείου e)·
e) για τα συντηρούμενα μέλη της οικογενείας και για τους υπηκόους του άρθρου 5-quater, αντίγραφο των σύμφωνα με τις ισχύουσες στο κράτος καταγωγής ή προελεύσεως διατάξεις εγγράφων, επικυρωμένων από την αρμόδια προξενική αρχή, που βεβαιώνουν την ύπαρξη του ζητηθέντος εισοδήματος, ή, για τα υφιστάμενα στην επικράτεια της Δημοκρατίας εισοδήματα, των εγγράφων που έχουν εκδοθεί από τα αρμόδια όργανα·
f) για τα συντηρούμενα μέλη της οικογενείας, έγγραφο εκδοθέν από την αρμόδια αρχή του κράτους καταγωγής ή προελεύσεως, βεβαιώνον την ύπαρξη συγγενικού δεσμού καθώς και την προϋπόθεση ότι είναι συντηρούμενα μέλη της οικογενείας.»
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
10 Η Επιτροπή, θεωρώντας ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν μετέφερε ορθώς στην εσωτερική νομοθεσία της τις οδηγίες 90/364, 90/365 και 93/96, με έγγραφο οχλήσεως της 13ης Ιουνίου 1995, κάλεσε την Ιταλική Κυβέρνηση να της υποβάλει τις παρατηρήσεις της σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης.
11 Οι ιταλικές αρχές απάντησαν με έγγραφο της 6ης Δεκεμβρίου 1995, στο οποίο επισυνάπτονται δύο υπηρεσιακά σημειώματα του Υπουργείου Απασχολήσεως και Κοινωνικής Ασφαλίσεως. Αφού εξέτασε την απάντηση αυτή, η Επιτροπή την έκρινε ανεπαρκή και, με έγγραφο της 11ης Νοεμβρίου 1996, απηύθυνε στην Ιταλική Δημοκρατία αιτιολογημένη γνώμη και την κάλεσε να λάβει τα αναγκαία για τη συμμόρφωση προς την οδηγία μέτρα εντός δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της αιτιολογημένης αυτής γνώμης.
12 Με έγγραφο της 13ης Δεκεμβρίου 1996, οι ιταλικές αρχές πληροφόρησαν την Επιτροπή ότι το άρθρο 1, έκτο εδάφιο, του νομοσχεδίου περί των «Διατάξεων για την εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ιταλίας στις Ευρωπαϋκές Κοινότητες - Κοινοτικός νόμος 1995-1996», που εγκρίθηκε από το υπουργικό συμβούλιο κατά τη συνεδρίαση της 8ης Νοεμβρίου 1996, αναθέτει στην κυβέρνηση να εκδώσει τις συμπληρωματικές και διορθωτικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να καταστήσει την κανονιστική ρύθμιση του διατάγματος 470/92 σύμφωνη προς τις τρεις επίδικες με την παρούσα προσφυγή οδηγίες.
13 Η Επιτροπή, μη έχοντας λάβει καμία πληροφορία σχετικά με την εξέλιξη της διαδικασίας εκδόσεως των διατάξεων αυτών μετά τη λήψη του εν λόγω εγγράφου, συνήγαγε ότι, μέχρι τούδε, η Ιταλική Δημοκρατία δεν έχει θεσπίσει τις διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθεί προς τις οδηγίες 90/364, 90/365 και 93/96 ή, τουλάχιστον, έχει παραλείψει να την ενημερώσει σχετικά. Για τον λόγο αυτό, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή.
Επί της ουσίας
Επί του ύψους των εισοδημάτων των μελών των οικογενειών-δικαιούχων της οδηγίας 90/364
Επιχειρήματα των διαδίκων
14 Με την αιτίαση αυτή, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, απαιτώντας από τα μέλη των οικογενειών-δικαιούχων της οδηγίας 90/364 «να διαθέτουν πόρους κατά ένα τρίτο υψηλότερους από το ελάχιστο ποσό που απαιτείται από τα μέλη των οικογενειών-δικαιούχων της οδηγίας 90/365», παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 90/364.
15 Σύμφωνα με την Επιτροπή, από σύγκριση των άρθρων 5 bis και 5 quater του τροποποιημένου διατάγματος 1656/1965 προκύπτει ότι τα μέλη των οικογενειών-δικαιούχων της οδηγίας 90/364 υποχρεούνται να διαθέτουν εισόδημα κατά το ένα τρίτο υψηλότερο από το εισόδημα των μελών των οικογενειών-δικαιούχων της οδηγίας 90/365.
16 Δεδομένου ότι οι οδηγίες 90/364 και 90/365 είναι πανομοιότυπες όσον αφορά τους πόρους που μπορεί να απαιτούνται από τους δικαιούχους των δύο οδηγιών, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Ιταλική Δημοκρατία πρέπει να ακολουθήσει τις ίδιες λεπτομέρειες εφαρμογής για τη μεταφορά των δύο οδηγιών στην εσωτερική έννομη τάξη.
17 Συναφώς, η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι, αν ο δικαιούχος της οδηγίας 90/364 ή της οδηγίας 90/365 συνοδεύεται από ένα ή περισσότερα μέλη της οικογενείας του, τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να προβλέπουν ότι οι πόροι που πρέπει να διαθέτει η οικογένεια πρέπει να είναι υψηλότεροι απ' ό,τι όταν ένα μόνον πρόσωπο ζητεί το ευεργέτημα της μιας ή της άλλης οδηγίας. Η Επιτροπή δέχεται επίσης ότι το κράτος μέλος πρέπει να διαθέτει κάποιο περιθώριο χειρισμών για να τηρείται η προϋπόθεση ότι οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να διαθέτουν «επαρκείς πόρους για να μην επιβαρύνουν την κοινωνική πρόνοια».
18 Πάντως, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η διαφορετική μεταχείριση των μελών της οικογενείας του άρθρου 5 quater του τροποποιημένου διατάγματος 1656/1965 και των μελών της οικογενείας του άρθρου 5 bis δεν δικαιολογείται αντικειμενικώς. Σύμφωνα με την Επιτροπή, από το ευνοϋκότερο καθεστώς που προβλέπεται για τα μέλη της οικογενείας που συντηρούν οι δικαιούχοι της οδηγίας 90/365 προκύπτει ότι οι ιταλικές αρχές θεωρούν ότι αρκεί να πληρούνται οι προβλεπόμενες από το καθεστώς αυτό προϋποθέσεις ώστε τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα να μην επιβαρύνουν την κοινωνική πρόνοια.
19 Όσον αφορά την αιτίαση αυτή, η Iταλική Kυβέρνηση αναφέρει στο υπόμνημά της αντικρούσεως την ύπαρξη νομοσχεδίου, οι διατάξεις του οποίου σκοπούν την τροποποίηση των επικρινομένων από την Επιτροπή κανόνων. Η Iταλική Kυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το νομοσχέδιο αυτό βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο διυπουργικής διαβουλεύσεως.
Κρίση του Δικαστηρίου
20 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το τροποποιημένο διάταγμα 1656/1965 προβλέπει διαφορετικό καθεστώς αναλόγως του αν πρόκειται για δικαιούχους της οδηγίας 90/364 ή για δικαιούχους της οδηγίας 90/365. Πράγματι, το άρθρο 5 quater του εν λόγω διατάγματος απαιτεί από τους δικαιούχους της οδηγίας 90/364 να διαθέτουν, για καθένα συντηρούμενο μέλος της οικογενείας τους, συνολικό εισόδημα που να μην είναι χαμηλότερο από το ελάχιστο ποσό που προβλέπει το ιταλικό καθεστώς υποχρεωτικής γενικής ασφαλίσεως. Αντιθέτως, το άρθρο 5 bis του ιδίου διατάγματος απαιτεί από τους δικαιούχους της οδηγίας 90/365 (πρόσωπα που έχουν ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα) να διαθέτουν εισόδημα αντιστοιχούν στο εν λόγω ελάχιστο ποσόν, αυξημένο κατά το ένα τρίτο για καθένα συντηρούμενο μέλος της οικογενείας τους.
21 Επομένως, ο δικαιούχος της οδηγίας 90/364 πρέπει να διαθέτει συγχρόνως για τον εαυτό του και για καθένα συντηρούμενο μέλος της οικογενείας του το ελάχιστο ποσόν που προβλέπει το ιταλικό καθεστώς υποχρεωτικής γενικής ασφαλίσεως ενώ, για τα πρόσωπα που έχουν ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα της οδηγίας 90/365, αυτό το ίδιο ελάχιστο ποσό αυξάνεται μόνον κατά το ένα τρίτο για κάθε συντηρούμενο μέλος της οικογενείας.
22 Καταλήγοντας ότι η ιταλική νομοθεσία απαιτεί από τα μέλη των οικογενειών-δικαιούχων της οδηγίας 90/364 να διαθέτουν πόρους κατά το ένα τρίτο υψηλότερους από το ελάχιστο ποσό που πρέπει να διαθέτουν τα μέλη των οικογενειών-δικαιούχων της οδηγίας 90/365, η Επιτροπή φαίνεται ότι εκτίμησε εσφαλμένως τη διαφορά μεταξύ των εισοδημάτων που απαιτεί η ιταλική νομοθεσία από τους δικαιούχους των δύο οδηγιών. Πράγματι, η νομοθεσία αυτή επιβάλλει, για τα μέλη των οικογενειών-δικαιούχων της οδηγίας 90/364, τριπλάσιους πόρους από αυτούς που πρέπει να διαθέτουν τα μέλη των οικογενειών-δικαιούχων της οδηγίας 90/365.
23 Από τον φάκελο της υποθέσεως προκύπτει εξάλλου ότι, με την αιτιολογημένη γνώμη της 11ης Νοεμβρίου 1996, η Επιτροπή προσήψε στην Ιταλική Δημοκρατία ότι απαιτούσε από κάθε μέλος των οικογενειών-δικαιούχων της οδηγίας 90/364 να διαθέτει πόρους «tre volte piω elevato» (τριπλάσιους) από το ελάχιστο ποσό που πρέπει να διαθέτει κάθε μέλος των οικογενειών-δικαιούχων της οδηγίας 90/365. Πάντως στην προσφυγή της, η Επιτροπή δεν αναφέρει «tre volte piω elevato», αλλά μόνον «un terzo superiore» (υψηλότερο κατά ένα τρίτο) χωρίς να υπάρχει καμμία ένδειξη στον φάκελο της υποθέσεως βάσει της οποίας να μπορεί να εξηγηθεί η αλλαγή αυτή.
24 Κατά τα λοιπά, προς στήριξη της αιτιάσεώς της σχετικά με τους υψηλότερους πόρους που πρέπει να διαθέτουν τα μέλη των οικογενειών-δικαιούχων της οδηγίας 90/364, η Επιτροπή προέβη απλώς σε απλή σύγκριση των προβλεπομένων στις οδηγίες 90/364 και 90/365 καθεστώτων στηριζόμενη, αφενός, στην πανομοιότυπη διατύπωση των δύο οδηγιών όσον αφορά τους πόρους που μπορεί να απαιτηθούν από τους δικαιούχους και, αφετέρου, στο γεγονός ότι οι ιταλικές αρχές φαίνεται ότι θεωρούν ότι οι πόροι που απαιτούνται από τα μέλη των οικογενειών-δικαιούχων της οδηγίας 90/365 αρκούν.
25 Πάντως, η Επιτροπή δέχεται ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν συναφώς κάποια διακριτική ευχέρεια. Υπό τις συνθήκες αυτές, μολονότι η διατύπωση των δύο οδηγιών είναι πανομοιότυπη όσον αφορά το ύψος των απαιτουμένων πόρων, δεν προκύπτει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να καθορίζουν τα ίδια ποσά στις δύο περιπτώσεις.
26 Το γεγονός όμως ότι ένα κράτος μέλος χορηγεί ευνοϋκότερο καθεστώς στα μέλη της οικογενείας προσώπων που έχουν ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα απ' ό,τι στα μέλη των οικογενειών-δικαιούχων της οδηγίας 90/364 δεν αποδεικνύει καθαυτό ότι το υψηλότερο απαιτούμενο ποσό από τους τελευταίους αυτούς δικαιούχους βαίνει πέραν της διακριτικής ευχέρειας των κρατών μελών.
27 Συνεπώς, η Επιτροπή δεν απέδειξε το βάσιμον της πρώτης αιτιάσεως, που πρέπει επομένως να απορριφθεί.
Επί των εγγράφων που υποχρεούνται να προσκομίσουν οι δικαιούχοι των οδηγιών 90/364 και 90/365
Επιχειρήματα των διαδίκων
28 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι από το άρθρο 5 quinquies του τροποποιημένου διατάγματος 1656/1965 προκύπτει ότι οι ιταλικές αρχές δέχονται ορισμένα μόνον έγγραφα δυνάμενα να αποδείξουν ότι οι δικαιούχοι των οδηγιών 90/364 και 90/365 πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται για τη χορήγηση του δικαιώματος διαμονής.
29 Πράγματι, για τη χορήγηση αδείας διαμονής, οι δικαιούχοι των οδηγιών 90/364 και 90/365 πρέπει, μεταξύ άλλων, να προσκομίσουν δήλωση της προξενικής αρχής βεβαιώνουσα την εγγραφή του αιτούντος στην υγειονομική υπηρεσία κράτους μέλους, υγειονομική ασφάλιση καλύπτουσα την ιατρική και νοσοκομειακή περίθαλψη, ισχύουσα στην ιταλική επικράτεια, ή γνήσιο επικυρωμένο αντίγραφο εγγραφής στην εθνική ιταλική υγειονομική υπηρεσία.
30 Περαιτέρω, οι δικαιούχοι της οδηγίας 90/365 υποχρεούνται να προσκομίσουν δήλωση της προξενικής αρχής βεβαιώνουσα ότι εισπράττουν σύνταξη ή πρόσοδο για εργατικό ατύχημα ή επαγγελματική νόσο ή άλλο εισόδημα, με αναφορά του ποσού, ενώ οι δικαιούχοι της οδηγίας 90/364 και τα συντηρούμενα μέλη της οικογενείας τους πρέπει να προσκομίσουν αντίγραφο, επικυρωμένο απο την προξενική αρχή, των εκδοθέντων στο κράτος καταγωγής ή προελεύσεως εγγράφων, που βεβαιώνουν την ύπαρξη του ζητηθέντος εισοδήματος, ή, για το υφιστάμενο στην Ιταλία εισόδημα, των εκδοθέντων από τις αρμόδιες αρχές δικαιολογητικών.
31 Κατά τα λοιπά, ο κάτοχος του δικαιώματος διαμονής πρέπει να προσκομίσει, για τα συντηρούμενα μέλη της οικογενείας του, επίσημο έγγραφο εκδοθέν από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ή προελεύσεως βεβαιώνον τον συγγενικό δεσμό καθώς και την κατάσταση του συντηρουμένου μέλους της οικογενείας.
32 Η Επιτροπή θεωρεί ότι η άρνηση αποδοχής εγγράφων μη εκδοθέντων από δημόσια αρχή μπορεί να δικαιολογηθεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, προκειμένου να αποφεύγεται η χρήση πλαστών εγγράφων. Πάντως, η υποχρέωση που επιβάλλει η ιταλική νομοθεσία στους δικαιούχους των οδηγιών 90/364 και 90/365 να προσκομίζουν, εν πάση περιπτώσει, έγγραφα εκδοθέντα από τις δημόσιες αρχές κράτους μέλους είναι προδήλως δυσανάλογη. Πράγματι, οι δικαιούχοι των εν λόγω οδηγιών μπορεί να αντιμετωπίσουν δυσχέρειες στην έκδοση των εγγράφων αυτών, δεδομένου ότι, παραδείγματος χάρη, δεν είναι βέβαιον ότι σε κάθε κράτος μέλος υφίσταται δημόσια αρχή δυνάμενη να βεβαιώσει ότι ένα πρόσωπο συντηρείται από άλλο. Εξάλλου, οι ιταλικές αρχές μπορούν, στις περισσότερες περιπτώσεις, να διασφαλίζουν με άλλα αντίστοιχα μέσα ότι πληρούνται οι σχετικές με το δικαίωμα διαμονής προϋποθέσεις και μπορούν επομένως να επιτρέπουν στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα να προσκομίζουν τις απαραίτητες αποδείξεις μέσω κάθε άλλου προσήκοντος εγγράφου.
33 Η Ιταλική Kυβέρνηση δεν συντάσσεται με τις διατυπωθείσες εκ μέρους της Επιτροπής αμφιβολίες σχετικά, ιδίως, με την ύπαρξη σε κάθε κράτος μέλος δημοσίας αρχής δυναμένης να βεβαιώνει το ύψος του εισοδήματος που διαθέτει ένα πρόσωπο που αποφασίζει να διαμείνει σε άλλο κράτος μέλος.
Κρίση του Δικαστηρίου
34 Συνομολογείται ότι οι οδηγίες 90/364 και 90/365 καθορίζουν τις πραγματικές προϋποθέσεις για την έκδοση αδείας διαμονής, ιδίως σε θέματα υγειονομικής ασφαλίσεως και διαθέσεως πόρων, αλλά δεν αναφέρουν ρητώς τον τρόπο με τον οποίο οι δικαιούχοι των οδηγιών αυτών πρέπει να αποδείξουν ότι πληρούν τις εν λόγω προϋποθέσεις.
35 Πάντως, τα κράτη μέλη οφείλουν εντούτοις να ασκούν τις εξουσίες τους στον τομέα αυτόν διασφαλίζοντας τόσο τις θεμελιώδεις ελευθερίες τις οποίες εγγυώνται τα άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης ΕΚ όσο και την πρακτική αποτελεσματικότητα των διατάξεων οδηγίας που περιέχει μέτρα για να εξαλείψουν, μεταξύ τους, τα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, προκειμένου να διευκολύνουν την άσκηση του δικαιώματος διαμονής των πολιτών της Ευρωπαϋκής Ενώσεως και των μελών της οικογενείας τους στο έδαφος κάθε κράτους μέλους (βλ., συναφώς, την απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1998, C-193/97 και C-194/97, De Castro Freitas και Escallier, Συλλογή 1998, σ. Ι-6747, σκέψη 23).
36 Περαιτέρω, τα κράτη μέλη πρέπει να κάνουν χρήση των διαφόρων δυνατοτήτων άλλων κανόνων του κοινοτικού δικαίου, όσον αφορά ιδίως την παροχή αποδείξεων, μέσω πιστοποιητικών εκδοθέντων από εθνικούς οργανισμούς κοινωνικής ασφαλίσεως κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων, της καλύψεως από συγκεκριμένο καθεστώς κοινωνικής ασφαλίσεως και του ύψους των συντάξεων και προσόδων που καταβάλλονται από τους οργανισμούς αυτούς.
37 Επομένως, περιορίζοντας τα μέσα αποδείξεως των οποίων μπορεί να γίνει επίκληση και ορίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι ορισμένα έγγραφα πρέπει να εκδίδονται ή να επικυρώνονται από δημόσια αρχή άλλου κράτους μέλους, η Ιταλική Δημοκρατία υπερέβη τα όρια που της επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο. Συνεπώς, η δεύτερη αιτίαση της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή.
Επί των διατάξεων σε θέματα διαθέσεως πόρων των σπουδαστών
Επιχειρήματα των διαδίκων
38 Σύμφωνα με την Επιτροπή, από τις διατάξεις των άρθρων 5 ter και 5 quinquies του τροποποιημένου διατάγματος 1656/1965 προκύπτει ότι οι ιταλικές αρχές απαιτούν από τους σπουδαστές και τα μέλη της οικογενείας τους να διαβεβαιώνουν τις ιταλικές αρχές ότι διαθέτουν πόρους συγκεκριμένου ύψους, που δεν πρέπει να είναι χαμηλότεροι από το ελάχιστο ποσό που προβλέπει το ιταλικό καθεστώς υποχρεωτικής γενικής ασφαλίσεως. Εξάλλου, το εν λόγω άρθρο 5 quinquies, στοιχείο d), δεν διευκρινίζει σαφώς αν ο σπουδαστής είναι ελεύθερος να προβεί, όσον αφορά τους πόρους του, σε απλή δήλωση ενώπιον των αρμοδίων αρχών. Από τη διατύπωση του άρθρου 5 quinquies, στοιχείο e), του εν λόγω διατάγματος φαίνεται να προκύπτει ότι τα μέλη της οικογενείας του σπουδαστή πρέπει εν πάση περιπτώσει να προσκομίζουν ένα από τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή έγγραφα και, συνεπώς, ως προς αυτά τα πρόσωπα, αποκλείεται η δυνατότητα υποβολής δηλώσεως.
39 Συναφώς, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, αντίθετα προς τις οδηγίες 90/364 και 90/365, που περιλαμβάνουν ενδείξεις σχετικά με το ελάχιστο ύψος των εισοδημάτων που πρέπει να διαθέτουν οι δικαιούχοι των εν λόγω οδηγιών, το άρθρο 1 της οδηγίας 93/96 προβλέπει ότι οι δικαιούχοι της διαβεβαιώνουν την αρμόδια εθνική αρχή «ότι διαθέτουν πόρους ώστε να μην επιβαρύνουν, κατά τη διάρκεια της διαμονής τους, το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας (...)». Σύμφωνα με την Επιτροπή, πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι, για την εκτίμηση των πόρων, ο κοινοτικός νομοθέτης απέφυγε μάλιστα τον όρο «επαρκείς» που χρησιμοποιούνταν, αντιθέτως, στο άρθρο 1, παράγραφος 1, των οδηγιών 90/364 και 90/365. Συνεπώς, αρκεί ο σπουδαστής να διαθέτει πόρους που δεν τον υποχρεώνουν να ζητήσει την αρωγή της κοινωνικής πρόνοιας, καθόσον η εκτίμηση του απαραιτήτου για τη διαμονή του ποσού εναπόκειται στη δική του κρίση και όχι στις οικείες εθνικές αρχές.
40 Όσον αφορά τους λόγους που μπορούν να δικαιολογήσουν τη διαφορά μεταξύ της οδηγίας 93/96 και των οδηγιών 90/364 και 90/365, η Επιτροπή επικαλείται κατ' αρχάς το γεγονός ότι η διαμονή του σπουδαστή - αυτή καθαυτή - είναι προσωρινή, διότι περιορίζεται στη διάρκεια των σπουδών που παρακολουθεί. Επομένως, ο κίνδυνος να επιβαρύνει ο σπουδαστής την κοινωνική πρόνοια είναι μικρότερος απ' ό,τι για τους δικαιούχους των δύο άλλων οδηγιών. Στη συνέχεια, ο κοινοτικός νομοθέτης περιόρισε τη διάρκεια ισχύος της αδείας διαμονής σε ένα έτος, ετησίως ανανεώσιμης, πράγμα το οποίο επιτρέπει στις εθνικές αρχές να επεμβαίνουν ταχύτερα όταν ο σπουδαστής καθίσταται παρ' όλ' αυτά βάρος για την κοινωνική πρόνοια. Τέλος, ο σπουδαστής δύναται, πολύ ευκολότερα απ' ό,τι οι δικαιούχοι των δύο άλλων οδηγιών, να συμπληρώσει τους πόρους που διαθέτει με εισοδήματα από εργασία, ενδεχομένως με μερική ή περιοδική απασχόληση, εφόσον, ως υπήκοος κράτους μέλους, δικαιούται να δεχθεί οποιαδήποτε προσφορά εργασίας. Είναι εντούτοις δυσχερές να προσκομιστεί εκ των προτέρων η απόδειξη ότι ο σπουδαστής θα συμπληρώσει τους πόρους του με εισοδήματα από τέτοιου είδους εργασία.
41 Η Επιτροπή προσθέτει ότι το ίδιο ισχύει για τα μέλη της οικογενείας του σπουδαστή, δεδομένου ότι το δικαίωμά τους διαμονής πηγάζει από το δικαίωμα του προσώπου που τα συντηρεί. Πράγματι, σύμφωνα με την Επιτροπή, από τη διατύπωση του άρθρου 1 της οδηγίας 93/96 προκύπτει σαφώς ότι ο σπουδαστής πρέπει να υποβάλει μία μόνο δήλωση που ισχύει τόσο για τον ίδιο όσο και για τα μέλη της οικογενείας του.
42 Όσον αφορά τη διαβεβαίωση που πρέπει να δοθεί στην αρμόδια εθνική αρχή ότι ο σπουδαστής και τα μέλη της οικογενείας του διαθέτουν πόρους ώστε να μην επιβαρύνουν την κοινωνική πρόνοια, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η οδηγία 93/96 είναι επίσης ακριβής ως προς τον τρόπο αποδείξεως, διότι προβλέπει ότι η απόδειξη γίνεται «με δήλωση ή, κατόπιν επιλογής του σπουδαστή, με οποιοδήποτε τουλάχιστον ισοδύναμο μέσο». Επομένως, η οδηγία 93/96 απαγορεύει στα κράτη μέλη να απαιτούν άλλες αποδείξεις ή έγγραφα σχετικά με τη διάθεση πόρων. Πάντως, από το κείμενο του άρθρου 5 quinquies, στοιχείο d), του τροποποιημένου διατάγματος 1656/1965 δεν καθίσταται σαφές ότι οι ιταλικές αρχές αφήνουν πράγματι στον σπουδαστή την επιλογή υποβολής δηλώσεως.
43 Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν έλαβε θέση επί της αιτιάσεως αυτής.
Κρίση του Δικαστηρίου
44 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από τη διατύπωση του άρθρου 1 της οδηγίας 93/96 προκύπτει ότι, μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για τη χορήγηση του δικαιώματος διαμονής, δεν περιλαμβάνεται καμμία προϋπόθεση σχετικά με τη διάθεση πόρων συγκεκριμένου ύψους που πρέπει, επιπλέον, να δικαιολογούνται με συγκεκριμένα έγγραφα. Τίθεται μόνο ζήτημα δηλώσεως ή οποιουδήποτε ισοδυνάμου τουλάχιστον μέσου που να καθιστά δυνατό στον σπουδαστή να διαβεβαιώσει την ενδιαφερόμενη εθνική αρχή ότι διαθέτει, για τον ίδιο καθώς και, ενδεχομένως, για τον/τη σύζυγό του και τα συντηρούμενα τέκνα του, πόρους ώστε να μην επιβαρύνουν, κατά τη διάρκεια της διαμονής τους, την κοινωνική πρόνοια του κράτους μέλους υποδοχής. Αντιθέτως, η εν λόγω διάταξη εξαρτά την αναγνώριση του δικαιώματος διαμονής από τον όρον ότι ο σπουδαστής είναι εγγεγραμμένος σε αναγνωρισμένο εκπαιδευτικό ίδρυμα προκειμένου να παρακολουθήσει, κατά κύρια απασχόληση, κύκλο επαγγελματικής εκπαιδεύσεως και ότι διαθέτει υγειονομική ασφάλεια η οποία καλύπτει το σύνολο των κινδύνων στο κράτος μέλος υποδοχής.
45 Οι διαφορές που επισημάνθηκαν στη διατύπωση της οδηγίας 93/96 σε σχέση με τη διατύπωση των οδηγιών 90/364 και 90/365 εξηγούνται από τους λόγους που ανέφερε η Επιτροπή στην προσφυγή της και μνημονεύθηκαν στη σκέψη 40 της παρούσας αποφάσεως.
46 Επομένως, η Ιταλική Δημοκρατία, απαιτώντας από τους σπουδαστές, υπηκόους άλλων κρατών μελών, οι οποίοι ζητούν την αναγνώριση του δικαιώματός τους διαμονής στην Ιταλία καθώς και από τα μέλη της οικογενείας τους, δυνάμει της οδηγίας 93/96, να διαβεβαιώνουν κατ' αρχάς τις ιταλικές αρχές ότι διαθέτουν πόρους συγκεκριμένου ύψους και, όσον αφορά το μέσο που επικαλούνται προς τούτο, μη αφήνοντας ρητώς στον σπουδαστή την επιλογή μεταξύ της δηλώσεως και οποιουδήποτε ισοδυνάμου τουλάχιστον μέσου και, τέλος, μη επιτρέποντας τη χρήση της δηλώσεως όταν ο σπουδαστής συνοδεύεται από μέλη της οικογενείας του, παραβίασε επίσης τα όρια που της επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο.
47 Επομένως, η τρίτη αιτίαση της Επιτροπής πρέπει επίσης να γίνει δεκτή.
48 Συνεπώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ιταλική Δημοκρατία,
- περιορίζοντας τα δικαιολογητικά που πρέπει να προσκομίζονται και ορίζοντας ειδικότερα ότι συγκεκριμένα έγγραφα πρέπει να εκδίδονται ή να θεωρούνται από τις αρχές άλλου κράτους μέλους,
- απαιτώντας από τους σπουδαστές, υπηκόους άλλων κρατών μελών, οι οποίοι ζητούν την αναγνώριση του δικαιώματός τους διαμονής στην Ιταλία καθώς και από τα μέλη της οικογενείας τους, δυνάμει της οδηγίας 93/96, να διαβεβαιώνουν κατ' αρχάς τις ιταλικές αρχές ότι διαθέτουν πόρους συγκεκριμένου ύψους και, όσον αφορά το μέσο που επικαλούνται προς τούτο, μη αφήνοντας ρητώς στον σπουδαστή την επιλογή μεταξύ της δηλώσεως και οποιουδήποτε ισοδυνάμου τουλάχιστον μέσου και, τέλος, μη επιτρέποντας τη χρήση της δηλώσεως όταν ο σπουδαστής συνοδεύεται από μέλη της οικογενείας του,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις οδηγίες 90/364, 90/365 και 93/96.
49 Η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί κατά τα λοιπά.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
50 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 69, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, το Δικαστήριο μπορεί να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων. Δεδομένου ότι η Ιταλική Δημοκρατία και η Επιτροπή ηττήθηκαν εν μέρει, κάθε διάδικος πρέπει να φέρει τα δικά του έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Ιταλική Δημοκρατία,
- περιορίζοντας τα δικαιολογητικά που πρέπει να προσκομίζονται και ορίζοντας ειδικότερα ότι συγκεκριμένα έγγραφα πρέπει να εκδίδονται ή να θεωρούνται από τις αρχές άλλου κράτους μέλους,
- απαιτώντας από τους σπουδαστές, υπηκόους άλλων κρατών μελών, οι οποίοι ζητούν την αναγνώριση του δικαιώματός τους διαμονής στην Ιταλία καθώς και από τα μέλη της οικογενείας τους, δυνάμει της οδηγίας 93/96/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1993, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των σπουδαστών, να διαβεβαιώνουν κατ' αρχάς τις ιταλικές αρχές ότι διαθέτουν πόρους συγκεκριμένου ύψους και, όσον αφορά το μέσο που επικαλούνται προς τούτο, μη αφήνοντας ρητώς στον σπουδαστή την επιλογή μεταξύ της δηλώσεως και οποιουδήποτε ισοδυνάμου τουλάχιστον μέσου και, τέλος, μη επιτρέποντας τη χρήση της δηλώσεως όταν ο σπουδαστής συνοδεύεται από μέλη της οικογενείας του,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις οδηγίες 90/364/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής, 90/365/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των μισθωτών και μη μισθωτών εργαζομένων που έχουν παύσει την επαγγελματική τους δραστηριότητα, και 93/96.
2) Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3) Η Ιταλική Δημοκρατία και η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy