Περίληψη
Λέξεις κλειδιά
1 Διαδικασία - Απόφαση υπό τη μορφή αιτιολογημένης διατάξεως - Προϋποθέσεις - Προσφυγή προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως στερούμενη παντελώς νομικής βάσεως - Λόγοι που εξετάστηκαν ήδη στο πλαίσιο προηγούμενης υποθέσεως ή που στερούνται προδήλως ερείσματος
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 111)
2 Αναίρεση - Λόγοι - Λόγος που προβάλλεται για πρώτη φορά στο πλαίσιο της αναιρέσεως - Απαράδεκτος
(Οργανισμός του Δικαστηρίου ΕΚ, άρθρο 51)
3 Αναίρεση - Λόγοι - Έλεγχος από το Δικαστήριο της εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων - Αποκλείεται εκτός από την περίπτωση διαστρεβλώσεως
(Οργανισμός του Δικαστηρίου ΕΚ, άρθρο 51)
4 Διαδικασία - Εξέταση των υποθέσεων ενώπιον του Πρωτοδικείου - Παραπομπή μιας υποθέσεως σε τμήμα συγκείμενο από μικρότερο αριθμό δικαστών σε σχέση με τον προηγουμένως επιληφθέντα δικαστικό σχηματισμό - Επιτρέπεται
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 14)
Περίληψη
1 Δυνάμει του άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, όταν μια προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη ή στερείται προδήλως νομικού ερείσματος, το Πρωτοδικείο, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία, μπορεί ανά πάσα στιγμή να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη. Όταν το Πρωτοδικείο διαπιστώσει, στο πλαίσιο προσφυγής με αντικείμενο την ακύρωση αποφάσεως της Επιτροπής, ότι το Δικαστήριο έχει ήδη εξετάσει με προγενέστερη απόφαση πέντε από τους έξι λόγους που προβάλλει ο προσφεύγων κατ' ουσίαν και έχει επιβεβαιώσει το κύρος της εν λόγω αποφάσεως της Επιτροπής, καθώς και ότι ο έκτος λόγος είναι προδήλως αβάσιμος, ορθώς κρίνει ότι η προσφυγή είναι προδήλως αβάσιμη κατά την έννοια του άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του.
2 Ο ισχυρισμός που προβάλλεται για πρώτη φορά στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Πράγματι, αν επιτρεπόταν στον διάδικο να προβάλει σ' αυτό το στάδιο ισχυρισμό που δεν είχε προβάλει ενώπιον του Πρωτοδικείου, τούτο θα σήμαινε ότι ο διάδικος αυτός θα είχε τη δυνατότητα να υποβάλει στην κρίση του Δικαστηρίου, του οποίου η αρμοδιότητα επί των αιτήσεων αναιρέσεως είναι περιορισμένη, διαφορά με ευρύτερο περιεχόμενο απ' ό,τι η διαφορά που εκδίκασε το Πρωτοδικείο. οΟταν έχει ασκηθεί αναίρεση, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται συνεπώς στον έλεγχο της νομικής λύσεως που έδωσε το Πρωτοδικείο ενόψει των ισχυρισμών που προβλήθηκαν και εξετάστηκαν ενώπιόν του.
3 Η εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που του υποβάλλονται δεν συνιστά νομικό ζήτημα υπαγόμενο στον έλεγχο του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως, εκτός της περιπτώσεως διαστρεβλώσεως των στοιχείων αυτών ή όταν η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεων του Πρωτοδικείου προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας.
4 Σκοπός του άρθρου 14 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, δυνάμει του οποίου μια υπόθεση μπορεί να παραπεμφθεί στην ολομέλεια ή σε τμήμα συγκείμενο από διαφορετικό αριθμό δικαστών όταν δικαιολογείται από τη νομική δυσκολία ή τη σημασία της υποθέσεως ή από ιδιαίτερες περιστάσεις, είναι η παροχή στο Πρωτοδικείο της δυνατότητας να αναθέτει την εκδίκαση των υποθέσεων στο προσφορότερο ανάλογα με την περίπτωση τμήμα, σύμφωνα με τα κριτήρια που θέτει η διάταξη αυτή. Όμως, ούτε από το γράμμα του ούτε από τον επιδιωκόμενο σκοπό μπορεί να συναχθεί ότι το εν λόγω άρθρο εμποδίζει την εκ νέου ανάθεση μιας υποθέσεως ενδεχομένως σε τμήμα συγκείμενο από μικρότερο αριθμό δικαστών σε σχέση με τον προηγουμένως επιληφθέντα δικαστικό σχηματισμό. Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται, μεταξύ άλλων, από τη χρήση στην ως άνω διάταξη της λέξεως «διαφορετικό».
Full & Egal Universal Law Academy