Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Αναίρεση ροσφυγή υπαλλήλων Αναίρεση θεσμικού οργάνου που δεν παρενέβη πρωτοδίκως Απαράδεκτο
(Οργανισμός του Δικαστηρίου ΕΚ, άρθρο 49, εδ. 3)
Περίληψη
$$Σύμφωνα με το άρθρο 49, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ και των αντιστοίχων διατάξεων των Οργανισμών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, στην περίπτωση διαφορών μεταξύ της Κοινότητας και των υπαλλήλων της, τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα που δεν παρενέβησαν ενώπιον του ρωτοδικείου δεν έχουν δικαίωμα να ασκήσουν ενώπιον του Δικαστηρίου αίτηση αναιρέσεως.
ρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως που ασκεί θεσμικό όργανο το οποίο δεν παρενέβη πρωτοδίκως εφόσον η διαφορά οριοθετείται ως διαφορά μεταξύ της Κοινότητας και των υπαλλήλων της, μη έχουσα ως αντικείμενο την ακύρωση κανονιστικής ή γενικής ισχύος πράξεως. Συναφώς, το γεγονός ότι ο υπάλληλος προέβαλε ενώπιον του ρωτοδικείου την έλλειψη νομιμότητας κανονισμού του Συμβουλίου, μέσω ενστάσεως, σε προσφυγή έχουσα ως αντικείμενο την ακύρωση ατομικής αποφάσεως που τον αφορούσε, δεν αφαιρεί από την υπόθεση τον χαρακτήρα της ως διαφοράς μεταξύ της Κοινότητας και των υπαλλήλων της, εφόσον, εάν γίνει δεκτή η αίτηση του ενδιαφερομένου, αντιστοιχεί μόνο στην ακύρωση της ατομικής αποφάσεως που τον αφορά και όχι στην ακύρωση του κανονισμού.
( βλ. σκέψεις 21-25 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-434/98 P,
Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενο από τους J.-P. Jacqué, διευθυντή της Νομικής Υπηρεσίας, D. Canga Fano και T. Blanchet, μέλη της ίδιας υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον A. Morbilli, γενικό διευθυντή της διευθύνσεως νομικών υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad Adenauer,
αναιρεσείον,
υποστηριζόμενο από το
Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από την N. Díaz Abad, abogado del Estado, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την ρεσβεία της Ισπανίας, 4-6, boulevard Emmanuel Servais,
παρεμβαίνον κατ' αναίρεση,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 30 Σεπτεμβρίου 1998 το ρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (πέμπτο τμήμα) στην υπόθεση T-164/97, Busacca κ.λπ. κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I-A-565 και ΙΙ-1699), με την οποία ζητείται η εξαφάνιση της αποφάσεως αυτής,
όπου οι λοιποί διάδικοι είναι:
Silvio Busacca κ.λπ., υπάλληλοι του Ελεγκτικού Συνεδρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενοι από τον G. Vandersanden και L. Levi, δικηγόρους Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη Société de gestion fiduciaire, boîte postale 585,
προσφεύγοντες πρωτοδίκως,
και
Ελεγκτικό Συνέδριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενο από τον P. Giusta, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την έδρα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, 12, rue Alcide de Gasperi, Kirchberg,
καθού πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodríguez Iglesias, ρόεδρο, J. C. Moitinho de Almeida, D. A. O. Edward, L. Sevón και R. Schintgen, προέδρους τμήματος, C. Gulmann, A. La Pergola, J.-P. Puissochet (εισηγητή), H. Ragnemalm, Μ. Wathelet και Β. Σκουρή, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: S. Alber
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 11ης Απριλίου 2000,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 6ης Ιουνίου 2000,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την 1η Δεκεμβρίου 1998, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως άσκησε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ και των αντιστοίχων διατάξεων των Οργανισμών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 30 Σεπτεμβρίου 1998 το ρωτοδικείο στην υπόθεση T-164/97, Busacca κ.λπ. κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I-A-565 και ΙΙ-1699, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το ρωτοδικείο ακύρωσε τις αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου της 16ης Σεπτεμβρίου 1996 περί απορρίψεως της αιτήσεως ορισμένων υπαλλήλων να περιληφθεί το όνομά τους στον πίνακα των προσώπων που εκδήλωσαν ενδιαφέρον για το μέτρο περί οριστικής εξόδου από την υπηρεσία όπως προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 2688/95 του Συμβουλίου, της 17ης Νοεμβρίου 1995, για τη θέσπιση ειδικών μέτρων που αφορούν την οριστική έξοδο από την υπηρεσία υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με την ευκαιρία της προσχωρήσεως της Αυστρίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας (ΕΕ L 280, σ. 1).
Το ιστορικό των διαφορών
2 Η Επιτροπή, με την ευκαιρία της προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας, αφού έλαβε στις 21 Ιουνίου 1995 την ευνοϊκή γνώμη της επιτροπής του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ), υπέβαλε, στις 7 Ιουλίου 1995, πρόταση κανονισμού περί θεσπίσεως ειδικών μέτρων περί οριστικής εξόδου από την υπηρεσία υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: αρχική πρόταση). Η πρόταση αυτή, η οποία καθόριζε τον αριθμό των υπαλλήλων που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο μέτρου «εθελουσίας εξόδου υπαλλήλων» στο Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή, το Δικαστήριο, το Ελεγκτικό Συνέδριο και στην Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, υποβλήθηκε προς έκδοση γνώμης στα εν λόγω κοινοτικά όργανα και έλαβε ευνοϊκή γνώμη από το Κοινοβούλιο, το Δικαστήριο και το Ελεγκτικό Συνέδριο.
3 Επειδή η Επιτροπή διχοτόμησε την αρχική της πρόταση, το Συμβούλιο εξέδωσε, στις 17 Νοεμβρίου 1995, τον κανονισμό 2688/95, ο οποίος επέτρεπε στο Κοινοβούλιο, μέχρι τις 30 Ιουνίου 2000, να λάβει μέτρα περί οριστικής εξόδου από την υπηρεσία των υπαλλήλων του που είχαν φθάσει στην ηλικία των 55 ετών, εξαιρουμένων αυτών που ήσαν καταταγμένοι στους βαθμούς Α 1 και Α 2.
4 Οι S. Busacca κ.λπ., υπάλληλοι του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ζήτησαν χωριστά, με επιστολές που απηύθυναν μεταξύ 22 Αυγούστου και 2 Σεπτεμβρίου 1996 στον Γενικό Γραμματέα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ), να περιληφθεί το όνομά τους στον πίνακα των προσώπων που εκδήλωσαν ενδιαφέρον για το μέτρο οριστικής εξόδου από την υπηρεσία με την ευκαιρία της προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας.
5 Ο Γενικός Γραμματέας του Ελεγκτικού Συνεδρίου τούς απάντησε, με έγγραφα της 16ης Σεπτεμβρίου 1996, ότι δεν μπορούσε να δεχθεί την αίτησή τους, διότι τα μέτρα περί οριστικής εξόδου από την υπηρεσία, δυνάμει του κανονισμού 2688/95, επιφυλάσσονταν μόνο στους υπαλλήλους του Κοινοβουλίου και καμία νομική βάση δεν επέτρεπε να ληφθούν υπόψη οι αιτήσεις αυτές.
6 Οι S. Busacca κ.λπ. υπέβαλαν χωριστά, μεταξύ 21 Οκτωβρίου και 13 Δεκεμβρίου 1996, διοικητικές ενστάσεις κατά των αποφάσεων τις οποίες, κατά την άποψή τους, περιείχαν οι απαντήσεις της ΑΔΑ. Οι διοικητικές αυτές ενστάσεις απορρίφθηκαν από τον Γενικό Γραμματέα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως απαράδεκτες, για τον λόγο ότι οι αιτήσεις εγγραφής στον πίνακα των προσώπων που εκδήλωσαν ενδιαφέρον για το μέτρο περί οριστικής εξόδου από την υπηρεσία σκοπούσαν την έκδοση προπαρασκευαστικής πράξεως και, ως εκ τούτου, η απόρριψη των αιτήσεων αυτών ήταν και αυτή απλώς προπαρασκευαστική πράξη μη δυνάμενη να αποτελέσει το αντικείμενο διοικητικής ενστάσεως. Ο Γενικός Γραμματέας του Ελεγκτικού Συνεδρίου προσέθεσε ότι, αν οι αιτήσεις έπρεπε να ερμηνευθούν ως σκοπούσες το ευεργέτημα των μέτρων περί οριστικής εξόδου από την υπηρεσία, έπρεπε να απορριφθούν ως αβάσιμες, ελλείψει νομικής βάσεως.
7 Κατόπιν των απορρίψεων αυτών, οι οποίες κοινοποιήθηκαν στις 28 Φεβρουαρίου 1997, οι S. Busacca κ.λπ., με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 26 Μα_ου 1997, άσκησαν προσφυγή με σκοπό να ακυρωθούν οι αποφάσεις της ΑΔΑ περί απορρίψεως των αιτήσεών τους.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
8 Το ρωτοδικείο απέρριψε τις ενστάσεις απαραδέκτου κατά της προσφυγής, τις οποίες προέβαλε το Ελεγκτικό Συνέδριο, καθού πρωτοδίκως.
9 ράγματι, το ρωτοδικείο έκρινε ότι οι ληφθείσες από την ΑΔΑ αποφάσεις δεν ήσαν προπαρασκευαστικά μέτρα και, εφόσον η ΑΔΑ αρνήθηκε οριστικώς να λάβει υπόψη τις υποβληθείσες από τους S. Busacca κ.λπ. αιτήσεις, οι αποφάσεις αυτές θίγουν απευθείας και άμεσα τη νομική θέση των τελευταίων και αποτελούν, κατ' αυτόν τον τρόπο, βλαπτικές γι' αυτούς πράξεις.
10 Επί της ουσίας, το ρωτοδικείο, ενώπιον του οποίου είχε προβληθεί ένσταση ελλείψεως νομιμότητας του κανονισμού 2688/95, αφού έκρινε ότι ο κανονισμός αυτός αποτελεί τη νομική βάση των αποφάσεων της ΑΔΑ, δέχθηκε δύο λόγους ελλείψεως νομιμότητας του κανονισμού αυτού.
11 ρώτον, το ρωτοδικείο, ασκώντας έναν περιορισμένο έλεγχο όσον αφορά την πρόδηλη πλάνη και την κατάχρηση εξουσίας, έκρινε ότι ο κανονισμός 2688/95, καθόσον χορηγούσε μόνο στο Κοινοβούλιο το δικαίωμα χρησιμοποιήσεως μέτρων «εθελουσίας εξόδου», θέσπιζε μια αυθαίρετη ή προδήλως απρόσφορη διαφοροποίηση όσον αφορά τον επιδιωκόμενο σκοπό μεταξύ πανομοιοτύπων καταστάσεων και ήταν, ως εκ τούτου, αντίθετος προς την αρχή της ισότητας, θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου. ράγματι, η κατάσταση του Δικαστηρίου δεν διέφερε από την κατάσταση του Κοινοβουλίου όσον αφορά την αναγκαιότητα αναδιαρθρώσεως του προσωπικού τους με την ευκαιρία της προσχωρήσεως των νέων κρατών μελών.
12 Δεύτερον, το ρωτοδικείο έκρινε ότι ο κανονισμός 2688/95 παρέβαινε ουσιώδεις τύπους εφόσον δεν είχε προηγηθεί νέα διαβούλευση του Κοινοβουλίου και της επιτροπής ΚΥΚ με την ευκαιρία της τροποποιήσεως εκ μέρους της Επιτροπής της αρχικής της προτάσεως.
13 ράγματι, το ρωτοδικείο έκρινε ότι η τροποποίηση της αρχικής προτάσεως ήταν ουσιώδης, εφόσον περιόριζε σημαντικά το περιεχόμενό της και έπρεπε, ως εκ τούτου, να υποβληθεί, αφενός, στο Κοινοβούλιο, δυνάμει του άρθρου 24 της Συνθήκης περί ιδρύσεως ενός Συμβουλίου και μιας Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και, αφετέρου, στην επιτροπή ΚΥΚ, δυνάμει του άρθρου 10, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του ΚΥΚ. Τούτο όμως δεν συνέβη εν προκειμένω.
14 Για τους λόγους αυτούς, το ρωτοδικείο ακύρωσε τις αποφάσεις που απηύθυνε το Ελεγκτικό Συνέδριο στους S. Busacca κ.λπ. με τις οποίες αρνήθηκε να εγγράψει το όνομά τους στον πίνακα των προσώπων που εκδήλωσαν ενδιαφέρον για το μέτρο περί οριστικής εξόδου από την υπηρεσία όπως προβλέπεται με τον κανονισμό 2688/95.
Η αίτηση αναιρέσεως
15 Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. ρος στήριξη της αιτήσεώς του αναιρέσεως, προβάλλει τέσσερις λόγους, ο ένας εκ των οποίων αφορά το παραδεκτό της ενώπιον του ρωτοδικείου ασκηθείσας προσφυγής και οι άλλοι αφορούν την ουσία της υποθέσεως.
16 Οι S. Busacca κ.λπ. ζητούν από το Δικαστήριο να κρίνει την αίτηση αναιρέσεως απαράδεκτη και να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
17 Με διάταξη του ροέδρου του Δικαστηρίου της 19ης Απριλίου 1999, επετράπη η παρέμβαση του Βασιλείου της Ισπανίας προς στήριξη των αιτημάτων του Συμβουλίου. Το Βασίλειο της Ισπανίας ζητεί από το Δικαστήριο να εξαφανίσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Επί του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως
18 Οι S. Busacca κ.λπ. υποστηρίζουν ότι η υπόθεση αφορά διαφορά μεταξύ της Κοινότητας και των υπαλλήλων της και, επομένως, η δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως που παρέχεται από το άρθρο 49, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου στα κράτη μέλη και στα θεσμικά όργανα που δεν παρενέβησαν ενώπιον του ρωτοδικείου δεν μπορεί, βάσει της ίδιας της διατυπώσεως της διατάξεως αυτής, να εφαρμοστεί. Εφόσον το Συμβούλιο δεν παρενέβη πρωτοδίκως στην υπόθεση Τ-164/97, δεν μπορεί να ασκήσει ενώπιον του Δικαστηρίου παραδεκτώς αίτηση αναιρέσεως.
19 Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από το Βασίλειο της Ισπανίας, ισχυρίζεται αντιθέτως ότι, με τη διατύπωση «διαφορές μεταξύ της Κοινότητας και των υπαλλήλων της», το άρθρο 49, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου δεν σκοπεί τις διαφορές που αμφισβητούν τη νομιμότητα πράξεως γενικής ισχύος, κατά μείζονα λόγο ενός κανονισμού, αλλά μόνον τις πράξεις που αφορούν ζητήματα ατομικής φύσεως, για τις οποίες προφανώς κρίθηκε ότι δεν δικαιολογείται αναγνώριση δικαιώματος προσφυγής στο Δικαστήριο υπέρ των θεσμικών οργάνων ή των κρατών μελών που δεν παρενέβησαν ενώπιον του ρωτοδικείου.
20 Εξάλλου, το Συμβούλιο θεωρεί ότι, στην υποθετική περίπτωση που η παρούσα αίτηση αναιρέσεως κριθεί απαράδεκτη και κριθούν βάσιμες οι δύο αιτήσεις αναιρέσεως που άσκησε κατά των αποφάσεων του ρωτοδικείου της 30ής Σεπτεμβρίου 1998, Τ-154/96, Chvatal κ.λπ. κατά Δικαστηρίου (Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. Ι-Α-527 και ΙΙ-1579), και Τ-13/97, Losch κατά Δικαστηρίου (Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. Ι-Α-543 και ΙΙ-1633), οι οποίες είναι παρεμφερείς, στο σκεπτικό τους και στο διατακτικό τους, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η σαφήνεια δικαίου θα διακυβευόταν εφόσον τούτο θα κατέληγε στο ότι λύση κριθείσα από το Δικαστήριο αντίθετη προς το δίκαιο σε δύο υποθέσεις αποκτά παρ' όλ' αυτά ισχύ δεδικασμένου σε μια τρίτη υπόθεση.
21 Συναφώς, αρκεί η υπενθύμιση, βάσει της ίδιας της διατυπώσεως του άρθρου 49, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ και των αντιστοίχων διατάξεων των Οργανισμών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, ότι στην περίπτωση διαφορών μεταξύ της Κοινότητας και των υπαλλήλων της, τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα που δεν παρενέβησαν ενώπιον του ρωτοδικείου δεν έχουν δικαίωμα να ασκήσουν ενώπιον του Δικαστηρίου αίτηση αναιρέσεως.
22 Η φύση μιας διαφοράς, από την οποία εξαρτάται συνεπώς το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να εκτιμάται ενόψει του αντικειμένου της προσφυγής και δεν τροποποιείται με τους λόγους και επιχειρήματα που μπορούν να αναπτύξουν οι προσφεύγοντες, από πραγματικής και νομικής απόψεως, για να δικαιολογήσουν τις αξιώσεις τους.
23 Εν προκειμένω, οι S. Busacca κ.λπ. ζήτησαν την ακύρωση της αρνήσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου να τους εγγράψει στον πίνακα των προσώπων που εκδήλωσαν ενδιαφέρον να τύχουν του μέτρου περί οριστικής εξόδου από την υπηρεσία. Το γεγονός ότι επικαλούνται την έλλειψη της νομιμότητας του κανονισμού 2688/95, ο οποίος επιφυλάσσει στο Κοινοβούλιο τη δυνατότητα θεσπίσεως τέτοιων μέτρων, δεν μεταβάλλει το αντικείμενο της αιτήσεώς τους, η οποία, αν γίνει δεκτή, αντιστοιχεί μόνο στην ακύρωση των ατομικών αποφάσεων που τους αφορούν, και όχι στην ακύρωση του ίδιου του κανονισμού 2688/95, εφόσον η έλλειψη νομιμότητας του κανονισμού αυτού προβλήθηκε μόνο μέσω της ενστάσεως.
24 Έτσι, η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας πράξεως γενικής ισχύος δεν στερεί από μια υπόθεση, που αφορά τον καθορισμό των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των υπαλλήλων, τον χαρακτήρα διαφοράς μεταξύ της Κοινότητας και των υπαλλήλων της. Αν ίσχυε άλλως, η προβλεπόμενη στο άρθρο 49, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ και των αντιστοίχων διατάξεων των Οργανισμών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου επιφύλαξη θα καθίστατο, κατά μέγα μέρος, άνευ αντικειμένου. Τέτοια ερμηνεία θα δημιουργούσε εξάλλου σοβαρή ανασφάλεια δικαίου, εφόσον το διαδικαστικό καθεστώς που εφαρμόζεται σε υπαλληλικές διαφορές εξαρτάται, όπως ορθώς επισημαίνουν οι S. Busacca κ.λπ., από την έλλειψη ή την ύπαρξη ισχυρισμών που προβάλλουν οι διάδικοι περί της ερμηνείας ή του κύρους των κανονιστικών ή γενικών διατάξεων που μπορεί να έχουν εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση.
25 Συνεπώς, εφόσον, εν προκειμένω, το Συμβούλιο δεν παρενέβη πρωτοδίκως και η διαφορά οριοθετείται ως διαφορά μεταξύ της Κοινότητας και των υπαλλήλων της, μη έχουσα ως αντικείμενο την ακύρωση κανονιστικής ή γενικής ισχύος πράξεως, η παρούσα αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη.
26 Ως προς την ενδεχόμενη δυσχέρεια που θα προέκυπτε, σύμφωνα με το Συμβούλιο, από την ισχύ δεδικασμένου μιας απόφασης, αν και παρεμφερούς με άλλες αποφάσεις ακυρωθείσες λόγω νομικής πλάνης, υπενθυμίζεται μόνον ότι το ανεφάρμοστο ενός κανονισμού, διαπιστωθέν παρεμπιπτόντως, δυνάμει του άρθρου 184 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 241 ΕΚ), με την ευκαιρία διαφοράς που θέτει σε αμφισβήτηση τον κανονισμό αυτό, έχει δεσμευτική ισχύ μόνο μεταξύ των διαδίκων στη διαφορά αυτή.
27 Συνεπώς, η ασκηθείσα από το Συμβούλιο αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
28 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, που έχει εφαρμογή στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 4, που έχει επίσης εφαρμογή στην αναιρετική διαδικασία, τα κράτη μέλη και τα όργανα που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
29 Επειδή οι S. Busacca κ.λπ. ζήτησαν την καταδίκη του Συμβουλίου στα δικαστικά έξοδα και το Συμβούλιο ηττήθηκε, πρέπει να καταδιακστεί στα δικαστικά έξοδα, πλην των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε το Βασίλειο της Ισπανίας, το οποίο φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη.
2) Το Βασίλειο της Ισπανίας φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
3) Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως φέρει τα λοιπά δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy