Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Εκτέλεση των οδηγιών - αράβαση - Αιτιολόγηση - Δεν επιτρέπεται
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 169 (νυν άρθρο 226 ΕΚ)]
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-457/98,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Δ. Γκουλούση, νομικό σύμβουλο, και τον A. Aresu, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον C. Gómez de la Cruz, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τις Σ. Βώδινα και Ν. Δαφνίου, εισηγήτριες στην ειδική νομική υπηρεσία, τμήμα Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου του Υπουργείου Εξωτερικών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την ρεσβεία της Ελλάδος, 117, Val Sainte-Croix,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει και, επικουρικώς, να κοινοποιήσει στην Επιτροπή, εμπροθέσμως, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί πλήρως προς την οδηγία 96/97/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1996, που τροποποίησε την οδηγία 86/378/ΕΟΚ σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης (ΕΕ 1997, L 46, σ. 20), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. La Pergola, πρόεδρο τμήματος, D. A. O. Edward (εισηγητή) και L. Sévon, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 29ης Μαρτίου 2000, κατά την οποία η Επιτροπή εκπροσωπήθηκε από τη Μ. ατακιά, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και η Ελληνική Δημοκρατία από την Ι. Γαλάνη-Μαραγκουδάκη, αναπληρώτρια νομική σύμβουλο στην ειδική νομική υπηρεσία, τμήμα Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου του Υπουργείου Εξωτερικών, και από τη Σ. Βώδινα,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Μαρτίου 2000,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Δεκεμβρίου 1998, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ), προσφυγή με σκοπό να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει και, επικουρικώς, να της κοινοποιήσει, εμπροθέσμως, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί πλήρως προς την οδηγία 96/97/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1996, που τροποποίησε την οδηγία 86/378/ΕΟΚ σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης (ΕΕ 1997, L 46, σ. 20, στο εξής: οδηγία), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ.
2 Η οδηγία προσάρμοσε τις διατάξεις της οδηγίας 86/378/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης (ΕΕ L 225, σ. 40), οι οποίες επηρεάστηκαν από την απόφαση της 17ης Μα_ου 1990, C-262/88, Barber (Συλλογή 1990, σ. Ι-1889).
3 Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα κράτη μέλη έπρεπε να θεσπίσουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθούν προς την οδηγία αυτή το αργότερο έως την 1η Ιουλίου 1997 καθώς και να ενημερώσουν πάραυτα την Επιτροπή σχετικά.
4 Η Επιτροπή, αφού διαπίστωσε ότι η προθεσμία αυτή έληξε χωρίς να έχει ενημερωθεί σχετικά με τη λήψη μέτρων από την Ελληνική Δημοκρατία, ζήτησε με το από 9 Σεπτεμβρίου 1997 έγγραφο οχλήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης, από την Ελληνική Κυβέρνηση να της υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός δύο μηνών.
5 Επειδή η Ελληνική Κυβέρνηση δεν απάντησε στο έγγραφο οχλήσεως, η Επιτροπή τής απηύθυνε στις 12 Ιανουαρίου 1998 αιτιολογημένη γνώμη, στην οποία επανέλαβε τις παρατηρήσεις που περιείχε το εν λόγω έγγραφο οχλήσεως, και κάλεσε την Ελληνική Δημοκρατία να λάβει εντός δύο μηνών τα αναγκαία μέτρα προκειμένου συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν απο την οδηγία.
6 Δεδομένου ότι η Ελληνική Κυβέρνηση δεν απάντησε στις αιτιάσεις της αιτιολογημένης γνώμης, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
7 Στο υπόμνημά της αντικρούσεως, η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει, αφενός, ότι στην ελληνική έννομη τάξη δεν υφίσταται, κατ' αρχήν, ο θεσμός του «επαγγελματικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως», όπως αυτός περιγράφεται στην οδηγία. Κατά την άποψή της, τόσο το ΙΚΑ όσο και οι κλαδικοί φορείς αποτελούν «συστήματα εκ του νόμου» και, ως εκ τούτου, υπάγονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογένειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ L 28, σ. 1). Η νομική φύση των συστημάτων αυτών αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι συστάθηκαν και λειτουργούν χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους. Στο υπόμνημά της ανταπαντήσεως, η Ελληνική Κυβέρνηση προσθέτει ότι η νομική φύση των ελληνικών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης προκύπτει επίσης από το άρθρο 22, παράγραφος 4, του ελληνικού Συντάγματος.
8 Η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει, αφενός, ότι ο Έλληνας νομοθέτης ανέλαβε ήδη την πρωτοβουλία να προσαρμόσει το εσωτερικό δίκαιο στην οδηγία. Συναφώς, μνημονεύεται ο νόμος 2676/1999, για την «Οργανωτική και λειτουργική αναδιάρθρωση των φορέων κοινωνικής ασφάλισης» (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας, τεύχος Α_, φύλλο 1, της 5ης Ιανουαρίου 1999), που ψηφίστηκε λίαν προσφάτως, με το άρθρο 81 του οποίου προστέθηκε στο άρθρο 5 του νόμου 1414/1984, για την «Εφαρμογή της αρχής της ισότητας των φύλων στις εργασιακές σχέσεις και άλλες διατάξεις», και τρίτη παράγραφος, η οποία έχει ως ακολούθως:
«Είναι άκυρος όρος συλλογικής σύμβασης εργασίας ή κανονισμού επιχειρήσεων που έχει διάκριση με βάση το φύλο του εργαζομένου ως προς τα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης.»
9 Κατ' αρχάς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ρητώς την ύπαρξη στην Ελλάδα επαγγελματικών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, όπως αυτά που περιγράφονται στην οδηγία, με την απόφαση της 17ης Απριλίου 1997, C-147/95, Εβρενόπουλος (Συλλογή 1997, σ. Ι-2057), η οποία αφορούσε το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (στο εξής: ΔΕΗ).
10 Στην υπόθεση αυτή, η Ελληνική Κυβέρνηση και η ΔΕΗ υποστήριξαν ότι το ασφαλιστικό σύστημα της ΔΕΗ είναι εκ του νόμου σύστημα το οποίο δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ). Συναφώς, η ΔΕΗ υπογράμμισε ότι το σύστημα ιδρύθηκε ευθέως και διέπεται αποκλειστικά από τον νόμο, ότι το σύστημα αυτό δεν ιδρύθηκε ούτε με μονομερή απόφαση του εργοδότη ούτε κατόπιν διαπραγματεύσεως ή διαβουλεύσεως με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, ότι οι όροι λειτουργίας του συνδέονται με λόγους κοινωνικής πολιτικής και δεν απορρέουν από τη σχέση εργασίας και, τέλος, ότι το σύστημα αυτό δεν έχει συμπληρωματικό χαρακτήρα σε σχέση προς κάποιο άλλο γενικό ασφαλιστικό σύστημα, ούτε οι παροχές που χορηγεί υποκαθιστούν, εν όλω ή εν μέρει, παροχές που χορηγούνται από κάποιο άλλο γενικό ασφαλιστικό σύστημα.
11 Το Δικαστήριο απέρριψε τα επιχειρήματα αυτά, υπενθυμίζοντας ότι αποφασιστικό κριτήριο εν προκειμένω αποτελεί μόνον η διαπίστωση ότι η σύνταξη καταβάλλεται στον εργαζόμενο λόγω της σχέσεως εργασίας μεταξύ αυτού και του πρώην εργοδότη του, ήτοι το κριτήριο της σχέσεως εργασίας που συνάγεται από την ίδια τη διατύπωση του άρθρου 119 της Συνθήκης (προαναφερθείσα απόφαση Εβρενόπουλος, σκέψη 19).
12 Συνεπώς, υπάρχουν στην Ελλάδα ορισμένα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και επομένως η Ελληνική Δημοκρατία ήταν υποχρεωμένη να τη μεταφέρει στο εσωτερικό της δίκαιο.
13 Δεύτερον, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι ο νόμος 2676/1999, τον οποίον επικαλείται η Ελληνική Κυβέρνηση, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στις 5 Ιανουαρίου 1999, ήτοι μετά τη λήξη της προθεσμίας που είχε ταχθεί στα κράτη μέλη προκειμένου να μεταφέρουν την οδηγία στο εσωτερικό τους δίκαιο και αφού προηγουμένως η Επιτροπή άσκησε την προσφυγή της.
14 Κατά πάγια νομολογία, τα μέτρα που λαμβάνει ένα κράτος μέλος για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του μετά την άσκηση προσφυγής λόγω παραβάσεως δεν λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο (βλ. απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 1998, C-71/97, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 1998, σ. Ι-5991, σκέψη 18).
15 Συνεπώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει εμπροθέσμως τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
16 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή διατύπωσε σχετικό αίτημα και η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, επιβάλλεται να καταδικαστεί η Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει εμπροθέσμως τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 96/97/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1996, που τροποποίησε την οδηγία 86/378/ΕΟΚ για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy