Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Γεωργία - ροσέγγιση των νομοθεσιών περί υγειονομικού ελέγχου - Ενδοκοινοτικό εμπόριο νωπού κρέατος - Κτηνιατρικοί έλεγχοι - Οδηγία 89/662 - Αναβολή εφαρμογής των κοινοτικών μέτρων διασφαλίσεως που θεσπίστηκαν στο πλαίσιο καταπολεμήσεως των μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών - Θέσπιση συντηρητικών μέτρων προτασίας εκ μέρους των κρατών μελών - Επιτρέπεται
(Οδηγία 89/662 του Συμβουλίου, άρθρο 9 § 1, εδ. 4· απόφαση 97/534 της Επιτροπής)
Περίληψη
$$Η εκ μέρους της Επιτροπής έκδοση αποφάσεως της οποίας η εφαρμογή δεν είναι άμεση, όπως η απόφαση 97/534 σχετικά με την απαγόρευση της χρήσης υλικών που παρουσιάζουν κίνδυνο από άποψη μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών, δεν μπορεί να θεωρηθεί, καθ' εαυτή, ως απαγορεύουσα σε κράτος μέλος να λάβει το ίδιο συντηρητικά μέτρα βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, της οδηγίας 89/662 σχετικά με τους κτηνιατρικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς. Η κατάσταση θα ήταν διαφορετική αν η ημερομηνία εφαρμογής του κοινοτικού μέτρου διασφαλίσεως είχε μετατεθεί για τον ρητό λόγο ότι κανένα μέτρο, εθνικό ή κοινοτικό, δεν ήταν αναγκαίο πριν την ημερομηνία αυτή. ράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, η αναβολή εφαρμογής της κοινοτικής διατάξεως θα έπρεπε να νοηθεί ως απαγορεύουσα τη θέσπιση συντηρητικών μέτρων εκ μέρους των κρατών μελών εν αναμονή της ημερομηνίας εφαρμογής του κοινοτικού μέτρου.
( βλ. σκέψεις 58, 60 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-477/98,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Court of Appeal in Northern Ireland (Ηνωμένο Βασίλειο) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Eurostock Meat Marketing Ltd
και
Department of Agriculture for Northern Ireland,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 9 της οδηγίας 89/662/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 1989, σχετικά με τους κτηνιατρικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς (ΕΕ L 395, σ. 13), της αποφάσεως 97/534/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Ιουλίου 1997, σχετικά με την απαγόρευση της χρήσης υλικών που παρουσιάζουν κίνδυνο από άποψη μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών (ΕΕ L 216, σ. 95), και του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 30 ΕΚ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodríguez Iglesias, ρόεδρο, C. Gulmann, A. La Pergola, Μ. Wathelet και Β. Σκουρή, προέδρους τμήματος, D. A. O. Edward, J.-P. Puissochet, P. Jann, L. Sevón (εισηγητή), R. Schintgen και την F. Macken, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: S. Alber
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Eurostock Meat Marketing Ltd, εκπροσωπούμενη από τον A. O'Caoimh, SC, και την C. Carney, BL, κατ' εντολήν των Robert A. Mullan & Son, solicitors,
- η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την R. Magrill, του Treasury Solicitor's Department, επικουρούμενη από τους K. Parker, QC, και B. McCloskey, barrister,
- η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους W.-D. Plessing, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομικών, και C.-D. Quassowski, Regierungsdirektor στο ίδιο υπουργείο,
- η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις Κ. Rispal-Bellanger, υποδιευθύντρια της διευθύνσεως νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και R. Loosli-Surrans, chargé de mission στην ίδια διεύθυνση,
- η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Μ. Α. Fierstra, προϊστάμενο της υπηρεσίας ευρωπαϊκού δικαίου στο Υπουργείο Εξωτερικών,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους P. Oliver, νομικό σύμβουλο, και G. Berscheid, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Eurostock Meat Marketing Ltd, εκπροσωπούμενης από τον Μ. Lavery, QC, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενης από την R. Magrill και τον K. Parker, της Γερμανικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον W.-D. Plessing, της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον Μ. A. Fierstra, και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους P. Oliver και G. Berscheid, κατά τη συνεδρίαση της 7ης Μαρτίου 2000,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 13ης Απριλίου 2000,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 9ης Νοεμβρίου 1998, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 21 Δεκεμβρίου 1998, το Court of Appeal in Norhtern Ireland (Ηνωμένο Βασίλειο) υπέβαλε στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 9 της οδηγίας 89/662/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 1989, σχετικά με τους κτηνιατρικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς (ΕΕ L 395, σ. 13), της αποφάσεως 97/534/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Ιουλίου 1997, σχετικά με την απαγόρευση της χρήσης υλικών που παρουσιάζουν κίνδυνο από άποψη μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών (ΕΕ L 216, σ. 95), και του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 30 ΕΚ).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Eurostock Meat Marketing Ltd (στο εξής: Eurostock) και του Department of Agriculture for Northern Ireland (Υπουργείου Γεωργίας για τη Βόρεια Ιρλανδία, στο εξής: Υπουργείο), σχετικά με την εισαγωγή κεφαλών βοοειδών από την Ιρλανδία προς τη Βόρεια Ιρλανδία.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
3 Η παραγωγή και η διάθεση στην αγορά νωπών κρεάτων ρυθμίζονται με την οδηγία 64/433/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1964, για τον καθορισμό των υγειονομικών όρων παραγωγής και διάθεσης στην αγορά νωπού κρέατος, ως είχε μετά την τροποποίηση και την ενημέρωσή της με την οδηγία 91/497/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1991 (ΕΕ L 268, σ. 69), και όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 95/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1995 (ΕΕ L 243, σ. 7, στο εξής: οδηγία 64/433).
4 Σύμφωνα με την τέταρτη αιτιολογική της σκέψη, η οδηγία 64/433 αποβλέπει στο να κατατήσει ενιαίους τους υγειονομικούς όρους για τα κρέατα στα σφαγεία και τα εργαστήρια τεμαχισμού καθώς και στον τομέα αποθηκεύσεως και μεταφοράς του κρέατος.
5 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, Α και Β, της οδηγίας 64/433 προβλέπει:
«1. Κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε:
Α. Τα σφάγια, τα ημιμόρια, τα ημιμόρια που τεμαχίζονται σε τρία το πολύ κομμάτια ή τα τεταρτημόρια:
α) να προέρχονται από σφαγείο (...) το οποίο έχει εγκριθεί και ελέγχεται (...)·
β) να προέρχονται από ζώο σφαγής το οποίο έχει υποβληθεί σε υγειονομική εξέταση προ της σφαγής από επίσημο κτηνίατρο (...)·
γ) να έχουν υποστεί επεξεργασία υπό ικανοποιητικές συνθήκες υγιεινής (...)·
δ) να έχουν (...) υποβληθεί σε υγειονομική επιθεώρηση μετά τη σφαγή από επίσημο κτηνίατρο (...)·
ε) να φέρουν σήμανση καταλληλότητας (...).
(...)
Β. Τα κομμάτια ή τεμάχια που είναι μικρότερα από τα αναφερόμενα στο σημείο Α ή τα αποστεωμένα κρέατα, είτε είναι συσκευασμένα είτε όχι:
α) να τεμαχίζονται ή να αποστεώνονται σε εργαστήριο τεμαχισμού (...)·
(...)».
6 Η όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 64/433 προβλέπει ότι, «στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, πρέπει επίσης να εφαρμόζονται οι κανόνες της οδηγίας 89/662/ΕΟΚ (...)».
7 Το άρθρο 18 της οδηγίας 64/433 προβλέπει:
«Οι κανόνες της οδηγίας 89/662/ΕΟΚ εφαρμόζονται, ιδίως όσον αφορά τους ελέγχους στον τόπο καταγωγής, τη διοργάνωση και τις συνέπειες των ελέγχων που πρέπει να πραγματοποιεί το κράτος μέλος προορισμού καθώς και τα ληπτέα μέτρα διασφάλισης.»
8 Η οδηγία 89/662 έχει ως στόχο την εξάλειψη των κτηνιατρικών ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα της Κοινότητας.
9 Η αρχή που θέτει η οδηγία αυτή συνίσταται στην ενίσχυση των κτηνιατρικών ελέγχων που διενεργεί το κράτος αποστολής, οι δε έλεγχοι στο κράτος προορισμού διενεργούνται μόνο με δειγματοληψία.
10 Κατά τη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 89/662:
«ότι, ωστόσο, όσον αφορά ορισμένες επιζωοτίες, η υγειονομική κατάσταση των κρατών μελών είναι ακόμα διαφορετική και ότι, μέχρις ότου υπάρξουν κοινοτικοί κανόνες για τα μέσα καταπολέμησης αυτών των ασθενειών, θα πρέπει να παραμερισθεί προσωρινά το θέμα του ελέγχου για τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές ζώντων ζώων και επιτραπεί ένας έλεγχος βάσει εγγράφων κατά τη μεταφορά· ότι, στη σημερινή κατάσταση της εναρμόνισης και μέχρις ότου υπάρξουν κοινοτικοί κανόνες, θα πρέπει να τηρηθούν, για τα εμπορεύματα τα οποία δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο εναρμονισμένων κανόνων, οι απαιτήσεις του κράτους προορισμού, στον βαθμό που είναι σύμφωνες με το άρθρο 36 της Συνθήκης.»
11 Έτσι, κατά το άρθρο 9 της οδηγίας 89/662:
«1. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν αμέσως στα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή, εκτός από την εμφάνιση στην επικράτειά τους των ασθενειών που προβλέπονται στην οδηγία 82/894/ΕΟΚ, την εμφάνιση οποιασδήποτε ζωονοσίας, ασθενείας ή αιτίας που ενδέχεται να συνιστά σοβαρό κίνδυνο για τα ζώα ή την υγεία των ανθρώπων.
Το κράτος μέλος καταγωγής θέτει αμέσως σε εφαρμογή τα μέτρα καταπολέμησης ή πρόληψης που προβλέπονται από τους κοινοτικούς κανόνες, και ιδίως τον καθορισμό των ζωνών προστασίας που προβλέπονται σε αυτούς ή θεσπίζει οποιοδήποτε άλλο μέτρο κρίνει κατάλληλο.
Το κράτος μέλος προορισμού ή διαμετακόμισης το οποίο, κατά τη διενέργεια ελέγχου που προβλέπεται από το άρθρο 5, διαπιστώνει μία από τις ασθένειες ή αιτίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, μπορεί να λαμβάνει, εάν είναι απαραίτητο, προληπτικά μέτρα που προβλέπονται από τους κοινοτικούς κανόνες.
Μέχρις ότου ληφθούν μέτρα, σύμφωνα με την παράγραφο 4, το κράτος μέλος προορισμού μπορεί, για σοβαρούς λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας ή της υγείας των ζώων, να λαμβάνει συντηρητικά μέτρα έναντι των συγκεκριμένων εγκαταστάσεων ή, σε περίπτωση επιζωοτίας, έναντι της ζώνης προστασίας που προβλέπεται από τους κοινοτικούς κανόνες.
Τα μέτρα που λαμβάνονται από τα κράτη μέλη κοινοποιούνται αμέσως στην Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη.
2. (...)
3. (...)
4. Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή εξετάζει την κατάσταση, το συντομότερο δυνατό, στο πλαίσιο της μόνιμης κτηνιατρικής επιτροπής. Θεσπίζει, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 17, τα απαραίτητα μέτρα για τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1 και, όταν το επιβάλλει η κατάσταση, για τα προϊόντα από το οποία προέρχονται ή τα οποία αποτελούν παράγωγα των εν λόγω προϊόντων. Η Επιτροπή παρακολουθεί την εξέλιξη της κατάστασης και σύμφωνα με την ίδια διαδικασία τροποποιεί ή ακυρώνει, ανάλογα με αυτή την εξέλιξη, τις ληφθείσες αποφάσεις.
5. (...)»
12 Κατά την κρίση της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 97/534.
13 Η απόφαση αυτή προβλέπει, στο άρθρο 2, την απαγόρευση οποιασδήποτε χρησιμοποιήσεως του ειδικού υλικού κινδύνου. Το υλικό αυτό, οριζόμενο στο άρθρο 1, όσον αφορά τα βοοειδή, είναι «το κρανίο, συμπεριλαμβανομένου του εγκεφάλου και των οφθαλμών, οι αμυγδαλές και ο νωτιαίος μυελός» των βοοειδών ηλικίας άνω των δώδεκα μηνών.
14 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της αποφάσεως 97/534 προβλέπει:
«Το ειδικό υλικό κινδύνου υποβάλλεται σε χρώση με βάση κατά την αφαίρεση και είτε:
α) αποτεφρώνεται
ή
β) υπό τον όρο ότι η χρώση έγινε με βαφή, το χρώμα της οποίας μπορεί να ανιχνευθεί μετά την επεξεργασία, υποβάλλεται σε επεξεργασία και ακολούθως αποτεφρώνεται, θάβεται ή καίγεται ως καύσιμο ή καταστρέφεται κατ' άλλο τρόπο με παρόμοια μέθοδο, η οποία αποτρέπει τον κίνδυνο μόλυνσης από οποιαδήποτε μεταδοτική σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια.»
15 Το άρθρο 5 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη διενεργούν τακτικούς επίσημους ελέγχους, ιδιαίτερα στα σφαγεία, τα εργαστήρια τεμαχισμού, τις αποθηκευτικές εγκαταστάσεις και τα εργοστάσια επεξεργασίας και λαμβάνουν μέτρα για την αποφυγή της έμμεσης μόλυνσης.
16 Η δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως 97/534 έχει ως εξής:
«ότι δεν υπάρχουν αποτελεσματικοί έλεγχοι ή δοκιμές που θα μπορούσαν να διεξαχθούν και να αποδείξουν εάν έχουν χρησιμοποιηθεί συγκεκριμένοι ιστοί κατά την παρασκευή προϊόντων· ότι, κατά συνέπεια, για να διασφαλιστεί ότι οι εν λόγω ιστοί και υγρά δεν έχουν χρησιμοποιηθεί για την παρασκευή προϊόντων που διατίθενται στο εμπόριο εντός της Κοινότητας, θα πρέπει να διασφαλίζεται η αφαίρεση και η σήμανσή τους με βαφή στον τόπο παραγωγής και στη συνέχεια η καταστροφή τους με καύση, μετά από επεξεργασία, εάν υπάρχει ανάγκη· ότι τα εν λόγω μέτρα θα διασφαλίσουν επίσης τον αποκλεισμό των ιστών αυτών από τα τρόφιμα, τις ζωοτροφές, τα ιατρικά και φαρμακευτικά προϊόντα και από τα καλλυντικά.»
17 Κατά το άρθρο 10 αυτής, η απόφαση 97/534 είχε εφαρμογή από 1ης Ιανουαρίου 1998.
18 Ωστόσο, αυτή η ημερομηνία εφαρμογής μετατέθηκε διαδοχικά για την 1η Απριλίου 1998, με την απόφαση 97/866/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Δεκεμβρίου 1997, που τροποποιεί την απόφαση 97/534 (ΕΕ L 351, σ. 69), την 1η Ιανουαρίου 1999, με την απόφαση 98/248/ΕΚ του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1998, που τροποποιεί την απόφαση 97/534 (ΕΕ L 102, σ. 26), τις 31 Δεκεμβρίου 1999, με την απόφαση 98/745/ΕΚ του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1998, που τροποποιεί την απόφαση 97/534 (ΕΕ L 358, σ. 113), και, τέλος, τις 30 Ιουνίου 2000, με την απόφαση 1999/881/ΕΚ του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 1999, που τροποποιεί την απόφαση 97/534 (ΕΕ L 331, σ. 78).
Η εθνική νομοθεσία
19 Κατόπιν συστάσεως που διατύπωσε η Spongiform Encephalopathy Advisory Committe (Συμβουλευτική Επιτροπή για τη Σπογγώδη Εγκεφαλοπάθεια, στο εξής: ΣΕΣΕ), ανεξάρτητο επιστημονικό όργανο με καθήκοντα συμβούλου της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, η νομοθεσία της Βόρειας Ιρλανδίας τροποποιήθηκε το 1996 προκειμένου να ορίσει το ειδικό υλικό κινδύνου ως περιλαμβάνον το κρανίο (μαζί με τον εγκέφαλο, χωρίς όμως τη γλώσσα), τον νωτιαίο μυελό, τη σπλήνα, τον θύμο αδένα, τις αμυγδαλές, τα εντόσθια βοοειδών ηλικίας άνω των έξι μηνών που έχουν πεθάνει ή σφαγεί στο Ηνωμένο Βασίλειο.
20 Το 1997, η ΣΕΣΕ συνέστησε τη λήψη μέτρων που θα καθιστούν δυνατό τον έλεγχο της παρουσίας υλικού ειδικού κινδύνου στα βοοειδή τα οποία εισάγονται από κράτη μέλη ή τρίτες χώρες πλην εκείνων όπου δεν υπήρχε κανένας γνωστός κίνδυνος σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών.
21 Στις 29 Δεκεμβρίου 1997, ήτοι μερικές ημέρες μετά την πρώτη μετάθεση της ημερομηνίας εφαρμογής της αποφάσεως 97/534 με την απόφαση 97/866, το Υπουργείο εξέδωσε τη Specified Risk Material (Northern Ireland) Order του 1997 [κανονιστική ρύθμιση (Βόρεια Ιρλανδία) περί του υλικού ειδικού κινδύνου, στο εξής: order του 1997], στο πλαίσιο του προγράμματος δράσεως που απέβλεπε στην αντιμετώπιση του κινδύνου της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών.
22 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της order του 1997 ορίζει:
«Aπαγορεύεται η από οπουδήποτε, πλην του Ηνωμένου Βασιλείου, των Αγγλονορμανδικών νησιών και του νησιού Man, εισαγωγή στη Βόρεια Ιρλανδία:
α) οποιουδήποτε ειδικού υλικού κινδύνου κατηγορίας Ι, εκτός στις περιπτώσεις όπου το υλικό αυτό μεταφέρεται απ' ευθείας σε εγκεκριμένες εγκαταστάσεις, ή
β) τροφίμων ή ζωοτροφών που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι, εκτός των τροφίμων ή ζωοτροφών που:
i) δεν περιέχουν ειδικό υλικό κινδύνου κατηγορίας Ι και
ii) συνοδεύονται από πιστοποιητικό, υπόδειγμα του οποίου περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙ, εκδιδόμενο από την αρμόδια κτηνιατρική αρχή του τόπου από τον οποίο αποστέλλονται τα τρόφιμα ή οι ζωοτροφές.»
23 «Το ειδικό υλικό κινδύνου κατηγορίας Ι», κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της order του 1997, περιλαμβάνει το κρανίο, καθώς και τον εγκέφαλο και τους οφθαλμούς, τις αμυγδαλές και τον νωτιαίο μυελό του ζώου που έχει σφαγεί ή πεθάνει εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου σε ηλικία υπερβαίνουσα τους δώδεκα μήνες. Ο ορισμός αυτός επαναλαμβάνει τον ορισμό του ειδικού υλικού κινδύνου του άρθρου 1 της αποφάσεως 97/534. Δεν περιλαμβάνει τα μάγουλα.
24 Το Ηνωμένο Βασίλειο κοινοποίησε το περιεχόμενο της order του 1997 στην Επιτροπή, στις 16 Δεκεμβρίου 1997, σύμφωνα με την οδηγία 83/189/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών (ΕΕ L 109, σ. 8). Επειδή η Επιτροπή γνωστοποίησε ότι η κοινοποίηση αυτή δεν πληρούσε τις επιταγές της οδηγίας 89/662, η order του 1997 κοινοποιήθηκε εκ νέου στην Επιτροπή, στις 20 Ιανουαρίου 1998, κατά τους τύπους που προβλέπει η τελευταία αυτή οδηγία.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
25 Η Eurostock, η οποία ασκεί τις δραστηριότητές της στο Newry, στη Βόρεια Ιρλανδία, ασχολείται με την εμπορία κρεάτων και, ειδικότερα, αφαιρεί τα μάγουλα από τις κεφαλές βοοειδών και προβαίνει στην επεξεργασία τους προς βρώση. Επί δεκατρία έτη, η επιχείρηση προβαίνει στην αφαίρεση των οστών από τις κεφαλές βοοειδών που εισάγει από την Ιρλανδία και εξάγει το ληφθέν κρέας σε άλλα μέρη του Ηνωμένου Βασιλείου και, από το 1987, στη Γαλλία.
26 Αφού αφαιρέσει από την κεφαλή των βοοειδών τα μάγουλα που προορίζονται προς βρώση, η Eurostock επεξεργάζεται το υπόλοιπο του κρανίου ως να επρόκειτο για προϊόν κατατασσόμενο ως ειδικό υλικό κινδύνου.
27 Στις 9 Ιανουαρίου 1998, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 14 της order του 1997, το Υπουργείο κατέσχε και χαρακτήρισε ως μη χρησιμοποιήσιμο ένα φορτίο κεφαλών βοοειδών που η Eurostock είχε εισαγάγει από την Ιρλανδία. Το φορτίο αυτό συνοδευόταν από υγειονομικά πιστοποιητικά εκδοθέντα σύμφωνα με την οδηγία 64/433 του Συμβουλίου και τα οποία πιστοποιούσαν ότι το εν λόγω κρέας ήταν κατάλληλο προς βρώση. Η θέση εκτός κυκλοφορίας αυτών των κεφαλών των βοοειδών πραγματοποιήθηκε χωρίς προηγούμενο έλεγχο των κεφαλών και βάσει του ότι το εν λόγω φορτίο είχε εισαχθεί κατά παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 1, της order του 1997, αφού περιελάμβανε ειδικό υλικό κινδύνου.
28 Στις 10 Φεβρουαρίου 1998, η Eurostock άσκησε προσφυγή ενώπιον του High Court of Justice in Northern Ireland, Queen's Bench Division, κατά της order του 1997, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι η τελευταία αποτελούσε μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, αντίθετο προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 28 ΕΚ), και ότι επρόκειτο για μέτρο το οποίο το κοινοτικό δίκαιο ούτε δικαιολογούσε ούτε επέτρεπε.
29 Αντιθέτως, το Υπουργείο ισχυρίστηκε ότι η order του 1997 επιτρεπόταν, βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/662, ως εθνικό μέτρο ληφθέν εν αναμονή της θεσπίσεως από την Επιτροπή κοινοτικών μέτρων βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 4, δεδομένου ότι η Επιτροπή, αφού είχε εκδώσει την απόφαση 97/534, είχε μεταθέσει την εφαρμογή της προκειμένου να την τροποποιήσει ή να την αντικαταστήσει με άλλο μέτρο.
30 Με διάταξη της 1ης Απριλίου 1998, το High Court έκρινε ότι η order του 1997 ήταν παράνομη. Το δικαστήριο αυτό θεώρησε ότι το Υπουργείο δεν μπορούσε να στηριχθεί στο άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/662 και ότι η order του 1997 δεν συνιστούσε συντηρητικό μέτρο προστασίας κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ήτοι μέτρο το οποίο προεξοφλούσε τα μέτρα τα οποία θα ελάμβανε η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 4, της ίδιας οδηγίας. Κατά το High Court, δεν προκύπτει σαφώς ότι η Επιτροπή θα ελάμβανε οποιαδήποτε μέτρα και, κατά μείζονα λόγο, ότι τα μέτρα αυτά θα είχαν παρόμοιο αποτέλεσμα με αυτό της order του 1997.
31 Επειδή το Υπουργείο άσκησε έφεση ενώπιον του Court of Appeal in Northern Ireland, το τελευταίο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα εξής ερωτήματα:
«1) Μπορεί κράτος μέλος να λάβει συντηρητικά μέτρα προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/662/ΕΟΚ του Συμβουλίου, δεδομένου ότι η Επιτροπή έχει εκδώσει την απόφαση 97/534/ΕΚ βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 4, της εν λόγω οδηγίας αλλά ανέβαλε την έναρξη ισχύος της αποφάσεως αυτής;
2) Αν η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι καταφατική, τι βαθμός βεβαιότητας, πιθανότητας ή δυνατότητας απαιτείται, ενδεχομένως, ότι η Επιτροπή θα θέσει σε εφαρμογή την εν λόγω οδηγία προτού το κράτος μέλος λάβει τέτοια συντηρητικά μέτρα προστασίας;
3) Κατά την ορθή ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, της αποφάσεως 97/534/ΕΚ της Επιτροπής:
α) πρέπει το ειδικό υλικό κινδύνου να αφαιρείται και να υποβάλλεται σε χρώση στον τόπο παραγωγής, και
β) για τους σκοπούς αυτούς, είναι ο τόπος παραγωγής ο τόπος όπου σφάζονται τα ζώα;
4) Αν η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι αρνητική, μπορεί ωστόσο ένα κράτος μέλος να δικαιολογήσει για λόγους προστασίας της υγείας των ανθρώπων, δυνάμει του άρθρου 36 της Συνθήκης, μέτρα περιλαμβάνοντα απαγόρευση εισαγωγής από άλλο κράτος μέλος:
α) ειδικού υλικού κινδύνου κατά την έννοια της εν λόγω αποφάσεως,
ή
β) κεφαλές βοοειδών που περιέχουν τέτοιο ειδικό υλικό κινδύνου;»
Επί του πρώτου και του δεύτερου ερωτήματος
32 Επιβάλλεται τα δύο πρώτα υποβληθέντα ερωτήματα να εξεταστούν από κοινού και να ερμηνευθούν ως αποβλέποντα στο να διευκρινιστεί, ουσιαστικά, αν ένα κράτος μέλος μπορεί να απαγορεύει την εισαγωγή κεφαλών βοοειδών που περιέχουν υλικό το οποίο εμφανίζει κινδύνους σχετικούς με την σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών, ως συντηρητικό μέτρο προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, της οδηγίας 89/662, σε κατάσταση στην οποία η Επιτροπή, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 9, παράγραφος 4, της ίδιας οδηγίας, εξέδωσε απόφαση, όπως η απόφαση 97/534, επιβάλλουσα την αφαίρεση και την απαγόρευση χρήσεως τέτοιου υλικού, ενώ η ημερομηνία εφαρμογής των μέτρων που προβλέπει η απόφαση αυτή μετατέθηκε.
αρατηρήσεις των διαδίκων
33 Η Eurostock προτείνει να δοθεί η απάντηση ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να λάβει τέτοια μέτρα υπό παρόμοιες περιστάσεις. Υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 89/662, τα μέτρα προστασίας είναι πρωτίστως της ευθύνης του κράτους αποστολής και, εν προκειμένω, οι κεφαλές βοοειδών υποβλήθηκαν, σύμφωνα με την οδηγία 64/433, σε κτηνιατρικό έλεγχο και σε πιστοποίηση στον τόπο αναχωρήσεως στην Ιρλανδία, ήτοι έλαβαν τη σήμανση και το πιστοποιητικό καταλληλότητας.
34 Θεωρεί εξάλλου ότι, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και το γεγονός ότι οι παρεκκλίσεις από την αρχή αυτή πρέπει να ερμηνεύονται στενά, οι διατάξεις της οδηγίας 89/662 δεν μπορούν να ερμηνευθούν ως απονέμουσες στα κράτη μέλη την ίδια διακριτική εξουσία με εκείνη που απολαύει η Επιτροπή δυνάμει της ίδιας οδηγίας. Επιπροσθέτως, εφόσον η Επιτροπή είχε εκδώσει την απόφαση 97/534, δεν συνέτρεχε πλέον η προϋπόθεση, κατά την Eurostock, «μέχρις ότου ληφθούν μέτρα» του άρθρου 9, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, της οδηγίας 89/662. Μια τέτοια περίπτωση δεν μπορεί να εμφανιστεί παρά μόνον αν, μετά την έκδοση της αποφάσεως 97/534, επήλθε μεταβολή των περιστάσεων.
35 Η Eurostock υπογραμμίζει, εξάλλου, ότι η order του 1997 έχει ευρύτερο περιεχόμενο αυτού της αποφάσεως 97/534 και ότι εκδόθηκε υπό περιστάσεις στις οποίες το Ηνωμένο Βασίλειο βρισκόταν στη μειοψηφία κατά τη συνεδρίαση της μόνιμης κτηνιατρικής επιτροπής και διαφωνούσε με την απόφαση 97/534 επειδή το περιεχόμενό της δεν ήταν αρκετά ευρύ.
36 Κατά την Eurostock, το ειδικό υλικό κινδύνου μπορεί να αφαιρεθεί σε εργαστήριο τεμαχισμού ή αλλού. αρατηρεί συναφώς ότι η απόφαση 97/534 δεν απαγορεύει ούτε τη μεταφορά των κεφαλών βοοειδών από το σφαγείο σε εργαστήριο τεμαχισμού ούτε την εισαγωγή κρέατος από μάγουλα. Όμως, το γεγονός ότι οι κεφαλές βοοειδών διέρχονται τα σύνορα μεταξύ του σφαγείου και του εργαστηρίου τεμαχισμού δεν αυξάνει τον κίνδυνο που εμφανίζει το κρέας από μάγουλα σε σχέση με το ίδιο κρέας το οποίο λαμβάνεται μετά τη μεταφορά σε εργαστήριο τεμαχισμού ευρισκόμενο στο ίδιο κράτος μέλος όπως και το σφαγείο, εν συνεχεία δε εισάγεται στη Βόρεια Ιρλανδία.
37 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η Ολλανδική και η Γαλλική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή προτείνουν αντιθέτως να δοθεί η απάντηση ότι, υπό τις περιγραφόμενες περιστάσεις, ένα κράτος μέλος μπορεί να λάβει συντηρητικά μέτρα προστασίας.
38 ροκειμένου να εκτιμηθεί η δυνατότητα θεσπίσεως εθνικών μέτρων μετά την κοινοτική απόφαση, αλλά πριν από την ημερομηνία εφαρμογής της, η Γαλλική Κυβέρνηση προτείνει να ληφθεί υπόψη η απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1997, C-129/96, Inter-Environmement Wallonie (Συλλογή 1997, σ. Ι-7411, σκέψεις 45 και 46), σύμφωνα με την οποία, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, τα κράτη μέλη οφείλουν να απέχουν από τη θέσπιση διατάξεων ικανών να διακυβεύσουν σοβαρά το επιδιωκόμενο από την οδηγία αυτή αποτέλεσμα. Μεταφερόμενη σε περίπτωση όπως η προκειμένη, η αρχή αυτή συνεπάγεται ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να λάβει μέτρο το οποίο συνάδει με απόφαση η οποία έχει ήδη ληφθεί αλλά θα εφαρμοστεί αργότερα, θεσπίζοντας διατάξεις όσο το δυνατόν πλησιέστερες προς την απόφαση αυτή και προβλέποντας προθεσμία λήξεως του εθνικού μέτρου η οποία να συμπίπτει με την ημερομηνία εφαρμογής της κοινοτικής αποφάσεως.
39 Η Γαλλική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι τέτοια εθνικά μέτρα μπορούν να επιβάλλονται ενόψει της αρχής της προλήψεως που διακήρυξε το Δικαστήριο με την απόφαση της 5ης Μα_ου 1998, C-180/96, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. Ι-2265). ράγματι, το κράτος μέλος το οποίο διαπιστώνει ότι η ημερομηνία εφαρμογής μιας κοινοτικής αποφάσεως μετατέθηκε επανειλημμένως, διατρέχει τον κίνδυνο η αρχή αυτή να του αντιταχθεί σε εθνικό επίπεδο.
40 Τέλος, παρατηρεί ότι η Επιτροπή δεν αντιτάχθηκε στην εφαρμογή αυτών των μέτρων.
41 Η Ολλανδική Κυβέρνηση θεωρεί ότι, εφόσον τα κοινοτικά μέτρα τα οποία θεσπίστηκαν βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 4, της οδηγίας 89/662 δεν εφαρμόζονται, τα κράτη μέλη διατηρούν την εξουσία να λάβουν μέτρα προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, της ίδιας οδηγίας, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζει η διάταξη αυτή. Θεωρεί ότι, κατά την απόφαση 97/534, το ειδικό υλικό κινδύνου πρέπει να αφαιρείται και να υποβάλλεται σε χρώση με την πρώτη δυνατή ευκαιρία, αυτή δε η ευκαιρία εμφανίζεται στον τόπο σφαγής των ζώων. Απαντώντας στο τελευταίο ερώτημα, θεωρεί ότι κρατικά μέτρα όπως τα αναφερόμενα στο ερώτημα αυτό δικαιολογούνται βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης και, όπως διευκρίνισε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, δεν αποκλείεται ένα κράτος μέλος να οδηγηθεί να λάβει θέση η οποία βαίνει πέραν εκείνης που υιοθέτησε η Επιτροπή με την απόφαση 97/534.
42 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου θεωρεί ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να λαμβάνει συντηρητικά μέτρα προστασίας, είτε βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/662 είτε του άρθρου 36 της Συνθήκης, εφόσον οι πλέον αξιόπιστες επιστημονικές γνώσεις όσον αφορά τους σημαντικότερους κινδύνους που προκαλεί το ειδικό υλικό κινδύνου, τους οποίους κινδύνους έλαβε υπόψη η απόφαση 97/534, δεν αμφισβητήθηκαν σοβαρά από γενικώς αναγνωρισμένη επιστημονική αρχή.
43 Όσον αφορά την απαγόρευση εισαγωγής καθόσον αυτή εφαρμόζεται σε ολόκληρη την κεφαλή, υπενθυμίζει ότι από τον εγκέφαλο και τον νωτιαίο μυελό προέρχονται οι σοβαρότεροι κίνδυνοι μεταδόσεως της ασθένειας και έμμεσης μολύνσεως των ιστών. Σύμφωνα με γνωμάτευση της ΣΕΣΕ, αυτό καθαυτό το γεγονός της σφαγής του ζώου, θανατώνοντάς το με χτύπημα, με παράλυση ή με αποκεφαλισμό, δημιουργεί κίνδυνο μολύνσεως των ιστών της κεφαλής, λόγω της ροής του εγκεφαλονωτιαίου υγρού, ειδικότερα στα μάγουλα. Ο κίνδυνος αυτός είναι ακόμη μεγαλύτερος όταν το κρέας δεν αφαιρείται αμέσως και αυξάνει ακόμη περισσότερο όταν η κεφαλή μεταφέρεται. Διευκρινίζει ότι, στην από 9 Δεκεμβρίου 1997 έκθεσή της, η επιστημονική συντονιστική επιτροπή πρότεινε να καταταγεί ως υλικό υψηλού κινδύνου ολόκληρη η κεφαλή, με εξαίρεση τη γλώσσα, λόγω ακριβώς της πιθανότητας μολύνσεως από πολύ μολυσμένους ιστούς κατά τη σφαγή.
44 Η τελεολογική ερμηνεία της αποφάσεως 97/534, της οποίας το άρθρο 5 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να λαμβάνουν «μέτρα για την αποφυγή της έμμεσης μόλυνσης», επιβάλλει να αναγνωριστεί στα κράτη μέλη η εξουσία να απαγορεύουν την εισαγωγή προϊόντων τα οποία περιέχουν ειδικό υλικό κινδύνου που δεν αφαιρέθηκε μετά τη σφαγή και μεταφέρθηκε σε αρκετά μεγάλη απόσταση. Επίσης, η προφανής σημασία της δέκατης ενάτης αιτιολογικής σκέψεως της αποφάσεως 97/534, η οποία προβλέπει την αφαίρεση και τη σήμανση των ιστών «στον τόπο παραγωγής», καταδεικνύει ότι ο τόπος αυτός είναι εκείνος της σφαγής του ζώου.
45 Η Επιτροπή εκθέτει προκαταρκτικά ότι είχε προτείνει την αντικατάσταση της αποφάσεως 97/534 με ένα νέο καθεστώς, το οποίο να καλύπτει μεγαλύτερο κατάλογο ειδικού υλικού κινδύνου, σύμφωνα με σύσταση που διατύπωσε στις 9 Δεκεμβρίου 1997 η επιστημονική συντονιστική επιτροπή. Επομένως, η ίδια ανέβαλε το πρώτον την ημερομηνία εφαρμογής της αποφάσεως 97/534 προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι αναγκαίες μελέτες. Επειδή η μόνιμη κτηνιατρική επιτροπή δεν διατύπωσε ευνοϊκή γνώμη, το Συμβούλιο εξέδωσε τις μεταγενέστερες αποφάσεις με τις οποίες μετατέθηκε η ημερομηνία εφαρμογής της αποφάσεως 97/534. Διευκρινίζει ότι προέβη σε δήλωση για να διαμαρτυρηθεί κατά του αποκλεισμού της προτάσεώς της εκ μέρους του Συμβουλίου, δήλωση στην οποία «επαναλαμβάνει τη σύσταση που έγινε προς τα κράτη μέλη να υιοθετήσουν ή να διατηρήσουν στο μεταξύ όλα τα αναγκαία μέτρα λαμβάνοντας υπόψη την αντίστοιχη κατάστασή τους στον τομέα των μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών (οι οποίες περιλαμβάνουν τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών)». Εξάλλου, σημειώνει ότι υπέβαλε πρόταση (1999/C 45/02) κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για τον καθορισμό των κανόνων πρόληψης και καταπολέμησης ορισμένων μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών (ΕΕ 1999, C 45, σ. 2). Κατά την πρόταση αυτή, στις περιοχές υψηλού κινδύνου, όπως ήταν η Μεγάλη Βρετανία και η Βόρεια Ιρλανδία τον Δεκέμβριο του 1997 και τον Ιανουάριο του 1998, ολόκληρη η κεφαλή του βοοειδούς θα είχε καταταγεί ως ειδικό υλικό κινδύνου, εκτός της γλώσσας, στο οποίο περιλαμβάνονται τα μάγουλα.
46 Ενόψει της καταστάσεως αυτής, θεωρεί ότι θα ήταν εξωπραγματικό και παράλογο να θεωρηθεί ότι «ελήφθησαν» μέτρα, κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, της οδηγίας 89/662, ενώ τα μέτρα αυτά δεν ήσαν εφαρμοστέα. Υπενθυμίζει τους εξαιρετικά σοβαρούς κινδύνους που υφίστανται εξαιτίας της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών και υπογραμμίζει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο εξέδωσε την order του 1997 ευθύς ως η Επιτροπή ανέβαλε την εφαρμογή των μέτρων της με την απόφαση 97/866.
47 Θεωρεί λογικό ότι η εισαγωγή ολόκληρης της κεφαλής απαγορεύθηκε, έστω και αν τα μάγουλα δεν αποτελούν ειδικό υλικό κινδύνου, διότι στην πράξη δεν υπήρχε άλλος τρόπος να εμποδιστεί η εισαγωγή των μερών της κεφαλής που αποτελούσαν κίνδυνο για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων. Ωστόσο, οι επιχειρηματίες ήσαν ελεύθεροι να εισάγουν μόνον τα μάγουλα.
48 Κατ' αυτήν, η order του 1997 δεν αποτελούσε μέσο αυθαίρετης δυσμενούς διακρίσεως κατά την έννοια του άρθρου 36 της Συνθήκης και δικαιολογούνταν, ενόψει ειδικότερα των συστάσεων της αγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας (στο εξής: ΟΥ) και του Διεθνούς Γραφείου Επιζωοτιών (στο εξής: ΔΓΕ), της επιστημονικής κτηνιατρικής επιτροπής και της επιστημονικής συντονιστικής επιτροπής.
49 Η Γερμανική Κυβέρνηση υπέβαλε παρατηρήσεις μόνον ως προς το ερώτημα που αναφέρεται στον τόπο αφαιρέσεως του ειδικού υλικού κινδύνου. Διευκρινίζει ότι η απόφαση 97/534 δεν αποκλείει τη μεταφορά κεφαλών των βοοειδών μεταξύ των σφαγείων και των εργαστηρίων τεμαχισμού με τήρηση των απαραίτητων συντηρητικών μέτρων. Τούτο προκύπτει από την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, της αποφάσεως 97/534, που πρέπει να αναλυθεί σε συνδυασμό με τις λοιπές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου σχετικά με την καταλληλότητα των κρεάτων, οι οποίες περιλαμβάνονται ειδικότερα στην οδηγία 64/433.
50 ροβάλλει ότι, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, Α, της οδηγίας αυτής, μόνον τα σφάγια, τα ημιμόρια ή τα τεταρτημόρια μπορούν να μεταφέρονται από το σφαγείο. Για λόγους υγιεινής, απαγορεύεται να πραγματοποιείται πρόσθετος τεμαχισμός του κρέατος εντός του σφαγείου. Με άλλα λόγια, δεν είναι δυνατό να αφαιρείται εντός του σφαγείου, ως χώρου παραγωγής, παρά μόνον το ειδικό υλικό κινδύνου στο οποίο, προκειμένου να προετοιμαστεί το σφάγιο, είναι δυνατή η πρόσβαση χωρίς πρόσθετο τεμαχισμό. ρόκειται για τις αμυγδαλές, τον νωτιαίο μυελό και τη σπλήνα. Αντιθέτως, το κρανίο, περιλαμβανομένου και του εγκεφάλου, δεν μπορεί να αφαιρεθεί στο σφαγείο που αποτελεί τον «τόπο παραγωγής», αλλά πρέπει να αφαιρείται στα εργαστήρια τεμαχισμού. Επομένως, οι μύες της κεφαλής δεν μπορούν να αφαιρούνται, βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, Β, της οδηγίας 64/433, παρά μόνο στα εργαστήρια τεμαχισμού.
51 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Γερμανική Κυβέρνηση υπέμνησε ότι, σύμφωνα με την οδηγία 64/433, το νωπό κρέας δεν μπορεί να τεθεί σε κυκλοφορία μεταξύ των κρατών μελών παρά μόνον αν θεωρηθεί κατάλληλο προς βρώση, πράγμα το οποίο πιστοποιείται με τη σήμανση καταλληλότητας που προβλέπει η οδηγία αυτή. Ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με την απόφαση 97/534, η οδηγία αυτή έχει ως συνέπεια ότι η σήμανση μπορεί να τεθεί μόνον αφού αφαιρεθεί από την κεφαλή το ειδικό υλικό κινδύνου. Με άλλα λόγια, ολόκληρες οι κεφαλές βοοειδών δεν μπορούν να φέρουν τη σήμανση καταλληλότητας και, επομένως, δεν είναι δυνατό να εξάγονται προς άλλο κράτος μέλος.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
52 Επιβάλλεται προκαταρκτικά η διαπίστωση ότι δύο οδηγίες έχουν εφαρμογή στο νωπό βόειο κρέας που αποτελεί αντικείμενο εμπορίας μεταξύ κρατών μελών.
53 Κατά το άρθρο 1 αυτής, η οδηγία 64/433 καθορίζει τις υγειονομικές προϋποθέσεις που εφαρμόζονται κατά την παραγωγή και τη διάθεση στην αγορά νωπού κρέατος το οποίο προορίζεται προς βρώση και προέρχεται, μεταξύ άλλων, από βοοειδή. ροβλέπει διάφορα μέτρα σχετικά με τα σφαγεία και τα εργαστήρια τεμαχισμού, σχετικά με ότι πρέπει να θεωρείται ως κρέας ακατάλληλο προς βρώση ή ακόμη σχετικά με τους ελέγχους εκ μέρους επίσημων κτηνιάτρων των κρατών μελών.
54 Η οδηγία 89/662, θεσπισθείσα στην προοπτική εγκαθιδρύσεως της εσωτερικής αγοράς, αποβλέπει στην εξάλειψη των κτηνιατρικών ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα της Κοινότητας, τονίζοντας τους ελέγχους που πρέπει να διενεργούνται στον τόπο αποστολής και διοργανώνοντας τους ελέγχους που μπορεί να πραγματοποιούνται στον τόπο προορισμού. Έτσι, το άρθρο 1 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε οι κτηνιατρικοί έλεγχοι που πρέπει να γίνονται επί των προϊόντων ζωικής προελεύσεως που καλύπτονται από ορισμένες οδηγίες, μεταξύ των οποίων η οδηγία 64/433, να μη διενεργούνται πλέον στα σύνορα, αλλά σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 89/662.
55 Με το άρθρο της 13, η οδηγία 89/662 πρόσθεσε στην οδηγία 64/433 ένα νέο άρθρο, του οποίου το περιεχόμενο περιλαμβάνεται κατά τα ουσιώδη στο νυν άρθρο 18 της οδηγίας 64/433, το οποίο παραπέμπει από την οδηγία 64/433 στην οδηγία 89/662 όσον αφορά, ειδικότερα, τα ληπτέα μέτρα διασφαλίσεως.
56 Επομένως, στο πλαίσιο του άρθρου 9 της οδηγίας 89/662 πρέπει να εξεταστεί η συμφωνία προς το κοινοτικό δίκαιο ενός μέτρου το οποίο θεσπίστηκε από κράτος μέλος και έχει, μεταξύ άλλων, ως συνέπεια να μην επιτρέπει την εισαγωγή του βοείου κρέατος που ανταποκρίνεται στις διατάξεις της οδηγίας 64/433.
57 Από το άρθρο 9, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, της οδηγίας 89/662 προκύπτει ότι το κράτος μέλος προορισμού μπορεί, για σοβαρούς λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας ή της υγείας των ζώων, να λαμβάνει συντηρητικά μέτρα εν αναμονή των μέτρων που πρέπει να λάβει η Επιτροπή σύμφωνα με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου.
58 Συναφώς, η εκ μέρους της Επιτροπής έκδοση αποφάσεως της οποίας η εφαρμογή δεν είναι άμεση δεν μπορεί να θεωρηθεί, καθ' εαυτή, ως απαγορεύουσα σε κράτος μέλος να λάβει το ίδιο συντηρητικά μέτρα βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, της οδηγίας 89/662.
59 ράγματι, σκοπός του άρθρου 9 της οδηγίας 89/662 είναι η εγκαθίδρυση ενός κοινοτικού συστήματος διασφαλίσεως, που αποβλέπει στην αντικατάσταση των ενδεχομένως ανόμοιων συντηρητικών μέτρων που λαμβάνουν επειγόντως τα κράτη μέλη σε περίπτωση σοβαρού κινδύνου. Ωστόσο, μόνον όταν οι κοινοτικές διατάξες θεσπιστούν, τεθούν σε ισχύ και εφαρμοστούν στα οικεία προϊόντα υπάρχει κίνδυνος συγκρούσεως μεταξύ των τελευταίων αυτών διατάξεων και των συντηρητικών μέτρων που θέσπισαν προηγουμένως τα κράτη μέλη.
60 Η κατάσταση θα ήταν διαφορετική αν η ημερομηνία εφαρμογής του κοινοτικού μέτρου διασφαλίσεως είχε μετατεθεί για τον ρητό λόγο ότι κανένα μέτρο, εθνικό ή κοινοτικό, δεν ήταν αναγκαίο πριν την ημερομηνία αυτή. ράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, η αναβολή εφαρμογής της κοινοτικής διατάξεως θα έπρεπε να νοηθεί ως απαγορεύουσα τη θέσπιση συντηρητικών μέτρων εκ μέρους των κρατών μελών εν αναμονή της ημερομηνίας εφαρμογής του κοινοτικού μέτρου.
61 Υπό το φως των στοιχείων αυτών επιβάλλεται να εξακριβωθεί αν οι αποφάσεις της Επιτροπής και του Συμβουλίου σχετικά με την απαγόρευση χρήσεως του υλικού που εμφανίζει κινδύνους ενόψει των μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών πρέπει να ερμηνευθούν ως απαγορεύουσες την εκ μέρους κράτους μέλους λήψη συντηρητικών μέτρων προστασίας, όπως η order του 1997.
62 Το γράμμα της αποφάσεως 97/534 ουδαμώς εκφράζει την ιδέα ότι δεν είναι αναγκαίο κανένα μέτρο διασφαλίσεως εν αναμονή της εφαρμογής της αποφάσεως, που προβλεπόταν αρχικά για την 1η Ιανουαρίου 1998.
63 Αντιθέτως, η έκτη αιτιολογική της σκέψη αναφέρεται στις συστάσεις ομάδας εμπειρογνωμόνων της ΟΥ, κατά τις οποίες οι χώρες δεν πρέπει να επιτρέπουν να εισέρχονται σε οποιαδήποτε τροφική αλυσίδα ιστοί που είναι πιθανόν να περιέχουν τον παθογόνο παράγοντα της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών.
64 Η έβδομη αιτιολογική της σκέψη παραθέτει τα συμπεράσματα της επιστημονικής κτηνιατρικής επιτροπής υπογραμμίζοντας τη δυσχέρεια εξαλείψεως, με θερμική επεξεργασία, του παράγοντα της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών που είναι παρών στο υλικό το οποίο εμφανίζει υψηλή μολυσματικότητα.
65 Η δωδέκατη και δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη υπενθυμίζει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θεωρείται χώρα με μεγάλη συχνότητα εμφανίσεως της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών και, επομένως, δικαιολογείται η διατήρηση σε ισχύ των υφισταμένων εθνικών μέτρων που είναι σύμφωνα προς τις συστάσεις του ΔΓΕ, οι οποίες προβλέπουν την αφαίρεση του ειδικού υλικού και απαγορεύουν τον εμπόριο πρόσθετων ιστών σε σχέση με ό,τι συνέστησε η επιστημονική κτηνιατρική επιτροπή.
66 Στη δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη παρατηρείται ότι σε ορισμένα κράτη μέλη υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος εκθέσεως στις μεταδοτικές σπογγώδεις εγκεφαλοπάθειες και ότι τα εν λόγω κράτη μέλη μπορούν να λάβουν πρόσθετα μέτρα όσον αφορά την αφαίρεση του υλικού κινδύνου που προέρχεται από ζώα τα οποία σφάζονται στην επικράτειά τους.
67 Η εικοστή τρίτη αιτιολογική σκέψη αναφέρει ότι κανένα κράτος μέλος δεν δύναται να θεωρηθεί απαλλαγμένο από τον ενδεχόμενο κίνδυνο της μεταδοτικής σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας.
68 Τέλος, η εικοστή τέταρτη αιτιολογική σκέψη προβλέπει ότι η απόφαση 97/534 θα επανεξεταστεί βάσει των νέων επιστημονικών στοιχείων όσον αφορά τον κίνδυνο εκθέσεως στις μεταδοτικές σπογγώδεις εγκεφαλοπάθειες που προκύπτουν από τη μολυσματικότητα, μεταξύ άλλων, ιστών ή υλικών που δεν καλύπτονται ήδη από την εν λόγω απόφαση.
69 Από τις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως 97/534 προκύπτει επαρκώς ότι ο κίνδυνος που εμφανίζει το ειδικό υλικό κινδύνου υπήρχε πολύ πριν τη λήψη της αποφάσεως αυτής, ότι αρκετές διεθνείς επιστημονικές επιτροπές είχαν ήδη συστήσει την αφαίρεση του υλικού αυτού, ότι η Επιτροπή ενέκρινε τα μέτρα που είχαν ήδη λάβει ορισμένα κράτη μέλη και ότι θεωρούσε την απόφαση 97/534 ως ελάχιστο επείγον μέτρο, το οποίο μπορούσε να επεκταθεί ενόψει νέων επιστημονικών πληροφοριών.
70 Επομένως, η απόφαση αυτή δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως απαγορεύουσα την εκ μέρους κράτους μέλους λήψη συντηρητικών μέτρων σχετικών με την αφαίρεση του ειδικού υλικού κινδύνου πριν από την 1η Ιανουαρίου 1998.
71 Με τις αποφάσεις 97/866 της Επιτροπής, 98/248 και 98/745 του Συμβουλίου, η ημερομηνία εφαρμογής των μέτρων που επέβαλε η απόφαση 97/534 μετατέθηκε. Η απόφαση 97/866 αιτιολογείται από την ανάγκη πρόσθετης προθεσμίας προκειμένου να μελετηθούν οι επιπτώσεις της αποφάσεως 97/534 για μια μεγάλη σειρά προϊόντων και να εξεταστούν νέες επιστημονικές γνωματεύσεις. Οι αποφάσεις 98/248 και 98/745 αιτιολογούνται από τις μεταβολές που επήλθαν μετά την έκδοση της αποφάσεως 97/534, οι οποίες επιβάλλουν νέα εμπεριστατωμένη εξέταση του περιεχομένου των μέτρων που προβλέπει η απόφαση αυτή.
72 Από τις αιτιολογικές σκέψεις των αποφάσεων αυτών δεν προκύπτει ότι ο κίνδυνος που εμφανίζει το ειδικό υλικό κινδύνου μειώθηκε σε σχέση με εκείνον που περιγράφει η απόφαση 97/534, ούτε ότι η μετάθεση της ημερομηνίας εφαρμογής των μέτρων που προβλέπει η τελευταία αυτή απόφαση δικαιολογείται από τη μη χρησιμότητα αυτών. Ελλείψει ρητής μνείας, ούτε οι αποφάσεις 97/866, 98/248 και 98/745 δεν μπορούν να ερμηνευθούν ως απαγορεύουσες την εκ μέρους κράτους μέλους λήψη συντηρητικών μέτρων σχετικών με την αφαίρεση του ειδικού υλικού κινδύνου πριν από την ημερομηνία που ορίζουν οι αποφάσεις αυτές προς εφαρμογή των μέτρων που περιλαμβάνονται στην απόφαση 97/534.
73 Κατά συνέπεια, κανένα καθεστώς κοινοτικής διασφαλίσεως, θεσπισθέν σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 4, της οδηγίας 89/662, δεν είχε εφαρμογή κατά την ημερομηνία εκδόσεως της order του 1997 ούτε απαγόρευε τη λήψη, εκ μέρους κράτους μέλους, μέτρων προστασίας κατ' εφαρμογήν του άρθρου 9, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, της ίδιας οδηγίας.
74 Επομένως, επιβάλλεται να εξακριβωθεί αν οι προϋποθέσεις του άρθρου 9, παράγραφος 4, τέταρτο εδάφιο, της οδηγίας 89/662 συνέτρεχαν και αν ένα εθνικό μέτρο όπως η order του 1997 τηρεί την αρχή της αναλογικότητας.
75 Από την κατάσταση που περιγράφεται στις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως 97/534, μνημονευθείσας στις σκέψεις 63 έως 68 της παρούσας αποφάσεως, προκύπτει ότι η σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών συνιστούσε, κατά τον χρόνο εκδόσεως της order του 1997, σοβαρό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία.
76 Οι επιστήμονες συνιστούσαν την αφαίρεση του ειδικού υλικού κινδύνου και προέτρεπαν τις χώρες να μην επιτρέπουν να εισέρχονται σε οποιαδήποτε τροφική αλυσίδα ιστοί που ήταν δυνατό να περιέχουν τον παράγοντα της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών.
77 Υπό το φως των στοιχείων αυτών, επιβάλλεται να θεωρηθεί ότι εθνικό μέτρο, όπως η order του 1997, με το οποίο απαγορεύεται η εισαγωγή οποιουδήποτε υλικού κινδύνου, δηλαδή του κρανίου, περιλαμβανομένου του εγκεφάλου και των οφθαλμών, των αμυγδαλών και του νωτιαίου μυελού των βοοειδών ηλικίας άνω των δώδεκα μηνών, αλλά και όλων των τροφίμων που περιέχουν τέτοιο ειδικό υλικό κινδύνου, δικαιολογούνταν ενόψει του άρθρου 9, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, της οδηγίας 89/662 και συνιστούσε μέτρο το οποίο δεν ήταν δυσανάλογο ενόψει του κινδύνου που εμφάνιζε η ενδεχόμενη μετάδοση της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών.
78 Έτσι, η εισαγωγή κεφαλών βοοειδών μπορούσε να απαγορευθεί εφόσον αυτές περιείχαν υλικό πολύ υψηλής μολυσματικότητας και, λόγω τόσο των μεθόδων σφαγής όσο και μεταφοράς, εφόσον υπήρχαν σοβαροί κίνδυνοι μολύνσεως των υγιών ιστών, ειδικότερα λόγω της ροής του εγκεφαλονωτιαίου υγρού στα μάγουλα.
79 Επομένως, στα δύο πρώτα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να απαγορεύει την εισαγωγή κεφαλών βοοειδών που περιλαμβάνουν υλικό το οποίο εμφανίζει κινδύνους σχετικά με τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών, ως συντηρητικό μέτρο προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, της οδηγίας 89/662, σε κατάσταση στην οποία η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 9, παράγραφος 4, της ίδιας οδηγίας, όπως η απόφαση 97/534, επιβάλλουσα την αφαίρεση και απαγορεύουσα τη χρήση τέτοιου υλικού, μολονότι η ημερομηνία εφαρμογής των μέτρων που προβλέπει η απόφαση αυτή μετατέθηκε.
Επί του τρίτου και τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος
80 Ενόψει των προεκτεθέντων, η απάντηση στο τρίτο και τέταρτο ερώτημα παρέλκει.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
81 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η Γερμανική, η Γαλλική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 9ης Νοεμβρίου 1998 το Court of Appeal in Northern Ireland, αποφαίνεται:
Ένα κράτος μέλος μπορεί να απαγορεύει την εισαγωγή κεφαλών βοοειδών που περιλαμβάνουν υλικό το οποίο εμφανίζει κινδύνους σχετικά με τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών, ως συντηρητικό μέτρο προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, της οδηγίας 89/662/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 1989, σχετικά με τους κτηνιατρικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς, σε κατάσταση στην οποία η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 9, παράγραφος 4, της ίδιας οδηγίας, όπως η απόφαση 97/534/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Ιουλίου 1997, σχετικά με την απαγόρευση της χρήσης υλικών που παρουσιάζουν κίνδυνο από άποψη μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών, επιβάλλουσα την αφαίρεση και απαγορεύουσα τη χρήση τέτοιου υλικού, μολονότι η ημερομηνία εφαρμογής των μέτρων που προβλέπει η απόφαση αυτή μετατέθηκε.
Full & Egal Universal Law Academy