Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Υπάλληλοι - ροσφυγή - ροηγούμενη διοικητική ένσταση - ροθεσμία - Λήξη - Επανέναρξη - ροϋπόθεση - Νέο περιστατικό - Απόφαση για την τροποποίηση των κριτηρίων κατατάξεως σε βαθμό κατά την πρόσληψη
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 31 § 2, 90 και 91)
2. Υπάλληλοι - Ισότητα μεταχειρίσεως - ρόσληψη - Βαθμολογική κατάταξη - Επανεξέταση - Δικαίωμα αιτήσεως επανεξετάσεως περιοριζόμενο στους υπαλλήλους που προσλήφθηκαν μετά την έκδοση της αποφάσεως της 5ης Οκτωβρίου 1995, Τ-17/95 - Έλλειψη αντικειμενικής δικαιολογήσεως
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 5 § 3)
Περίληψη
1. Η απόφαση της Επιτροπής της 7ης Φεβρουαρίου 1996 για την τροποποίηση των κριτηρίων κατατάξεως των υπαλλήλων που έχουν προσληφθεί μετά τις 5 Οκτωβρίου 1995 πρέπει να θεωρηθεί απόφαση γενικής εφαρμογής θέτουσα υπό αμφισβήτηση το κύρος ορισμένων διοικητικών αποφάσεων που έχουν καταστεί απρόσβλητες, και ότι συνιστά, κατά τούτο, νέο περιστατικό ικανό, εν προκειμένω, να βλάψει τους υπαλλήλους που προσλήφθηκαν πριν από τις 5 Οκτωβρίου 1995 και τους παρέχει τη δυνατότητα υποβολής, εντός των προθεσμιών που προβλέπουν τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ, αιτήσεως ανακατατάξεως.
( βλ. σκέψη 45 )
2. Η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996, που εκδόθηκε μετά την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1995, Τ-17/95, Αλεξοπούλου, και με την οποία τροποποιούνται τα κριτήρια βαθμολογικής κατατάξεως των υπαλλήλων που προσλήφθηκαν μετά τις 5 Οκτωβρίου 1995, παραβιάζει τη γενική αρχή της ισότητας μεταχειρίσεως που θέτει το άρθρο 5, παράγραφος 3, του ΚΥΚ, καθόσον επιφυλάσσει διαφορετική μεταχείριση στους υπαλλήλους που διορίστηκαν μετά τις 5 Οκτωβρίου 1995, εφόσον μπορούσαν να ζητήσουν επανεξέταση της κατατάξεώς τους, ενώ όσοι δεν διορίστηκαν πριν από την ημερομηνία αυτή δεν είχαν πλέον αυτή τη δυνατότητα, και αυτή η διαφοροποίηση μεταχειρίσεως δεν δικαιολογείται αντικειμενικά από το γεγονός ότι 5η Οκτωβρίου 1995 αποτελεί την ημερομηνία εκδόσεως της προπαρατεθείσας αποφάσεως.
ράγματι, η εκτέλεση της αποφάσεως δεν επιβάλλει τη λήψη υπόψη της ημερομηνίας αυτής για τη θέση σε ισχύ της αποφάσεως της 7ης Φεβρουαρίου 1996. Επιπλέον, αν και η Επιτροπή παρέσχε, με την έκδοση της αποφάσεως αυτής, δείγματα αρωγής προς τους υπαλλήλους που διορίστηκαν μετά τις 5 Οκτωβρίου 1995 και δεν είχαν αμφισβητήσει το κύρος της αποφάσεως περί κατατάξεώς τους εντός της ταχθείσας προθεσμίας, δεν υφίσταται κανένα στοιχείο που να αποτελεί δικαιολόγηση ή εξήγηση του γεγονότος ότι η Επιτροπή δεν επεξέτεινε την αρωγή αυτή στους υπαλλήλους που διορίστηκαν μεταξύ του 1983 και της 5ης Οκτωβρίου 1995 και βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση.
( βλ. σκέψεις 51-53 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-459/98 P,
Isabel Martínez del Peral Cagigal, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Βρυξελλών (Βέλγιο), εκπροσωπούμενη από τους A. Creus και B. Uriarte Valiente, δικηγόρους,
αναιρεσείουσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως κατά της διατάξεως που εξέδωσε στις 14 Οκτωβρίου 1998 το ρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (πρώτο τμήμα) στην υπόθεση T-224/97, Martínez del Peral Cagigal κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I-A-581 και ΙΙ-1741), με την οποία ζητείται η εξαφάνιση της διατάξεως αυτής,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους J. Guerra Fernández και F. Duvieusart-Clotuche, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. A. O. Edward, προεδρεύοντα του πέμπτου τμήματος, P. Jann και L. Sevón (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Léger
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 15ης Δεκεμβρίου 1999,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Μαρτίου 2000,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Δεκεμβρίου 1998, η Ι. Martínez del Peral Cagigal άσκησε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ και των αντίστοιχων διατάξεων των Οργανισμών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, προσφυγή κατά της διατάξεως του ρωτοδικείου της 14ης Οκτωβρίου 1998, T-224/97, Martínez del Peral Cagigal κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I-A-581 και ΙΙ-1741, στο εξής: προσβαλλόμενη διάταξη), καθόσον απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή της με αίτημα την ακύρωση, αφενός, της αποφάσεως της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 24ης Οκτωβρίου 1996 με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση ανακατατάξεως της αναιρεσείουσας και, αφετέρου, της αποφάσεως της Επιτροπής της 29ης Απριλίου 1997 με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως της 24ης Οκτωβρίου 1996.
Νομικό και πραγματικό πλαίσιο
2 Το άρθρο 5, παράγραφος 3, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ) ορίζει:
«Οι υπάλληλοι που ανήκουν στην ίδια κατηγορία ή στον ίδιο κλάδο υπόκεινται αντίστοιχα στις ίδιες προϋποθέσεις προσλήψεως και εξελίξεως στη σταδιοδρομία.»
3 Το άρθρο 31 του ΚΥΚ ορίζει τα εξής:
«1. Οι υποψήφιοι που έχουν επιλεγεί κατά τον τρόπο αυτό διορίζονται:
- υπάλληλοι της κατηγορίας Α ή του γλωσσικού κλάδου:
στον εισαγωγικό βαθμό της κατηγορίας ή του κλάδου τους,
- υπάλληλοι των άλλων κατηγοριών:
στον εισαγωγικό βαθμό που αντιστοιχεί στη θέση στην οποία έχουν προσληφθεί.
2. Εντούτοις, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δύναται να παρεκκλίνει από τις ανωτέρω διατάξεις μέσα στα ακόλουθα όρια:
α) για τους βαθμούς Α 1, Α 2, Α 3 και LΑ 3:
- μέχρι το ήμισυ, αν πρόκειται για κενωθείσες θέσεις,
- κατά τα δύο τρίτα, αν πρόκειται για θέσεις που έχουν πρόσφατα δημιουργηθεί·
β) για τους άλλους βαθμούς:
- κατά το ένα τρίτο, αν πρόκειται για κενωθείσες θέσεις,
- κατά το ήμισυ, αν πρόκειται για θέσεις που έχουν πρόσφατα δημιουργηθεί.
Με εξαίρεση τον βαθμό LA 3, η διάταξη αυτή ισχύει για κάθε σύνολο έξι θέσεων προς πλήρωση σε κάθε βαθμό.»
4 Κατόπιν προσφυγής υπαλλήλου, το ρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση περί κατατάξεως που την αφορούσε (απόφαση του ρωτοδικείου της 5ης Οκτωβρίου 1995, T-17/95, Αλεξοπούλου κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. I-A-227 και ΙΙ-683).
5 Η υπάλληλος αυτή είχε καταταγεί στον εισαγωγικό βαθμό της κατηγορίας της κατ' εφαρμογήν εσωτερικής αποφάσεως της 1ης Σεπτεμβρίου 1983 περί των εφαρμοστέων κριτηρίων κατά τον διορισμό σε βαθμό και την κατάταξη σε κλιμάκιο κατά την πρόσληψη (στο εξής: απόφαση της 1ης Σεπτεμβρίου 1983), με την οποία η Επιτροπή είχε παραιτηθεί της διακριτικής εξουσίας που της απονέμει το άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Το ρωτοδικείο έκρινε, ωστόσο, σε σχέση με την απόφαση αυτή, ότι, αν και η άσκηση της διακριτικής εξουσίας που το άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ απονέμει στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) μπορεί, κατά τη νομολογία, να ρυθμίζεται με εσωτερικές αποφάσεις όπως η απόφαση της 1ης Σεπτεμβρίου 1983, εντούτοις η Επιτροπή δεν μπορεί να μειώσει ή να περιορίσει, με απλή απόφαση, τα έννομα αποτελέσματα των διατάξεων του ΚΥΚ. Το ρωτοδικείο κατέληξε ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να παραιτηθεί πλήρως της εξουσίας που της απονέμει το άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, αρνούμενη κατά τρόπο απόλυτο τη δυνατότητα διορισμού ενός νεοπροσληφθέντος υπαλλήλου σε βαθμό εκτός του εισαγωγικού βαθμού της σταδιοδρομίας και ότι, κατά συνέπεια, η απόφαση της 1ης Σεπτεμβρίου 1983 παραβίαζε τον ΚΥΚ.
6 Το ρωτοδικείο υπογράμμισε με την ευκαιρία αυτή, μεταξύ άλλων, ότι, προκειμένου το άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ να μην αποστερηθεί πάσης νομικής σημασίας, η ΑΔΑ υποχρεούται, εφόσον συντρέχουν ειδικές περιστάσεις, όπως τα εξαιρετικά προσόντα ενός υποψηφίου, να προβεί σε συγκεκριμένη εκτίμηση της ενδεχόμενης εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως. Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται ιδίως οσάκις οι συγκεκριμένες ανάγκες της υπηρεσίες απαιτούν την πρόσληψη υπαλλήλου με ιδιαίτερα προσόντα και, ως εκ τούτου, δικαιολογούν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ ή οσάκις ο διοριζόμενος διαθέτει εξαιρετικά προσόντα και ζητεί να τύχει των ευεργετημάτων των εν λόγω διατάξεων. Το ρωτοδικείο διευκρίνισε, ωστόσο, ότι, ενόψει της ποικίλης επαγγελματικής πείρας που διαθέτουν οι υποψήφιοι για την ευρωπαϊκή δημόσια διοίκηση, η ΑΔΑ απολαύει διακριτικής ευχέρειας, εντός του πλαισίου που ορίζουν τα άρθρα 31 και 32, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ ή οι εσωτερικές αποφάσεις για την εφαρμογή αυτών, προκειμένου να εκτιμά την προηγούμενη επαγγελματική πείρα του προσλαμβανομένου ως υπαλλήλου, όσον αφορά τόσο τη φύση και τη διάρκεια αυτής όσο και τη μάλλον ή ήττον στενή σχέση που μπορεί να έχει με τις απαιτήσεις της πληρωτέας θέσεως (προπαρατεθείσα απόφαση Αλεξοπούλου κατά Επιτροπής, σκέψη 21).
7 Κατόπιν της προπαρατεθείσας αποφάσεως Αλεξοπούλου κατά Επιτροπής, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 (στο εξής: απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996), που δημοσιεύθηκε στις Διοικητικές ληροφορίες της 27ης Μαρτίου 1996,
με την οποία τροποποίησε την απόφαση της 1ης Σεπτεμβρίου 1983. Κατόπιν της τροποποιήσεως αυτής, το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, της τελευταίας αυτής αποφάσεως πρέπει να νοηθεί ως εξής:
«[Η ΑΔΑ] διορίζει τον δόκιμο υπάλληλο στον βασικό βαθμό της σταδιοδρομίας για την οποία προσλαμβάνεται.
Κατ' εξαίρεση από την αρχή αυτή, η ΑΔΑ μπορεί να αποφασίσει να διορίσει τον δόκιμο υπάλληλο στον ανώτερο βαθμό της σταδιοδρομίας, όταν οι ειδικές ανάγκες της υπηρεσίας απαιτούν την πρόσληψη υπαλλήλου με ιδιαίτερα προσόντα ή όταν ο προσλαμβανόμενος διαθέτει εξαιρετικά προσόντα.»
8 Η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 ορίζει ότι αρχίζει να ισχύει από 5ης Οκτωβρίου 1995, ημερομηνίας εκδόσεως της προπαρατεθείσας αποφάσεως Αλεξοπούλου κατά Επιτροπής.
9 Σημαντικός αριθμός υπαλλήλων ζήτησαν την ανακατάταξή τους στον ανώτερο βαθμό της σταδιοδρομίας, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Ασκήθηκαν περισσότερες από 80 προσφυγές ενώπιον του ρωτοδικείου, με τις οποίες οι προσφεύγοντες ζήτησαν την ακύρωση αποφάσεως περί διορισμού ή την ακύρωση αποφάσεως απορριπτικής της αιτήσεως βαθμολογικής ανακατατάξεως.
10 Το χρονικό της σταδιοδρομίας της υπαλλήλου Ι. Martínez del Peral Cagigal καθώς και των σημαντικών, στην ένδικη διαφορά της με την Επιτροπή, αποφάσεων μπορεί να εκτεθεί ως εξής:
- 9 Νοεμβρίου 1993: διορισμός της ως δόκιμης υπαλλήλου διοικήσεως στην Επιτροπή με κατάταξη στον βαθμό A 7, κλιμάκιο 1, με ισχύ από 16ης Οκτωβρίου 1993·
- 26 Νοεμβρίου 1993: απόφαση περί κατατάξεως στον βαθμό A 7, κλιμάκιο 3, με ισχύ από 16ης Οκτωβρίου 1993·
- 5 Οκτωβρίου 1995: έκδοση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Αλεξοπούλου κατά Επιτροπής και θέση σε ισχύ της αποφάσεως της 7ης Φεβρουαρίου 1996·
- 7 Φεβρουαρίου 1996: γενική απόφαση της Επιτροπής περί τροποποιήσεως της αποφάσεως της 1ης Σεπτεμβρίου 1983·
- 27 Μαρτίου 1996: δημοσίευση της αποφάσεως της 7ης Φεβρουαρίου 1996 στις Διοικητικές ληροφορίες·
- 21 Ιουνίου 1996: αίτηση βαθμολογικής ανακατατάξεώς της κατά την ανάληψη των καθηκόντων της στην Επιτροπή·
- 24 Οκτωβρίου 1996: απόρριψη της αιτήσεως·
- 23 Ιανουαρίου 1997: υποβολή διοικητικής ενστάσεως·
- 29 Απριλίου 1997: απόφαση απορριπτική της διοικητικής ενστάσεως·
- 29 Ιουλίου 1997: άσκηση της προσφυγής ενώπιον του ρωτοδικείου.
Η προσβαλλόμενη διάταξη
11 Κατόπιν ενστάσεως της Επιτροπής, η προσβαλλόμενη διάταξη απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη με την αιτιολογία ότι η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 δεν συνιστά νέο περιστατικό επιτρέπον την επανέναρξη των προθεσμιών που προβλέπουν τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ για την άσκηση προσφυγής κατά της αποφάσεως περί κατατάξεως της Ι. Martínez del Peral Cagigal της 26ης Νοεμβρίου 1993.
12 Το ρωτοδικείο διαπίστωσε, με τη σκέψη 26 της διατάξεως αυτής, ότι η Ι. Martínez del Peral Cagigal δεν είχε υποβάλει διοικητική ένσταση κατά της από 26 Νοεμβρίου 1993 αποφάσεως της ΑΔΑ περί κατατάξεώς της εντός της προθεσμίας τριών μηνών που προβλέπει το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Το ρωτοδικείο υπενθύμισε, συναφώς, με τη σκέψη 27, ότι ένας υπάλληλος δεν μπορεί να αμφισβητήσει τους όρους της αρχικής προσλήψεώς του εφόσον η απόφαση περί προσλήψεώς του έχει καταστεί απρόσβλητη.
13 Το ρωτοδικείο διαπίστωσε, με τη σκέψη 28 της προσβαλλομένης διατάξεως, ότι η αίτηση της Ι. Martínez del Peral Cagigal σκοπεί, ωστόσο, στην αμφισβήτηση των όρων της αρχικής προσλήψεώς της, διότι ζητεί την επανεξέταση της κατατάξεώς της σε βαθμό κατά την ανάληψη των καθηκόντων της.
14 Το ρωτοδικείο, αφού υπενθύμισε, με τη σκέψη 29 της προσβαλλομένης διατάξεως, την αρχή κατά την οποία μόνον η ύπαρξη νέου ουσιώδους περιστατικού μπορεί να δικαιολογήσει την υποβολή αιτήσεως επανεξετάσεως μιας αποφάσεως η οποία δεν προσβλήθηκε εμπροθέσμως, έκρινε, στη σκέψη 30, ότι η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 δεν μπορεί, από την ίδια της τη φύση και από τη νομική της ισχύ, να συνιστά νέο περιστατικό, καθόσον δεν έχει ως αντικείμενο ούτε συνεπάγεται την αμφισβήτηση του κύρους των διοικητικών αποφάσεων που κατέστησαν απρόσβλητες πριν από τη θέση της σε ισχύ.
15 Το ρωτοδικείο τόνισε, επιπλέον, με τις σκέψεις 31 και 32 της προσβαλλομένης διατάξεως, ότι το άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ δεν περιέχει κανόνα εφαρμοστέο επί παντός υπαλλήλου αλλ' ότι, αντιθέτως, η διάταξη αυτή απονέμει στην ΑΔΑ διακριτική εξουσία να διορίζει, κατ' εξαίρεση, τον προσλαμβανόμενο υπάλληλο σε βαθμό της σταδιοδρομίας του ανώτερο του εισαγωγικού.
16 Σχετικά με το επιχείρημα της Ι. Martínez del Peral Cagigal κατά το οποίο η απόρριψη της αιτήσεώς της συνιστά παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 3, του ΚΥΚ, το ρωτοδικείο υπενθύμισε, με τη σκέψη 33 της προσβαλλομένης διατάξεως, ότι από την προπαρατεθείσα απόφαση Αλεξοπούλου κατά Επιτροπής προκύπτει ότι η ΑΔΑ δεν είναι, κατ' αρχήν, υποχρεωμένη να εξετάζει σε κάθε περίπτωση αν χωρεί εφαρμογή του άρθρου 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ ούτε να αιτιολογεί την απόφασή της να μην κάνει χρήση της εν λόγω διατάξεως.
17 Λαμβάνοντας υπόψη τις σκέψεις αυτές και, μεταξύ άλλων, τον εξαιρετικό χαρακτήρα του άρθρου 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, το ρωτοδικείο έκρινε, με τη σκέψη 34 της προσβαλλομένης διατάξεως, ότι η απόρριψη από την Επιτροπή της αιτήσεως βαθμολογικής ανακατατάξεως, που υποβλήθηκε μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την υποβολή διοικητικής ενστάσεως, δεν μπορεί να συνιστά παραβίαση του άρθρου 5, παράγραφος 3, του ΚΥΚ.
18 Το ρωτοδικείο απέρριψε επίσης, με τη σκέψη 35 της προσβαλλομένης διατάξεως, το επιχείρημα της Ι. Martínez del Peral Cagigal ότι η Επιτροπή παρέβη το καθήκον της αρωγής, υπενθυμίζοντας ότι το καθήκον αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει τη διοίκηση να προσδώσει σε κοινοτική διάταξη ερμηνεία που αντιβαίνει στην ακριβή της διατύπωση. Εν προκειμένω, το άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι είναι εφαρμοστέο επί όλων των υπαλλήλων.
19 Κρίνοντας ότι η Ι. Martínez del Peral Cagigal δεν μπόρεσε να αποδείξει την ύπαρξη νέων περιστατικών που να επιτρέπουν την επανέναρξη των προθεσμιών που προβλέπουν τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ, το ρωτοδικείο διαπίστωσε, με τη σκέψη 37 της προσβαλλομένης διατάξεως, ότι η προσφυγή κατά της αποφάσεως της 26ης Νοεμβρίου 1993 ασκήθηκε εκπροθέσμως και ως εκ τούτου απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη.
Η αίτηση αναιρέσεως
20 Η αίτηση αναιρέσεως στηρίζεται σε πέντε λόγους.
21 Ο πρώτος λόγος αντλείται από την παραβίαση του κοινοτικού δικαίου που απορρέει από το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη διάταξη είναι ασυμβίβαστη με τη νομολογία του ρωτοδικείου και του Δικαστηρίου σχετικά με την επανέναρξη της προθεσμίας για την υποβολή διοικητικής ενστάσεως σε περίπτωση επελεύσεως νέου περιστατικού, κατά την οποία νομολογία μια εσωτερική απόφαση της Επιτροπής που τροποποιεί τα κριτήρια κατατάξεως των υπαλλήλων πρέπει να θεωρηθεί ότι συνιστά νέο περιστατικό.
22 Ο δεύτερος λόγος αντλείται από την παράβαση των διατάξεων του άρθρου 176 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 233 ΕΚ), δυνάμει του οποίου η Επιτροπή έπρεπε να είχε λάβει όλα τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Αλεξοπούλου κατά Επιτροπής.
23 Ο τρίτος λόγος αντλείται από την παραβίαση της θεμελιώδους αρχής της ισότητας μεταχειρίσεως, που διατυπώνεται στο άρθρο 5, παράγραφος 3, του ΚΥΚ και αναγνωρίζεται από τη νομολογία του ρωτοδικείου και του Δικαστηρίου.
24 Ο τέταρτος λόγος αντλείται από την παραβίαση του κοινοτικού δικαίου που απορρέει από το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη διάταξη είναι ασυμβίβαστη με το καθήκον αρωγής της Επιτροπής, που προβλέπει το άρθρο 24 του ΚΥΚ.
25 Ο πέμπτος λόγος αντλείται από την έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλομένης διατάξεως, η οποία δεν προσδιορίζει επαρκώς τους λόγους για τους οποίους η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά νέο περιστατικό.
Επί του πρώτου λόγου που αντλείται από την παραβίαση του κοινοτικού δικαίου που απορρέει από το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη διάταξη είναι ασυμβίβαστη με τη νομολογία του ρωτοδικείου και του Δικαστηρίου σχετικά με την επανέναρξη της προθεσμίας για την υποβολή διοικητικής ενστάσεως σε περίπτωση επελεύσεως νέου περιστατικού
26 Η Ι. Martínez del Peral Cagigal επικαλείται, με τον πρώτο λόγο, διάφορες αποφάσεις του ρωτοδικείου και του Δικαστηρίου από τις οποίες προκύπτει ότι έχει κριθεί ότι άλλες γενικές αποφάσεις, περιέχουσες κριτήρια κατατάξεως για τους προσλαμβανόμενους υπαλλήλους, συνιστούν νέο περιστατικό που δικαιολογεί την υποβολή αιτήσεως επανεξετάσεως ατομικής αποφάσεως περί κατατάξεως. Ισχυρίζεται ότι δεν κατανοεί γιατί η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996, η οποία έχει το ίδιο αντικείμενο, δεν συνιστά τέτοιο νέο περιστατικό.
27 Επιπλέον, αμφισβητεί τη διαπίστωση του ρωτοδικείου ότι το άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ πρέπει να νοηθεί ως εξαίρεση των γενικών κανόνων περί κατατάξεως, γεγονός που εξηγεί τη διάκριση μεταξύ της αποφάσεως της 7ης Φεβρουαρίου 1996, που απλώς διατυπώνει σύμφωνη με τη διάταξη αυτή επιφύλαξη, και των άλλων αποφάσεων γενικού χαρακτήρα, των οποίων γίνεται επίκληση στη σκέψη 26 της παρούσας αποφάσεως και οι οποίες περιέχουν οδηγίες εφαρμοστέες επί όλων των υπαλλήλων.
28 Η Ι. Martínez del Peral Cagigal θεωρεί ότι επιβάλλεται να γίνει διάκριση, αφενός, μεταξύ της επεναξετάσεως της κατατάξεως σύμφωνα με τα νέα κριτήρια, η οποία αποτελεί διοικητική πράξη που υπάγεται στη δέσμια αρμοδιότητα και την οποία η διοίκηση δεν μπορεί να παραλείψει και, αφετέρου, της αποφάσεως που προκύπτει από μια τέτοια πράξη, η οποία συνιστά διοικητική πράξη που υπάγεται στη διακριτική ευχέρεια, στο πλαίσιο της οποίας η διοίκηση μπορεί να ασκήσει την εξουσία της εκτιμήσεως.
29 Η αναιρεσείουσα εκτιμά, επιπλέον, ότι το ρωτοδικείο υπέπεσε σε αντίφαση δεχόμενο την αναδρομικότητα των αποτελεσμάτων της αποφάσεως της 7ης Φεβρουαρίου 1996 για όλους τους υπαλλήλους που προσλήφθηκαν μετά τις 5 Οκτωβρίου 1995 και βεβαιώνοντας ταυτόχρονα, με τη σκέψη 30 της προσβαλλομένης διατάξεως, ότι η εν λόγω απόφαση δεν έχει ως αντικείμενο ούτε συνεπάγεται την αμφισβήτηση του κύρους των διοικητικών αποφάσεων που είχαν καταστεί απρόσβλητες πριν από τη θέση της σε ισχύ.
30 Η Ι. Martínez del Peral Cagigal καταλήγει ότι η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 συνιστά νέο περιστατικό επιτρέπον την επανέναρξη της ταχθείσας προθεσμίας για την υποβολή αιτήσεως ανακατατάξεως κατά την ανάληψη των καθηκόντων της στην Επιτροπή.
31 Η Επιτροπή τονίζει, κατ' αρχάς, ότι οι λόγοι που επικαλείται η Ι. Martínez del Peral Cagigal στο πλαίσιο της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως ταυτίζονται με εκείνους που προέβαλε με την προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του ρωτοδικείου. Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου σε θέματα αιτήσεως αναιρέσεως. Η Επιτροπή σημειώνει, συναφώς, ότι η διατύπωση ορισμένων σκέψεων της αιτήσεως αναιρέσεως ταυτίζεται με τη διατύπωση ορισμένων σκέψεων του δικογράφου της προσφυγής που κατατέθηκε ενώπιον του ρωτοδικείου.
32 Η Επιτροπή υποστηρίζει, εν συνεχεία, ότι η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 έχει περιορισμένο, αμιγώς πληροφοριακό, περιεχόμενο και ότι δεν προσθέτει τίποτε στις διατάξεις του ΚΥΚ, όπως αυτές ερμηνεύθηκαν με την προπαρατεθείσα απόφαση Αλεξοπούλου κατά Επιτροπής.
33 Η Επιτροπή υπογραμμίζει επίσης ότι η διάκριση που κάνει η Ι. Martínez del Peral Cagigal μεταξύ «κανονιστικής πράξεως της διοικήσεως» και «διοικητικής πράξεως που εκδίδεται στο πλαίσιο ασκήσεως της διακριτικής ευχέρειας» είναι τεχνητή και απρόσφορη, εφόσον η απόφαση δεν αφορά αυτομάτως όλους τους υπαλλήλους, αλλ' αποκλειστικά εκείνους που το ζητούν και εκείνους που θεωρούν ότι πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις.
34 Εκτιμά, τέλος, ότι η αντίφαση μεταξύ, αφενός, της αποδοχής της δυνατότητας, για τους υπαλλήλους που προσλήφθηκαν μετά τις 5 Οκτωβρίου 1995, ασκήσεως διοικητικής ενστάσεως πέραν της προθεσμίας των τριών μηνών και, αφετέρου, της επισημάνσεως του χαρακτήρα δημοσίας τάξεως των προθεσμιών για την υποβολή διοικητικής ενστάσεως και την άσκηση προσφυγής, είναι προφανής. ράγματι, η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 δεν προσθέτει κανένα δικαίωμα σε εκείνα που απονέμει το άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ και, γενικότερα, δεν παράγει έννομα αποτελέσματα που δημιουργούν δικαιώματα. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει επίκληση κανενός είδους αναδρομικότητας και η φερόμενη αντίφαση δεν υφίσταται.
35 Όσον αφορά την ένσταση απαραδέκτου που υπέβαλε η Επιτροπή, από τα άρθρα 168 A της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 225 ΕΚ), 51, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου και 112, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να παραθέτει επακριβώς τα επικρινόμενα σημεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η αναίρεση, καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν κατά τρόπο συγκεκριμένο το αίτημα αυτό (απόφαση της 4ης Ιουλίου 2000, C-352/98 P, Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. Ι-5291, σκέψη 34).
36 Αίτηση αναιρέσεως η οποία, χωρίς να περιέχει επιχειρηματολογία σκοπούσα ειδικώς στον προσδιορισμό της πλάνης περί το δίκαιο την οποία ενέχει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, περιορίζεται στην επανάληψη των λόγων και των επιχειρημάτων που έχουν ήδη προβληθεί ενώπιον του ρωτοδικείου δεν πληροί την προϋπόθεση αυτή. Συγκεκριμένα, μια τέτοια αίτηση αναιρέσεως αποτελεί στην πραγματικότητα αίτηση για απλή επανεξέταση της ασκηθείσας ενώπιον του ρωτοδικείου προσφυγής, πράγμα που δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου (προπαρατεθείσα απόφαση Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής, σκέψη 35).
37 Εν προκειμένω, ωστόσο, ο λόγος αναιρέσεως επικρίνει τη συλλογιστική του ρωτοδικείου και περιέχει λεπτομερή επιχειρηματολογία προς απόδειξη του ότι αυτό παραβίασε το κοινοτικό δίκαιο, καθόσον εξέδωσε διάταξη ασυμβίβαστη με τη νομολογία του Δικαστηρίου και του ρωτοδικείου σχετικά με την επανέναρξη της προθεσμίας για την υποβολή διοικητικής ενστάσεως σε περίπτωση επελεύσεως νέου περιστατικού.
38 Υπό τις συνθήκες αυτές και δεδομένου ότι, διαφορετικά, η αναιρετική διαδικασία θα στερούνταν σημασίας, το γεγονός ότι τα ίδια επιχειρήματα προβλήθηκαν στη δίκη ενώπιον του ρωτοδικείου στο πλαίσιο της αμφισβητήσεως της νομιμότητας της αποφάσεως κοινοτικού οργάνου δεν μπορεί να δικαιολογήσει την απόρριψή τους ως απαραδέκτων.
39 Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να κριθεί παραδεκτός.
40 Όσον αφορά το βάσιμο του λόγου αυτού, επιβάλλεται, εκ προοιμίου, να καθοριστεί το περιεχόμενο της αποφάσεως της 7ης Φεβρουαρίου 1996. Η απόφαση αυτή, που δημοσιεύθηκε στις 27 Μαρτίου 1996, διευκρινίζει ότι ισχύει από 5ης Οκτωβρίου 1995, ημερομηνίας εκδόσεως της προπαρατεθείσας αποφάσεως Αλεξοπούλου κατά Επιτροπής.
41 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η απόφαση αυτή, που εκδόθηκε προς εκτέλεση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Αλεξοπούλου κατά Επιτροπής, τροποποίησε τα κριτήρια κατατάξεως των νεοπροσλαμβανομένων υπαλλήλων που εφάρμοζε η Επιτροπή από την έκδοση της αποφάσεως της 1ης Σεπτεμβρίου 1983 και δέχθηκε τη δυνατότητα ανακατατάξεως ορισμένης κατηγορίας υπαλλήλων, δηλαδή εκείνων που διορίστηκαν μετά τις 5 Οκτωβρίου 1995.
42 Κατ' αυτόν τον τρόπο, η απόφαση αυτή οδήγησε στην αμφισβήτηση του κύρους των διοικητικών αποφάσεων που είχαν καταστεί απρόσβλητες, αντιθέτως προς ό,τι βεβαιώνει το ρωτοδικείο στη σκέψη 30 της προσβαλλομένης διατάξεως, εφόσον ορισμένοι υπάλληλοι είχαν τη δυνατότητα να ζητήσουν την ανακατατάξή τους, ενώ δεν είχαν ασκήσει εμπροθέσμως προσφυγή κατά της αποφάσεως περί κατατάξεως κατά την πρόσληψή τους.
43 Όσον αφορά το επιχείρημα ότι το άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ δεν περιέχει κανόνα εφαρμοστέο επί όλων των υπαλλήλων, αρκεί η διαπίστωση ότι, όπως έκρινε το ρωτοδικείο, «προκειμένου το άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ να μην αποστερηθεί πάσης νομικής σημασίας (...) η ΑΔΑ υποχρεούται, εφόσον συντρέχουν ειδικές περιστάσεις, όπως τα εξαιρετικά προσόντα ενός υποψηφίου, να προβεί σε συγκεκριμένη εκτίμηση της ενδεχόμενης εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως. Μια τέτοια υποχρέωση επιβάλλεται, μεταξύ άλλων, οσάκις οι συγκεκριμένες ανάγκες της υπηρεσίας απαιτούν την πρόσληψη ενός υπαλλήλου με ιδιαίτερα προσόντα και δικαιολογούν ως εκ τούτου την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ (...) ή οσάκις ο προσλαμβανόμενος υπάλληλος διαθέτει εξαιρετικά προσόντα και ζητεί την εφαρμογή των διατάξεων αυτών» (προπαρατεθείσα απόφαση Αλεξοπούλου κατά Επιτροπής, σκέψη 21).
44 Επομένως, αν και η ΑΔΑ διαθέτει διακριτική εξουσία εκτιμήσεως των αναγκών της υπηρεσίας και της επαγγελματικής πείρας ενός υποψηφίου, η εξουσία αυτή δεν την απαλλάσσει, ωστόσο, από την υποχρέωση να εξετάσει αίτηση με την οποία γίνεται επίκληση των διατάξεων του άρθρου 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, όταν αυτή διατυπώνεται από υποψήφιο υπάλληλο που φρονεί ότι διαθέτει εξαιρετικά προσόντα.
45 Συνεπώς, η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 για την τροποποίηση των κριτηρίων κατατάξεως είναι απόφαση γενικής εφαρμογής θέτουσα υπό αμφισβήτηση το κύρος ορισμένων διοικητικών αποφάσεων που έχουν καταστεί απρόσβλητες. Αντιθέτως προς ό,τι βεβαιώνει το ρωτοδικείο με τη σκέψη 30 της προσβαλλομένης διατάξεως, η απόφαση αυτή συνιστά, κατά τούτο, νέο περιστατικό ικανό, εν προκειμένω, να βλάψει τους υπαλλήλους που προσλήφθηκαν πριν από τις 5 Οκτωβρίου 1995. Συνεπώς, οι τελευταίοι πρέπει να έχουν τη δυνατότητα υποβολής στην Επιτροπή, εντός των προθεσμιών που προβλέπουν τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ, αιτήσεως ανακατατάξεως.
46 Επομένως, η αίτηση ανακατατάξεως της Ι. Martínez del Peral Cagigal που υποβλήθηκε στις 21 Ιουνίου 1996 υποβλήθηκε εγκύρως και η προσφυγή που ασκήθηκε ενώπιον του ρωτοδικείου κατά της απορριπτικής της αιτήσεως αυτής αποφάσεως είναι παραδεκτή.
47 Εφόσον ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη διάταξη, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξετασθούν οι άλλοι λόγοι.
Επί της ουσίας της προσφυγής
48 Σύμφωνα με το άρθρο 54 του Κανονισμού ΕΚ και τις αντίστοιχες διατάξεις των Κανονισμών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, εφόσον η διαφορά είναι ώριμη προς εκδίκαση, επιβάλλεται η κρίση επί της ουσίας σχετικά με το αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 24ης Οκτωβρίου 1996, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση της Ι. Martínez del Peral Cagigal με αντικείμενο τη βαθμολογική της ανακατάταξη, η οποία επικυρώθηκε από την απόφαση της Επιτροπής της 29ης Απριλίου 1997 που απέρριψε τη διοικητική ένσταση η οποία υποβλήθηκε στις 23 Ιανουαρίου 1997.
49 Κατά την Ι. Martínez del Peral Cagigal, οι αποφάσεις αυτές βασίζονται σε γενική απόφαση που στερείται νομιμότητας. ράγματι, η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 παραβιάζει την αρχή της ισότητας μεταχειρίσεως διότι δεν εφαρμόζεται επί των υπαλλήλων που προσλήφθηκαν πριν από τις 5 Οκτωβρίου 1995.
50 Συναφώς, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι η αρχή της ισότητας μεταχειρίσεως, που θέτει το άρθρο 5, παράγραφος 3, του ΚΥΚ, είναι κανόνας γενικού χαρακτήρα, ισχύων στο δίκαιο της ευρωπαϊκής δημόσιας διοικήσεως. Υφίσταται δυσμενής διάκριση που παραβιάζει τον κανόνα αυτόν όταν άνιση μεταχείριση εφαρμόζεται σε ταυτόσημες ή συγκρίσιμες καταστάσεις και η διαφοροποίηση αυτή δεν δικαιολογείται αντικειμενικά (βλ., υπό αυτή την έννοια, απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 1982, 198/81 έως 202/81, Micheli κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 4145, σκέψεις 5 και 6· για τις προϋποθέσεις προσλήψεως, αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1985, 66/83 έως 68/83 και 136/83 έως 140/83, Hattet κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 2459, σκέψη 24, και 119/83, Appelbaum κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 2423, σκέψη 25).
51 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, εν προκειμένω, η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 επιφυλάσσει ευνοϊκότερη μεταχείριση στους υπαλλήλους που διορίστηκαν μετά τις 5 Οκτωβρίου 1995 από ό,τι σε όσους διορίστηκαν πριν από την ημερομηνία αυτή, εφόσον οι διορισθέντες μετά τις 5 Οκτωβρίου 1995 μπορούσαν να ζητήσουν επανεξέταση της κατατάξεώς τους, ενώ όσοι διορίστηκαν πριν από την ημερομηνία αυτή δεν είχαν πλέον αυτή τη δυνατότητα.
52 Αυτή η διαφοροποίηση μεταχειρίσεως δεν δικαιολογείται αντικειμενικά από το γεγονός ότι η 5η Οκτωβρίου 1995 αποτελεί την ημερομηνία εκδόσεως της προπαρατεθείσας αποφάσεως Αλεξοπούλου κατά Επιτροπής. ράγματι, η εκτέλεση της αποφάσεως δεν επιβάλλει τη λήψη υπόψη της ημερομηνίας αυτής για τη θέση σε ισχύ της αποφάσεως της 7ης Φεβρουαρίου 1996 σε σχέση με τους υπαλλήλους που δεν ήσαν διάδικοι στη δίκη αυτή. Επιπλέον, αν και η Επιτροπή παρέσχε, με την έκδοση της αποφάσεως αυτής, δείγματα αρωγής προς τους υπαλλήλους που διορίστηκαν μετά τις 5 Οκτωβρίου 1995 και δεν είχαν αμφισβητήσει το κύρος της αποφάσεως περί κατατάξεώς τους εντός της ταχθείσας προθεσμίας, δεν υφίσταται κανένα στοιχείο που να αποτελεί δικαιολόγηση ή εξήγηση του γεγονότος ότι η Επιτροπή δεν επεξέτεινε την αρωγή αυτή στους υπαλλήλους που διορίστηκαν μεταξύ του 1983 και της 5ης Οκτωβρίου 1995 και βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση.
53 Επιβάλλεται, επομένως, η διαπίστωση ότι η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 παραβιάζει τη γενική αρχή της ισότητας μεταχειρίσεως που θέτει το άρθρο 5, παράγραφος 3, του ΚΥΚ, καθόσον επιφυλάσσει διαφορετική μεταχείριση σε καταστάσεις συγκρίσιμες, χωρίς να εκθέτει τους λόγους που δικαιολογούν αντικειμενικά τη διαφοροποίηση αυτή.
54 Επομένως, η απόφαση της Επιτροπής της 24ης Οκτωβρίου 1996, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση της Ι. Martínez del Peral Cagigal περί βαθμολογικής ανακατατάξεώς της και η οποία επικυρώθηκε με την απόφαση της Επιτροπής της 29ης Απριλίου 1997 που απέρριψε τη διοικητική ένσταση που υπέβαλε η αναιρεσείουσα στις 23 Ιανουαρίου 1997, πρέπει να ακυρωθεί, καθόσον στηρίζεται στη γενική αυτή απόφαση που παραβιάζει την αρχή της ισότητας μεταχειρίσεως.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
55 Κατά το άρθρο 122, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι βάσιμη και το Δικαστήριο κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του ιδίου κανονισμού, το οποίο εφαρμόζεται επί της διαδικασίας αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να φέρει, πέραν των δικών της εξόδων, το σύνολο των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η Ι. Martínez del Peral Cagigal, τόσο ενώπιον του ρωτοδικείου όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει τη διάταξη του ρωτοδικείου της 14ης Οκτωβρίου 1998, T-224/97, Martínez del Peral Cagigal κατά Επιτροπής.
2) Ακυρώνει την απόφαση της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 24ης Οκτωβρίου 1996 με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση της Ι. Martínez del Peral Cagigal περί βαθμολογικής ανακατατάξεώς της που επικυρώθηκε με την απόφαση της Επιτροπής της 29ης Απριλίου 1997, η οποία απέρριψε τη διοικητική ένσταση που υπέβαλε η αναιρεσείουσα στις 23 Ιανουαρίου 1997.
3) Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στο σύνολο των δικαστικών εξόδων ενώπιον του ρωτοδικείου και του Δικαστηρίου.
Full & Egal Universal Law Academy