Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Αίτηση αναιρέσεως - Λόγοι - αραδεκτό - Νομικά ζητήματα - Εφαρμογή εκ μέρους του ρωτοδικείου των αρχών του δικαιώματος άμυνας - εριλαμβάνεται
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 168 Α (νυν άρθρο 225 ΕΚ)· Οργανισμός του Δικαστηρίου ΕΚ, άρθρο 51]
Περίληψη
1. Το κατά πόσον το ρωτοδικείο εφάρμοσε ορθά την αρχή περί του δικαιώματος άμυνας και ιδίως την αρχή περί του δικαιώματος ακροάσεως αποτελεί νομικό ζήτημα που υπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως.
( βλ. σκέψη 35 )
2. Ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας, στο πλαίσιο οποιασδήποτε διαδικασίας που κινείται εναντίον ενός προσώπου και είναι ικανή να καταλήξει σε βλαπτική γι' αυτό πράξη, συνιστά θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου και πρέπει να διασφαλίζεται, ακόμη και ελλείψει ειδικής κανονιστικής ρυθμίσεως. Η αρχή αυτή επιτάσσει να παρέχεται η δυνατότητα στους αποδέκτες αποφάσεων, οι οποίες θίγουν σημαντικά τα συμφέροντά τους, να καθιστούν λυσιτελώς γνωστή την άποψή τους.
Ελλείψει προσκλήσεως, εκ μέρους της Επιτροπής ή εξ ονόματός της, προς αναιρεσείουσα να κοινοποιήσει τις παρατηρήσεις της εντός εύλογης προθεσμίας επί των εγγράφων σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που της προσάπτονταν και βάσει των οποίων η Επιτροπή έλαβε αποφάσεις περί μειώσεως της χρηματοδοτικής συνδρομής του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι δεν δόθηκε η δυνατότητα στην αναιρεσείουσα να καταστήσει λυσιτελώς γνωστή την άποψή της επί των στοιχείων που ελήφθησαν υπόψη σε βάρος της.
( βλ. σκέψεις 36, 43 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-462/98 P,
Mediocurso - Estabelecimento de Ensino Particular Ld.a, με έδρα στη Λισσαβώνα (ορτογαλία), εκπροσωπούμενη από τον C. Botelho Moniz, δικηγόρο Λισσαβώνας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο A. May, 398, route d'Esch,
αναιρεσείουσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 15 Σεπτεμβρίου 1998 το ρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (τρίτο τμήμα) στις υποθέσεις T-180/96 και T-181/96, Mediocurso κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-3477), και με την οποία ζητείται η μερική εξαφάνιση της αποφάσεως αυτής,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Μ. T. Figueira και τον K. Simonsson, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον C. Gómez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής στη δίκη ενώπιον του ρωτοδικείου,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. A. O. Edward, πρόεδρο τμήματος, L. Sevón, P. Jann, H. Ragnemalm (εισηγητή) και Μ. Wathelet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Νοεμβρίου 1999,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Δεκεμβρίου 1998, η Mediocurso - Estabelecimento de Ensino Particular Ld.a (στο εξής: Mediocurso) άσκησε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 15 Σεπτεμβρίου 1998 το ρωτοδικείο στις υποθέσεις T-180/96 και T-181/96, Mediocurso κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-3477, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), και με την οποία ζητείται η μερική εξαφάνιση της αποφάσεως αυτής.
Τα πραγματικά περιστατικά
2 Τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν στην άσκηση της προσφυγής, όπως εκτίθενται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και προκύπτουν από τον φάκελο της υποθέσεως ενώπιον του ρωτοδικείου, μπορούν να συνοψιστούν ως εξής.
3 Το 1988, ο πορτογαλικός οργανισμός Departamento para os Assuntos do Fundo Social Europeu (υπηρεσία υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου, στο εξής: DAFSE) υπέβαλε στις υπηρεσίες του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου (στο εξής: ΕΚΤ) δύο αιτήσεις χορηγήσεως χρηματοδοτικής συνδρομής υπέρ της αναιρεσείουσας για ορισμένα σχέδια επαγγελματικής καταρτίσεως.
4 Τα σχέδια επαγγελματικής καταρτίσεως εγκρίθηκαν από την Επιτροπή. Τον Αύγουστο του 1989, η αναιρεσείουσα έλαβε προκαταβολή ίση προς το 50 % της χορηγούμενης από το ΕΚΤ χρηματοδοτικής συνδρομής καθώς και της συνδρομής της χορηγούμενης από την ορτογαλική Κυβέρνηση.
5 Τα προγράμματα καταρτίσεως υλοποιήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ Ιουλίου και Δεκεμβρίου 1989. Μετά την ολοκλήρωσή τους, η αναιρεσείουσα υπέβαλε στον DAFSE αίτηση καταβολής του υπολοίπου ποσού για τα προγράμματα.
6 Με έγγραφο της 11ης Απριλίου 1990, ο DAFSE ειδοποίησε εντούτοις την αναιρεσείουσα ότι υπήρχε ενδεχόμενο να προβεί σε διορθώσεις όσον αφορά το ύψος του υπολοίπου ποσού μετά τη διενέργεια οικονομικού ελέγχου σχετικά με την εκτέλεση των προγραμμάτων καταρτίσεως.
7 Τον Οκτώβριο του 1990, ο DAFSE πιστοποίησε στην Επιτροπή το υποστατό και τη λογιστική ακρίβεια των αιτήσεων καταβολής του υπολοίπου, διευκρινίζοντας συγχρόνως ότι η πιστοποίηση των περιλαμβανομένων στις αιτήσεις αυτές ενδείξεων εξηρτάτο από οικονομικό έλεγχο ο οποίος επρόκειτο να διενεργηθεί. Τον Ιανουάριο του 1991, ο DAFSE γνωστοποίησε στην αναιρεσείουσα ότι ανατέθηκε στην εταιρία διενέργειας οικονομικών ελέγχων «Audite» η διενέργεια οικονομικού ελέγχου και ότι η τελική απόφασή του επί των δύο φακέλων σχετικά με τις αιτήσεις καταβολής του υπολοίπου θα εξηρτάτο από τα αποτελέσματα του ελέγχου αυτού.
8 Στις 20 Φεβρουαρίου 1991, η εταιρία Audite κοινοποίησε στον DAFSE δύο εκθέσεις οικονομικού ελέγχου, μία έκθεση για κάθε φάκελο, περιλαμβάνουσες τα αποτελέσματα του ελέγχου της, στις οποίες επισήμαινε παρατυπίες δικαιολογούσες τη μείωση της χρηματοδοτικής συνδρομής.
9 Στις 10 Σεπτεμβρίου 1991, πραγματοποιήθηκε σύσκεψη μεταξύ της αναιρεσείουσας, του DAFSE και της εταιρίας Audite για συζήτηση σχετικά με τους δύο φακέλους.
10 Στις 11 Σεπτεμβρίου 1991, ο DAFSE απέστειλε στην αναιρεσείουσα έγγραφο με το οποίο την πληροφορούσε σχετικά με τα αποτελέσματα του διενεργηθέντος ελέγχου και της ζητούσε να επιστρέψει τα ποσά για τα οποία δεν ενέκρινε τις σχετικές πληρωμές.
11 Η αναιρεσείουσα δεν κοινοποίησε στον DAFSE καμία παρατήρηση επί του εγγράφου, αλλά αμφισβήτησε αμέσως ενώπιον των πορτογαλικών διοικητικών δικαστηρίων το αίτημα επιστροφής που περιείχετο στο έγγραφο.
12 Στις 22 Σεπτεμβρίου 1995, μετά το πέρας της διαδικασίας εκδικάσεως της προσφυγής ενώπιον των δικαστηρίων αυτών, ο DAFSE ανακοίνωσε εγγράφως στην Επιτροπή τα αποτελέσματα του διενεργηθέντος το 1991 οικονομικού ελέγχου και της υπέβαλε τις αιτήσεις καταβολής του υπολοίπου, διορθωμένες και μειωμένες σύμφωνα με τα αποτελέσματα αυτά.
13 Στις 6 Μαρτίου 1996, ο DAFSE ανακοίνωσε στην αναιρεσείουσα ότι η Επιτροπή έλαβε την απόφασή της επί των δύο αιτήσεων καταβολής του υπολοίπου και επιβεβαίωσε τα αποτελέσματα του οικονομικού ελέγχου που της είχαν ήδη κοινοποιηθεί στις 11 Σεπτεμβρίου 1991.
14 Κατά τον Απρίλιο του 1996, η αναιρεσείουσα ζήτησε από τον DAFSE αντίγραφο των αποφάσεων της Επιτροπής· ζήτησε επίσης να μελετήσει τον διοικητικό φάκελο του ΕΚΤ. Κατά την εξέταση του φακέλου αυτού, στις 24 Απριλίου 1996, η αναιρεσείουσα διαπίστωσε ότι δεν υφίσταντο άλλες ενέχουσες τον χαρακτήρα αποφάσεως πράξεις πέρα από τα χρεωστικά σημειώματα της Επιτροπής με τα οποία καθορίζονταν τα ποσά τα οποία η αναιρεσείουσα έπρεπε να επιστρέψει.
15 Η αναιρεσείουσα άσκησε τότε κατά των πράξεων αυτών προσφυγή ενώπιον του ρωτοδικείου και η Επιτροπή τις ανακάλεσε πριν αποφανθεί το ρωτοδικείο.
16 Η Επιτροπή αντικατέστησε τις αμφισβητούμενες πράξεις με δύο αποφάσεις της 14ης Αυγούστου 1996, ήτοι την απόφαση C(96) 1185, για τη μείωση της χρηματοδοτικής συνδρομής που χορηγήθηκε με την απόφαση C(89) 0570, της 22ας Μαρτίου 1989, και την απόφαση C(96) 1186, για τη μείωση της χρηματοδοτικής συνδρομής που χορηγήθηκε με την απόφαση C(89) 0570, της 22ας Μαρτίου 1989 (στο εξής: αποφάσεις της 14ης Αυγούστου 1996). Οι αποφάσεις αυτές, έχουσες σχεδόν την ίδια διατύπωση και κοινοποιηθείσες στην αναιρεσείουσα στις 20 Σεπτεμβρίου 1996, αναφέρονταν αντίστοιχα στα δύο προγράμματα επαγγελματικής καταρτίσεως. Ανέφεραν ότι το κράτος μέλος είχε ανακαλύψει παρατυπίες κατά την εκτέλεση των χρηματοδοτούμενων από το ΕΚΤ προγραμμάτων επαγγελματικής καταρτίσεως, ότι είχε προβεί στην επανεξέταση του φακέλου αιτήσεως χρηματοδοτικής συνδρομής και ότι ένα μέρος των δαπανών δεν μπορούσε να γίνει δεκτό για τους λόγους που είχαν εκτεθεί στο έγγραφο του DAFSE της 22ας Σεπτεμβρίου 1995. Η Επιτροπή διευκρίνιζε ότι το κράτος μέλος είχε ανακοινώσει στην αναιρεσείουσα τα αποτελέσματα του ελέγχου στον οποίο είχε προβεί η εταιρία οικονομικού ελέγχου, με έγγραφο της 11ης Σεπτεμβρίου 1991, και ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε διατυπώσει παρατηρήσεις. Η Επιτροπή κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η χρηματοδοτική συνδρομή του ΕΚΤ έπρεπε να μειωθεί στο ποσό των 2 251 894 πορτογαλικών εσκούδων (PTE) για το πρώτο πρόγραμμα επαγγελματικής καταρτίσεως και στο ποσό των 2 174 072 PTE για το δεύτερο πρόγραμμα, ποσό που αντιπροσώπευε, σε κάθε περίπτωση, περισσότερο από τα δύο τρίτα της χρηματοδοτικής συνδρομής που είχε αρχικά χορηγηθεί στην αναιρεσείουσα.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
17 Στις 14 Νοεμβρίου 1996, η αναιρεσείουσα άσκησε δύο προσφυγές ενώπιον του ρωτοδικείου ζητώντας την ακύρωση των αποφάσεων της 14ης Αυγούστου 1996 (υποθέσεις Τ-180/96 και Τ-181/96).
18 Το ρωτοδικείο αποφάσισε τη συνεκδίκαση των δύο υποθέσεων προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
19 Στην υπόθεση Τ-180/96, το ρωτοδικείο δέχθηκε έναν μόνον από τους πέντε λόγους που είχε προβάλει η αναιρεσείουσα, ο οποίος αντλούνταν κατ' ουσίαν από προφανή πλάνη εκτιμήσεως στην οποία είχε υποπέσει η Επιτροπή, αυτό δε μόνον καθό μέτρο αφορούσε την πληρωμή δαπανών αναφερόμενων στη θέση 14.3.12 σχετικά με τις πρώτες ύλες, το βοηθητικό υλικό και τα αναλώσιμα αγαθά. Επομένως, το ρωτοδικείο ακύρωσε μερικώς την πρώτη προσβληθείσα απόφαση, καθό μέτρο αφορούσε το σημείο αυτό, και απέρριψε κατά τα λοιπά την προσφυγή. Απέρριψε το σύνολο των προβληθέντων στα πλαίσια της υποθέσεως Τ-181/96 λόγων και συνεπώς απέρριψε την προσφυγή στην υπόθεση αυτή.
20 Το ρωτοδικείο απέρριψε ειδικότερα τον λόγο που αντλούνταν από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας.
21 Συναφώς, το ρωτοδικείο υπέμνησε, στη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, κατά πάγια νομολογία και ιδίως σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Οκτωβρίου 1996, C-32/95 P, Επιτροπή κατά Lisrestal κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. Ι-5373, σκέψεις 21 έως 44), τα δικαιώματα άμυνας των δικαιούχων χρηματοδοτικής συνδρομής του ΕΚΤ πρέπει να γίνονται σεβαστά όταν η Επιτροπή μειώνει μια τέτοια συνδρομή.
22 Στη σκέψη 50 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το ρωτοδικείο επισήμανε επίσης ότι, με την απόφασή του της 6ης Δεκεμβρίου 1994, Τ-450/93, Lisrestal κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. ΙΙ-1177), χωρίς το Δικαστήριο να αναιρέσει την απόφασή του επί του σημείου αυτού με την προμνημονευθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Lisrestal κ.λπ., δέχθηκε ότι η Επιτροπή, η οποία αναλαμβάνει μόνη, έναντι των δικαιούχων χρηματοδοτικής συνδρομής εκ μέρους του ΕΚΤ, τη νομική ευθύνη των αποφάσεων περί μειώσεως μιας τέτοιας συνδρομής, δεν μπορεί να εκδίδει τέτοιες αποφάσεις χωρίς να παρέχει προηγουμένως στον ως άνω δικαιούχο την ευκαιρία να γνωστοποιήσει λυσιτελώς την άποψή του σχετικά με τη σχεδιαζόμενη μείωση ή χωρίς να έχει βεβαιωθεί ότι αυτός είχε μια τέτοια δυνατότητα.
23 Το ρωτοδικείο επισήμανε, στη σκέψη 51 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η αναιρεσείουσα αναγνώρισε, στο πλαίσιο τόσο των αιτημάτων της όσο και της απαντήσεως στη γραπτή ερώτηση του ρωτοδικείου, ότι διατύπωσε την άποψή της ενώπιον του DAFSE πριν από την έκδοση του εγγράφου της 11ης Σεπτεμβρίου 1991. Το ρωτοδικείο προσθέτει ότι, στο έγγραφο αυτό, ο DAFSE δεν έλαβε υπόψη έναντι της αναιρεσείουσας το σύνολο των παρατηρήσεων που υπέβαλε σχετικά με τις σκοπούμενες μειώσεις.
24 Στη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το ρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε υποβάλει ρητώς παρατηρήσεις επί του εγγράφου αυτού, όπως ορθώς σημειώνουν οι αποφάσεις της 14ης Αυγούστου 1996. Επισήμανε ότι η αναιρεσείουσα είχε περιοριστεί στην άσκηση προσφυγής κατά του εν λόγω εγγράφου ενώπιον των πορτογαλικών διοικητικών δικαστηρίων. Κατά το ρωτοδικείο όμως, η αναιρεσείουσα όφειλε επίσης να υποβάλει ρητώς τέτοιες παρατηρήσεις, ώστε να μπορέσει ο DAFSE να τις γνωστοποιήσει στην Επιτροπή. Το ρωτοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, η αναιρεσείουσα δεν μπορούσε να επικαλεστεί τη μη γνωστοποίηση των ενδεχόμενων παρατηρήσεών της στην Επιτροπή, δεδομένου ότι αυτή η έλλειψη γνωστοποιήσεως απέρρεε από δική της παράλειψη.
25 Το ρωτοδικείο έκρινε, στη σκέψη 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι στην αναιρεσείουσα είχε επομένως παρασχεθεί η δυνατότητα να καταστήσει «λυσιτελώς» γνωστή την άποψή της επί των στοιχείων που ελήφθησαν υπόψη σε βάρος της κατά την έννοια της προαναφερθείσας αποφάσεως του ρωτοδικείου Lisrestal κ.λπ. κατά Επιτροπής.
Η αίτηση αναιρέσεως
26 Με την αίτηση αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
- να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση λόγω νομικής πλάνης, η οποία συνίσταται σε εσφαλμένη εφαρμογή της αρχής της προηγουμένης ακροάσεως, υπό την επιφύλαξη του μέρους της αποφάσεως με το οποίο γίνεται μερικώς δεκτή η ασκηθείσα στα πλαίσια της υποθέσεως Τ-180/96 προσφυγή, και να ακυρώσει τις αποφάσεις της 14ης Αυγούστου 1996, ή
- σε περίπτωση απορρίψεως του προηγουμένου αιτήματος, να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καθό μέτρο επιβεβαιώνει τις αποφάσεις της Επιτροπής να μην κάνει δεκτό στο σύνολό του τόσο το ποσό που αντιστοιχεί στις αμοιβές του διδακτικού προσωπικού (θέση 14.3.1.a), όσο και το ποσό σχετικά με τον φόρο προστιθεμένης αξίας επί των αμοιβών αυτών (θέση 14.3.13), λόγω της ανακρίβειας των διαπιστώσεων επί των πραγματικών περιστατικών στις οποίες προέβη το ρωτοδικείο και της νομικής πλάνης που προκύπτει από την ανακολουθία της αιτιολογίας και από την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, και επομένως να ακυρώσει τις αποφάσεις της 14ης Αυγούστου 1996 κατά το ίδιο μέτρο και για τους ίδιους λόγους·
- να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθό μέτρο με αυτή κρίθηκε ότι η αναιρεσείουσα πρέπει να φέρει τα δικαστικά της έξοδα στην υπόθεση Τ-180/96 και καταδικάστηκε στα δικαστικά έξοδα στην υπόθεση Τ-181/96·
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
27 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
- να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της·
- να επικυρώσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·
- να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
Επί του λόγου που αντλείται από την προσβολή του δικαιώματος λυσιτελούς ακροάσεως
28 Με τον λόγο αυτό, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το ρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη μη τηρώντας την αρχή του δικαιώματος λυσιτελούς ακροάσεως, όπως υπομνήσθηκε από το Δικαστήριο με την προμνημονευθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Lisrestal κ.λπ., και προσβάλλοντας κατά τον τρόπο αυτό τα δικαιώματα άμυνας. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι έλαβε γνώση των παρατηρήσεων και των επιφυλάξεων που περιλαμβάνονταν στις καταρτισθείσες από την εταιρία Audite εκθέσεις οικονομικού ελέγχου μόλις κατά τη συνεδρίαση της 10ης Σεπτεμβρίου 1991. Ήδη όμως από τις 11 Σεπτεμβρίου 1991, ο DAFSE της ζητούσε εγγράφως να επιστρέψει ορισμένα ποσά.
29 Η αναιρεσείουσα υπογραμμίζει ότι μπορούσε να καταστήσει λυσιτελώς γνωστή την άποψή της επί του περιεχομένου των εκθέσεων οικονομικού ελέγχου μόνον μετά την ανάλυσή τους υπό το φως των εγγράφων που είχε στην κατοχή της.
30 Όσον αφορά το έγγραφο της 11ης Σεπτεμβρίου 1991, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι περιείχε εντολή επιστροφής χρηματικού ποσού και δεν μπορούσε συνεπώς να θεωρηθεί ότι καλούσε τον αποδέκτη του να διατυπώσει παρατηρήσεις στο πλαίσιο της ασκήσεως του δικαιώματος ακροάσεως.
31 Κατά την αναιρεσείουσα, ενόψει αυτής της εντολής επιστροφής χρηματικού ποσού, την οποία εξάλλου το Supremo Tribunal Administrativo έκρινε παράνομη, η μόνη δυνατή αντίδραση ήταν η άσκηση προσφυγής ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου.
32 Η Επιτροπή θεωρεί ότι το ρωτοδικείο έκρινε ορθά ότι η αναιρεσείουσα είχε τη δυνατότητα να προβάλει λυσιτελώς την άποψή της επί του εγγράφου της 11ης Σεπτεμβρίου 1991, αλλά δεν το έπραξε.
33 Υπογραμμίζει ότι το ρωτοδικείο αποφάνθηκε ήδη επί της αιτιάσεως αυτής και επομένως πρόκειται περί πραγματικού ζητήματος που δεν εμπίπτει στον έλεγχο του Δικαστηρίου.
34 Η Επιτροπή προσθέτει ότι, επιλέγοντας να φέρει την υπόθεση ενώπιον των πορτογαλικών δικαστηρίων, η αναιρεσείουσα παραιτήθηκε από το δικαίωμα ακροάσεώς της από την Επιτροπή. ροβάλλει τέλος ότι η αναιρεσείουσα αναγνώρισε ότι τα ουσιώδη σημεία του περιεχομένου των εκθέσεων οικονομικού ελέγχου της εταιρίας Audite της γνωστοποιήθηκαν με το έγγραφο της 11ης Σεπτεμβρίου 1991 και ότι είχε τύχει ακροάσεως από τον DAFSE πριν από την κατάρτιση του εν λόγω εγγράφου.
35 Αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, το κατά πόσον το ρωτοδικείο εφάρμοσε ορθά την αρχή περί του δικαιώματος άμυνας και ιδίως την αρχή περί του δικαιώματος ακροάσεως αποτελεί νομικό ζήτημα που υπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου.
36 ρέπει συναφώς να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας, στο πλαίσιο οποιασδήποτε διαδικασίας που κινείται εναντίον ενός προσώπου και είναι ικανή να καταλήξει σε βλαπτική γι' αυτό πράξη, συνιστά θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου και πρέπει να διασφαλίζεται, ακόμη και ελλείψει ειδικής κανονιστικής ρυθμίσεως. Η αρχή αυτή, όπως προκύπτει από τη σκέψη 21 της προμνημονευθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Lisrestal κ.λπ., επιτάσσει να παρέχεται η δυνατότητα στους αποδέκτες αποφάσεων, οι οποίες θίγουν σημαντικά τα συμφέροντά τους, να καθιστούν λυσιτελώς γνωστή την άποψή τους.
37 Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν παρασχέθηκε η δυνατότητα στην αναιρεσείουσα να καταστήσει λυσιτελώς γνωστή την άποψή της επί των εκθέσεων οικονομικού ελέγχου της εταιρίας Audite, στις οποίες βασίζονται τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξαν ο DAFSE και η Επιτροπή, καθώς και επί του εγγράφου της 11ης Σεπτεμβρίου 1991 με το οποίο ο DAFSE ενημέρωσε την αναιρεσείουσα σχετικά με τα συμπεράσματά του.
38 Όσον αφορά τις εκθέσεις της εταιρίας Audite, από τον φάκελο της υποθέσεως συνάγεται ότι αυτές κοινοποιήθηκαν στην αναιρεσείουσα στις 10 Σεπτεμβρίου 1991. Εντούτοις, ουδεμία εύλογη προθεσμία της παρασχέθηκε μεταξύ του χρονικού σημείου κατά το οποίο κατέστη δυνατό να λάβει γνώση των εκθέσεων αυτών και του χρονικού σημείου κατά το οποίο όφειλε να λάβει θέση. ράγματι, την ίδια ημέρα κατά την οποία της κοινοποιήθηκαν οι εκθέσεις, κατά τη διάρκεια συνεδριάσεως, η αναιρεσείουσα κλήθηκε να διατυπώσει τις ενδεχόμενες παρατηρήσεις της επί των εν λόγω εκθέσεων. Διαπιστώνεται ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, η αναιρεσείουσα δεν είχε τη δυνατότητα να διατυπώσει λυσιτελώς τις απόψεις της επί των εγγράφων αυτών.
39 Τη συνεδρίαση της 10ης Σεπτεμβρίου 1991 ακολούθησε το έγγραφο του DAFSE της 11ης Σεπτεμβρίου 1991. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η αναιρεσείουσα δεν έπρεπε να αρκεστεί στο να ασκήσει προσφυγή ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων κατόπιν του εγγράφου αυτού, αλλά όφειλε να διατυπώσει ρητώς τις παρατηρήσεις της επί του εν λόγω εγγράφου, ώστε ο DAFSE να μπορέσει να τις κοινοποιήσει στην Επιτροπή. Η Επιτροπή θεωρεί ότι το ρωτοδικείο ορθώς κατέληξε στο συμπέρασμα, στη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να επικαλεστεί τη μη κοινοποίηση των ενδεχόμενων παρατηρήσεών της στην Επιτροπή, δεδομένου ότι η έλλειψη αυτή απορρέει από δική της παράλειψη.
40 Συναφώς, επισημαίνεται ότι το έγγραφο του DAFSE της 11ης Σεπτεμβρίου 1991 δεν καλούσε την αναιρεσείουσα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της επί της σκοπούμενης μειώσεως της χρηματοδοτικής συνδρομής. Αντιθέτως, το έγγραφο αυτό περιείχε αίτημα επιστροφής χρηματικού ποσού, το οποίο δεν έχρηζε σχολίων· το μόνο αναγκαίο ήταν η εκτέλεση της επιστροφής.
41 Υπό τις συνθήκες αυτές, η αναιρεσείουσα θεώρησε ότι δεν είχε άλλη επιλογή πέραν της ένδικης αμφισβητήσεως του εν λόγω αιτήματος.
42 ρέπει τέλος να προστεθεί ότι ουδεμία άλλη ευκαιρία δόθηκε στην αναιρεσείουσα να διατυπώσει λυσιτελώς την άποψή της. Ειδικότερα, ουδέν σχέδιο αποφάσεως της Επιτροπής υποβλήθηκε στην αναιρεσείουσα ώστε να μπορέσει να κοινοποιήσει τις ενδεχόμενες παρατηρήσεις της. Από τον φάκελο της υποθέσεως προκύπτει ότι, μετά τη διαβίβαση, στις 22 Σεπτεμβρίου 1995, των πορισμάτων του διενεργηθέντος από την εταιρία Audite οικονομικού ελέγχου από τον DAFSE στην Επιτροπή, στην αναιρεσείουσα δόθηκε απλώς η δυνατότητα, κατόπιν αιτήσεώς της, να μελετήσει τον φάκελο του ΕΚΤ. Κατά την ανάγνωση του φακέλου αυτού, διαπίστωσε ότι περιείχε χρεωστικά σημειώματα σχετικά με τα ποσά που όφειλε να επιστρέψει - σημειώματα τα οποία άλλωστε ανακάλεσε η Επιτροπή κατόπιν της προσφυγής που άσκησε η αναιρεσείουσα ενώπιον του ρωτοδικείου. Τα σημειώματα αυτά δεν συνιστούσαν επομένως σχέδιο αποφάσεως επί του οποίου η αναιρεσείουσα είχε τη δυνατότητα να διατυπώσει την άποψή της στο πλαίσιο της ασκήσεως του δικαιώματος ακροάσεως.
43 Ελλείψει προσκλήσεως, εκ μέρους της Επιτροπής ή εξ ονόματός της, προς την αναιρεσείουσα να κοινοποιήσει τις παρατηρήσεις της εντός εύλογης προθεσμίας επί των εγγράφων σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που της προσάπτονταν και βάσει των οποίων η Επιτροπή έλαβε τις αποφάσεις της 14ης Αυγούστου 1996, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι δεν δόθηκε η δυνατότητα στην αναιρεσείουσα να καταστήσει λυσιτελώς γνωστή την άποψή της επί των στοιχείων που ελήφθησαν υπόψη σε βάρος της.
44 Υπό τις συνθήκες αυτές, το ρωτοδικείο έκρινε εσφαλμένα, στη σκέψη 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το δικαίωμα λυσιτελούς ακροάσεως της αναιρεσείουσας είχε γίνει σεβαστό.
45 ρέπει να προστεθεί ότι, αν η αναιρεσείουσα είχε τύχει λυσιτελώς ακροάσεως, θα μπορούσε ενδεχομένως να υποδείξει τον λόγο για τον οποίο, κατά την άποψή της, δεν είχε τηρηθεί η αρχή της αναλογικότητας.
46 Επομένως, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποφανθεί το Δικαστήριο επί των λοιπών προβαλλόμενων από την αναιρεσείουσα λόγων, πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος που αντλείται από την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, υπό την επιφύλαξη του κεφαλαίου της με το οποίο γίνεται μερικώς δεκτή η προσφυγή της αναιρεσείουσας στην υπόθεση Τ-180/96.
47 Σύμφωνα με το άρθρο 54, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως του ρωτοδικείου, το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση. Το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό ισχύει στην παρούσα υπόθεση.
Επί των προσφυγών ακυρώσεως που ασκήθηκαν ενώπιον του ρωτοδικείου και στρέφονται κατά των αποφάσεων της 14ης Αυγούστου 1996
48 Στις προσφυγές ακυρώσεως, η αναιρεσείουσα προέβαλε πέντε λόγους.
49 Με τον πρώτο λόγο, που αντλείται από την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, η αναιρεσείουσα υποστήριξε ότι η Επιτροπή δεν της είχε παράσχει τη δυνατότητα να διατυπώσει την άποψή της επί των μειώσεων των οικείων χρηματοδοτικών συνδρομών. ροέβαλε ότι δεν είχε τύχει λυσιτελώς ακροάσεως ούτε από την Επιτροπή ούτε από τον DAFSE. Η ακρόαση εκ μέρους του τελευταίου θα ήταν αρκετή, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, αν το περιεχόμενο της ακροάσεως είχε γνωστοποιηθεί στην Επιτροπή.
50 Δεδομένου ότι ο πρώτος αυτός λόγος είναι βάσιμος, κατά τα εκτεθέντα στις σκέψεις 28 έως 47 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να γίνουν δεκτές οι ενώπιον του ρωτοδικείου ασκηθείσες στις 14 Νοεμβρίου 1996 προσφυγές και, κατά συνέπεια, να ακυρωθούν οι αποφάσεις της 14ης Αυγούστου 1996.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
51 Κατά το άρθρο 122, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως γίνεται δεκτή και το Δικαστήριο κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αποφαίνεται και επί των εξόδων. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, που εφαρμόζεται στη διαδικασία αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα.
52 Δεδομένου ότι η αίτηση αναιρέσεως και οι ασκηθείσες από την αναιρεσείουσα προσφυγές είναι βάσιμες, η Επιτροπή θα φέρει το σύνολο των εξόδων της διαδικασίας ενώπιον του ρωτοδικείου και του Δικαστηρίου.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Αναιρεί την απόφαση του ρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 15ης Σεπτεμβρίου 1998 στις υποθέσεις Τ-180/96 και Τ-181/96, Mediocurso κατά Επιτροπής, πλην του σημείου 2 του διατακτικού με το οποίο γίνεται μερικώς δεκτή η προσφυγή της Mediocurso - Estabelecimento de Ensino Particular Ld.a στην υπόθεση Τ-180/96.
2) Ακυρώνει την απόφαση C(96) 1185 της Επιτροπής, της 14ης Αυγούστου 1996, για μείωση της χρηματοδοτικής συνδρομής που χορηγήθηκε με την απόφαση C(89) 0570, της 22ας Μαρτίου 1989, και την απόφαση C(96) 1186 της Επιτροπής, της 14ης Αυγούστου 1996, για μείωση της χρηματοδοτικής συνδρομής που χορηγήθηκε με την απόφαση C(89) 0570, της 22ας Μαρτίου 1989.
3) Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στο σύνολο των εξόδων της διαδικασίας ενώπιον του ρωτοδικείου και του Δικαστηρίου.
Full & Egal Universal Law Academy