Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Με τα προδικαστικά ερωτήματα που έχει υποβάλει σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 234 ΕΚ), το Tribunale di Genova (Ιταλία) ζητεί από το Δικαστήριο την ερμηνεία των άρθρων 243 και 244 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα .
ΙΙ - Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης
2. Τα προδικαστικά ερωτήματα εντάσσονται στο πλαίσιο διαφοράς που έχει ανακύψει μεταξύ αφενός της εταιρίας Kofisa Italia Srl (στο εξής: Kofisa) και αφετέρου του Ministero delle Finanze (Υπουργείου Οικονομικών) και της Servizio della Riscossione dei Tributi - Concessione Provincia di Genova - San Paolo Riscossioni Genova SpA (Υπηρεσίας Επιβολής Φόρων - Γραφείο της Επαρχίας της Γένουας).
3. Η Kofisa πρόσβαλε ενώπιον του Tribunale di Genova, χωρίς προηγουμένως να έχει ασκήσει διοικητική προσφυγή, την καταλογιστική πράξη που της είχε κοινοποιήσει το τελωνείο της πόλεως αυτής και με την οποία το τελωνείο της ζητούσε να καταβάλει 782 393 152 ιταλικές λίρες (ITL) εντόκως, λόγω παρατυπιών σχετικών με την εφαρμογή του ανώτατου ορίου ΦΑ κατά την εισαγωγή για το 1995.
4. Ενόσω εκκρεμούσε η ανωτέρω διαδικασία, το Γραφείο Εισπράξεως των Φόρων της Επαρχίας της Γένουας κοινοποποίησε στην Kofisa βεβαιωτική πράξη που είχε εκδώσει η Εφορία σχετικά με την είσπραξη του εν λόγω ποσού, το οποίο είχε προσαυξηθεί κατά τους γεγενημένους και μέλλοντες τόκους και τα σχετικά έξοδα. Η Kofisa πρόσβαλε την εν λόγω πράξη και ζήτησε να αναγνωριστεί η έλλειψη νομιμότητάς της και να διαταχθεί η αναστολή εκτελέσεως της καταλογιστικής πράξης και της βεβαιωτικής πράξης, καθώς και να απαγορευθεί η αναγκαστική εκτέλεση κατά της εταιρίας αυτής μέχρις ότου η δικαστική αρχή αποφανθεί επί του ζητήματος της υπάρξεως φορολογικής οφειλής.
5. Στο πλαίσιο της δεύτερης αυτής διαδικασίας, και συγκεκριμένα σε σχέση με την αίτηση αναστολής, το Tribunale di Genova, διαπιστώνοντας ότι είναι αναρμόδιο βάσει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας και της σχετικής νομολογίας, παρατήρησε ότι το άρθρο 244 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα προβλέπει ότι οι τελωνειακές αρχές μπορούν να αναστέλλουν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την εκτέλεση αποφάσεως που έχει προσβληθεί ενώπιόν τους.
6. Αφού επισημαίνει ότι εκ πρώτης όψεως φαίνεται να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου 244 για την αναστολή της εκτελέσεως των προσβαλλόμενων αποφάσεων, το αιτούν δικαστήριο εκφράζει ορισμένες αμφιβολίες για το αν μπορεί να εφαρμοστεί η διάταξη αυτή, καθόσον η Kofisa υπέβαλε την αίτησή της χωρίς προηγουμένως να έχει ασκήσει διοικητική προσφυγή, υπό την έννοια του άρθρου 243 του τελωνειακού κώδικα, και καθόσον επίσης το άρθρο 244 παρέχει την εξουσία αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως μόνο στις τελωνειακές αρχές και όχι στις δικαστικές.
7. Για τον λόγο αυτό το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει δύο προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο, προκειμένου να αρθούν οι αμφιβολίες του σχετικά με την ερμηνεία των άρθρων 243 και 244 του τελωνειακού κώδικα.
ΙΙΙ - Τα προδικαστικά ερωτήματα
8. Το Tribunale di Genova διαβιβάζει τη δικογραφία στο Δικαστήριο, από το οποίο ζητεί να αποφανθεί επί των ακόλουθων προδικαστικών ερμηνευτικών ζητημάτων:
«1) Μπορεί η προσφυγή που προβλέπεται στο άρθρο 243, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92, της 12ης Οκτωβρίου 1992, να ασκηθεί απευθείας ενώπιον της δικαστικής αρχής, χωρίς προηγουμένως να έχει υποβληθεί ανάλογη αίτηση στην τελωνειακή αρχή;
2) αρέχει το άρθρο 244 του κανονισμού 2913/92 την εξουσία αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως μόνο στην τελωνειακή αρχή ή και στη δικαστική αρχή ενώπιον της οποίας έχει ασκηθεί η προσφυγή;»
IV - Οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου
9. Το άρθρο 243 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα προβλέπει τα εξής:
«1. Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή κατά των αποφάσεων των τελωνειακών αρχών σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας οι οποίες το αφορούν άμεσα και ατομικά.
Έχει επίσης δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή το πρόσωπο το οποίο έχει υποβάλει σχετική αίτηση στην αρμόδια τελωνειακή αρχή χωρίς όμως να επιτύχει την έκδοση απόφασης μέσα στην προθεσμία που αναφέρεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2.
Η προφυγή πρέπει να ασκείται στο κράτος μέλος στο οποίο ελήφθη η απόφαση ή υπεβλήθη η αίτηση για την έκδοσή της.
2. Το δικαίωμα προσφυγής μπορεί να ασκηθεί:
α) σε πρώτο στάδιο, ενώπιον της τελωνειακής αρχής που ορίζεται για τον σκοπό αυτό από τα κράτη μέλη,
β) σε δεύτερο στάδιο, ενώπιον μιας ανεξάρτητης αρχής, η οποία μπορεί να είναι μία δικαστική αρχή ή ένα ισοδύναμο ειδικευμένο όργανο σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν στα κράτη μέλη.»
10. Το άρθρο 244 προβλέπει τα εξής:
«Η άσκηση προσφυγής δεν επιφέρει την αναστολή της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ωστόσο, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να αναβάλουν εν όλω ή εν μέρει την εκτέλεση της εν λόγω απόφασης, αν έχουν βάσιμους λόγους να αμφιβάλλουν για τη συμφωνία της προσβαλλόμενης απόφασης με την τελωνειακή νομοθεσία ή όταν υπάρχει κίνδυνος ανεπανόρθωτης ζημίας για τον ενδιαφερόμενο.
Όταν η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ως αποτέλεσμα την επιβολή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών, η αναστολή εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης εξαρτάται από την ύπαρξη ή τη σύσταση εγγύησης. Αυτή η εγγύηση, εντούτοις, μπορεί να μην απαιτηθεί όταν ενδέχεται να προκαλέσει σοβαρές δυσκολίες οικονομικού και κοινωνικού χαρακτήρα, λόγω της κατάστασης του οφειλέτη.»
11. Τέλος, το άρθρο 245 ορίζει τα εξής:
«Οι διατάξεις για τη θέση σε εφαρμογή της διαδικασίας της προσφυγής θεσπίζονται από τα κράτη μέλη.»
V - Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
12. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν, εντός της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 20 του Οργανισμού (ΕΚ) του Δικαστηρίου, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, η Ιταλική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 22ας Ιουνίου 2000 παρέστησαν, προκειμένου να αναπτύξουν προφορικά τις παρατηρήσεις τους, ο εκπρόσωπος της Kofisa και οι εκπρόσωποι της Ιταλικής Δημοκρατίας και της Επιτροπής.
13. Η Kofisa υποστηρίζει κατ' αρχάς ότι από τις αποφάσεις Dzodzi και Giloy προκύπτει ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο στην παρούσα υπόθεση. Δεδομένου ότι οι ιταλικές τελωνειακές αρχές είναι υπεύθυνες για την είσπραξη τόσο των εισαγωγικών δασμών όσο και των φόρων κύκλου εργασιών κατά την εισαγωγή και δεδομένου ότι οι σχετικώς προβλεπόμενες διαδικασίες είναι ακριβώς οι ίδιες, οι εφαρμοστέες διατάξεις πρέπει, κατά την άποψή της, να ερμηνεύονται ομοιόμορφα. Εξάλλου, το άρθρο 70 του ιταλικού νόμου περί ΦΑ ορίζει ότι στις αμφισβητήσεις σχετικά με τον ΦΑ κατά την εισαγωγή εφαρμόζονται οι διατάξεις της τελωνειακής νομοθεσίας περί δασμών.
Όσον αφορά το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, η Kofisa δηλώνει ότι από το άρθρο 243 δεν συνάγεται ότι η ασκούμενη απευθείας ενώπιον της δικαστικής αρχής προσφυγή είναι απαράδεκτη. Επιπλέον, δεδομένου αφενός ότι το άρθρο 245 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα ορίζει ότι οι διατάξεις για τη θέση σε εφαρμογή της διαδικασίας της προσφυγής θεσπίζονται από τα κράτη μέλη και αφετέρου ότι ο ιταλικός τελωνειακός νόμος προβλέπει μόνο την άσκηση δικαστικής προσφυγής κατά της καταλογιστικής πράξης, ο φορολογούμενος δεν μπορεί, κατά την Kofisa, παρά να συμμορφωθεί με αυτή τη διάταξη του νόμου, πράγμα που σημαίνει ότι εν προκειμένω δεν μπορεί να της αντιταχθεί η ύπαρξη παραβάσεως του άρθρου 243.
Όσον αφορά το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, η Kofisa ισχυρίζεται ότι η απάντηση έχει δοθεί εν μέρει με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Factortame κ.λπ. , αφού η υπέρτερη ισχύς του κοινοτικού δικαίου υποχρεώνει τα εθνικά δικαστήρια να μην εφαρμόζουν τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου που εμποδίζουν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων.
Όσον αφορά το πρόβλημα αν η δικαστική αρχή μπορεί να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης φρονεί ότι δεν θα ήταν εύλογο να αναγνωριστεί εξουσία αναστολής μόνο κατά την πρώτη φάση της προσφυγής. Επιπλέον, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης θεωρεί ότι δεν είναι εύλογο να έχει η δικαστική αρχή την εξουσία ακυρώσεως της αποφάσεως της τελωνειακής αρχής, αλλ' όχι την εξουσία αναστολής της εκτελέσεώς της. Κατά την άποψή της, η βαρύτητα του επιχειρήματος αυτού καθίσταται ιδιαίτερα προφανής στις περιπτώσεις που ανακύπτουν π.χ. στο πλαίσιο της ιταλικής έννομης τάξης, στην οποία δεν προβλέπεται η δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής ενώπιον των τελωνειακών αρχών, πράγμα που σημαίνει ότι δεν θα υφίστατο καμία δυνατότητα αναστολής της εκτελέσεως της προσβαλλόμενης πράξης. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει επίσης ότι η αρμοδιότητα αυτή δεν χρειαζόταν να προβλεφθεί ρητά στον τελωνειακό κώδικα, αφού η εξουσία λήψεως ασφαλιστικών μέτρων καταλέγεται μεταξύ των συνήθων αρμοδιοτήτων των εθνικών δικαιοδοτικών οργάνων.
14. Η Ιταλική Κυβέρνηση εξετάζει κατ' αρχάς το ζήτημα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Αφού επισημαίνει ότι το αντικείμενο της διαφοράς, ο ΦΑ κατά την εισαγωγή, αποτελεί ζήτημα ξένο προς την εφαρμογή του τελωνειακού κώδικα, υποστηρίζει ότι η κατά το άρθρο 70 του ιταλικού νόμου περί ΦΑ παραπομπή στις τελωνειακές διατάξεις, όσον αφορά τις διαφορές και τις κυρώσεις τις σχετικές με τον ΦΑ κατά την εισαγωγή, καλύπτει μόνο τις εθνικές διατάξεις περί εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών και τελών και ανατρέχει σε διάταξη του 1972, δηλαδή σε χρόνο κατά τον οποίο δεν υπήρχαν κοινοτικές διατάξεις στον εν λόγω τομέα. Σε τελική ανάλυση, αντίθετα απ' ό,τι συνέβαινε στην υπόθεση Giloy, δεν υφίσταται στην ιταλική έννομη τάξη καμία διάταξη που να προβλέπει την εφαρμογή του τελωνειακού κώδικα, και ειδικότερα των άρθρων 243 και 244, επί των διαφορών των σχετικών με τον ΦΑ κατά την εισαγωγή, πράγμα που σημαίνει, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, ότι το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα στην παρούσα υπόθεση.
Επικουρικά η Ιταλική Κυβέρνηση διατυπώνει την άποψή της επί των προδικαστικών ερωτημάτων. Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, τονίζει ότι το άρθρο 243 του τελωνειακού κώδικα δεν επιτρέπει να παραλειφθεί το προκαταρκτικό διοικητικό στάδιο και ότι επομένως η ασκούμενη απευθείας ενώπιον δικαστηρίου προσφυγή πρέπει να απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Όσον αφορά το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η «ανεξάρτητη αρχή» δεν έχει, σε πρώτο βαθμό, την εξουσία αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως της τελωνειακής αρχής. Αντίθετα, σε δεύτερο βαθμό είναι οπωσδήποτε δυνατή η άσκηση προσφυγής κατά της αποφάσεως της τελωνειακής αρχής περί μη αναστολής εκτελέσεως και στην περίπτωση αυτή η ανεξάρτητη αρχή θα μπορούσε να λάβει τα ενδεδειγμένα μέτρα, περιλαμβανομένης της αναστολής εκτελέσεως προσβαλλομένης αποφάσεως.
15. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επισημαίνει με τις παρατηρήσεις της ότι το άρθρο 243 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα προβλέπει διαδικασία προσφυγής που περιλαμβάνει υποχρεωτικά δύο διαδοχικές φάσεις, πράγμα που προϋποθέτει ότι δεν επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής ενώπιον δικαιοδοτικού οργάνου, αν προηγουμένως ο προσφεύγων δεν έχει υποβάλει το ζήτημα στην κρίση της τελωνειακής αρχής. Οι δύο φάσεις του συστήματος έχουν προβλεφθεί αφενός υπέρ του προσφεύγοντος, στον οποίο δίδεται η δυνατότητα να προσβάλει τις αποφάσεις των τελωνειακών αρχών κινώντας μια άτυπη και ελάχιστα δαπανηρή διαδικασία, και αφετέρου υπέρ της ίδιας της τελωνειακής αρχής, στην οποία δίδεται η δυνατότητα να διορθώνει εγκαίρως τις προδήλως εσφαλμένες αποφάσεις της.
Επικουρικά το Ηνωμένο Βασίλειο τονίζει ότι το προαναφερθέν άρθρο παρέχει στα κράτη μέλη τη διακριτική ευχέρεια να θεσπίζουν διαδικασία που να περιλαμβάνει δύο διαδοχικές φάσεις, πράγμα που σημαίνει ότι, αν ένα κράτος μέλος έχει θεσπίσει τέτοια διαδικασία, δεν επιτρέπεται η επίκληση του άρθρου 243 προκειμένου να αποφευχθεί η διεξαγωγή της πρώτης φάσης.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν υποβάλλει παρατηρήσεις σε σχέση με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα.
16. Τέλος, η Επιτροπή θέτει το προκριματικό ζήτημα του παραδεκτού των προδικαστικών ερωτημάτων. Ενώ στην υπόθεση Giloy, η οποία αφορούσε επίσης τον ΦΑ κατά την εισαγωγή, το Δικαστήριο τόνισε ότι δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι η διαφορά στην υπόθεση εκείνη έπρεπε να επιλυθεί κατ' εφαρμογή διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται, κατά την Επιτροπή, η βεβαιότητα αυτή, δεδομένου ότι η ρύθμιση που διέπει τους άμεσους και έμμεσους φόρους, μεταξύ των οποίων καταλέγεται ο ΦΑ, αποτέλεσε τον γνώμονα για τη ρύθμιση που διέπει τις τελωνειακές οφειλές και όχι το αντίστροφο. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, σε τελική ανάλυση, δεν συντρέχουν όλα τα αναγκαία στοιχεία για να γίνει δεκτό χωρίς καμία αμφιβολία ότι το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εκδώσει απόφαση.
Όσον αφορά το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 243 του τελωνειακού κώδικα έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει την απευθείας άσκηση προσφυγής ενώπιον δικαιοδοτικού οργάνου χωρίς προηγουμένως να έχει ασκηθεί προσφυγή ενώπιον των τελωνειακών αρχών .
Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, η Επιτροπή φρονεί ότι το άρθρο 244 παρέχει την εξουσία αναστολής της εκτελέσεως μόνο στις τελωνειακές αρχές. Εντούτοις, η Επιτροπή δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να μπορούν οι δικαστικές αρχές να διατάσσουν την αναστολή βάσει των δικονομικών κανόνων της εθνικής νομοθεσίας τους. Επιπλέον, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, το κοινοτικό δίκαιο παρέχει στους ιδιώτες πλήρη και αποτελεσματική δικαστική προστασία, πράγμα που σημαίνει ειδικότερα ότι πρέπει να διασφαλίζεται η δυνατότητα λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, εφόσον είναι αναγκαία για την πλήρη αποτελεσματικότητα της οριστικής αποφάσεως.
VI - Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου
17. Κατ' αρχάς θα εξετάσω κατά πόσον το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί των προδικαστικών ερωτημάτων. Συναφώς επιβάλλεται η παρατήρηση ότι τα ζητήματα που αφορά η διαφορά της κύριας δίκης κείνται εκτός του πεδίου εφαρμογής του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα. Κατά το άρθρο 4, σημείο 10, του εν λόγω κώδικα, ως εισαγωγικοί δασμοί νοούνται μόνον οι δασμοί και οι φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδύναμου αποτελέσματος, καθώς και οι γεωργικές εισφορές και οι άλλες επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή, οι οποίες θεσπίζονται στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής ή των ειδικών καθεστώτων που εφαρμόζονται στον γεωργικό τομέα. Στους εισαγωγικούς δασμούς δεν περιλαμβάνεται ο ΦΑ κατά την εισαγωγή, ο οποίος επομένως δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα.
18. Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο δεν φαίνεται να έχει αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων του κοινοτικού κώδικα ούτε επομένως ως προς την ανάγκη εκδόσεως αποφάσεως του Δικαστηρίου επί της ερμηνείας των διατάξεων του κώδικα αυτού. Συναφώς το αιτούν δικαστήριο στηρίζεται στην απόφαση Giloy , της οποίας το αντικείμενο, ο φόρος κύκλου εργασιών που επιβάλλεται κατά την εισαγωγή, εξαιρούνταν επίσης από το πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου· το Δικαστήριο όμως κήρυξε εαυτό αρμόδιο, λόγω του ότι οι επίμαχες στην υπόθεση εκείνη διατάξεις του γερμανικού δικαίου εφαρμόζονταν αδιακρίτως σε περιπτώσεις που ενέπιπταν αφενός στην εσωτερική νομοθεσία και αφετέρου στην κοινοτική, οπότε οι εν λόγω διατάξεις έπρεπε να ερμηνευθούν ομοιόμορφα.
19. Με άλλα λόγια, τίθεται και πάλι το ερώτημα κατά πόσον το Δικαστήριο είναι αρμόδιο, κατά το άρθρο 177 της Συνθήκης, να απαντά σε ερωτήματα που έχουν υποβληθεί από εθνικό δικαιοδοτικό όργανο και αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, όταν τα ερωτήματα αυτά ανακύπτουν στο πλαίσιο διαφοράς επί της οποίας η κοινοτική νομοθεσία δεν εφαρμόζεται καθεαυτή, αλλά λόγω του ότι η εθνική νομοθεσία προβλέπει την εφαρμογή της κοινοτικής σε μη κοινοτικό πλαίσιο.
20. Το ζήτημα αυτό έχει εξεταστεί επανειλημμένα από το Δικαστήριο. Η πρώτη απόφασή του εκδόθηκε το 1985, στην υπόθεση Thomasdünger . Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι αποφάσεις Dzodzi , Gmurzynska-Bscher , Tomatis και Fulchiron , Kleinwort Benson , Leur-Bloem και Giloy . Στις αποφάσεις αυτές πρέπει να προστεθούν οι αποφάσεις Federconsorzi και Fournier , οι οποίες αφορούσαν την παραπομπή στο κοινοτικό δίκαιο που προβλεπόταν από συμβατικές ρήτρες.
21. Σύμφωνα με την ανωτέρω νομολογία, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης, για την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου στις περιπτώσεις στις οποίες ο εθνικός νομοθέτης έχει αποφασίσει να παραπέμψει σε διατάξεις του κοινοτικού δικαίου για τη ρύθμιση ζητημάτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εθνικού δικαίου.
22. Είναι αξιοσημείωτο ότι η νομολογία αυτή έχει βρει πάντοτε αντίθετους τους γενικούς εισαγγελείς. Για παράδειγμα, ο γενικός εισαγγελέας Mancini πρότεινε στο Δικαστήριο, στην υπόθεση Thomasdünger, να μην απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα, διότι, ερμηνεύοντας φαινομενικά διατάξεις του κοινού δασμολογίου, το Δικαστήριο θα προέβαινε στην πραγματικότητα σε εκτίμηση των εσωτερικών κανόνων που είχαν απορροφήσει τις διατάξεις αυτές, οι οποίες επομένως είχαν χάσει πλήρως τη δεσμευτικότητά τους .
23. Εξάλλου, ο γενικός εισαγγελέας Darmon υποστήριξε, με τις προτάσεις που ανέπτυξε στις υποθέσεις Dzodzi και Gmurzynska-Bscher, ότι ο σκοπός της διαδικασίας της προδικαστικής παραπομπής, δηλαδή η εξασφάλιση της ενότητας των αποτελεσμάτων του κοινοτικού δικαίου, αφορά μόνο το πεδίο εφαρμογής του δικαίου αυτού, όπως αυτό ορίζεται από το ίδιο το κοινοτικό δίκαιο. Κατά τον γενικό εισαγγελέα Darmon, η παραπομπή την οποία προβλέπει η εθνική νομοθεσία δεν μπορεί να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου ούτε επομένως την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, αφού, σε τελική ανάλυση, «εκτός του πεδίου εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου δεν υπάρχει κοινοτικό δίκαιο» .
24. Τέλος, ο γενικός εισαγγελέας Jacobs, με τις προτάσεις που ανέπτυξε στις υποθέσεις Leur-Bloem και Giloy, αφού υπενθύμισε λεπτομερώς τη σχετική νομολογία, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφαίνεται μόνο σε υποθέσεις στις οποίες είναι γνωστό το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο της διαφοράς και στις οποίες το πλαίσιο αυτό ρυθμίζεται από τον κοινοτικό κανόνα .
25. Εντούτοις, το Δικαστήριο δεν δέχθηκε σε καμία περίπτωση τις προτάσεις των γενικών εισαγγελέων του και, όπως έχω ήδη αναφέρει, διαμόρφωσε πάγια νομολογία κατά την οποία είναι αρμόδιο, σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης, να ερμηνεύει τις κοινοτικές διατάξεις που δεν ρυθμίζουν άμεσα την υπό εξέταση περίπτωση, εφόσον ο εθνικός νομοθέτης έχει αποφασίσει να παραπέμψει στο περιεχόμενό τους.
26. Η απόφαση του Δικαστηρίου να δεχθεί ότι έχει αρμοδιότητα στις υποθέσεις αυτής της κατηγορίας στηρίζεται σε τρία βασικά σημεία. ρώτον, το Δικαστήριο δέχεται ότι τα εθνικά δικαστήρια, ενώπιον των οποίων εκκρεμεί η διαφορά και τα οποία έχουν την ευθύνη της αποφάσεως που θα εκδώσουν, είναι τα μόνα αρμόδια να εκτιμούν, με βάση τις ιδιαιτερότητες κάθε υποθέσεως, τόσο την ανάγκη μιας προδικαστικής αποφάσεως προκειμένου να εκδώσουν τη δική τους απόφαση όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλουν στο Δικαστήριο .
Δεύτερον, το Δικαστήριο στηρίζεται στην έλλειψη αντίθετων διατάξεων, δεδομένου ότι ούτε από το γράμμα του άρθρου 177 ούτε από το αντικείμενο της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο αυτό προκύπτει ότι οι συντάκτες της Συνθήκης θέλησαν να αποκλείσουν από την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου τις αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που αναφέρονται σε κοινοτική διάταξη, οσάκις το εθνικό δίκαιο κράτους μέλους παραπέμπει στο περιεχόμενο της διατάξεως αυτής προκειμένου να προσδιορίσει τους κανόνες που εφαρμόζονται σε καθαρά εσωτερική του κατάσταση .
Τέλος, το Δικαστήριο κρίνει ότι υφίσταται πρόδηλο κοινοτικό συμφέρον για την ομοιόμορφη ερμηνεία των διατάξεων και των εννοιών που συμπίπτουν με διατάξεις ή έννοιες του κοινοτικού δικαίου, ανεξάρτητα από τις συνθήκες υπό τις οποίες εφαρμόζονται, προκειμένου να αποφευχθούν στο μέλλον ερμηνευτικές αποκλίσεις .
27. Κατά τη νομολογία αυτή, η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που έχει υποβάλει εθνικό δικαστήριο πρέπει να απορρίπτεται ως απαράδεκτη μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες είτε προκύπτει ότι η διαδικασία του άρθρου 177 καταστρατηγήθηκε και χρησιμοποιείται στην πραγματικότητα για να υποχρεωθεί το Δικαστήριο να αποφανθεί επί τεχνητής διαφοράς είτε είναι πρόδηλο ότι η διάταξη του κοινοτικού δικαίου την οποία καλείται να ερμηνεύσει το Δικαστήριο δεν μπορεί να εφαρμοστεί ούτε άμεσα ούτε έμμεσα στις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως .
28. Τα επιχειρήματα αυτά δεν μου φαίνονται τελείως πειστικά.
29. Το πρώτο επιχείρημα, το οποίο βασίζεται στην κατανομή του δικαιοδοτικού έργου μεταξύ Δικαστηρίου και εθνικών δικαστηρίων, δεν συμβιβάζεται, κατά την άποψή μου, με τις γενικές αρχές που έχει καθιερώσει νομολογιακά το ίδιο το Δικαστήριο σχετικά με το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων.
Για παράδειγμα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η διατύπωση συμβουλευτικής γνώμης επί γενικών ή υποθετικών ζητημάτων δεν είναι της αρμοδιότητάς του και απορρίπτει τα ερωτήματα που είναι πρόδηλο ότι δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης , ιδιαίτερα όταν το εθνικό δικαστήριο ζητεί την ερμηνεία κοινοτικών διατάξεων που δεν εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση . Το Δικαστήριο έχει επίσης αποφανθεί ότι δεν είναι παραδεκτά τα προδικαστικά ερωτήματα που δεν εξυπηρετούν καμία αντικειμενική ανάγκη που να έχει στενή σχέση με την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης .
30. Το Δικαστήριο, δεχόμενο, βάσει της αρχής της αποκλειστικής αρμοδιότητας των εθνικών δικαστηρίων ως προς τον καθορισμό της λυσιτέλειας των προδικαστικών ερωτημάτων, ότι έχει αρμοδιότητα στις υποθέσεις εκείνες στις οποίες του ζητείται από το εθνικό δικαστήριο να ερμηνεύσει διάταξη του κοινοτικού δικαίου εντός πλαισίου που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής, διατρέχει τον κίνδυνο να υποπέσει σε αντίφαση: να επιδεικνύει μεγαλύτερη αυστηρότητα κατά την εκτίμηση του παραδεκτού των προδικαστικών ερωτημάτων που έχουν ανακύψει σε υποθέσεις των οποίων η επίλυση εξαρτάται από την εφαρμογή διατάξεων του κοινοτικού δικαίου εντός κοινοτικού πλαισίου απ' ό,τι κατά την εκτίμηση του παραδεκτού των ερωτημάτων στις υποθέσεις στις οποίες το αντικείμενο της κύριας δίκης δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.
31. Εξάλλου, δεν πρέπει να λησμονείται ότι είναι πολύ σημαντικό να δίδεται η ερμηνεία του Δικαστηρίου εντός του ενδεδειγμένου πλαισίου. Για τον λόγο αυτό, το Δικαστήριο, από την απόφαση Telemarsicabruzzo κ.λπ. , επιδεικνύει μεγαλύτερη αυστηρότητα και απαιτεί από τα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα να καθορίζουν επακριβώς το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονται τα προδικαστικά ερωτήματα που υποβάλλουν. Οι διευκρινίσεις αυτές έχουν θεμελιώδη σημασία όχι μόνο για να δίδεται στο αιτούν δικαστήριο απάντηση χρήσιμη για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, αλλά και για τον λόγο ότι συχνά είναι δύσκολη, αν όχι αδύνατη, η ερμηνεία μιας διατάξεως εκτός συγκεκριμένου πλαισίου.
32. Συγκεκριμένα, η ερμηνεία που θα μπορούσε να δώσει το Δικαστήριο στις περιπτώσεις στις οποίες η πραγματική κατάσταση την οποία αφορά η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δεν ρυθμίζεται από την κοινοτική διάταξη θα μπορούσε να μην είναι η ενδεδειγμένη, επειδή θα διδόταν εκτός του ενδεδειγμένου πλαισίου. Για τον λόγο αυτό, μπορεί να υποστηριχθεί, όπως είχε προτείνει ο γενικός εισαγγελέας Jacobs με τις προτάσεις του στις υποθέσεις Giloy και Leur-Bloem, ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφαίνεται μόνον όταν το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο της διαφοράς εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της κοινοτικής διατάξεως .
33. Όσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα, δηλαδή ότι ούτε από το γράμμα του άρθρου 177 ούτε από τον σκοπό της διαδικασίας που καθιερώνει το άρθρο αυτό μπορεί να συναχθεί ότι οι συντάκτες της Συνθήκης ήθελαν να αποκλείσουν από την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου αυτές τις αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, φρονώ ότι δεν λαμβάνει υπόψη μία από τις βασικές αρχές που διέπουν την κατανομή αρμοδιοτήτων εντός της Κοινότητας: την αρχή περί ειδικής αναθέσεως των αρμοδιοτήτων.
34. Κατά το άρθρο 3 Β της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 5 ΕΚ), η Κοινότητα δρα εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που της αναθέτει και των στόχων που της ορίζει η Συνθήκη. Εξάλλου, το άρθρο 4 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 7 ΕΚ) ορίζει ότι κάθε όργανο ενεργεί εντός των ορίων των εξουσιών που του παρέχονται από τη Συνθήκη.
Κατά συνέπεια, οι αρμοδιότητες που απονέμονται στην Κοινότητα και, σε τελική ανάλυση, στα όργανά της είναι ανατεθειμένες αρμοδιότητες, δηλαδή υφίστανται μόνον εφόσον συνάγονται από τις ιδρυτικές Συνθήκες. Κατά συνέπεια, η αρμοδιότητα των εθνικών οργάνων αποτελεί τον κανόνα και η αρμοδιότητα των κοινοτικών την εξαίρεση. Ή, με άλλα λόγια, η αρμοδιότητα των εθνικών οργάνων είναι δυνητικά απεριόριστη, ενώ η κοινοτική αρμοδιότητα προβλέπεται ειδικά και συγκεκριμένα .
35. Επομένως, κατά την άποψή μου, οι Συνθήκες δεν αναθέτουν στο Δικαστήριο το έργο επιλύσεως διαφορών που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου και για τον λόγο αυτό δεν θεωρώ καθόλου πειστική τη συλλογιστική του Δικαστηρίου ότι δεν υπάρχουν επιχειρήματα περί του αντιθέτου τα οποία να απορρέουν από το κείμενο των Συνθηκών. Κατά συνέπεια, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφαίνεται σε υποθέσεις αυτού του είδους θα μπορούσε να συναχθεί μόνο από ένα υποτιθέμενο κοινοτικό συμφέρον, το οποίο αποτελεί το τρίτο από τα χρησιμοποιούμενα επιχειρήματα και το οποίο όμως είναι και αυτό, κατά τη γνώμη μου, αβάσιμο.
36. Σύμφωνα με την προπαρατεθείσα νομολογία, το συμφέρον αυτό απορρέει από την ανάγκη διασφαλίσεως ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου. Για να υποστηριχθεί όμως αυτή η άποψη, θα πρέπει κατ' αρχάς να προσδιοριστεί ο κίνδυνος που απειλεί την ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου και λόγω του οποίου το Δικαστήριο αποδέχεται την αρμοδιότητα αυτή. Το σημείο αυτό ουδέποτε διασαφηνίστηκε νομολογιακά από το Δικαστήριο.
37. Αντίθετα, κατά την άποψή μου, το υποτιθέμενο κοινοτικό συμφέρον περί ομοιόμορφης εφαρμογής κάθε διατάξεως του κοινοτικού δικαίου δεν υφίσταται στις περιπτώσεις αυτές. Όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας Jacobs με τις προτάσεις που ανέπτυξε στις υποθέσεις Giloy και Leur-Bloem, ο κίνδυνος για την ορθή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου στο οικείο κράτος είναι το πολύ έμμεσος και παροδικός. Είναι προφανές ότι, όποια ερμηνεία και αν δώσει στον κοινοτικό κανόνα το εθνικό δικαστήριο υπό τις περιστάσεις αυτές, αυτή δεν θα στηρίζεται σε απόφαση του Δικαστηρίου και επομένως, ευθύς ως η ερμηνεία αυτή εφαρμοσθεί σε κοινοτικό πλαίσιο, θα μπορεί να αμφισβητηθεί .
38. Επιπλέον, η αποδοχή της αρμοδιότητας αυτής δεν αποτελεί ούτε το ενδεδειγμένο μέτρο ενόψει του επιδιωκόμενου σκοπού, διότι έτσι διακυβεύεται ένα από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά των αποφάσεων του Δικαστηρίου: η δεσμευτικότητά τους. Τα εθνικά δικαστήρια δεν θα ήταν υποχρεωμένα να ακολουθήσουν την ερμηνεία του Δικαστηρίου, αφού η ερμηνεία αυτή θα είχε δοθεί εκτός του πεδίου εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.
ρώτον, φρονώ ότι τούτο αντιφάσκει πλήρως προς τη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι απαντήσεις που δίδει το Δικαστήριο στα δικαστικά όργανα των κρατών μελών έχουν καθαρά συμβουλευτικό χαρακτήρα και στερούνται δεσμευτικότητας, διότι τούτο θα αλλοίωνε το έργο του Δικαστηρίου, όπως έχει διαμορφωθεί από τη Συνθήκη, δηλαδή ως έργο δικαιοδοτικού οργάνου του οποίου οι αποφάσεις είναι δεσμευτικές.
Δεύτερον, η διαπίστωση αυτή καθιστά αλυσιτελές και αναιρεί οριστικά το επιχείρημα του Δικαστηρίου περί του συμφέροντος της διασφαλίσεως ομοιόμορφης ερμηνείας κάθε διατάξεως του κοινοτικού δικαίου. Εφόσον τα εθνικά δικαστήρια δεν θα ήσαν υποχρεωμένα να ακολουθήσουν την ερμηνεία του Δικαστηρίου, πώς θα μπορούσε η άσκηση της αρμοδιότητας αυτής από το Δικαστήριο να διασφαλίσει ότι οι διατάξεις και οι έννοιες που συμπίπτουν με διατάξεις και έννοιες του κοινοτικού δικαίου θα ερμηνεύονται ομοιόμορφα;
39. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο, με την εν λόγω νομολογία, εξαρτά το πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, άρα και την αρμοδιότητά του, από απόφαση που οφείλουν να λάβουν οι αρχές των κρατών μελών. Με τον τρόπο αυτό και με το πρόσχημα διασφαλίσεως της ομοιομορφίας της ερμηνείας, το Δικαστήριο διακυβεύει, κατά πολύ παράδοξο τρόπο, μια άλλη θεμελιώδη αρχή της κοινοτικής έννομης τάξης, την αυτονομία της έναντι των δικαίων των κρατών μελών. Η εξάρτηση αυτή της αρμοδιότητας από κάθε εθνική νομοθεσία συνεπάγεται επιπλέον ότι η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου θα μπορεί να ποικίλλει σημαντικά, ανάλογα με τα κράτη μέλη. Θα ήταν πολύ δύσκολο να γίνει δεκτό ότι το πεδίο εφαρμογής μιας θεμελιώδους διατάξεως του κοινοτικού δικαίου, όπως είναι το άρθρο 177 της Συνθήκης, προσδιορίζεται εν μέρει από τις διάφορες εθνικές νομοθεσίες.
40. Δεν πρέπει επίσης να παραβλέπονται οι άλλες δυσκολίες που θα δημιουργούσε η διεύρυνση της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, όπως θα ήταν η έλλειψη υποχρεώσεως των δικαστηρίων των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα να υποβάλλουν ερώτημα στο Δικαστήριο, ή τα προβλήματα που ενδέχεται να δημιουργήσει η υποβολή προδικαστικού ερωτήματος ως προς το κύρος πράξεως της Κοινότητας σε υπόθεση που θα είχε τα χαρακτηριστικά αυτά.
41. Ομοίως, η διεύρυνση της αρμοδιότητας θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα τη σημαντική αύξηση του αριθμού των υποθέσεων επί των οποίων θα καλούνταν να αποφανθεί το Δικαστήριο. Τούτο θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο, έμμεσα ίσως, την ομοιόμορφη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, η διασφάλιση της οποίας υποτίθεται ότι επιδιώκεται με αυτή τη διεύρυνση αρμοδιοτήτων: δεδομένου ότι η διεύρυνση της αρμοδιότητας, ώστε να περιληφθούν και οι υποθέσεις που εμπίπτουν στην κατηγορία αυτή, ενδέχεται να οδηγήσει σε αύξηση του φόρτου εργασίας του Δικαστηρίου και επομένως στην παράταση του χρόνου εκδικάσεως των υποθέσεων, η παράταση αυτή θα μπορούσε να αποθαρρύνει τα δικαστήρια των κρατών μελών από την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο.
42. Για τους λόγους αυτούς, συμφωνώ με την άποψη που διατύπωσαν οι γενικοί εισαγγελείς που ασχολήθηκαν πριν από μένα με το υπό κρίση ζήτημα και φρονώ και εγώ ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να απαντά στα ερωτήματα που θέτουν τα εθνικά δικαστήρια ως προς την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, αν τα ερωτήματα αυτά έχουν ανακύψει κατά την εκδίκαση διαφοράς επί της οποίας η κοινοτική νομοθεσία δεν εφαρμόζεται εντός πλαισίου που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της, αλλ' έχει απλώς μεταφερθεί από την εθνική ρύθμιση σε μη κοινοτικό πλαίσιο.
43. Επικεντρώνοντας την εξέτασή μου στις τελευταίες από τις σχετικές αποφάσεις του Δικαστηρίου, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση Kleinwort Benson , σε μια υπόθεση στην οποία καλούνταν να ερμηνεύσει ορισμένες διατάξεις της Συμβάσεως των Βρυξελλών , φάνηκε πολύ λιγότερο αυστηρό όσον αφορά τα όρια της αρμοδιότητάς του. Μολονότι δεν δέχθηκε την πρόταση του γενικού εισαγγελέα Tesauro να αναθεωρήσει τη νομολογία του, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ήταν αρμόδιο να απαντήσει στα ερωτήματα που του είχε υποβάλει το αιτούν δικαστήριο.
44. Στην ανωτέρω υπόθεση οι διατάξεις του Ηνωμένου Βασιλείου δεν παρέπεμπαν άμεσα και ανεπιφύλακτα στο κοινοτικό δίκαιο. Επιπλέον, τα βρετανικά δικαστήρια δεν ήταν υποχρεωμένα να επιλύσουν τις ενώπιόν τους εκκρεμείς διαφορές εφαρμόζοντας απόλυτα και ανεπιφύλακτα την ερμηνεία της Συμβάσεως στην οποία θα προέβαινε το Δικαστήριο. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δέχθηκε με την απάφασή του ότι η ερμηνεία του δεν θα ήταν δεσμευτική για το αιτούν δικαστήριο και, παραπέμποντας στη γνωμοδότηση 1/91 , αποφάνθηκε ότι δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτό ότι οι απαντήσεις του Δικαστηρίου στα δικαστήρια των κρατών μελών θα έχουν απλώς συμβουλευτικό χαρακτήρα και θα στερούνται δεσμευτικότητας, διότι τούτο θα αλλοίωνε το έργο του Δικαστηρίου, όπως το εννοεί το πρωτόκολλο της 3ης Ιουνίου 1971 , δηλαδή ως έργο δικαιοδοτικού οργάνου του οποίου οι αποφάσεις είναι δεσμευτικές .
45. Στην απόφαση Kleinwort Benson παρατηρείται δηλαδή, αν γίνει σύγκριση με τις προηγούμενες αποφάσεις, μια αλλαγή τάσης στη νομολογία του Δικαστηρίου. Με την εν λόγω απόφαση το Δικαστήριο απαιτεί να είναι η παραπομπή του εθνικού δικαίου στο κοινοτικό άμεση και ανεπιφύλακτη και να έχει επομένως εφαρμογή αυτούσιο το κοινοτικό δίκαιο. Αντίθετα, η προηγούμενη νομολογία δεν επέβαλλε προϋποθέσεις ως προς τη φύση της παραπομπής και δεχόταν ότι η εκτίμηση της λυσιτέλειάς της και των αποτελεσμάτων της απέκειτο αποκλειστικά στο εθνικό δικαστήριο. Δεύτερον, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η ερμηνεία του πρέπει να είναι δεσμευτική για το αιτούν δικαιοδοτικό όργανο, ενώ η προϋπόθεση αυτή δεν απαντούσε στην προηγούμενη νομολογία του.
46. Εντούτοις, στις αποφάσεις Leur-Bloem και Giloy το Δικαστήριο δεν εφαρμόζει τις προϋποθέσεις που έθεσε με την απόφαση Kleinwort Benson και εξετάζει εκ νέου την αρμοδιότητά του βάσει της προηγούμενης νομολογίας του. Το Δικαστήριο δεν εξακριβώνει κατά πόσον η παραπομπή του εθνικού δικαίου στο κοινοτικό είναι άμεση και ανεπιφύλακτη ούτε αν το δικαστήριο που υποβάλλει το ερώτημα δεσμεύεται από την ερμηνεία του. Η ύπαρξη αρμοδιότητάς του γίνεται δεκτή κατά κανόνα και κατά τεκμήριο, ενώ η έλλειψη αρμοδιότητας αποτελεί απλώς την εξαίρεση, η οποία ισχύει στις περιπτώσεις τεχνητών διαφορών ή στις περιπτώσεις στις οποίες είναι προφανές ότι η κοινοτική διάταξη δεν έχει εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης.
Συγκεκριμένα, ενώ με την απόφαση Kleinwort Benson (σκέψη 16) το Δικαστήριο απαιτεί την ύπαρξη άμεσης και ανεπιφύλακτης παραπομπής στο κοινοτικό δίκαιο, με την απόφαση Giloy η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου γίνεται δεκτή κατά τεκμήριο, όπως προκύπτει από τη σκέψη 26, κατά την οποία από κανένα στοιχείο της δικογραφίας της εν λόγω υποθέσεως δεν μπορούσε να συναχθεί ότι η διαφορά της κύριας δίκης δεν θα επιλυόταν κατ' εφαρμογή κανόνων του κοινοτικού δικαίου. Το Δικαστήριο φαίνεται να αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην αναγνώριση της αυτονομίας των εθνικών δικαιοδοτικών οργάνων και επομένως αποφεύγει να επικρίνει τις αποφάσεις τους, εκτός αν οι αποφάσεις αυτές παρουσιάζουν προδήλως ανωμαλίες.
47. Η Ιταλική Κυβέρνηση, με τις παρατηρήσεις που υπέβαλε στο Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση, ισχυρίζεται ότι δεν υφίσταται στην ιταλική έννομη τάξη καμία διάταξη που να καθιστά εφαρμοστέο τον κοινοτικό τελωνειακό κώδικα. Η Επιτροπή επίσης φρονεί ότι, αντίθετα απ' ό,τι συνέβαινε στην υπόθεση Giloy, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η υπόθεση της κύριας δίκης θα πρέπει να επιλυθεί κατ' εφαρμογήν διατάξεων του κοινοτικού δικαίου.
48. Σε τελική ανάλυση και δεδομένου ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να ερμηνεύει το εθνικό δίκαιο, ανακύπτει μια κατάσταση στην οποία δεν υπάρχει βεβαιότητα ότι η ερμηνεία των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου στην οποία καλείται να προβεί το Δικαστήριο είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης.
49. Υπό τις συνθήκες αυτές, θεωρώ ενδεδειγμένο να υπενθυμίσω τις προϋποθέσεις που θέτει το Δικαστήριο για να θεωρηθεί ένα προδικαστικό ερώτημα παραδεκτό. Όπως έχω ήδη αναφέρει, το Δικαστήριο, απαιτώντας από τα εθνικά δικαστήρια να προσδιορίζουν σαφώς το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα ερωτήματα που υποβάλλουν, επέδειξε μεγαλύτερη αυστηρότητα. Επιπλέον, παρά τον βασικό κανόνα περί αποκλειστικής αρμοδιότητας του εθνικού δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση της λυσιτέλειας των ερωτημάτων που υποβάλλει δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης, έχει καθιερωθεί νομολογιακά η αρχή ότι είναι απαράδεκτα τα ερωτήματα που δεν έχουν καμία σχέση με τη διαφορά της κύριας δίκης και δεν εξυπηρετούν καμία αντικειμενική ανάγκη συμφυή προς την επίλυση της εν λόγω διαφοράς.
50. Κατά την άποψή μου, η απόφαση Kleinwort Benson ανταποκρίνεται πολύ περισσότερο σ' αυτές τις προϋποθέσεις του παραδεκτού των προδικαστικών ερωτημάτων απ' ό,τι οι μεταγενέστερες αποφάσεις Giloy και Leur-Bloem. Η προϋπόθεση που τέθηκε με την απόφαση Kleinwort Benson ότι η παραπομπή στο κοινοτικό δίκαιο πρέπει να είναι άμεση και ανεπιφύλακτη αντανακλά τη μέριμνα του Δικαστηρίου να είναι αντικειμενικά αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης η ερμηνεία την οποία καλείται να δώσει. Αντίθετα, η λύση που έγινε δεκτή με τις αποφάσεις Leur-Bloem και Giloy δεν εξασφαλίζει ότι η απόφαση του Δικαστηρίου είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης ούτε ότι τα δικαστικά όργανα είναι επομένως υποχρεωμένα να την εφαρμόσουν.
51. Κατά συνέπεια, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος να αποφανθεί το Δικαστήριο επί διατάξεως του κοινοτικού δικαίου που δεν έχει καμία σχέση με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης και λαμβανομένων υπόψη αφενός του τεκμηρίου περί λυσιτέλειας που ισχύει για τα προδικαστικά ερωτήματα που υποβάλλουν τα εθνικά δικαστήρια και αφετέρου της νομολογίας περί του παραδεκτού των ερωτημάτων αυτών, προτείνω στο Δικαστήριο να εφαρμόσει και πάλι το κριτήριο που χρησιμοποίησε στην απόφαση Kleinwort Benson και να αποφανθεί ότι δεν είναι αρμόδιο να απαντά σε κάθε προδικαστικό ερώτημα που αφορά την ερμηνεία διατάξεως του κοινοτικού δικαίου, εφόσον δεν πληρούται η προϋπόθεση να έχει εφαρμογή η διάταξη αυτή εντός της εσωτερικής έννομης τάξης δυνάμει άμεσης και ανεπιφύλακτης παραπομπής του εθνικού δικαίου στο κοινοτικό.
52. Στην προκειμένη υπόθεση, αν ληφθεί υπόψη η διάταξη περί παραπομπής του Tribunale di Genova, δεν συντρέχουν όλα τα αναγκαία στοιχεία για να μπορεί να γίνει δεκτό με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο οφείλει να αποφανθεί επί των υποβληθέντων προδικαστικών ερωτημάτων, διότι τα περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης κείνται εκτός του πεδίου εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου και δεν έχει εξακριβωθεί πώς οι κοινοτικές διατάξεις των οποίων ζητείται η ερμηνεία έχουν κριθεί εφαρμοστέες βάσει παραπομπής του εθνικού δικαίου στο κοινοτικό.
53. Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει ότι είναι αναρμόδιο να απαντήσει στα ερωτήματα που του υπέβαλε το Tribunale di Genova.
54. Για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο δεν συμφωνήσει με την πρόταση αυτή, θα εξετάσω επικουρικά τα προδικαστικά ερωτήματα που έχει υποβάλει το αιτούν δικαστήριο.
VII - Εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων
A - Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα
55. Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα το Tribunale di Genova ερωτά αν, σύμφωνα με το άρθρο 243 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, η προσφυγή κατά αποφάσεως που έχει εκδοθεί στον εν λόγω τομέα μπορεί να ασκηθεί απευθείας ενώπιον των δικαστικών αρχών, χωρίς να έχει προηγουμένως υποβληθεί ανάλογη προσφυγή ενώπιον της τελωνειακής αρχής.
56. Το άρθρο 243 προβλέπει ότι το δικαίωμα προσφυγής μπορεί να ασκείται, σε πρώτη φάση, ενώπιον της τελωνειακής αρχής και, σε δεύτερη φάση, ενώπιον ανεξάρτητης αρχής. Από το γράμμα της διατάξεως συνάγεται εκ πρώτης όψεως ότι πρόθεση του νομοθέτη ήταν να προβλέψει τη διαδοχική άσκηση των μέσων παροχής έννομης προστασίας.
57. Εντούτοις, όπως τονίζει η Επιτροπή με τις παρατηρήσεις της, αντίθετα απ' ό,τι συμβαίνει εν γένει με τις διατάξεις του κώδικα, οι οποίες διαμορφώνουν ένα συγκεκριμένο σύστημα, παραπέμποντας ενδεχομένως στις εκτελεστικές διατάξεις που θα εκδώσει ο κοινοτικός νομοθέτης, οι διατάξεις του όγδοου τίτλου, που αφορούν τις προσφυγές, περιορίζονται στη ρύθμιση ορισμένων βασικών πτυχών της προστασίας των επιχειρηματιών, χωρίς να ρυθμίζουν πλήρως και ιδίως χωρίς να προβλέπουν περιοριστικά τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία υποβολής των αιτήσεων παροχής έννομης προστασίας.
58. Όπως παρατήρησε η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή με τη γνώμη που διατύπωσε επί της προτάσεως κανονισμού του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, «[...] η ιδιαιτερότητα της εναρμόνισης του δικαιώματος προσφυγής βρίσκεται όχι μόνο στις μεγάλες διαφορές των σχετικών εθνικών διαδικασιών αλλά επίσης και στο γεγονός ότι αυτό θα ισχύει ομοιόμορφα για το σύνολο των εθνικών διοικητικών και φορολογικών διατάξεων και ότι με την εναρμόνιση του δικαιώματος προσφυγής μόνο στον τομέα του φορολογικού δικαίου διασπάται ένα ομοιόμορφο σύστημα σχετικά με το δικαίωμα προσφυγής που ισχύει έως τώρα σε εθνικά επίπεδα [...]» . Ο κοινοτικός νομοθέτης δηλαδή περιορίστηκε να ρυθμίσει ορισμένα γενικά ζητήματα.
59. Η βούληση αυτή του νομοθέτη προκύπτει σαφέστατα, αν η αρχική πρόταση της Επιτροπής συγκριθεί με το τελικώς εγκριθέν κείμενο του κώδικα.
60. Στην πρόταση της Επιτροπής ο τίτλος σχετικά με τις προσφυγές περιείχε λεπτομερή ρύθμιση, η οποία ήταν διαρθρωμένη σε τέσσερα κεφάλαια. Το πρώτο («Δικαίωμα προσφυγής») περιελάμβανε το άρθρο 241, το οποίο, σε γενικές γραμμές, αντιστοιχεί προς το άρθρο 243 του τελωνειακού κώδικα.
Τα δύο επόμενα κεφάλαια (που επιγράφονταν: «ρώτο στάδιο άσκησης του δικαιώματος προσφυγής» και «Δεύτερο στάδιο άσκησης του δικαιώματος προσφυγής» αντίστοιχα) περιελάμβαναν τις διατάξεις που εφαρμόζονταν στις διαδικασίες ενώπιον των τελωνειακών αρχών και ενώπιον των ανεξάρτητων αρχών.
Τέλος, το τέταρτο κεφάλαιο («Άλλες διατάξεις σχετικές με το δικαίωμα προσφυγής») περιελάμβανε το άρθρο 250, το οποίο αφενός αναγνώριζε ρητά στους ιδιώτες το δικαίωμα να προσφεύγουν απευθείας ενώπιον της ανεξάρτητης αρχής, οπότε θεωρούνταν ότι είχαν παραιτηθεί από το δικαίωμα προσφυγής ενώπιον των τελωνειακών αρχών, και αφετέρου επέτρεπε την εφαρμογή των ισχυουσών διατάξεων των κρατών μελών που προβλέπουν ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, η προσφυγή πρέπει να ασκείται απευθείας ενώπιον της ανεξάρτητης αρχής.
61. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των λεπτομερών διατάξεων περί ρυθμίσεως των προσφυγών στον τελωνειακό τομέα παραλείφθηκε από το τελικό κείμενο που ενέκρινε το Συμβούλιο. Αντί για τις διατάξεις αυτές, το τελικό κείμενο περιέλαβε, εκτός από το προαναφερθέν άρθρο 243 και το άρθρο 244, το οποίο αφορά την προσωρινή αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (και στο οποίο θα αναφερθώ κατά την εξέταση του δεύτερου ερωτήματος), μόνο το άρθρο 245, το οποίο προβλέπει λακωνικά ότι οι διατάξεις για τη θέση σε εφαρμογή της διαδικασίας της προσφυγής θα θεσπιστούν από τα κράτη μέλη.
62. Αυτή η λακωνικότητα του κοινοτικού νομοθέτη δείχνει, σε τελική ανάλυση, ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε, κατά τη διαμόρφωση του συστήματος προσφυγών, να καθορίσει ορισμένα μόνον ουσιώδη στοιχεία, προκειμένου να διασφαλίσει την προστασία των δικαιωμάτων των επιχειρηματιών, αφήνοντας όμως παράλληλα στα κράτη μέλη το έργο της λεπτομερούς ρυθμίσεως του εν λόγω τομέα, υπό την προϋπόθεση βέβαια της τηρήσεως των κοινοτικών διατάξεων.
63. Εξάλλου, το γεγονός ότι ο νομοθέτης επέλεξε να χρησιμοποιήσει στο άρθρο 243 τη διατύπωση «το δικαίωμα προσφυγής μπορεί να ασκηθεί» και όχι π.χ. τη διατύπωση «το δικαίωμα προσφυγής πρέπει να ασκηθεί» αποτελεί ένδειξη ότι πρόθεσή του δεν ήταν να προβλέψει τη διεξαγωγή της διαδικασίας σε δύο διαδοχικά στάδια.
64. Κατά την Επιτροπή, υπάρχει ένα επιπλέον στοιχείο που επιβεβαιώνει την ορθότητα αυτής της ερμηνείας του άρθρου 243 του τελωνειακού κώδικα: αντικείμενο της προσφυγής, τόσο ενώπιον της τελωνειακής όσο και ενώπιον της δικαστικής αρχής, είναι η απόφαση της τελωνειακής αρχής σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας. Αν επιδιωκόταν η καθιέρωση ενός συστήματος προσφυγών σε δύο διαδοχικά στάδια, έπρεπε να προβλεφθεί ότι αντικείμενο της δεύτερης προσφυγής, της προσφυγής ενώπιον της δικαστικής αρχής, δεν θα ήταν η αρχική απόφαση της τελωνειακής αρχής, αλλά η απόφαση επί της πρώτης προσφυγής.
65. Κατά συνέπεια, το άρθρο 243 δεν πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιβάλλει, σε κοινοτικό επίπεδο, τη διεξαγωγή της διαδικασίας προσφυγής σε δύο διαδοχικές φάσεις. Το εν λόγω άρθρο αφήνει στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών τη λεπτομερή ρύθμιση της διαδικασίας, άρα και τη δυνατότητα διεξαγωγής της διαδικασίας σε δύο φάσεις. Επομένως, ένα κράτος μέλος θα μπορούσε να επιβάλει την άσκηση προσφυγής ενώπιον της τελωνειακής αρχής ως προϋπόθεση της προσφυγής ενώπιον της δικαστικής αρχής, ενώ το πρώτο αυτό στάδιο θα μπορούσε να μην προβλέπεται από άλλο κράτος μέλος.
66. Εντούτοις, για να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, πρέπει να εξακριβωθεί κατά πόσον, σε περίπτωση που κράτος μέλος έχει αποφασίσει να καθιερώσει σύστημα με δύο φάσεις, κατά το οποίο το παραδεκτό της προσφυγής ενώπιον της ανεξάρτητης αρχής εξαρτάται από την προηγούμενη άσκηση προσφυγής ενώπιον της τελωνειακής αρχής, οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται το άρθρο 243 του τελωνειακού κώδικα για να αποφεύγουν τη διεξαγωγή της πρώτης φάσης και να προσφεύγουν απευθείας ενώπιον της ανεξάρτητης αρχής.
67. Για τους λόγους που έχω ήδη παραθέσει, η απάντηση πρέπει να είναι αρνητική. Δεδομένου ότι, όπως έχω αναφέρει, ο τελωνειακός κώδικας παρέχει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να οργανώσουν τη διαδικασία προσφυγής, λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των διαφόρων νομικών συστημάτων, πρέπει ομοίως να γίνει δεκτό ότι, αν ένα κράτος μέλος έχει προβλέψει τη διεξαγωγή της διαδικασίας σε δύο διαδοχικές φάσεις, οι ιδιώτες πρέπει να τηρούν τη διαδικασία αυτή και να ασκούν προσφυγή ενώπιον της τελωνειακής αρχής πριν από την άσκηση προσφυγής ενώπιον της ανεξάρτητης αρχής.
68. Για όλους αυτούς τους λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο αιτούν δικαστήριο ότι το άρθρο 243 του τελωνειακού κώδικα πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει στα κράτη μέλη να διαμορφώνουν τη διαδικασία προσφυγής κατά των αποφάσεων των τελωνειακών αρχών είτε σε δύο διαδοχικές φάσεις - από τις οποίες η πρώτη ενώπιον της τελωνειακής αρχής και η δεύτερη ενώπιον ανεξάρτητης αρχής - είτε σε μια ενιαία φάση ενώπιον της ανεξάρτητης αρχής. Αν ένα κράτος μέλος επιλέξει τη διεξαγωγή της διαδικασίας σε δύο φάσεις, η ρύθμιση αφενός του ζητήματος κατά πόσον οι ιδιώτες μπορούν να ασκούν την προσφυγή τους απευθείας ενώπιον της ανεξάρτητης αρχής και αφετέρου των προϋποθέσεων της ασκήσεως αυτής απόκειται στο εθνικό δίκαιο.
B - Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα
69. Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα το Tribunale di Genova ερωτά αν το άρθρο 244 του τελωνειακού κώδικα παρέχει την εξουσία αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως μόνο στην τελωνειακή αρχή ή και στη δικαστική αρχή ενώπιον της οποίας έχει ασκηθεί η προσφυγή.
70. Το άρθρο 244 προβλέπει απλώς, καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, ότι οι τελωνειακές αρχές μπορούν να αναβάλουν εν όλω ή εν μέρει την εκτέλεση της εν λόγω απόφασης, αν έχουν βάσιμους λόγους να αμφιβάλλουν για τη συμφωνία της προσβαλλόμενης απόφασης με την τελωνειακή νομοθεσία ή όταν υπάρχει κίνδυνος ανεπανόρθωτης ζημίας για τον ενδιαφερόμενο.
71. Το ίδιο το γράμμα του άρθρου επιβεβαιώνει την ερμηνεία ότι η εξουσία αναστολής της εκτελέσεως απονέμεται μόνο στις τελωνειακές αρχές. Ενώ στην περίπτωση του άρθρου 243 προβλέπεται ρητά δυνατότητα προσφυγής τόσο ενώπιον της τελωνειακής αρχής όσο και ενώπιον ανεξάρτητης αρχής (δικαστικής αρχής ή ισοδύναμου ειδικευμένου οργάνου), με το άρθρο 244 προβλέπεται η δυνατότητα μόνο των τελωνειακών αρχών να διατάσσουν την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
72. Θα ήθελα εξάλλου να επισημάνω, όπως πράττει και η Επιτροπή με τις παρατηρήσεις της, ότι η εν λόγω διάταξη αποτελεί εξαίρεση από τον γενικό κανόνα (το άρθρο 7 του τελωνειακού κώδικα), κατά τον οποίο, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 244, δεύτερο εδάφιο, οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τις τελωνειακές αρχές είναι αμέσως εκτελεστές.
Αν ληφθεί υπόψη ότι οι εξαιρέσεις από το κοινοτικό δίκαιο πρέπει να ερμηνεύονται στενά, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η εξουσία αναστολής της εκτελέσεως των αποφάσεων που προβλέπεται στο άρθρο 244 απονέμεται μόνο στις αρχές που μνημονεύονται ρητά στην εν λόγω διάταξη, οπότε η διάταξη αυτή δεν πρέπει να ερμηνευθεί ευρέως και να αναγνωριστεί ότι την εξουσία αυτή έχουν κατ' αναλογία και οι δικαστικές αρχές.
73. Οι προϋποθέσεις που επιβάλλει το άρθρο 244 του τελωνειακού κώδικα για την εκ μέρους της τελωνειακής αρχής αναστολή εκτελέσεως επιβεβαιώνει την ορθότητα αυτής της ερμηνείας. Η εν λόγω διάταξη επιτρέπει την αναστολή εκτελέσεως μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες οι τελωνειακές αρχές έχουν βάσιμους λόγους να αμφιβάλλουν για τη συμφωνία της προσβαλλομένης αποφάσεως με την τελωνειακή νομοθεσία ή όταν υπάρχει κίνδυνος ανεπανόρθωτης ζημίας για τον ενδιαφερόμενο. Όπως εξέθεσε το Δικαστήριο στην απόφαση Giloy , οι τελωνειακές αρχές αναστέλλουν την εκτέλεση της προσβαλλομένης τελωνειακής αποφάσεως αν συντρέχει μία από τις δύο ανωτέρω αναφερθείσες προϋποθέσεις. Κατά συνέπεια, η διοικητική αρχή μπορεί να διατάσσει την αναστολή της εκτελέσεως ακόμη και αν υπάρχει απλώς ο φόβος επελεύσεως ανεπανόρθωτης ζημίας στον ενδιαφερόμενο.
Αντίθετα, η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τη δυνατότητα των δικαστικών οργάνων να αναστέλλουν την εφαρμογή εθνικής διοικητικής πράξεως που έχει θεσπιστεί σε εκτέλεση κοινοτικού κανονισμού καθιερώνει την αρχή ότι οι δικαστικές αρχές διατάσσουν την εν λόγω αναστολή μόνον εφόσον, μεταξύ άλλων, έχουν συγχρόνως σοβαρές αμφιβολίες ως προς το κύρος της κοινοτικής πράξεως και υφίστανται λόγοι επείγοντος επειδή ο προσφεύγων απειλείται με σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία.
74. Εντούτοις, αυτή η ερμηνεία του άρθρου 244 δεν αποκλείει τη δυνατότητα των δικαστικών αρχών που καλούνται να εκδικάσουν την προσφυγή κατά το άρθρο 243 του τελωνειακού κώδικα να διατάσσουν την αναστολή της εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες που ισχύουν εντός της εθνικής έννομης τάξης.
75. Εξάλλου, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου , η κοινοτική έννομη τάξη παρέχει στους πολίτες πλήρη και αποτελεσματική δικαστική προστασία, πράγμα που συνεπάγεται ειδικότερα την αναγνώριση του δικαιώματος του πολίτη να διατάσσονται προσωρινά μέτρα που να διασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα της δικαστικής αποφάσεως που πρόκειται να εκδοθεί σχετικά με τα δικαιώματα που προβάλλει βάσει του κοινοτικού δικαίου.
76. Το συμπέρασμα επομένως είναι ότι το άρθρο 244 του τελωνειακού κώδικα δεν απαγορεύει στις δικαστικές αρχές που καλούνται να αποφανθούν επί προσφυγής δυνάμει του άρθρου 243 να διατάσσουν την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως είτε βάσει των δικονομικών κανόνων που ισχύουν στην εθνική έννομη τάξη είτε δυνάμει της πλήρους και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας που παρέχει το κοινοτικό δίκαιο στους πολίτες.
77. Για τους ανωτέρω εκτεθέντες λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα την απάντηση ότι το άρθρο 244 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η εξουσία αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως παρέχεται μόνο στις τελωνειακές αρχές. Εντούτοις, η εν λόγω διάταξη δεν απαγορεύει στις δικαστικές αρχές που καλούνται να αποφανθούν επί προσφυγής δυνάμει του άρθρου 243 να διατάσσουν την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως είτε βάσει των δικονομικών κανόνων που ισχύουν στην εθνική έννομη τάξη είτε δυνάμει της πλήρους και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας που παρέχει το κοινοτικό δίκαιο στους πολίτες.
VIII - ρόταση
78. Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο να αποφανθεί επί των προδικαστικών ερωτημάτων που του έχει υποβάλει το Tribunale di Genova.
79. Επικουρικά, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα εν λόγω ερωτήματα:
«1) Το άρθρο 243 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει στα κράτη μέλη να διαμορφώνουν τη διαδικασία προσφυγής κατά των αποφάσεων των τελωνειακών αρχών είτε σε δύο διαδοχικές φάσεις - από τις οποίες η πρώτη ενώπιον της τελωνειακής αρχής και η δεύτερη ενώπιον ανεξάρτητης αρχής - είτε σε μια ενιαία φάση ενώπιον της ανεξάρτητης αρχής. Αν ένα κράτος μέλος επιλέξει τη διεξαγωγή της διαδικασίας σε δύο φάσεις, η ρύθμιση αφενός του ζητήματος κατά πόσον οι ιδιώτες μπορούν να ασκούν την προσφυγή τους απευθείας ενώπιον της ανεξάρτητης αρχής και αφετέρου των προϋποθέσεων της ασκήσεως αυτής απόκειται στο εθνικό δίκαιο.
2) Το άρθρο 244 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η εξουσία αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως παρέχεται μόνο στις τελωνειακές αρχές. Εντούτοις, η εν λόγω διάταξη δεν απαγορεύει στις δικαστικές αρχές που καλούνται να αποφανθούν επί προσφυγής δυνάμει του άρθρου 243 του ίδιου αυτού κώδικα να διατάσσουν την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως είτε βάσει των δικονομικών κανόνων που ισχύουν στην εθνική έννομη τάξη είτε δυνάμει της πλήρους και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας που παρέχει το κοινοτικό δίκαιο στους πολίτες.»
Full & Egal Universal Law Academy