Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
ροσφυγή ακυρώσεως - Αρμοδιότητα του κοινοτικού δικαστή - Απόφαση της Επιτροπής περί απορρίψεως καταγγελίας για παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού - Αρμοδιότητα πλήρους δικαιοδοσίας - Δεν υφίσταται - Αίτηση αναιρέσεως στηριζόμενη στο επιχείρημα ότι η ακύρωση της αποφάσεως από το ρωτοδικείο ισοδυναμεί με διαπίστωση παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού - Αίτηση αναιρέσεως προδήλως αβάσιμη
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 86 και 172 (νυν άρθρα 82 ΕΚ και 229 ΕΚ) και άρθρο 173 (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 230 ΕΚ)]
Περίληψη
$$Η ακύρωση από το ρωτοδικείο αποφάσεως της Επιτροπής περί απορρίψεως καταγγελίας σχετικής με παράβαση του άρθρου 86 της Συνθήκης (νυν άρθρου 82 ΕΚ), με το σκεπτικό ότι οι αιτιολογίες που παρέθεσε η Επιτροπή στην επίδικη απόφαση δεν ήσαν ικανές να αποκλείσουν την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως, δεν ισοδυναμεί με διαπίστωση του ρωτοδικείου περί υπάρξεως καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως δεσπόζουσας θέσης. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι ο έλεγχος νομιμότητας κατά το άρθρο 173 της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 230 ΕΚ) δεν απονέμει στο ρωτοδικείο πλήρη δικαιοδοσία, αντίθετα από τη δικαιοδοσία που ασκούν τα κοινοτικά δικαστήρια βάσει του άρθρου 172 της Συνθήκης (νυν άρθρου 229 ΕΚ), το ρωτοδικείο δεν μπορεί να αντικαθιστά την επίδικη απόφαση με άλλη απόφαση ούτε να την μεταρρυθμίζει.
Δεδομένου ότι το ρωτοδικείο περιορίστηκε, όπως όφειλε στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης, να εξακριβώσει την ορθότητα του συλλογισμού της Επιτροπής, πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμη η αίτηση αναιρέσεως που στηρίζεται στο επιχείρημα ότι το ρωτοδικείο, ακυρώνοντας την επίδικη απόφαση, διαπίστωσε την ύπαρξη καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως δεσπόζουσας θέσης, υπό την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης.
( βλ. σκέψεις 24-31 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-428/98 P,
Deutsche Post AG, με έδρα τη Βόνη (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τον D. Schroeder, δικηγόρο Κολωνίας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το δικηγορικό γραφείο των Loesch και Wolter, 11, rue Goethe,
αναιρεσείουσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 16 Σεπτεμβρίου 1998 το ρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (τρίτο πενταμελές τμήμα) στις υποθέσεις T-133/95 και T-204/95, IECC κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-3645), με την οποία ζητείται η εξαφάνιση της αποφάσεως αυτής,
όπου οι έτεροι διάδικοι είναι οι
International Express Carriers Conference (IECC), με έδρα τη Γενεύη (Ελβετία), εκπροσωπούμενη από τον Ε. Morgan de Rivery, δικηγόρο αρισιού, και τους J. Derenne και Μ. Cunningham, δικηγόρους Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το δικηγορικό γραφείο του A. Schmitt, 7, Val Sainte-Croix,
προσφεύγουσα πρωτοδίκως,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον K. Wiedner, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον N. Forwood, QC, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον C. Gómez de la Cruz, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής πρωτοδίκως,
La Poste, εκπροσωπούμενη από τον H. Lehman, δικηγόρο αρισιού, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το δικηγορικό γραφείο του A. May, 398, route d' Esch,
Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας,
και
The Post Office,
παρεμβαίνοντες πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. A. O. Edward, πρόεδρο τμήματος, P. J. G. Kapteyn (εισηγητή) και A. La Pergola, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 30 Νοεμβρίου 1998, η Deutsche Post AG (στο εξής: Deutsche Post) άσκησε, δυνάμει των άρθρων 168 Α της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 225 ΕΚ) και 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 16 Σεπτεμβρίου 1998 το ρωτοδικείο στις υποθέσεις T-133/95 και T-204/95, IECC κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-3645, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το ρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση που είχε εκδώσει η Επιτροπή στις 6 Απριλίου 1995, κατόπιν της καταγγελίας της International Express Carriers Conference (στο εξής: IECC), καθόσον η απόφαση αυτή αφορούσε τη «φυσική αναταχυδρόμηση τύπου ΑΒΑ εμπορικού χαρακτήρα».
Ιστορικό της διαφοράς
2 Η IECC είναι οργάνωση η οποία εκπροσωπεί τα συμφέροντα ορισμένων επιχειρήσεων που παρέχουν υπηρεσίες καταπείγοντος ταχυδρομείου. Τα μέλη της παρέχουν, μεταξύ άλλων, τις καλούμενες υπηρεσίες «αναταχυδρομήσεως», οι οποίες συνίστανται στη μεταφορά ταχυδρομικού υλικού προελεύσεως μιας χώρας Α προς το έδαφος μιας χώρας Β προκειμένου να κατατεθεί εκεί στον τοπικό δημόσιο ταχυδρομικό φορέα (στο εξής: ΔΤΦ), για να προωθηθεί τελικώς από αυτόν εντός του εδάφους του («αναταχυδρόμηση ΑΒΒ») ή προς τη χώρα Α («αναταχυδρόμηση ΑΒΑ») ή προς τη χώρα Γ («αναταχυδρόμηση ABΓ»).
3 Στις 13 Ιουλίου 1988 η IECC υπέβαλε καταγγελία στην Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25).
4 Η καταγγελία είχε δύο μέρη, από τα οποία το πρώτο στηριζόταν στο άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 81 ΕΚ) και το δεύτερο στο άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 82 ΕΚ). Με το δεύτερο τμήμα της καταγγελίας της, το οποίο είναι το μόνο που ενδιαφέρει εν προκειμένω, η IECC προσήπτε σε ορισμένους ΔΤΦ ότι επιχειρούσαν να εφαρμόσουν μια συμφωνία κατανομής των αγορών βάσει του άρθρου 23 της συμβάσεως της αγκόσμιας Ταχυδρομικής Ενώσεως (στο εξής:ΤΕ), αρνούμενοι να διανέμουν την αλληλογραφία που παραδίδουν οι πελάτες προς ταχυδρόμηση σε άλλον ΔΤΦ και όχι στον ΔΤΦ της χώρας κατοικίας τους.
5 Η σύμβαση της ΤΕ , η οποία συνήφθη στις 10 Ιουλίου 1964 στο πλαίσιο του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών, συνιστά το πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ των ταχυδρομικών υπηρεσιών όλου του κόσμου. Όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας έχουν προσχωρήσει στη σύμβαση αυτή.
6 Στα ταχυδρομικά συστήματα, η διαλογή του εισερχομένου ταχυδρομείου και η διανομή του στους τελικούς παραλήπτες συνεπάγονται σημαντικές δαπάνες για τους ΔΤΦ. Για τον λόγο αυτό, τα μέλη της ΤΕ υιοθέτησαν το 1969 ένα σύστημα σταθερού συντελεστή προς συμψηφισμό, ανάλογα με τον τύπο της αλληλογραφίας, επονομαζόμενο «καταληκτικά τέλη», αναιρώντας έτσι μια αρχή που ίσχυε από της ιδρύσεως της ΤΕ και δυνάμει της οποίας κάθε ΔΤΦ αναλάμβανε τις σχετικές με τη διαλογή και τη διανομή του εισερχομένου ταχυδρομείου δαπάνες χωρίς να τις χρεώνει στους ΔΤΦ των χωρών προελεύσεως του ταχυδρομείου. Η οικονομική αξία της υπηρεσίας διανομής που παρείχαν οι διάφορες ταχυδρομικές υπηρεσίες, η διάρθρωση των δαπανών των υπηρεσιών αυτών και τα έξοδα που χρεώνονταν στους πελάτες ήταν δυνατόν να διαφέρουν ουσιωδώς μεταξύ τους. Η διαφορά μεταξύ των επιβαλλομένων για την αποστολή του εθνικού και του διεθνούς ταχυδρομείου τιμών εντός των διαφόρων κρατών μελών και το ύψος των καταληκτικών τελών σε σχέση με τις εν λόγω διαφορετικές τιμές που ισχύουν σε εθνικό επίπεδο συνιστούν καθοριστικά στοιχεία για τη δημιουργία του φαινομένου της αναταχυδρομήσεως. Οι φορείς της αναταχυδρομήσεως αποβλέπουν δηλαδή, μεταξύ άλλων, στην άντληση οφέλους από τις εν λόγω διαφορές τιμής, προτείνοντας στις εμπορικές εταιρίες να μεταφέρουν το ταχυδρομείο τους προς τους ΔΤΦ που προσφέρουν την καλύτερη σχέση ποιότητας/τιμής για ορισμένο προορισμό.
7 Το άρθρο 23 της συμβάσεως της ΤΕ του 1984, το οποίο κατέστη το άρθρο 25 της συμβάσεως της ΤΕ του 1989, προβλέπει τα εξής:
«1. Μια χώρα μέλος δεν δεσμεύεται να προωθήσει ή να παραδώσει στον παραλήπτη αντικείμενα επιστολικού ταχυδρομείου, τα οποία αποστολείς εγκατεστημένοι στην επικράτειά της ταχυδρομούν ή αναθέτουν προς ταχυδρόμηση σε ξένη χώρα με στόχο να επωφεληθούν από τα χαμηλότερα τέλη που ισχύουν εκεί. Το ίδιο ισχύει για τα αντικείμενα που ταχυδρομούνται σε μεγάλες ποσότητες, ανεξάρτητα από το αν οι ταχυδρομήσεις αυτές γίνονται αποσκοπώντας σε όφελος από χαμηλότερα τέλη.
2. Η παράγραφος 1 ισχύει αδιακρίτως, τόσο για αλληλογραφία που έχει ετοιμαστεί στη χώρα εγκατάστασης του αποστολέα και που στη συνέχεια μεταφέρεται πέρα από τα σύνορα, όσο και σε αλληλογραφία που έχει ετοιμαστεί σε ξένη χώρα.
3. Η σχετική υπηρεσία μπορεί είτε να επιστρέψει τα αντικείμενα στον τόπο προέλευσης ή να χρεώσει ταχυδρομικό τέλος για τα αντικείμενα στο ύψος των εσωτερικών της τιμολογίων. Εάν ο αποστολέας αρνηθεί να καταβάλει το κόμιστρο, τα αντικείμενα μπορούν να διατεθούν σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία της σχετικής υπηρεσίας.
4. Το κράτος μέλος δεν δεσμεύεται σε αποδοχή, προώθηση ή διανομή στους παραλήπτες αντικειμένων επιστολικού ταχυδρομείου που οι αποστολείς ταχυδρομούν ή αναθέτουν προς ταχυδρόμηση σε μεγάλες ποσότητες σε άλλη χώρα από τη χώρα εγκατάστασής τους. Η σχετική υπηρεσία μπορεί να επιστρέφει τα αντικείμενα αυτά στον τόπο προέλευσής τους ή να τα επιστρέφει στους αποστολείς χωρίς επανακαταβολή του καταβεβλημένου τέλους.»
8 Στο δεύτερο τμήμα της καταγγελίας της, το οποίο είναι αυτό που ενδιαφέρει στο πλαίσιο της προκειμένης αναιρέσεως, η IECC προσήπτε σε ορισμένους ΔΤΦ ότι εφαρμόζουν σύστημα το οποίο αποσκοπεί στην κατανομή των εθνικών ταχυδρομικών αγορών βάσει του άρθρου 23 της συμβάσεως της ΤΕ. Η IECC ισχυριζόταν ότι ο βρετανικός, ο γερμανικός και ο γαλλικός ΔΤΦ, δηλαδή το The Post Office, η Deutsche Post και η La Poste, επιχειρούσαν επιπλέον να αποτρέψουν τις εμπορικές εταιρίες από τη χρήση των υπηρεσιών ιδιωτικών φορέων εκμεταλλεύσεως της αναταχυδρομήσεως, π.χ. των μελών της IECC, ή προσπαθούσαν να αποτρέψουν άλλους ΔΤΦ από τη συνεργασία με τους εν λόγω ιδιωτικούς φορείς.
9 Ομοίως, η IECC ισχυριζόταν ότι, την άνοιξη του 1988, η Deutsche Post προσπάθησε να αποθαρρύνει την αναταχυδρόμηση, υπενθυμίζοντας στους Γερμανούς χρήστες της υπηρεσίας αυτής την ύπαρξη του άρθρου 23 της συμβάσεως της ΤΕ και παρακρατώντας ή επιστρέφοντας διεθνές εισερχόμενο ταχυδρομείο, του οποίου οι παραλήπτες ήσαν εγκατεστημένοι στη Γερμανία.
10 Στις 6 Απριλίου 1995 η Επιτροπή απηύθυνε στην IECC απόφαση σχετικά με το δεύτερο τμήμα της καταγγελίας της (στο εξής: απόφαση της Επιτροπής), με την οποία εξέθεσε, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«4. (..) Το παρόν έγγραφο σκοπεί να σας ενημερώσει για την οριστική απόφαση της Επιτροπής όσον αφορά τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην καταγγελία σας σχετικά με την παρακράτηση ταχυδρομείου βάσει του άρθρου [23] της συμβάσεως της ΤΕ.
5. (...)
6. Όσον αφορά τη φυσική αναταχυδρόμηση ΑΒΑ εμπορικού χαρακτήρα, η Επιτροπή φρονεί ότι, στο μέτρο που η συλλογή του ταχυδρομείου για εμπορικούς σκοπούς από κατοίκους της χώρας Β προκειμένου να αναταχυδρομηθεί εντός της χώρας Α με τελικό προορισμό τη χώρα Β συνιστά καταστρατήγηση του εθνικού μονοπωλίου εσωτερικής διανομής του ταχυδρομείου, μονοπωλίου προβλεπομένου από τη νομοθεσία της χώρας Β, η παρακράτηση του ταχυδρομείου αυτού κατά την επιστροφή του εντός της χώρας Β μπορεί να θεωρηθεί ως νόμιμη πράξη υπό τις παρούσες συνθήκες και δεν συνιστά, επομένως, καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως υπό την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΚ. [(...) Η Επιτροπή (...)] επισήμανε ειδικά ότι η καταστρατήγηση αυτή του εθνικού μονοπωλίου "κατέστη επικερδής λόγω των μη εναρμονισμένων επί του παρόντος επιπέδων των καταληκτικών εξόδων" και ότι για τον λόγο ακριβώς αυτόν είναι δυνατόν να δικαιολογηθεί η παροχή ορισμένης προστασίας στο στάδιο αυτό (...).
7. (...)
8. Εν όψει των προηγουμένων σκέψεων, σας πληροφορώ ότι η από 13 Ιουλίου 1988 αίτησή σας, στηριζόμενη στο άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 17/62, καθόσον αφορά την παρακράτηση της φυσικής αναταχυδρομήσεως τύπου ΑΒΑ εμπορικού χαρακτήρα (...), απορρίπτεται.»
11 Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 20 Ιουνίου 1995 και πρωτοκολλήθηκε με αριθμό υποθέσεως Τ-133/95, η IECC άσκησε προσφυγή δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 230 ΕΚ), με αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
12 Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το ρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής, καθόσον αφορούσε τη φυσική αναταχυδρόμηση τύπου ΑΒΑ εμπορικού χαρακτήρα, και απέρριψε την προσφυγή κατά τα λοιπά. Η Επιτροπή καταδικάστηκε στα δικαστικά έξοδα της IECC στην υπόθεση Τ-133/95, ενώ οι παρεμβαίνοντες καταδικάστηκαν στα έξοδά τους.
13 Το ρωτοδικείο παρέθεσε τις εξής αιτιολογίες για την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής:
«94 Με την από 6 Απριλίου 1995 απόφασή της, η Επιτροπή θεώρησε ότι η αναταχυδρόμηση τύπου ΑΒΑ εμπορικού χαρακτήρα συνιστούσε, στην πραγματικότητα, καταστρατήγηση του νομίμου ταχυδρομικού μονοπωλίου των ΔΤΦ. Εκτίμησε, στη συνέχεια, ότι η παρεμπόδιση του εν λόγω τύπου αναταχυδρομήσεως ήταν, υπό τις παρούσες συνθήκες, νόμιμη και δεν μπορούσε, κατά συνέπεια, να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική εκμετάλλευση, υπό την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης. Επισήμανε έτσι ότι η αναταχυδρόμηση τύπου ΑΒΑ εμπόδιζε τον ΔΤΦ της χώρας προορισμού να καλύψει τα έξοδα διανομής του ταχυδρομείου, στο μέτρο που τα καταληκτικά τέλη δεν στηρίζονται στις πραγματικές δαπάνες.
95 Λαμβανομένου υπόψη του συλλογισμού της Επιτροπής, πρέπει να ελεγχθεί αν οι περιστάσεις τις οποίες επικαλείται είναι ικανές να επιφέρουν τη μη εφαρμογή του άρθρου 86 της Συνθήκης.
96 Δεν μπορεί εντούτοις να θεωρηθεί ότι η ύπαρξη του ταχυδρομικού μονοπωλίου και, κατά συνέπεια, η προβαλλόμενη καταστρατήγησή του μέσω της αναταχυδρομήσεως τύπου ΑΒΑ δικαιολογούν αφεαυτών την παρεμπόδιση του εν λόγω τύπου αναταχυδρομήσεως.
97 Ούτε οι εθνικές νομοθεσίες που χορηγούν τα νόμιμα μονοπώλια στους ΔΤΦ ούτε η σύμβαση της ΤΕ επιβάλλουν στους εν λόγω ΔΤΦ να παρακρατούν το αναταχυδρομούμενο ταχυδρομικό υλικό. Κατά συνέπεια, οι ΔΤΦ διέθεταν περιθώρια ελιγμών που τους παρείχαν, ενδεχομένως, τη δυνατότητα να μην προβαίνουν σε παρακρατήσεις ταχυδρομείου.
98 Η ανάγκη των ΔΤΦ να υπερασπιστούν το μονοπώλιό τους δεν μπορεί, αφεαυτής, να έχει ως συνέπεια τη μη εφαρμογή του άρθρου 86 της Συνθήκης στις παρακρατήσεις του εισερχόμενου ταχυδρομείου τύπου ΑΒΑ. Ο συλλογισμός αυτός θα κατέληγε, πράγματι, στον αποκλεισμό πρακτικής εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής για τον λόγο και μόνο της υπάρξεως δεσπόζουσας θέσεως.
99 Αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, οι επίδικες παρακρατήσεις δεν μπορούν να δικαιολογηθούν αντικειμενικά από το γεγονός ότι τα καταληκτικά τέλη, τα οποία συνιστούν την αμοιβή των ΔΤΦ σε περίπτωση αναταχυδρομήσεως ΑΒΑ, δεν παρέχουν στους ΔΤΦ τη δυνατότητα να καλύψουν τις δαπάνες διανομής του ταχυδρομείου.
100 Καίτοι δεν υφίσταται αντιστοιχία μεταξύ των δαπανών στις οποίες υποβάλλεται ένας ΔΤΦ για τη διανομή του εισερχόμενου ταχυδρομείου και της αμοιβής την οποία εισπράττει, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι πρόκειται για το αποτέλεσμα συμφωνίας συναφθείσας μεταξύ των ίδιων των ΔΤΦ, επομένως των τριών ΔΤΦ τους οποίους αφορά η παρούσα υπόθεση, κατά την οποία τα καταληκτικά τέλη είναι σταθερά ποσά, καθοριζόμενα χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι δαπάνες στις οποίες πράγματι υποβλήθηκε ο ΔΤΦ της χώρας προορισμού.
101 Η πρακτική αυτή, η οποία αποσκοπεί στην άμβλυνση των αρνητικών συνεπειών, για την επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση, μιας συμβάσεως στην εκπόνηση και σύναψη της οποίας συνέβαλε και η ίδια, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντικειμενική δικαιολογία ικανή να αποκλείσει μια πρακτική παρακρατήσεως του ταχυδρομείου ΑΒΑ εμπορικού τύπου από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 86 της Συνθήκης.
102 Άλλωστε, δεν φαίνεται ότι η παρακράτηση του εισερχόμενου ταχυδρομείου συνιστά το μοναδικό μέσο που παρέχει στον ΔΤΦ της χώρας προορισμού τη δυνατότητα να καλύψει τις δαπάνες που προκαλεί η διανομή του ταχυδρομείου αυτού, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι η Deutsche Post προέβη, κατ' επανάληψη, σε απλή κάλυψη των δαπανών αυτών από τους αποστολείς. Δεν προκύπτει όμως από την προσβαλλομένη απόφαση ότι η Επιτροπή εξέτασε αν άλλα μέτρα μπορούσαν να θεωρηθούν λιγότερο περιοριστικά από τις παρακρατήσεις.
103 Η La Poste, το Post Office και, έστω εμμέσως, το Ηνωμένο Βασίλειο υπογράμμισαν ότι οι παρεμποδίσεις της αναταχυδρομήσεως τύπου ΑΒΑ εμπορικού χαρακτήρα δικαιολογούνταν, εν όψει του άρθρου 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης, από την ανάγκη διασφαλίσεως της εκ μέρους των ΔΤΦ τηρήσεως των υποχρεώσεών τους για την παροχή παγκόσμιας υπηρεσίας. Εντούτοις, από την απόφαση της 6ης Απριλίου 1995 προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν αναφέρθηκε στη διάταξη αυτή και δεν την εφήρμοσε εν προκειμένω, πράγμα το οποίο επιβεβαίωσε κατά τη συνεδρίαση.
104 Επομένως, τα επιχειρήματα που ανέπτυξαν συναφώς οι παρεμβαίνοντες εκφεύγουν του πλαισίου της παρούσας διαφοράς. Κατά συνέπεια δεν εναπόκειται στο ρωτοδικείο, στο πλαίσιο του ελέγχου νομιμότητας που καλείται να ασκήσει βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης, να αποφανθεί επί των επιχειρημάτων αυτών.
105 ρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή, δηλώνοντας ότι οι παρεμποδίσεις της αναταχυδρομήσεως τύπου ΑΒΑ εμπορικού χαρακτήρα δεν συνιστούσαν καταχρηστική εκμετάλλευση, υπό την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
106 Κατά συνέπεια, η απόφαση της 6ης Απριλίου 1995 πρέπει να ακυρωθεί, στο μέτρο που περιλαμβάνει εκτίμηση της Επιτροπής ως προς τη νομιμότητα των παρεμποδίσεων της αναταχυδρομήσεως τύπου ΑΒΑ εμπορικού χαρακτήρα από τους ΔΤΦ.»
Η αίτηση αναιρέσεως
14 Η Deutsche Post, η Επιτροπή και η La Poste ζητούν από το Δικαστήριο:
- να εξαφανίσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος κατά το οποίο ακυρώνει την απόφαση της Επιτροπής,
- να καταδικάσει την IECC στα δικαστικά έξοδα.
15 Η Deutsche Post, υποστηριζόμενη από την Επιτροπή, προβάλλει ως κύριο λόγο αναιρέσεως ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε πλάνη περί το δίκαιο. Το ρωτοδικείο δηλαδή παραβίασε το κοινοτικό δίκαιο, και συγκεκριμένα το άρθρο 86 της Συνθήκης, καθόσον δέχθηκε στη σκέψη 105 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ότι οι παρεμποδίσεις της αναταχυδρομήσεως τύπου ΑΒΑ εμπορικού χαρακτήρα συνιστούσαν καταχρηστική εκμετάλλευση, υπό την έννοια του άρθρου αυτού.
16 Η Deutsche Post θεωρεί ότι το ρωτοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό στηριζόμενο σε τρεις διαπιστώσεις, οι οποίες παρατίθενται στη σκέψη 98, στις σκέψεις 100 και 101 και στη σκέψη 102 αντίστοιχα της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, οι οποίες είναι και οι ίδιες ασυμβίβαστες με το άρθρο 86 της Συνθήκης.
17 Κατά την Deutsche Post και τη La Poste, κακώς το ρωτοδικείο εξέτασε μόνο κατά πόσον η πρακτική των παρεμποδίσεων της αναταχυδρομήσεως τύπου ΑΒΑ εμπορικού χαρακτήρα ήταν δικαιολογημένη ή μπορούσε να εξαιρεθεί από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 86, χωρίς προηγουμένως να εξακριβώσει κατά πόσον η ίδια η πρακτική αυτή συνιστούσε καταχρηστική εκμετάλλευση.
18 Συναφώς η αναιρεσείουσα βάλλει κυρίως κατά του γεγονότος ότι το ρωτοδικείο ούτε εξέτασε αν ούτε εξήγησε γιατί η εφαρμογή του άρθρου 25 της συμβάσεως της ΤΕ (άρνηση ενός ΔΤΦ να διανείμει διασυνοριακή αλληλογραφία της οποίας οι αποστολείς κατοικούν εντός του κράτους του ΔΤΦ αυτού) συνιστά καταχρηστική εκμετάλλευση.
19 Η IECC ζητεί από το το Δικαστήριο :
- να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της ως αβάσιμη και να επικυρώσει τις σκέψεις 94 έως 97 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως,
- να καταδικάσει την Deutsche Post στα δικαστικά έξοδα.
20 Η IECC ισχυρίζεται κυρίως ότι τα επιχειρήματα που προβάλλονται προς στήριξη του λόγου αναιρέσεως είναι αβάσιμα, καθόσον βασίζονται σε εσφαλμένη ανάγνωση και ερμηνεία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Κατά την IECC, το σφάλμα αυτό καθιστά πλημμελή την αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και η αίτηση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμη.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
21 Κατά το άρθρο 119 του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη, το Δικαστήριο μπορεί, κατά πάσα στάση της δίκης, να την απορρίψει με αιτιολογημένη διάταξη, χωρίς τη διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας.
22 Υπενθυμίζεται εκ προοιμίου ότι από το άρθρο 168 Α της Συνθήκης και το άρθρο 51, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται στα νομικά ζητήματα και πρέπει να στηρίζεται σε λόγους που αφορούν αναρμοδιότητα του ρωτοδικείου, πλημμέλειες κατά την ενώπιόν του διαδικασία που θίγουν τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος ή παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από το ρωτοδικείο (βλ. απόφαση της 28ης Μα_ου 1998, C-8/95, New Holland Ford κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. Ι-3175, σκέψη 22).
23 Συναφώς διαπιστώνεται ότι η προβολή της πλάνης περί το δίκαιο ως λόγου αναιρέσεως στηρίζεται σε προδήλως εσφαλμένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Αντίθετα απ' ό,τι ισχυρίζεται η Deutsche Post, το ρωτοδικείο δεν έκρινε ούτε ότι οι παρεμποδίσεις της αναταχυδρομήσεως τύπου ΑΒΑ εμπορικού χαρακτήρα συνιστούσαν καταχρηστική εκμετάλλευση, υπό την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης, ούτε ότι η επιστροφή της φυσικής αναταχυδρομήσεως τύπου ΑΒΑ εμπορικού χαρακτήρα, σύμφωνα με το άρθρο 25 της συμβάσεως της ΤΕ, συνιστούσε καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης, υπό την έννοια του άρθρου 86.
24 Από τη σκέψη 95 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι το ρωτοδικείο περιορίστηκε, όπως όφειλε στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης, να εξακριβώσει την ορθότητα του συλλογισμού της Επιτροπής.
25 Συγκεκριμένα, το ρωτοδικείο διαπίστωσε, με τις σκέψεις 96 έως 98 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η ύπαρξη του ταχυδρομικού μονοπωλίου και, κατά συνέπεια, η προβαλλόμενη καταστρατήγησή του μέσω της αναταχυδρομήσεως τύπου ΑΒΑ δικαιολογούν αφεαυτών την παρεμπόδιση του εν λόγω τύπου αναταχυδρομήσεως. Στη συνέχεια το ρωτοδικείο έκρινε, με τις σκέψεις 99 έως 101, ότι η αναντιστοιχία μεταξύ των δαπανών στις οποίες υποβάλλεται ένας ΔΤΦ για τη διανομή του εισερχόμενου ταχυδρομείου και της αμοιβής την οποία εισπράττει δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντικειμενικός λόγος που αποκλείει μια πρακτική παρακρατήσεως του ταχυδρομείου από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 86 της Συνθήκης. Τέλος, το ρωτοδικείο, με τη σκέψη 102, επισήμανε ότι η παρακράτηση του ταχυδρομείου δεν φαίνεται άλλωστε να συνιστά το μοναδικό μέσο για την επίλυση αυτού του προβλήματος αναντιστοιχίας και ότι από την απόφαση της Επιτροπής δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή εξέτασε αν άλλα μέτρα μπορούσαν να θεωρηθούν λιγότερο περιοριστικά.
26 Κατόπιν των σκέψεων αυτών το ρωτοδικείο έκρινε ότι οι αιτιολογίες που παρέθετε η Επιτροπή στην απόφασή της δεν ήσαν ικανές να αποκλείσουν την εφαρμογή του άρθρου 86 της Συνθήκης επί των επίμαχων παρεμποδίσεων της αναταχυδρομήσεως και συνεπώς ακύρωσε αυτό το μέρος της αποφάσεως της Επιτροπής.
27 αρά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, η ακύρωση αυτή δεν ισοδυναμεί με διαπίστωση καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως.
28 Όπως ορθά τόνισε η IECC, το ρωτοδικείο, όταν εκδικάζει προσφυγή ακυρώσεως που έχει ασκηθεί κατά αποφάσεως με την οποία δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως δεσπόζουσας θέσης, δεν είναι υποχρεωμένο να εξακριβώνει την ύπαρξη της καταχρηστικής αυτής εκμεταλλεύσεως. Δεδομένου ότι ο έλεγχος νομιμότητας κατά το άρθρο 173 της Συνθήκης δεν απονέμει στο ρωτοδικείο, σε μια υπόθεση όπως η προκειμένη, πλήρη δικαιοδοσία, αντίθετα από τη δικαιοδοσία που ασκούν τα κοινοτικά δικαστήρια βάσει του άρθρου 172 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 229 ΕΚ), όσον αφορά π.χ. τις αποφάσεις περί επιβολής κυρώσεων, το ρωτοδικείο δεν μπορούσε, στην προκειμένη υπόθεση, να αντικαταστήσει την απόφαση της Επιτροπής με άλλη απόφαση ούτε να μεταρρυθμίσει την απόφαση της Επιτροπής.
29 Κατά συνέπεια, η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας, η οποία παρατίθεται στις σκέψεις 15 έως 18 της παρούσας διατάξεως και κατά την οποία το ρωτοδικείο έπρεπε προηγουμένως να εξακριβώσει κατά πόσον η ίδια η πρακτική των παρεμποδίσεων της αναταχυδρομήσεως εμπορικού χαρακτήρα συνιστούσε καταχρηστική εκμετάλλευση, δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
30 Ο λόγος αναιρέσεως είναι επομένως προδήλως αβάσιμος.
31 Κατά συνέπεια, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας, να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
32 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Deutsche Post ηττήθηκε, πρέπει να καταδικατεί στα δικαστικά έξοδα. Η IECC και η La Poste θα φέρουν τα έξοδά τους, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 3.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει την Deutsche Post AG στα δικαστικά έξοδα.
3) Η International Express Carriers Conference και η La Poste θα φέρουν τα έξοδά τους.
Full & Egal Universal Law Academy