Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Εκτέλεση των οδηγιών - Μη αμφισβητούμενη παράβαση
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 169 (νυν άρθρο 226 ΕΚ)]
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-430/98,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον P. J. Kuijper, νομικό σύμβουλο, και τη Ν. Yerell, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους αποσπασμένη στη Νομική Υπηρεσία, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον C. Gσmez de la Cruz, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, εκπροσωπουμένου από τον P. Steinmetz, διευθυντή νομικών και πολιτιστικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, 5, rue Notre-Dame, Luxembourg,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, μη θεσπίζοντας και/ή μη ανακοινώνοντας στην Επιτροπή τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 94/45/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1994, για τη θέσπιση μιας ευρωπαϋκής επιτροπής επιχειρήσεως ή μιας διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και να ζητείται η γνώμη τους (ΕΕ L 254, σ. 64), ή μη διασφαλίζοντας ότι οι κοινωνικοί εταίροι έχουν θέσει σε εφαρμογή τις αναγκαίες διατάξεις κατόπιν συμφωνίας, και συνεπώς μη λαμβάνοντας και/ή μη ανακοινώνοντας στην Επιτροπή τα αναγκαία μέτρα ώστε να είναι σε θέση να εγγυηθεί τα αποτελέσματα που επιβάλλει η εν λόγω οδηγία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. J. G. Kapteyn, προεδρεύοντα του έκτου τμήματος, G. Hirsch και H. Ragnemalm (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Lιger
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Ιουνίου 1999,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 30 Νοεμβρίου 1998, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ), προσφυγή με αίτημα να αναγνωριστεί ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, μη θεσπίζοντας και/ή μη ανακοινώνοντας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 94/45/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1994, για τη θέσπιση μιας ευρωπαϋκής επιτροπής επιχειρήσεως ή μιας διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και να ζητείται η γνώμη τους (ΕΕ L 254, σ. 64, στο εξής: οδηγία), ή μη διασφαλίζοντας ότι οι κοινωνικοί εταίροι έχουν θέσει σε εφαρμογή τις αναγκαίες διατάξεις κατόπιν συμφωνίας, και συνεπώς μη λαμβάνοντας και/ή μη ανακοινώνοντας στην Επιτροπή τα αναγκαία μέτρα ώστε να είναι σε θέση να εγγυηθεί τα αποτελέσματα που επιβάλλει η εν λόγω οδηγία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ.
2 Κατά το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία το αργότερο στις 22 Σεπτεμβρίου 1996 ή εξασφαλίζουν, το αργότερο μέχρι την ημερομηνία αυτή, ότι οι κοινωνικοί εταίροι λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, κατόπιν συμφωνίας, ενώ τα κράτη μέλη οφείλουν να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να είναι ανά πάσα στιγμή σε θέση να εγγυηθούν τα αποτελέσματα που επιβάλλει η οδηγία. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.
3 Στις 16 Ιανουαρίου 1997, η Επιτροπή, μη έχοντας λάβει καμία ανακοίνωση σχετικά με τα μέτρα που έχουν ληφθεί για τη μεταφορά της οδηγίας στη λουξεμβουργιανή έννομη τάξη και μη διαθέτοντας καμία άλλη πληροφορία βάσει της οποίας να μπορεί να συναγάγει ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου συμμορφώθηκε προς την υποχρέωση αυτή, κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης, απευθύνοντας στην Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου έγγραφο με το οποίο την καλούσε να υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός δύο μηνών.
4 Με έγγραφο της 18ης Φεβρουαρίου 1997, η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου διαβίβασε στην Επιτροπή μια πρόταση νομοσχεδίου σχετικά με τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, επισημαίνοντας ότι το εν λόγω νομοσχέδιο βρίσκεται υπό συζήτηση με τους κοινωνικούς εταίρους και, καταρχήν, θα μπορούσε να ψηφιστεί την αρχή του επομένου μήνα.
5 Με έγγραφο της 2ας Μαου 1997, η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου πληροφόρησε την Επιτροπή ότι μπορούσε να καταθέσει αμελητί το κείμενο του νομοσχεδίου ενώπιον του Κοινοβουλίου.
6 Εφόσον, παρά τις διαβεβαιώσεις αυτές, δεν περιήλθε σε γνώση της κανένα άλλο στοιχείο σχετικά με τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, η Επιτροπή απηύθυνε, στις 22 Απριλίου 1998, αιτιολογημένη γνώμη στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου καλώντας το να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία εντός δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της αιτιολογημένης αυτής γνώμης.
7 Επειδή δεν έλαβε ακολούθως καμία ανακοίνωση εκ μέρους της Κυβερνήσεως του Λουξεμβούργου περί της λήψεως τέτοιων μέτρων, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
8 Η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου δεν αμφισβητεί ότι η οδηγία δεν μεταφέρθηκε εμπροθέσμως στην εσωτερική έννομη τάξη. Εντούτοις, ισχυρίζεται ότι στις 19 Ιανουαρίου 1999 ψηφίστηκε νομοσχέδιο το οποίο απεστάλη αμέσως στα επαγγελματικά επιμελητήρια και στο Conseil d'Ιtat για γνωμοδότηση. Προσθέτει ότι οι επιχειρήσεις του Λουξεμβούργου τις οποίες αφορά η οδηγία και οι οποίες συνεπώς πρέπει να θεσπίσουν ευρωπαϋκή επιτροπή επιχειρήσεως καλύπτονται - πλην μιας ή δύο εξαιρέσεων - από συμφωνίες συναφθείσες σε εθελοντική βάση. Επομένως, οι κοινωνικοί εταίροι έχουν θέσει σε εφαρμογή τις απαραίτητες διατάξεις κατόπιν συμφωνίας. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου ζητεί από το Δικαστήριο να αναστείλει τη διαδικασία.
9 Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Επιτροπή αντικρούει την υποβληθείσα από την Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου αίτηση αναστολής της διαδικασίας. Πράγματι, η ύπαρξη νομοσχεδίου που σκοπεί στη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη αποτελεί, ασφαλώς, μια πρόοδο σε σχέση με την προηγούμενη κατάσταση, καμία όμως οριστική διάταξη δεν έχει θεσπιστεί μέχρι σήμερα από το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη. Περαιτέρω, όσον αφορά τις συμφωνίες που έχει συνάψει η πλειονότητα των ενδιαφερομένων λουξεμβουργιανών επιχειρήσεων, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι συμφωνίες αυτές δεν μπορούν να διασφαλίσουν την ορθή μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, καθόσον είναι εθελοντικής και όχι δεσμευτικής φύσεως. Συνεπώς, στις λουξεμβουργιανές αρχές εναπόκειται να λάβουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να είναι ανά πάσα στιγμή σε θέση να εγγυηθούν τα αποτελέσματα που επιβάλλει η οδηγία και να ενημερώσουν την Επιτροπή σχετικά.
10 Εκ προοιμίου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία.
11 Επί της ουσίας, αφενός, επισημαίνεται ότι οι διατάξεις που είναι αναγκαίες για την ορθή και πλήρη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο δεν θεσπίστηκαν εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
12 Αφετέρου, επισημαίνεται επίσης ότι, κατά τη δήλωση της Κυβερνήσεως του Λουξεμβούργου, οι συναφθείσες με τους κοινωνικούς εταίρους συμφωνίες δεν καλύπτουν όλες τις επιχειρήσεις που αφορά η οδηγία. Περαιτέρω, οι λουξεμβουργιανές αρχές δεν έλαβαν όλες τις αναγκαίες διατάξεις ώστε να είναι ανά πάσα στιγμή σε θέση να εγγυηθούν τα αποτελέσματα που επιβάλλει η οδηγία, όπως προβλέπεται στο άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας.
13 Συνεπώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, μη θεσπίζοντας όλες τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί προς την οδηγία ή μη διασφαλίζοντας ότι οι κοινωνικοί εταίροι έχουν θέσει σε εφαρμογή τις αναγκαίες διατάξεις κατόπιν συμφωνίας, και συνεπώς μη λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα ώστε να είναι σε θέση να εγγυηθεί τα αποτελέσματα που επιβάλλει η οδηγία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
14 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος αντιδίκου. Επειδή η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, μη θεσπίζοντας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 94/45/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1994, για τη θέσπιση μιας ευρωπαϋκής επιτροπής επιχειρήσεως ή μιας διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και να ζητείται η γνώμη τους, ή μη διασφαλίζοντας ότι οι κοινωνικοί εταίροι έχουν θέσει σε εφαρμογή τις αναγκαίες διατάξεις κατόπιν συμφωνίας, και συνεπώς μη λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα ώστε να είναι σε θέση να εγγυηθεί τα αποτελέσματα που επιβάλλει η εν λόγω οδηγία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
2) Καταδικάζει το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy